8 Νοε 2011

Γενική καθαριότητα.

...

Πόσο τακτοποιημένα είναι όλα, το στόμα σου δεμένο πάνω στο δικό μου με μικρά μικρά κομπάκια, οι παλάμες μου ραμμένες πάνω στο ζεστό πρόσωπό σου, όλος ο Νοέμβριος σκορπισμένος σαν σκόνη κάτω από το κρεβάτι.

ΥΓ1
Δεν θυμάμαι καθόλου που έχω βάλει το προηγούμενο καλοκαίρι, ίσως στο κάτω συρτάρι, εκτός αν έπεσε από το πάνω ράφι και πλάκωσε τον Δεκέμβριο. (Σκύβω πίσω από την τηλεόραση να δω αν ίσως γλύστρησε εκεί, όμως κάνει παράσιτα το τέλος Αυγούστου.)

ΥΓ2
Το μυαλό γεμάτο πεταμένα ρούχα, τα μάτια ντυμένα μακρυμάνικα, το υπόγειο όλο κούτες με όνειρα που αρνείσαι να πετάξεις: "για όταν αλλάξει ο καιρός".

ΥΓ3
Στην δεξιά άκρουλα των χειλιών σου κρέμεται ένα ξεχαρβαλωμένο φιλί (ένα φιλί που πριονίζει με ορμή τους πάγους γύρω από το στόμα μου -σαν ήλιος με δοντάκια). Πεισμώνω. Βάζω χριστουγεννιάτικα φωτάκια γύρω γύρω από τα όχι σου κι αυτά λάμπουν σαν ναι.


Χρόνια πολλά :-)

http://www.youtube.com/watch?v=_k8vtbJxOdw&feature=player_embedded#!

...

22 Οκτ 2011

Εκ γενετής.

Σαν ανεπιθύμητα χόρτα
Χώνεις τα χέρια σου στον λαιμό μου
Και ξεριζώνεις κάθε μου λέξη

Εκ γενετής τυφλό
Κάθε λεπτό
Το στόμα μου χωρίς το δικό σου

Κουράστηκε η κάθε εγκυμοσύνη
Που σπέρνει η εικόνα σου
Στα πεζοδρόμια της σκέψης μου

Άρχισε η περίοδος των εκτρώσεων
"Να το ρίξουμε γιατρέ το σ'αγαπώ"
Θα βγει εκπτωτικό


...

18 Σεπ 2011

Υστερόγραφο 16.

...



Νιώθω κουρασμένη. Κάθε δέκα χρόνια ανακυκλώνονται όλα τα κύτταρα του σώματός μας. Θέλω να κοιμηθώ. Να θυμηθώ πώς είναι να είσαι μικρή, πώς είναι να έχεις δυο μικρά χεράκια, ένα μικρό χαμόγελο, ένα μικρό πόνο, πώς είναι να είναι μικρή η καρδιά σου, πριν ανακυκλωθεί τόσο, τότε, παλιά, μικρούλα, τότε που δεν νόμιζες ότι ανακάλυπτες τη φωτιά κάθε πέντε λεπτά -την ανακάλυπτες.

ΥΓ1

Ανοίγεις ευγενικά την πόρτα της επιδερμίδας μου και επιβιβάζομαι στον εαυτό μου. Ξέχασα. Έχεις πρώτα βάλει κι από έναν ήλιο σε κάθε μου τσέπη. Λέξεις όπως ευχαριστώ.

ΥΓ2

Ο ήλιος βομβαρδίζει τον ουρανό σε πέντε σημεία, το ράγισμα αποκαλύπτει πως ο ουρανός ήταν σκηνικό, ο ήλιος μια θλιβερή λάμπα. Μια Κυριακή που ξεχύλωσε. Μια καρδιά που χτυπάει, καθώς πέφτει από το ποδηλατάκι της -και γρατζουνάει τα γόνατά της στα χαλίκια. (Παλιά αυτό.)

ΥΓ3

Νέα ρήματα στοιβάζονται γρήγορα δίπλα στο “σε”, σαν σε καρότσα παλιατζή, φορώντας βελούδινα φορέματα. Τα ρήματα λιγοστεύουν, εννοώ εξαντλούνται, τελειώνουν –κι αρχίζουν και στοιβάζονται άλλα μέρη του λόγου, όλα τα μέρη του λόγου. Όλα τα μέρη που με πας. Τελειώνουν τα σε συν ρήμα, τα σε σκέφτομαι, τα σε πεθύμισα -πλημμυρίζουν όμορφα και γλυκά, κι αρχίζουν τα σε πορτοκαλάδα, σε αμέσως, σε ή, σε εγώ, σε βιβλίο, σε τραπέζι. Όλα σε κάνω. Άσχετες λέξεις δίπλα στο σε -να βγάζουν νόημα. Πεταλούδες τέλος. (Παλιά αυτό. Τώρα αυτό.)

ΥΓ4

Προσπαθώ να κρατήσω τα μάτια μου καρφιτσωμένα στις κόγχες τους, αλλά κατρακυλάνε ανάμεσα από τα δάχτυλά μου, όπως τα κρατάω, και τακτοποιούν το ουράνιο τόξο με επιμέλεια, αλλού το μπλε, αλλού το κίτρινο, κάθε χρώμα διπλωμένο στο δικό του συρτάρι –μόνο του. Το πάτωμα ξεκολλάει με δύναμη από το έδαφος και με χτυπάει. (Τώρα αυτό; Παλιά αυτό;)

ΥΓ5

Μαδάς τη μαργαρίτα της επιθυμίας μου, τα φυλλαράκια της είναι πάντα ζυγά. Η φωτογραφία σου ήταν πορτρέτο. Δείχνει μια πλάτη τώρα, σαν να στράφηκε το σώμα μέσα στο χαρτί, σαν να μπορούν να κινηθούν τα scripta -πρώτη φορά φωτογραφία σκίζει κάποιον κομματάκια. (Παλιά αυτό. Τώρα, ούτε αυτό.)

ΥΓ6

Σου έγραψα ένα γράμμα.

Πάει κάπως έτσι:

αααααααααααααααααααα, ββββββββββββββββ, γγγγγγγγγγγγγγγγγγγ, δδδδδδδδδδδδδδδδδδδδδ, εεεεεεεεεεεεεεεεεεε, ζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζ, ηηηηηηηηηηηηηηηηηηηη, θθθθθθθθθθθθθθθθ, ιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι, κκκκκκκκκκκκκκκκκκκκκ, λλλλλλλλλλλλλλλλλ, μμμμμμμμμμμμμμμμμ, ννννννννννννννννννννν, ξξξξξξξξξξξξξξξξξξξξ, οοοοοοοοοοοοοοοοοο, πππππππππππππππππππ, ρρρρρρρρρρρρρρρρρ, σσσσσσσσσσσσσσσσσ, ττττττττττττττττττττττττ, υυυυυυυυυυυυυυυυυ, φφφφφφφφφφφφφφ, χχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ, ψψψψψψψψψψψψψ, ωωωωωωωωωωωωωω, σαν να πλημμύρησε και κάποιος να άδειασε με τους κουβάδες όλες τις λέξεις έξω στο πεζοδρόμιο, πολύ φοβάμαι πώς πρέπει να βάλεις τα γράμματα μόνος σου σε μία σειρά, diy, έτσι που όλα να βγάζουν πάλι νόημα, σε παρακαλώ μην τεμπελιάσεις, θα λήξουν όλα τα ωραία, τα χρώματα, τα γράμματα, τα γενέθλια, τα μηλοπιτάκια, η ακρόπολη. (Δεν τεμπέλιασες. Ξύπνησα. Τεμπέλιασες. Παλιά αυτό. Τώρα αυτό. Τεμπέλιασες.)

ΥΓ9

Στον δρόμο προς το σπίτι ήθελα τόσο να σε δω που ρώτησα μια περαστική κυρία αν ήσουν εσύ. Μου είπε πως όχι, πως ήταν απλά μια περαστική κυρία. Θέλω τόσο πολύ να σε έχω δει, να σε έχω μόλις δει, να ήσουν ο περιπτεράς, η αδέσποτη γάτα. Δεν ήσουν. Άρχισα να κλαίω τον Σεπτέμβριο του 2011 και σταμάτησα το 2010. Άργησες μήνες να μην έρθεις ποτέ.

ΥΓ10

Εφευρέθηκε σήμερα μια καινούργια λέξη ωστόσο -και οι υπεύθυνοι δεν ξέρουν πως να τη διαχειριστούν, είναι μεγάλη και οριστική, σαν βαριά υγεία, είναι η λέξη αναπόφευκτο -η μόνη που γλύτωσε από τους κουβάδες.

ΥΓ11

Νόμιζα πως ήξερα πώς είναι, κόμπαζα, έλεγα ξέρω, εγώ; ξέρω, εγώ δεν ξέρω; ξέρω. Εγώ. Ξέρω. Επακριβώς. Και τελικά είναι αλλιώς. Ώστε έτσι είναι τελικά. “Θα είναι γρήγορο, θα είναι βιαστικό, θα είναι σαρωτικό, θα έχει διαφορά.” Το κορόιδευα όπου το άκουγα. Αλλά ήθελα να ξέρω. Ήθελα να ξέρω, γύρευα να ξέρω, και τώρα ξέρω πως είναι, ξέρω πως είναι, ξέρω πως, είναι, να μην το κατασκευάζεις αλλά να είναι, αυτό να κατασκευάζει εσένα, δεν θέλω να ξέρω, δεν θέλω να ξέρω πως είναι, πάρτε τη γνώση, αυτή τη γνώση, τη συνεχή γνώση, τη διαπίστωση, ότι, τελικά, έτσι, είναι, ότι καλά έκανες και δεν δεσμεύτηκες με υποχρεώσεις των ανθρώπων μέχρι σήμερα, τη συνεχή σκέψη να θέλεις ο άλλος να είναι η περαστική κυρία, ο υπάλληλος στην κοζμοτέ, ο ταμίας στην άλφαμπανκ, ο ταχυδρόμος, ο οδηγός του μετρό, όποιος διασταυρώνει μαζί σου το βλέμμα του, δεν θέλω να ξέρω πως είναι.

ΥΓ12

Τι είναι γκρεμός;

ΥΓ13

(Ο γκρεμός είναι φυσική ανάγκη. Αλλιώς δεν θα είχε γκρεμούς.)

ΥΓ14

Μπροστά στον γκρεμό, όταν φτάσεις στο αδιέξοδό του, σπρώχνεις με ορμή όσα τον δημιουργούν -γιατί αυτή είναι η χρήση του. Το να κάθεσαι μπροστά στον γκρεμό και να τον χαϊδεύεις, να τον παρηγορείς, να υποθηκεύεις το σπίτι σου, να ρίχνεις σχοινιά για να τον ανελκύσεις προς τα πάνω, το να προσπαθείς να τον σώσεις, να τραβήξεις πίσω τον γκρεμό, πόσος χαμένος χρόνος.

ΥΓ15

Όμως αυτό, αυτό που με πλήγωσε πιο πολύ από όλα, είναι που δεν με κάλεσες ποτέ στο σπίτι σου, που δεν άξιζα να δω που ξυπνάς, που δεν είδα τα πιάτα, τα παράθυρα, τη σκόνη σου, τα σεντόνια σου, τα ποτηράκια που πίνεις νερό.


...

24 Αυγ 2011

Βόρτεξ.

Ο Αύγουστος σκόνταψε στο στόμα σου.

Στον ουρανό το μπλε κοντεύει να ξεκολλήσει και να πέσει. (Μια ακρούλα του που έχει λίγο γκρεμιστεί αποκαλύπτει από πίσω ένα σύννεφο που παραλίγο να ήταν ροζ.)

Περνάει ένα αεροπλάνο στο οποίο επιβίβασες όλες τις φορές που θα μου χαμογελούσες -και για να μη δω την πτώση του, κατεβάζω το βλέμμα, στην αποθήκη, στο υπόγειο, δίπλα στο σκουριασμένο μου ποδηλατάκι.

Το αεροπλάνο πέφτει πάνω στον Σεπτέμβριο και τον διαλύει.

Οι δυο λευκές γραμμές καπνού που άφησε πίσω του γίνονται χαραμάδες (απ' όπου ο ήλιος ρουφάει πίσω όλο το ώς τώρα φως του, όλες τις ανατολές του).

ΥΓ1
Η απορία που είχα για τα υπόγεια λύνεται ωστόσο. (Η υγρασία τους προέρχεται από τα βρεγμένα βλέμματα που κατεβάζουν εκεί οι άνθρωποι όταν δεν σκοπεύουν να τα βάλουν ξανά στην πρίζα, μην τυχόν και προκληθεί πάλι βραχυκύκλωμα.)

ΥΓ2
Ο. Χρόνος. Κυλάει. Αργά. Πολύ. Πολύ. Αργά. Τόσο. Αργά. Που. Σε. Κάθε. Δευτερόλεπτο. Μπαίνει. Και. Από. Μία. Τελεία. Αφόρητα. Τέλεια. Αφόρητα.

ΥΓ3
Θέλω να κυλιστώ στον κήπο τού καλοκαιρινού σου πουκάμισου. Θέλω να φιλήσω το στόμα σου, τα μάτια σου, τα δάχτυλά σου, τον ήχο του γέλιου σου, τις ανίατες λέξεις σου. Θέλω να φιλήσω τον περασμένο σου Μάρτιο, τη φωτογραφία που ήσουν μικρός, τη μισοτελειωμένη ανυπομονησία σου. Θέλω να φιλήσω το αγαπημένο σου φαγητό, να πάρω αγκαλιά όλα σου τα σαββατοκύριακα -να τα κοιμήσω πάνω μου. Θέλω την επιθυμία σου. Να φιλήσω το ρήμα "θέλω". Να παρηγορηθεί το "σε". Θέλω να μικρύνουμε μαζί. Να σπρώξουμε δεκαπέντε χρόνια από πάνω μας στον γκρεμό. Να αγκαλιαστούμε σαν να γνωριζόμαστε από παιδιά. Θέλω να φιλήσω τα γενέθλιά σου. Tο καταλαβαίνεις;

ΥΓ4
Για να ανέβει το βλέμμα μου, απαιτείται οντισιόν.

ΥΓ5
Και είμαι εντελώς απροετοίμαστη να μην πάρω τον ρόλο.

Κρατάω την αναπνοή μου από το χέρι σου. Στο βάθος παίζουν κάτι τίτλοι, όμως είναι αρκετά μακριά για να διακρίνω αν είναι τίτλοι αρχής ή τίτλοι τέλους. (Ας πατήσει κάποιος το φαστ φόργουορντ για τα συναισθήματα γιατί το δικό μου κοντρόλ έχει χαλάσει, σκέφτομαι.) Την ίδια στιγμή,
κάποιος βιάζεται να χειροκροτήσει, σε λάθος στιγμή. Η φωνή στην αρχή ωστόσο, ήταν σαφής:
"Απόψε απαγορεύεται το χειροκρότημα. Παρακαλούμε ενεργοποιήστε τα κινητά σας λόγια και χρησιμοποιήστε τα καθ'όλη τη διάρκεια της παράστασης." Ίσως κάποιος να θέλει να φιλήσει τη φωνή σας.

Ή τους υπότιτλους της σιωπής σας.




...

4 Αυγ 2011

Κόκονατ οϊλ.

Έγινε διάρρηξη χτες βράδυ.

ΥΓ1
Παραβίασες κάθε μου φιλί με μια πευκοβελόνα, κεντώντας πάνω μου τον χάρτη τής Τήνου.

ΥΓ2
Ο ήλιος λούστηκε τη θάλασσα και ξαναβγήκε με μακροβούτι πίσω από το βουνό.

ΥΓ3
Ένας τυφώνας από κοχύλια ξεχτένισε τα μαλλιά μου: βγάζω κοχύλια από παντού, πίσω από τα αυτιά μου, κάτω από το μαγιώ μου, κάτω από τις λέξεις καρπούζι, καρύδα, μπλοκάκι, αϊφον, χρεωκοπία, σύκο...

ΥΓ4
Η βιταμίνη σε, που μοιάζει με σε, ξεφυτρώνει από τα ροδάκινα και τρυπώνει στα χείλια μου, ενώ οι ήχοι τής σεζάρια σκαρφαλώνουν ξυπόλυτοι πάνω στο φορεμά μου, βάζοντάς το να χορεύει αγκαλιά με το σώμα σου, το πανταχού απόν.

ΥΓ5
Αιγαίο μου, κρεμασμένο με μανταλάκια πάνω από το κεφάλι μου, που σε λίγο θα επιστραφείς γύρω από όλα τα νησιά σου... Ηλιοκαμένες άνδρο και τήνο μου, που σύντομα θα δραπετεύσετε από το μπουκαλάκι με το κόκοντα οϊλ και θα σταλείτε σαν καρτ ποστάλ στους χειμώνες που μας χωρίζουν... Αφήστε με να πιω το τώρα και το πέρσι σας μονορούφι, κι εκείνο το εκκλησάκι στα δεξιά, δίπλα στο δέντρο, που στον κορμό του κάποιος έχει χαράξει μια καρδιά.


Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού.
Βάλτε σε λειτουργία την άμμο και αφήστε την στην πρίζα όσο πιο πολύ μπορείτε :-)



...


<3


...

25 Ιουλ 2011

Αλφαβήτα.

Θέλω να κλέψω μια λίστα για τα ψώνια από αυτές που γράφεις όταν πας στον βασιλόπουλο, να γράψω με αυτήν ένα ποίημα. Έτσι θα έχουμε τις ίδιες πρώτες ανάγκες.

Ανάμεσα στα ξυραφάκια, στις χαρτοπετσέτες, στα αυγά, στην οδοντόκρεμα, στο αφτερσεϊβ, θα σπείρω κάτι γυναικείο, ένα τσιμπιδάκι, αρωματικά λεβάντας για τα συρτάρια.

Τα μάτια σου φύτρωσαν χαραμάδες από όπου δραπετεύει κάθε δική μου προτεραιότητα.

Ούτε ένα κιλό πράσινα μήλα στη λίστα, ούτε καραμέλες με γεύση κανέλα, τίποτα δικό μου σ' αυτήν, την επείγουσα λίστα, που επείγεται να με ξεγράψει, που τη γράφεις σε ένα χαρτάκι που δεν έσκισες από δικό μου μπλοκάκι όπως παλιά, με ένα μολύβι που αγόρασες πρόσφατα και που ούτε το έχω δει, καθισμένος σ' ένα δωμάτιο τη θέα του οποίου δεν γνωρίζω, αγοράζοντας που και που κάτι γυναικείο που όμως δεν είναι ποτέ στο μέγεθός μου -ή που έχει χρώμα που δεν του πηγαίνω.

Μπορείς να κλέψεις ένα ποίημα μου. Θα έχουμε κάτι κοινό. Θα διαπιστώσεις ότι πια έχουμε μόνο αυτό το κοινό.

Έχουμε κλέψει ο ένας τον άλλον.

Κι όσο κατευθύνεσαι προς το αλφαβήτα χωρίς να μου ρίχνεις ούτε έστω ένα άσφαιρο βλέμμα, χωρίς λίστα που να γράφει ξυραφάκι, χαρτοπετσέτες, πράσινα μήλα, αφτερσεϊβ, τόσο το δικά μου τα άλφα και τα βήτα, τα γάμα, τα κάπα και τα ωμέγα, και κυρίως τα χι που τίποτα δεν έχουν διαγράψει, θα συνεχίσουν να κουβαλάνε τσάντες, άλφα, γάμα, έψιλον, κάπα, να κουβαλάνε τσάντες, τσάντες γεμάτες θλίψη που μην κοιτάξεις ποτέ πότε λήγει στο πίσω μέρος τής ήδη ανοιγμένης συσκευασίας.

ΥΓ1
Δεν έχει πίσω μέρος η θλίψη ούτε ημερομήνια λήξης, σταμάτησαν να έχουν διπλό πάτο τα καπέλα, τη μέρα που σταμάτησες να εμφανίζεις μέσ' από τον διπλό πάτο τής επιδερμίδας μου τους μαγικούς σου λαγούς, ξυραφάκια, αυγά, άφτερσεϊβ, χαρτοπετσέτες.

Τσάντες σουπερμάρκετ κενές από μένα, που τη στιγμή που θα φτάνεις στο εξπρές ταμείο θα με χάσεις ξανά, θα έχεις στραμμένο το βλέμμα από την άλλη μεριά, αυτή, τη μεγάλη, την ατελείωτη μεριά, ενώ εγώ θα είμαι στο διπλανό ταμείο, αυτό, το αργό, με τη μεγάλη, την ατελείωτη ουρά.


...

4 Ιουλ 2011

Το όνομά σου.

...


Το όνομά σου αρχίζει από την καρδιά μου
και τελειώνει στο στόμα μου.
Το όνομά σου ανασύρει με ορμή το ρήμα θέλω
από κάθε γκρεμό του κορμιού μου.
Το όνομά σου χάνει χρόνια
να πάρει το δικό μου από το χέρι.
Καμία λέξη δεν κλωτσάει τον ήλιο
όσο το όνομά σου.

Τράβηξες απότομα σαν τσιρότο το όνομά σου πριν κλείσει η πληγή που διακοσμούσε τα φωνήεντα. Όμως μόνο όταν γράφει το όνομά σου η ταυτότητά μου, είμαι, εγώ. (Άσε με να το πω πάλι.)

Πέντε ζωές έχουμε κι έχουμε ήδη ζήσει τις έξι.


...

30 Ιουν 2011

Ο μισός βέσπα.


Πεζογραφία καθόλου πεζή (αλλά προφανώς εποχούμενη), από την Κατερίνα Έσσλιν και τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ


Δεκαεννιά “μυθιστορήματα του ενός λεπτού” που κάθονται χαλαρά σε ένα παγκάκι, άλλοτε κλαίγοντας γοερά κι άλλοτε χαζεύοντας τις πάπιες.

Κυνικά μα ταυτόχρονα τρυφερά, άλλα πιο βαριά κι άλλα μόλις λίγων γραμμαρίων, κάποια ελλειπτικά, άλλα υπαινικτικά, και κάποια τάχα προφανή, τα μυθιστορήματα του ενός λεπτού σε χαστουκίζουν ευγενικά, καθώς σε βάζουν στο νόημα το πολύ σε ένα λεπτό (χωρίς περιττές παρακάμψεις), μιλώντας για απλά καθημερινά πράγματα, όπως: νυφικά που αλλάζουν χρώμα, ψάρια που φυτρώνουν στα δέντρα, κένταυρους ράτσας πιάτζιο.

Ένα βιβλίο ρομαντικό (αν το διαβάσεις Πέμπτη απόγευμα), χυδαίο (αν το διαβάσεις Κυριακή πρωί), ταυτόχρονα γλυκό και πικρό, όπου αλήθεια και σουρεαλισμός κρύβονται χεράκι-χεράκι πίσω από τους θάμνους. Ένα βιβλίο γεμάτο άπλετο φως τελικά. (Καλά, δε συνουσιάστηκε και με τον ήλιο αυτοπροσώπως, αλλά όπου δει σκοτάδι επιλέγει να το βλέπει ανάλαφρο σαν να πατάει στις μύτες.)


Και παρακαλώ λϊγα λόγια για τη συγγραφέα!
Η Κατερίνα Έσσλιν προφανώς γεννήθηκε, αλλά δυστυχώς τη λάθος χρονιά: γεγονός που της δημιουργεί το πρόβλημα να είναι παραπάνω από 20 χρονών (στα χαρτιά). Αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο. Στον ύπνο της, βλέπει συχνά ότι είναι ελέφαντας. Αλλά δυσκολεύεται να το αποδείξει.


Εκδόσεις: ΑΠΟΠΕΙΡΑ
Illustration εξωφύλλου: www.christinachristoforou.com


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ

ΥΓ
Μέχρι στιγμής, από επώνυμους το έχει διαβάσει μόνο ο Michael Jackson και η κριτική του ήταν: "Bad". (A! Η κριτική της Guardian μόλις έφτασε μας ενημερώνουν: "inventive storytelling, at times laugh-out-silently funny, profound, sarcastic and definitely heart clenching." Την κριτική τού New Yorker, αν θέλετε σας την στέλνουμε με αντικαταβολή. Ευχαριστούμε, δεν κάνει τίποτε. Εκτός αν το αγοράσετε.)

Κλείσιμο ματιού.


Link to Like:

http://www.facebook.com/pages/%CE%9F-%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%8C%CF%82-%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%B1/214120651960444


INTERVIEWS, PRESS, BLOGS:


ελculture
http://www.elculture.gr/elcblog/article/misos-vespa-esslin-123582

stylista.gr

http://www.stylista.gr/what-who-where/dont-lose/6587~O-misos-bespa~article


athens voice

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/356/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%BF

protagon
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.vivlia&id=10361

σκαϊ
http://www.skai.gr/news/culture/article/182841/


ντουέντε magazine
http://duendemagazine.gr/issue/10/article/150/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1+%CE%88%CF%83%CF%83%CE%BB%CE%B9%CE%BD+-+%CE%9F+%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%8C%CF%82+%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%B1.html


metropolis, "click to read", σελίδα 11

http://issuu.com/metropolisnews/docs/metropolis_290711


akamas

http://akamas.wordpress.com/2011/08/03/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%AD%CF%83%CF%83%CE%BB%CE%B9%CE%BD/


artmag
http://www.artmag.gr/art-articles/arthistory-of-a-piece/3304-katerina-esslin-story





...

27 Ιουν 2011

Τακ.

Η ανάσα μου γέμισε γωνίες.

(Έβγαλες και ακούμπησες το μυαλό σου στην άκρη των χειλιών μου, κι ακόμη να περάσεις να το πάρεις. Κατρακυλάει.)

Έσκαψες με τα χέρια σου το στόμα μου και μέσα βρήκες λέξεις διακοσμημένες με φωτογραφίες σου. Δίπλα, λίγα ταπεινωμένα φωνήεντα, γονατιστά, τιμωρημένα: άηχα. (Πιο κει ένα κόκκινο μαρκαδοράκι που λίγο λίγο θα διαγράφει το όνομά μου, ανάμεσα από το δικό σου.)

Η δική σου ανάσα ωστόσο.

Με κάθε ευκαιρία, κουλουριάζεται στα πόδια μου, σαν γάτα.

(Αν σκύψω να τη χαϊδέψω, το κενό θα αδειάσει τα πάντα που δεν είσαι πάνω στα πάντα που είμαι.)


ΥΓ
Κάθε φορά που σε αφήνω στην άκρη του δρόμου, μου παίρνει πέντε χρόνια να περάσω στο απέναντι πεζοδρόμιο.


Ο χρόνος χρειάζεται οπωσδήποτε επισκευή.

(Ίσως σε γνωρίσω παλιότερα κάποτε.)




Γραμμένο ως συνέχεια στο κείμενο "τικ" (http://dimitris-giannelos.blogspot.com/2011/06/blog-post_20.html), που γράφτηκε ως συνέχεια στο κείμενο "φορείον ο πόθος" (http://esslin-esslin-eisai-edo.blogspot.com/2011/06/blog-post_18.html). Δεν είναι διάλογος. Δεν γνωρίζω καμμία λέξη που να μην είναι μονόλογος -που να μη στέκει μόνη.


...

25 Ιουν 2011

Ο μισός βέσπα.


Πεζογραφία καθόλου πεζή (αλλά προφανώς εποχούμενη), από την Κατερίνα Έσσλιν και τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ


Δεκαεννιά “μυθιστορήματα του ενός λεπτού” που κάθονται χαλαρά σε ένα παγκάκι, άλλοτε κλαίγοντας γοερά κι άλλοτε χαζεύοντας τις πάπιες.

Κυνικά μα ταυτόχρονα τρυφερά, άλλα πιο βαριά κι άλλα μόλις λίγων γραμμαρίων, κάποια ελλειπτικά, άλλα υπαινικτικά, και κάποια τάχα προφανή, τα μυθιστορήματα του ενός λεπτού σε χαστουκίζουν ευγενικά, καθώς σε βάζουν στο νόημα το πολύ σε ένα λεπτό (χωρίς περιττές παρακάμψεις), μιλώντας για απλά καθημερινά πράγματα, όπως: νυφικά που αλλάζουν χρώμα, ψάρια που φυτρώνουν στα δέντρα, κένταυρους ράτσας πιάτζιο.

Ένα βιβλίο ρομαντικό (αν το διαβάσεις Πέμπτη απόγευμα), χυδαίο (αν το διαβάσεις Κυριακή πρωί), ταυτόχρονα γλυκό και πικρό, όπου αλήθεια και σουρεαλισμός κρύβονται χεράκι-χεράκι πίσω από τους θάμνους. Ένα βιβλίο γεμάτο άπλετο φως τελικά. (Καλά, δε συνουσιάστηκε και με τον ήλιο αυτοπροσώπως, αλλά όπου δει σκοτάδι επιλέγει να το βλέπει ανάλαφρο σαν να πατάει στις μύτες.)


Και παρακαλώ λϊγα λόγια για τη συγγραφέα!
Η Κατερίνα Έσσλιν προφανώς γεννήθηκε, αλλά δυστυχώς τη λάθος χρονιά: γεγονός που της δημιουργεί το πρόβλημα να είναι παραπάνω από 20 χρονών (στα χαρτιά). Αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο. Στον ύπνο της, βλέπει συχνά ότι είναι ελέφαντας. Αλλά δυσκολεύεται να το αποδείξει.


Εκδόσεις: ΑΠΟΠΕΙΡΑ
Illustration εξωφύλλου: www.christinachristoforou.com


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ

ΥΓ
Μέχρι στιγμής, από επώνυμους το έχει διαβάσει μόνο ο Michael Jackson και η κριτική του ήταν: "Bad". (A! Η κριτική της Guardian μόλις έφτασε μας ενημερώνουν: "inventive storytelling, at times laugh-out-silently funny, profound, sarcastic and definitely heart clenching." Την κριτική τού New Yorker, αν θέλετε σας την στέλνουμε με αντικαταβολή. Ευχαριστούμε, δεν κάνει τίποτε. Εκτός αν το αγοράσετε.)

Κλείσιμο ματιού.


Link to Like:
http://www.facebook.com/pages/%CE%9F-%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%8C%CF%82-%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%B1/214120651960444



...

18 Ιουν 2011

Φορείον ο πόθος.

...

Θεσπίζεις πάνω μου τα χέρια σου σαν σύνταγμα/ο νόμος επιβάλει να κλαίμε που και που αγκαλιασμένοι/εσύ αγκαλιά με ένα παλιό μου καθρεφτάκι/εγώ αγκαλιά με ένα ζακετάκι/ξηλωμένο κλωστούλα-κλωστούλα σαν τα κυριακάτικα όχι σου.

Κόβω κατά λάθος το δάχτυλό μου πάνω στην σιωπή σου/και κοιτάζω τη γρατζουνιά μου να επεκτείνεται/κι όπως "ανοίγει"/το δέρμα της παλάμης/ακριβώς πάνω στην γραμμή της ζωής/χύνονται στο πάτωμα δυο πυρκαγιές/που βιαστικά κατεδαφίζουν το χρώμα των ματιών σου.

Τοποθετείς την αγκαλιά σου στο συρτάρι του κομοδίνου μου/τη φωνή σου κάτω από το σκέπασμά μου.

Διπλώνεις τον ουρανό σαν εφημερίδα/και τον κρύβεις στο στήθος μου/που το ανοίγεις σαν τσάντα/στα δύο.

Μπαίνεις κάτω από τη φούστα μου/κι εκεί χτίζεις/για λίγο/το σπίτι σου.

(Ανεβάζεις στο πατάρι του το μέλλον μου.)

Βάζεις τα χέρια σου μέσα μου/και ακούς με τα δάχτυλα τις μικρές μου κραυγές.

Ανοίγεις τα σύνορα της επιδερμίδας μου/να μπει ελεύθερα η εφεδρική σου αγάπη.

Γίνεσαι πατέρας.

Της ανάσας μου.

Την ανασηκώνεις για λίγο σαν χαλί.

Κι από κάτω σπρώχνεις όλη τη σκόνη/που μόλις σήκωσε περνώντας βιαστικά/το ασθενοφόρο σου βλέμμα.


ΥΓ
Τηλεφωνείς για βόμβα κάθε εκατοστό τού κορμιού μου.


(Είμαι σαν την Μπλανς Ντιμπουά. Αλλά όπως θα την έγραφε ο Ναμπόκοφ.)



8 Μαϊ 2011

Επιστροφή στη Μητρίδα.

...


Πόσες και πόσες φορές γονατίσαμε μαζί για να πλύνουμε το νυφικό σου.

ΥΓ1
Θυμάσαι που έφευγα για το σχολείο και έχωνες στην κάθε μου τσέπη κι από ένα σου στήθος;

ΥΓ2
Θυμάσαι τα αμέτρητα μάτια που κυλούσαν ποτάμι από τα δάκρυα μας κι εσύ έπεφτες στα τέσσερα και τα μάζευες ένα ένα; Τι συμμετρικά που τα έραβες ξανά πάνω στην πλάτη μου και πάλι, προσεχτικά, κάτω από τη φόδρα. Θυμάσαι.

ΥΓ3
Κάπως έτσι με μεγάλωσες: στις μύτες, με το σφυράκι και τα καρφάκια σου, να κρεμάς τον ουρανό μου σαν κουρτίνα όλο και πιο ψηλά, αλλά πάντα κάπως στραβά, σαν καδράκι που γλίστρησε στο ατελές ξεσκόνισμα.

ΥΓ4
Κι εκείνη τη φορά μες στο ταξί, εσύ να βαστάς τον μυελό και την φωνή μου στα χέρια σου, με δυσκολία, (να στάζουν οι ήχοι μου σαν νερό, ανάμεσα στα δάχτυλά σου), κι εγώ να κρατάω την αναπνοή σου από το μπράτσο. Τι γεωμετρικά τεμαχισμένες που ήταν οι φωνές μας (τρία κατάγματα αν θυμάμαι είχαν δείξει οι ακτίνες χ συν ψ).

ΥΓ5
Τι νόστιμη που ήταν η πορτοκαλάδα που μου έστυψες μετά.

ΥΓ6
Τι κεχαριτωμένες που είμασταν πάντα παρέα (εσύ να υποδύεσαι το παιδί μου κι εγώ τον πατέρα του, καταργώντας για πάντα τη λέξη πατρίδα).








Χρόνια πολλά μανούλα.









24 Απρ 2011

Σπλιτ σκριν.

Αυτήν την στιγμή, κάπου στη γη, σε παράλληλη δράση.


Ένας άνθρωπος σπρώχνει κάποιον από τη σκάλα (κι ένας άνθρωπος αγοράζει τριαντάφυλλα). Μια γυναίκα προδίδει τον άντρα της (και μια γυναίκα ψήνει στον άντρα της μηλόπιτα.)Ένας πατέρας χαστουκίζει τον γιο του (κι ένας πατέρας αγοράζει στον γιο του μια κιθάρα). Ένας άντρας βιάζει μια γυναίκα (κι ένας άντρας κάνει την κοπέλα του γυναίκα του). Ένα παιδάκι γεννιέται άρρωστο (κι ένα παιδάκι ντύνεται σπάιντερμαν). Ένας παππούς περνάει σκυφτός και μόνος τον δρόμο (κι ένας παππούς είναι αγκαλιά με μια γιαγιά).

ΥΓ1
Είμαι σχεδόν πεπεισμένη ότι θα ξεκαρφιτσωθεί το σύμπαν -η γη θα πέσει σαν μήλο στη γη-, αν χαθεί η ισορροπία, αν ξαφνικά καταργηθεί κάτι από τα δύο -ή το ένα ή το άπειρο, ή το χάδι ή η βία.

ΥΓ2
Μας το τραγουδούν τα πάντα. Το "the end" στο σινεμά. Το λουλούδι που μαραίνεται στο βάζο. (Ή το βάζο που μαραίνεται χωρίς λουλούδι.)

ΥΓ3
Συνεχίστε να επιμένετε στις παρενθέσεις που ανοίγουν την αγκαλιά τους στο ό,τι "το θετικό". (Δεν έχει απολύτως κανένα βραβείο στην άκρη του ξεσκονισμένου ουράνιου τόξου -ας είμαστε ρεαλιστές.) Κάντε το, από ωμή γενναιοδωρία, μόνο και μόνο έτσι για να έχει ό,τι "το μαύρο" καλή παρέα. (Ή το ροζ κακή.)

ΥΓ4
Για την ισορροπία του πλάνου.

ΥΓ5
Από ερασιτεχνική τρυφερότητα.


...

1 Οκτ 2010

Γλυκό κουταλιού.

Έδωσες μια σπρωξιά σε όλα μου τα ρήματα και πέταξες τα παλιά σου σώματα στο πάτωμα.

Κάρφωσες σταυρουδάκια σε κάθε επικίνδυνη στροφή των χειλιών μου.

(Έσπρωξες ακόμη ένα τρίμηνο στο γκρεμό.)

Το καλοκαίρι βολεύει βεβαίως για απομακρύνσεις. Κάτω από τη θάλασσα τα δάκρυα δείχνουν στεγνά.

"Μην καμπουριάζεις", είπε το "Σε" στο "Αγαπώ". ("Όσο δεν μου κολλάς ένσημα, δικαίωμά μου".)

Λαχανιασμένες, κυρτές, λέξεις κουρασμένες από το βάρος των λουλουδιών που κουβαλούν στις πλάτες τους καθώς εγκαταλείπουν το καράβι.

Τρεις μήνες ξενοίκιασα και την παραμικρή σελίδα κι άρχισα να γράφω χιλιόμετρα. Πήγα όλα τα παντού εκδρομή στο πουθενά. (Μάταια οι δρόμοι έσπασαν για χάρη μας κάθε απεργία των φορτηγών με τις καρότσες τους γεμάτες ληγμένες αγκαλιές.)

Ρίχνω σταγονίτσα σταγονίτσα σαν κολλύριο το σώμα σου στις αγέννητες κόρες μου μήπως ξεπλυθεί το χώμα του μπαμπά τους. ("Πότε θα βγάλουμε τα μάτια μου από το γύψο γιατρέ;".)

Νοίκιασα χούφτες τα ξένα μάτια μήπως δω φως.

Περιττό.

ΥΓ1
Όσο γυμνάζεις τα πνευμόνια μου και αναποδυγυρίζεις τις ώρες μου, όσες μα όσες φωτογραφίες κι αν θέλω να κολλήσω στο καλοκαιρινό άλμπουμ, το φιλμ πήρε σκοτάδι.

ΥΓ2
Η τελευταία σου αγκαλιά άρχισε να ξεφλουδίζει, σαν τσιρότο που κάποιος το τράβηξε αργά-αργά-αργά, για να πονέσει. (Πόνεσαν άλλοι χίλιοι εδώ γύρω να φανταστείς.)

ΥΓ3
(Τόσους εαυτούς καλλιεργώ μήπως έρθεις να κόψεις κανά κλαδάκι.)


ΥΓ4
Άλλο ένα υπέροχο καλοκαίρι πέρασε από πάνω μου σαν ποδηλατάκι με βοηθητικές ρόδες, δειλό αλλά ανέμελο. Δεν πέρασε μέρα να μην πιω σπιτική βυσσινάδα, να μην κάνω βραδινό μπάνιο, να μη φάω καρπούζι και παγωτό φυστίκι και βέβαια να μην χαζέψω τον ήλιο, μια να πέφτει στη θάλασσα σιγά-σιγά σαν κρόκος που τσουλάει αλώβητος πάνω σε τζάμι και μια να αναδύεται σαν πορτοκάλι, μοσχοβολώντας κίτρινο. Ένιωσα ερωτική, με κάτω τα μαλλιά στους κανόνες, σαν να μην πειράζει να βάλεις περισπωμένες όχι μόνο στις παραλήγουσες αλλά ακόμη και στα σύμφωνα. Σκόνταψα πάνω σε βότσαλα και μέλισσες, μάζεψα κοχύλια, έγινα σοκολατένια χάρη στο μυστικό μου αντιηλιακό (ανακατεύεις γάλα καρύδας με καροτέλαιο και ένα θρυμματισμένο σιντί της έρθα κιττ και απλώνεις), και βέβαια διάβασα και έγραψα όσο ποτέ.

ΥΓ5
Ένα εξίσου υπέροχο φθινόπωρο ξεκινά, κι εγώ εδώ, έτοιμη για τις πρώτες βροχές, να ξεσκονίζω τις ροζ ομπρελίτσες μου -σπαστές, μικρούλες, από αυτές που βάζουν στα κοκτέηλ.

ΥΓ6
Σκοτεινά κείμενα, με ξεχαρβαλωμένα μάτια, θα έρθουν και θα φύγουν, κείμενα σαν κι αυτό πιο πάνω, με σπασμένες φλεβίτσες, κείμενα που στο απαίδευτο μάτι μοιάζουν στενάχωρα ενώ κατά βάθος είναι αγάπη και ελευθερία, μικρά κειμενάκια, μικρά σαν ετικέτες πάνω σε κονσέρβες γέλιου (που καταχωνιάζω σε όποια τσέπη βρω), κείμενα ξεχασμένα χρόνια σε σκοινί με μανταλάκια (αλλά πάντα χιονάτα σαν ασπρόρουχα που τα έπλυνε μαμά).

ΥΓ7
Είναι δύσκολο να πείσω όσους με διαβάζουν για το πόσο χαρούμενη και πλήρης νιώθω γράφοντας κείμενα σαν το σημερινό, πάνω από τα υστερόγραφα. "Τι έχεις; Δεν είσαι καλά;" Συχνή η ερώτηση. Είμαι. Φυσικά και είμαι καλά. Το ψέμα της πρώτης ανάγνωσης είναι μεγάλη παγίδα, αλλά η γραφή παίρνει τις δικές της αποφάσεις -ποτέ δεν με ρωτάει από πριν. (Όμως για μένα -αν κάποιος ρωτήσει- το φως κρύβεται ακόμη και στον πάτο της πιο βαθιάς λίμνης, εκεί που τα σώματα ξεβράζονται μόνο ζωντανά, χαρούμενα και έτοιμα. Κατά βάθος το μελάνι είναι άκακο σαν ανθόνερο θέλω να πω.

ΥΓ8
Απλά αρέσκεται να φοράει παλτό -αυτό είναι όλο :-)

Κάτω από την άμμο στην Άνδρο βρήκα μια φωτογραφία μας. Με κρατούσες αγκαλιά όπως κρατάνε τα παιδιά και σ΄ευχαριστώ που μου επιτρέπεις να μένω στο 89, τρία στενά πιο πάνω από το 92. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα συνεχίσω να σε μεγαλώνω κι εγώ στην δική μου αγκαλιά σε όσες φωτογραφίες κι αν κατασκευάσω κάτω από τις άμμους και τα χαλιά. (Σου λέω άφοβα καλό φθινόπωρο κάπου εδώ, γιατί εσύ το ξέρεις: τίποτα δεν φθίνει όσο το συντηρείς σε βάζο με γλυκό κουταλιού χαμόγελο.)

<3>

10 Ιουλ 2010

Πολλαπλασιασμός.

(Μια μέρα θα με αγκαλιάσεις τόσο σφιχτά που από κάθε πόρο του δέρματός μου θα πεταχτεί κι από ένας άνθρωπος.)

Πρόσθεση.

Εγώ συν εγώ ίσον εσύ.

6 Ιουν 2010

Αφαίρεση.

Μου είπε μια φίλη ότι πήγε τη γάτα της για στείρωση και ζήλεψα, λέω να πάω τα μάτια μου. Έτσι κι αλλιώς έχουν γεμίσει σκουπιδάκια, τόσα χρόνια που χρησιμοποιείς τις κόχες μου για κάδο σου (πετώντας μέσα την απούσια σου χαρτάκι χαρτάκι).


ΥΓ1
Δεν φοβάμαι την επέμβαση. Έχω συνηθίσει από τότε που πήγα να σε αφαιρέσουν. (Εξείχες από παντού.)

ΥΓ2
("Βρε μάτια μου όλον τον έχεις καταπιεί" μου είχαν πει, "παραλίγο να γίνεις άντρας".)

ΥΓ3
Ποτέ δεν βγήκες εντελώς.

ΥΓ4
Πριν λίγο σήκωσα "τα χαλιά" για καλοκαίρι και βρήκα από κάτω την ανάσα σου.

ΥΓ5
Ωστόσο πόσο ακόμα θα λερώνω τις λέξεις μου με τελείες;

ΥΓ6
Έβγαλα νύχια μέχρι και στα μάτια περιμένοντας.

Τόσο θέλω να σε ακουμπήσω.


...

25 Μαϊ 2010

Εσσ, ε μεσσ.

Πάνω που είχα ανεβάσει τα μάλλινα δάκρυα στο πατάρι, άρχισε πάλι να ψιχαλίζει τ' όνομά σου. Το μισό αλφάβητο πλημμυρίσαμε. (Έχει γεμίσει το υπόγειο με ωμέγα -θα πνιγούμε χωρίς άλφα.)

Με είδες κι εσύ στο όνειρό μου χτες;

Βάλε επιτέλους ένα ζακετάκι στον έρωτα σου είπα. Κάνει ρεύμα -δεν ακούς που φταρνίζεται;

Δεν σου έβγαινε ήχος (ίσως χρειάζεσαι επισκευή).

Θες να μου μείνεις; σου είπα. Έστω από τη μέση και πάνω. (Δεν χρειάζομαι τα πόδια σου.) Έτσι κι αλλιώς κι εγώ μισή είμαι. (Τα πόδια χωρίζουν τους ανθρώπους.)

Μετά άρχισα να τσακώνομαι με τη μοναξιά σου. Λουζόταν με μπετόν η χαζή. (Λέρωνε το πάτωμα.)

Δεν καταλαβαίνω, είπα.

Θες να γιατρέψεις τα δάχτυλά σου πάνω στο δέρμα μου;

(Ή πάλι θα τα φορτώσουμε σε καμμιά καρότσα ασθενοφόρου;)

Πάλι θα με αφήσεις αντί από το στόμα μου να αναπνέω από τα μάτια σου;

(Μόνο φωτογραφίες σου παίρνω σπίτι.)

Οι ανοργάνωτοι εμπρησμοί σου στο σώμα μου έχουν αρχίσει να λήγουν.

(Την πυρκαγιά δηλαδή εσύ εκεί στο υπόγειο δεν την βλέπεις που καίει συνέχεια; Θα φτάσει στον πρώτο όροφο και θα τη δουν όλοι στο τέλος. Δυο χρόνια έχεις να φωνάξεις την πυροσβεστική.)

Μόνο να διχάζεις τις τελείες μου ξέρεις -και να μ αφήνεις να ξυπνάω αγκαλιά με το σπασμένο σου ποδηλατάκι (λες κι αν ενηλικιωθούμε θα πεθάνουμε).

Δεν καταλαβαίνω. Αντί να έρθεις να με βγάλεις βόλτα, όλο πας και βάζεις γύψο στα χείλια σου και με αφήνεις να ιδρύω άδεια βάζα.

(Βέβαια, μη διανοηθείς να μου στείλεις με κούριερ μόνο την καρδιά σου, θα πάρω θάρρος και θα σου στείλω πίσω τα πάντα μου: καρδιές, μαλλιά, πόδια, βραχιόλια, κόκκαλα και πνευμόνια -μέχρι και ο τζον κήτς θ αναστηθεί έτσι που το πας.)

Θα το δεις να τελειώνουμε;

Όποιο σώμα κι αν δοκιμάσω εκτός από το δικό σου, μου πέφτει φαρδύ.


ΥΓ1
Μαζεύω το στρύφωμα της καρδιάς μου να την κοντύνω, μήπως ξαναπάρει σχήμα καρδούλας, κι αυτή αντί να μαζευτεί κοντεύει να με γεμίσει όλοκληρη από μέσα. (Έτσι όπως έχει εξαπλωθεί μακριά σου σε λίγο θα ξεμυτίσει καρδιά μέχρι κι από τα δάχτυλα των ποδιών.)

ΥΓ2
Αν δεν ανοίξεις το σώμα μου στα δύο να αφαιρέσεις το κενό θα αναγκαστώ να ζω στα τελευταία ράφια του ουρανού, χωρίς ίχνος φωτός.

ΥΓ3
Λες κι ο ουρανός έχει υπόγεια είναι.


Καλοκαίριασε επικίνδυνα πάλι: το Αιγαίο κρέμεται ήδη πάνω απ' τα κεφάλια μας. "Κοίτα τι ωραία που αιωρούνται τα ψάρια." Ετοιμάζω τα μαγιώ, βάζω σε λειτουργία την άμμο, πλέκω φυλαχτά -και για χάντρες κρεμάω τα μάτια σου. (Τα δικά μου τα έχω αφήσει στην τσέπη σου να τα ακουμπάς κάθε βράδυ στο κομοδίνο.) Καλοκαίριασε χαζέ. Περπατάς σαν ιησούς στο νερό μου, κι εγώ λέω το δι'ευχών και ρωτάω: πάλι δεν θα με πας διακοπές; (Πάλι μόνο ανακοπές;)

...

23 Απρ 2010

Μια μέρα στο μετρό.

Είναι σαν να μην παίρνω τα βιβλία τους μαζί μου στο βαγόνι, αλλά τους ίδιους.

(Ξέρω γω την Κική Δημουλά ας πούμε, ντυμένη με γκρι ταγιέρ.)

Σαν να ανοίγουν οι πόρτες για να μπω κι αυτή να είναι ήδη μέσα με το ταγιέρ της -να κάνει πατ πατ στη διπλανή της θέση και να λέει εδώ κάτσε, δίπλα μου.

Εγώ τότε κάθομαι και αρχίζω και της χαϊδεύω τα μαλλιά (κι αυτή τα δικά μου), ψαχουλεύω με τα δάχτυλα το στόμα της (κι αυτή τα αφτιά μου). Μου χαμογελάει. Υπάρχουν μέρες που με χαστουκίζει. (Δεν την ρωτάω ποτέ γιατί.)

Υπάρχουν μέρες που κάθομαι δίπλα της σιωπηλή. Είναι οι μέρες που αυτή μου μιλάει ασταμάτητα και με κοιτάει επίμονα σε όλη τη διαδρομή, αλλά που εγώ δεν γυρίζω ποτέ να την κοιτάξω για να μη δει ότι το πρόσωπό μου είναι πράσινο -άγουρο και γεμάτο ζήλεια.

Αυτές είναι οι μέρες που της δίνω πιο πολύ σημασία από ποτέ, γιατί αυτές τις μέρες σημαίνει ότι κάθε λέξη της έχει καταφέρει κι έχει ξεβιδώσει το κεφάλι μου από τη θέση του -και στη θέση του έχει βιδώσει ένα μπλέντερ. Το μπλέντερ δουλεύει στη γρήγορη ταχύτητα, τεμαχίζει και πολτοποιεί λέξεις, σκέψεις και εικόνες -και σκουντάει τα δικά μου μολύβια, όχι τα ξένα πια, να ξυπνάνε, να κλαίνε σιωπηλά πάνω από τα χαρτιά (κι όπως στάζουν να σπέρνουν γράμματα με τα τσουβάλια).

Συγγραφείς και ποιητές υπήρχαν από πριν γεννηθείς και αυτό σε εξοργίζει. Κάποιοι λίγοι ζουν ακόμη και κάποιοι όχι πια -αυτούς μάλιστα τους ζηλεύεις περισσότερο απ' όλους γιατί έχουν ήσυχο το κεφάλι τους.

Από αυτούς κάποιοι έχουν βάλει τις λέξεις για ύπνο τόσο μα τόσο όμορφα, τόσο όμορφα και σωστά, που εμείς οι πιο νέοι -που θέλουμε κι εμείς να γράψουμε αν μάθουμε να γράφουμε ποτέ- δεν μπορούμε να το χωνέψουμε. Ξυπνάμε κάθιδροι που κάποιοι ποιητές μπορεί και να μας περιμένουν στο βαγόνι ακόμη ζωντανοί. Κάθιδροι -και με το άγριο καθήκον να ξυπνάμε τις ξένες λέξεις από τα κρεββατάκια τους, να τους αλλάζουμε πλευρό, μπας και τις καταφέρουμε να πουν κάτι παλιό με νέα φωνή, να πουν ένα νέο παλιό νέο.

ΥΓ1
Είναι πολύ δύσκολο να διαβάσω κάτι ωραίο και να μην ταραχτώ. Νιώθω ότι πρέπει να απαντήσω. Σαν το κείμενο αντί να μου διηγείται κάτι να με ρωτάει τι θα γίνει παρακάτω. (Γιατί δεν καθιστούν παράνομους όσους γράφουν, σύγχρονους και παλιούς -γιατί δεν τους καταργούν να ησυχάσουμε; Κι εσένα μαζί.)

ΥΓ2
Μικρότερη παράταγα βιβλία στη μέση γιατί πίστευα ότι μόλις φτάσω φερειπείν κάπου στη μέση, στη σελίδα 167 ας πούμε, το κέιμενο θα σταματάει: οι σελίδες θα είναι κενές κι εγώ θα κληθώ να τις γεμίσω, να συνεχίσω παρακάτω την ιστορία δίνοντας ένα δικό μου παλίμψηστο τέλος -που για κάποιον άλλον (αντίστοιχα) θα αποτελέσει αφετηρία.

ΥΓ3
Πρόκειται για αφόρητη σκέψη. Σαν τη στιγμή που σου χαρίζεται ένα προϋπάρχον κείμενο ταυτόχρονα να διαδρά μαζί σου, να ρουφάει με το στόμα του, σαν ηλεκτρική σκούπα, όλες τις δικές σου λέξεις που χοροπηδάνε χρωματιστές κάτω από το μέτωπό σου, ψάχνοντας για οξυγόνο. Δεν αντέχεται.

ΥΓ4
Όταν έχεις μπροστά σου μια λευκή σελίδα τρέμεις στην ιδέα μήπως γράψεις κάτι που έχει ήδη γραφτεί πριν από σένα, ταυτόχρονα ξέρεις ότι δεν μπορείς να το αποφύγεις, γιατί ξέρεις ότι η γραφή είναι αυτό -μια σκυτάλη: ό,τι δίνεις παίρνεις κι ό,τι παίρνεις δίνεις.

ΥΓ5
Μπροστά στη λευκή σελίδα χρησιμοποιείς κι εσύ με τη σειρά σου την ηλεκτρική σου σκούπα και ρουφάς τη λευκότητά της σαν χαλί (κι από κάτω έχει σκόνη, πολύ σκόνη κάτω από το χαλί, ψίχουλα από γράμματα που κάποιος τα έχει σπάσει στη μέση σαν ψωμί, εκεί -για να τα βρεις εσύ και να τα ζυμώσεις εκ νέου).

ΥΓ6
Με ανακουφίζει να διαβάζω βιβλία που ζηλεύω στο μετρό γιατί το μετρό είναι κάτω από τη γη, εκεί που συνήθως θάβουμε παρά ζούμε.

ΥΓ7
Εκεί, πνίγω τα βιβλία με τα ίδια μου τα χέρια -και με πνίγουν κι αυτά ανενόχλητα, κάτω από τη γη είμαστε: οι πνιγμένοι εκεί δεν παραπονιούνται, γλεντάνε, περιμένοντας.

ΥΓ8
Μέσα στην τσάντα μου έχω πάντα και εφεδρικό βιβλίο, αν τυχόν τσακωθώ με αυτό που διαβάζω (αν μου βγάλει τα μάτια το πρώτο να μου τα ξαναφορέσει το εφεδρικό).

ΥΓ9
Επίσης, στην τσάντα μου έχω: μερικές δικές μου σημειώσεις γραμμένες πάντα σε μόλσκιν με μολυβάκι κλεμμένο από το ΙΚΕΑ, κόκκινα κραγιόν σε τουλάχιστον τρεις αποχρώσεις, στάνταρντ κάποιο διήγημά μου, ένα χαρτάκι που το έχω ψεκάσει με το άρωμά σου μια μέρα που μπήκα στον χόντο (δεν μυρίζει πια, αλλά η σκέψη ότι κάποτε μύριζε βοηθάει), το αϊποντ για να ακούω λεϊντι γκάγκα και να ισορροπώ (όταν διαβάζω για αμαρτίες και κρίνους), ένα μπουκαλάκι τζο μαλόουν γκρεϊπφρουτ, καμμιά ξεχασμένη απόδειξη από το βασιλόπουλο, ένα δικό σου κείμενο τυπωμένο να το διαβάζω και να προσποιούμαι ότι μου το απευθύνεις, και βέβαια τσίχλες κανέλα. Ό,τι έχουν όλοι έχω.

ΥΓ10
Βέβαια, τις προάλλες, πριν κανέναν μήνα, πηγαίνοντας προς το μετρό, είχα μια "παραίσθηση" που ίσως και να μη συνηθίζεται σε όλους όσους έχουν τσίχλες κανέλα.

ΥΓ11
Ανέβαιναν οι άνθρωποι στις κυλιόμενες σκάλες κι έτσι που τους έβλεπα, κουμπωμένους, ήταν σαν να είχαν κάτω από τις μασχάλες τους πολύ σφιχτά φυλακισμένες κάτι μεγάλες πινακίδες με γραμμένο κι από ένα "σ'αγαπώ" πάνω τους. (Νααα κάτι πινακίδες, σαν ταμπέλες πολυκαταστήματος -που όλο τις σφίγγανε, τις σφίγγανε, τις σφίγγανε, μην τυχόν και αναγκαστούν να μοιραστούν την πινακίδα τους με κάποιον έξω από τον εαυτό τους.)

ΥΓ12
Ήθελα να αρπάξω τις πινακίδες τους και να τους τις κοπανίσω στο κεφάλι. (Αμάν πια. Πονάει ναι -αλλά αγαπήστε, γιατί κάτω από τη γη δεν θα συμβεί, δεν είναι πρόβα το πάνω από τη γη.)

ΥΓ13
Μετα κατέβηκα τις σκάλες, βρήκα την Δημουλά και το ταγιέρ της στο βαγόνι, κι άρχισα να την κοπανάω αυτήν, με το εφεδρικό βιβλίο της ημέρας, να βγάζω το άχτι μου, να την κοπανάω που υπάρχει, κι αυτή και όλοι τους, και που διψάω, και που με κάνουν να θέλω να μοιράζομαι την ταμπέλα μου κάτω από τη μασχάλη μου (και ίσα που να νιάζονται οι περαστικοί), και να ποθώ όσα πια κανείς δεν ποθεί, και που όλα είναι γραμμένα (ή γράφονται από άλλους) και που δεν μ αφήνουν όλοι τους ήσυχη να κατεβαίνω στο μετρό, κάτω από τη γη, χωρίς βιβλία.


ΥΓ14
Μέρες μέρες μου έρχεται να ανοίξω από μια τρύπα στην κάθε μου παλάμη να στάξουν τα γράμματα να αποστραγγιστούν να ησυχάσουμε από αυτό το ποτήρι.



.

18 Απρ 2010

Μέσα στο δάσος περιπατώ όταν ο λύκος είν' εδώ.

Λίγο να κάνω πως δεν βλέπω και τα Επείγοντα τυλίγονται στο λαιμό μου σαν κασκόλ από μπετόν.

Η πόρτα τού υπνοδωματίου μου αποκτά νούμερο (το 602 μου ανακοινώνουν τυπικά) και σε λίγο θα γίνει Εισαγωγή.

(Άνθρωποι με λευκές στολές θα στριμώξουν τον εαυτό μου σε σωληνάκια, εξετάζοντας το κατά πόσο θα με κάνουν να νιώσω λίαν καλώς με τα πτυχία τους.)

Στη διαδρομή, ξαπλωμένη στο φορείο -και διαγώνια από το 602, το μάτι μου πιάνει μια κλειστή πόρτα με αναρτημένο ένα πινακάκι που γράφει Βοηθητικό Οφφίς, κι ακριβώς από κάτω Απαγορεύεται η Είσοδος. ("Μα αν απαγορεύεται να μπαίνεις στο οφφίς πώς θα σε βοηθήσει;" σκέφτομαι.)

Αν δεν ξέρεις το οφφίς, κάτι σαν προθάλαμο φαντάσου το, σα μικρό βοηθητικό χωλάκι, που σε οδηγεί σε κάποιον άλλον χώρο -ή που χρησιμεύει για ν' αποθηκεύει η Ζαμπέτα τις σκούπες (αν ζεις το '50).

Παρεπιμπτόντως δεν έμαθα πότε τι υπήρχε πίσω από την πόρτα τού οφφίς (ή αν η παρήχηση με τον όφι ήταν σημασίας.)

Το προσπερνάμε -και φτάνουμε στο Δωμάτιο 602, το οποίο δεν έχει κανένα πινακάκι με τη λέξη Βοηθητικό, και η Είσοδος Επιτρέπεται ελεύθερα. ("Μα αν επιτρέπεται να μπαίνεις σε δωμάτιο που δεν γράφει βοηθητικό πώς θα με βοηθήσει;", σκέφτομαι.)

Η περίπτωση στο δωμάτιο 602 να βρίσκονται αποθηκευμένες σκούπες είναι μάλλον απίθανη, παρότι θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να σφουγγαρίσει το σώμα μου η Δέσποινα Στυλιανοπούλου (στο ρόλο της Ζαμπέτας).

Ξαπλώνω. (Η κουρτίνα είναι γαλάζια και εκνευρίζομαι. Στον τοίχο έχει μια μεταξοτυπία του Μιρό!;)

Σχεδόν αμέσως έρχεται από πάνω μου ένας συμπαθητικός γιατρός που μου ανακοινώνει την εκτίμηση της κατάστασης μετά τις πρώτες εξετάσεις. Όση ώρα μιλάει εγώ είμαι βέβαιη ότι κάνει ακόμη το αγροτικό του. (Άλλη εξήγηση για την καρδιά περιβόλι δεν έχω.)

Καταβάλω προσπάθεια να μην ακούσω λέξη από όσα μου λέει -από φόβο μην ακούσω όσα φοβάμαι.

Είμαι σχεδόν βέβαιη ότι από στιγμή σε στιγμή θα μου ανακοινώσει ότι καμμία τιμή σε όλες εκείνες τις αμέτρητες σελίδες εξετάσεων δεν είναι εντός των φυσιολογικών ορίων.

Πως όλες ανεξαιρέτως οι τιμές αντί να είναι σε νούμερα είναι σε γράμματα που σχηματίζουν το όνομά σου.

ΥΓ1
Φοβάμαι πως το άκουσα καθαρά, η ακτινογραφία θώρακος έδειξε τη φωτογραφία σου.

ΥΓ2
Το δεύτερο απόγευμα, αρκετά εξαντλημένη πια, σε είδα με τα μάτια μου να κολυμπάς στον ορό μου, να γίνεσαι σταγόνα σταγόνα ο εαυτός μου, όλα τα υγρά, τα μέταλλα, οι ηλεκτρολύτες -οι καταλύτες μου ας τους πούμε.

ΥΓ3
Λογικό που βγήκα με τόση αναιμία.

ΥΓ4
(Με αραιώνεις.)

ΥΓ5
Προς το τέλος την νοσηλείας, σκέφτηκα ότι μια μετάγγιση θα μου έκανε καλό και ζητήσα ορό με μελάνι -εννοείται ρέζους θετικό. (Υπήρχε, ναι. Αν κοιτάξεις καλά στα δεξιά του αριστερού μου καρπού θα δεις ξεκάθαρα τη μελανιά ενθύμιο.)

ΥΓ6
Γυρνώντας σπίτι με νέο μελάνι ήμουν πια βέβαιη ότι δεν θα ξαναγράψω τίποτα για σένα. Πως όλα τα γράμματα που κολυμπάνε σκόρπια στα δάχτυλά μου (πριν στάξουν πάνω στο πληκτρολόγιο) δεν θα ξαναστηθούν ποτέ στη σειρά για χάρη σου.

ΥΓ7
Η θεραπεία απέτυχε.

ΥΓ8
Φρόντισα πάντως να ζητήσω να πάρω μαζί μου κάτι μικρές φαρμακευτικές αμπουλίτσες με λέξεις σε αέρια μορφή (με άρωμα νερατζιάς νομίζω είπαν). Αυτές λέει μεγάλη ιατρική ανακάλυψη, τις σπας πάνω από ένα χαρτί κι αυτό εμποτίζεται από μόνο του, έτσι, χωρίς κόπο, χωρίς καμμιά δεύτερη ή πρώτη δική σου σκέψη, με λέξεις απαλές, αόρατες, ακίνδυνες, έτοιμες να τα λένε όλα με άρωμα νερατζιάς.

Λένε μερικοί επιστήμονες πως υπάρχουν μόνο δύο συναισθήματα -ο φόβος και η αγάπη. Ίσως γι' αυτό φοβάμαι που σε αγαπώ. Ίσως γι' αυτό δεν ανοίγω τα χέρια μου να δεις πόσες αγκαλιές γράμματα σου έχω φυλαγμένα. (Από φόβο μην πέσουν στο πάτωμα τα "αα" της αγάπης μου -και ο θόρυβος ξυπνήσει τον λύκο.)

9 Απρ 2010

Επιστημονική ανάλυσις του αδιεξόδου των ανθρωπίνων σχέσεων σήμερον.

Μια ωραία μέρα η μπάρμπι ραπουνζέλ κι ο κεν βγαίνουν μια βόλτα χεράκι-χεράκι για να υποδηλώσουν ότι έχουν επιτέλους αρραβωνιασθεί κάτω από τη μέση και ότι στο εγγύς μέλλον θα ενυμφευόνταστον. Εκεί που περπατούν, λέει η μπάρμπι τι ωραία που είναι εδώ, κοίτα τι όμορφες οι παπίτσες στη λίμνη κεν. Ο κεν την πετάει με ορμή κάτω -ποιες παπίτσες μωρή για γκεϋ με πέρασες; εγώ είμαι άντρακλας- κι εκεί που είναι έτοιμος να της ολοκληρώσει έναν κουκλίστικο προγαμιαίο πήδο πίσω από μία βάτο καθόλου αγία, ανακαλύπτει ότι η γνωστή παιχνιδοποιία δεν τον έχει προικίσει με αντρικόν μόριον.

Από τότε η ιστορία επαναλαμβάνεται κύριοι, οι γυναίκες έχουν κουρδιστεί βλακωδώς να ευνουχίζουν τους άντρες, οι άντρες επιμένουν βλακωδώς να το καταλαβαίνουν τελευταίοι κι εμείς οι σχεδόν πουριτανοί, οι πονεμένοι ρομαντικοί (γελάτε και ταράζομαι) περιμένουμε το "η αγάπη κερδίζει πάντα στο τέλος". Είμαι αισιόδοξη. (Μη γελάτε δυνατά μόνο να παρακαλέσω. Ευχαριστώ.)

ΥΓ1
Ένας κόκκορας κυνηγάει μια κότα με ανήθικους σκοπούς. Κι εκείνη σκέφτεται: «Αν σταματήσω να τρέχω, θα με πει πόρνη. Αν συνεχίσω να τρέχω, θα χάσω το σεξ. Το βρήκα. Θα σκοντάψω.»

ΥΓ2
Και μετά αναρωτιόμαστε για το ποιος φταίει για το πτηνό σεξ.

ΥΓ3
Δεν υπάρχει πιο αθώο πλάσμα από τον άντρα, κύριοι.

ΥΓ4
(Αν είστε φεμινίστρια φτιάξτε μου μια μηλόπιτα και αχνίστε τη με ποντικοφάρμακο.)

Χίλια ευχαριστώ και πάλι.

5 Απρ 2010

Ανακεφαλαίωση.

Έχω μια φλόγα
που πυκνώνει
κάθε φορά που περνάς επίσκεψη
από το στόμα μου

Έχω την εικόνα σου
Καθώς κρεμάς τις κόκκινες κούρτινες σου
στο σαλονάκι του στήθους μου
“μη μας δουν οι απέναντι”
και μετά περνάς απέναντι από μέσα μου

Έχω μια φλόγα
Που πασχίζει
να εξατμίσει τον ιδρώτα
που φυτρώνει στις παλάμες μου
–να μην τον δεις και προδοθώ

Έχω ένα μυαλό
στ' αριστερά χαλασμένο,
σαν το δικό σου

(Μια μελαγχολία
Που δουλεύει ρολόι)

Μια σκέψη πως κουράζω τους ανθρώπους

Έχω τις λέξεις σου
για λεξικό

Έχω τις λέξεις σου
για να στολίζω τα μάτια μου

Έχω έναν φόβο
που τον κρατάω νηστικό
κι αυτός με τρώει στα κρυφά:

(Έναν φόβο
πως ούτε θα έρθεις
ούτε θα φύγεις)

Έχω μια υποψία
πως δεν πέρασες ποτέ από κάτω
να δεις αν έχω φως
ή να μου σπάσεις με νεράτζια τα τζάμια

Έχω μια ανησυχία
Πως θα μείνουμε για πάντα
Μόνοι
Μαζί

Μια ανησυχία
πως σύντομα θα ξηλωθείς τόσο
που θα ξυπνήσω το πρωί
θα κοιταχτώ στον καθρέφτη
κι αντί για εσένα θα δω εμένα.-


ΥΓ
Νομίζεις πως φοβάσαι το σκοτάδι μόνο στο υπνοδωμάτιο, το βράδυ, όταν κλείνεις το φως και τα μάτια σου βλέπουν κάτι κόκκινα κυκλάκια και σκεπάζεσαι να φύγουν. (Πως φοβάσαι μην ίσως κάτι είναι εκεί, αόρατο, που σε κοιτάει σε απόσταση αναπνοής ενώ εσύ δεν μπορείς να το δεις.) Αλλά δεν είναι το σκοτάδι. Στον ήλιο μπορείς να το δεις καθαρά -και είναι χίλιες φορές πιο φοβιστικό (να βλέπεις με βεβαιότητα ότι δεν σε κοιτάει κανείς).

3 Απρ 2010

Μικυμάου.

Φορούσα κοκκαλάκια με μαργαρίτες τότε.

(Είχαν και μια μελισσούλα πάνω.)

Πηγαίναμε στο πατρικό της μαμάς μου, κολυμπούσα με ροζ μπρατσάκια, τρώγαμε γεμιστά (εγώ μόνο τις ντομάτες), -και μετά με βάζανε να προσποιηθώ ότι κοιμάμαι για μεσημέρι.

Δεν υπήρχε τίποτα πιο ακατανόητο από το γιατί έπρεπε να κάνω διάφορα τέτοια μεγαλίστικα –όπως να κοιμάμαι το μεσημέρι ή να ξεπλένω τα αλάτια μετά το μπάνιο. (Και τα γεμιστά αλάτια είχαν, δεν τα ξεπλέναμε.)

Τι μεγαλίστικα δηλαδή; Εδώ που τα λέμε ούτε να μετράω μέχρι το πέντε δεν ήξερα καλά-καλά (ώστε να υποκριθώ τη μεγάλη πειστικά).

Ωστόσο έκλεινα τα μάτια μου φιλότιμα -και μετρούσα ώς το “εκατό” αργά-αργά, μέχρι να βεβαιωθώ ότι θα κοιμόντουσαν όλοι.

Δεν ήξερα τι είναι οι αριθμοί –το “εκατό” νόμιζα ότι είναι ένα μεγάλο κτήριο κοντά στο λιμάνι και ότι το “μέτρημα” είχε να κάνει με μέτρα, που τα λογάριαζες με λέξεις, μέχρι να καλύψεις την απόσταση από το υπνοδωμάτιό μου (που ήταν το “ένα“ μου) ώς το “εκατό” (που ήταν το κτήριο στο λιμάνι.)

“Μετρούσα” αργά και απλοϊκά:

Αντί για ένα, δυό, τρία, έλεγα υπνοδωμάτιο, καρέκλα, βιβλιοθήκη, τοίχος, παναγίτσα, πόρτα, διάδρομος, λάμπα, πάτωμα, χωλ, σκάλα, έξοδος, πεζοδρόμιο, αυτοκίνητο, γωνία, φαρμακείο, πλατεία, ζαχαροπλαστείο. Και λοιπά. Καταλαβαίνετε.

Τις μέρες με πολλή ζέστη μέτραγα και τα τζιτζίκια. (Υπνοδωμάτιο, τζιτζίκι, καρέκλα, τζιτζίκι, βιβλιοθήκη, τζιζτίκι και λοιπά.)

Που και που έβαζα στο μέτρημα και μια αδέσποτη γάτα.

Μια φορά, αντί για ζαχαροπλαστείο (που ήταν περίπου στη μέση της διαδρομής, δηλαδή το 50 σε αριθμό) είπα “νουγκατίνα” -που ήταν η αγαπημένη μου λέξη (και πάστα) και ένιωσα σαν να έκανα σκανταλιά.

Μετά το “εκατό” άνοιγα τα μάτια μου, κι αφού έβλεπα ανακουφισμένη το ροχαλητό του παππού να σκαρφαλώνει πανωκάτω τον τοίχο, κοιτούσα το ταβάνι, και, επιτέλους ελεύθερη, σκεφτόμουν πράγματα για μικρούς.

Άλλοτε έλεγα ότι το ταβάνι είναι πάτωμα (και έπιανα με τα μάτια μου τις σαγιονάρες μου και τις τακτοποιούσα ανάποδα κολλητά στον πολυέλαιο), ή προσποιούμην ότι είχα κάτι τεράστιες ξυλομπογιές δυο μέτρα ύψος και ζωγράφιζα στο ταβάνι διάφορα ζωάκια –σχεδόν κατά κανόνα έναν βάτραχο (με ουρά γάτας).

Άλλοτε πάλι "πέρναγα" το λευκό του ταβανιού για σύννεφο (μάλιστα τόσο πραγματικό σύννεφο που μια φορά άρχιζε να ψιχαλίζει στα ψεύτικα).

Στα δεξιά το ταβάνι είχε μια γραμμή σαν ρωγμή, που την είχα ονομάσει κυρία πόπη (γιατί ήταν λεπτή και μακριά σαν την κυρία πόπη που είχε το φούρνο κοντά στο φαρμακείο του παππού μου).

Κάποιες φορές πάντως βαριόμουν τους αυτοσχεδιασμούς με το ταβάνι και απλώς “διάβαζα” τα μικυμάου του αδερφού μου του άρη.

Μικυμάου λέγονταν τότε τα κόμικ όχι μόνο με τον μίκυ –αλλά και με τον ποπαϋ φερειπείν. Αυτά βεβαίως τα “διάβαζα” τρόπος του λέγειν, γιατί δεν ήξερα να διαβάζω, μόνο έλεγα ψέματα από μέσα μου ότι ξέρω. Στην πράξη απλώς κοιτούσα τις εικόνες, παράδειγμα τον ήτα βήτα, κι από πάνω εγώ κότσαρα κάποιο παραμύθι που ήξερα απ’έξω πια, παράδειγμα την κοκκινοσκουφίτσα. Mε την κοκκινοσκουφίτσα, ένα καλοκαίρι είχα μετρήσει ότι είχα ντουμπλάρει μικυμάου τουλάχιστον μέχρι τη νουγκατίνα (καμμιά 50αριά). Και βέβαια τις ασπρόμαυρες σελίδες τις πήδαγα.

Μετά η παιδική μου βροχή φούσκωσε και χύθηκε σαν ελληνικός καφές που τον ψήνει γιαγιά με πάρκινσον.

ΥΓ1
Ένα μεσημέρι που ο μεσημεριανός ύπνος (των άλλων) είχε φτάσει ώς τη μέση, ακούστηκε ένας θόρυβος –γομολάστιχας ας πούμε. (Κάτι σαν συνεχόμενο “σκουίκυ, σκουίκυ”.) Τη μέρα εκείνη δεν ξέρω τι τρύπωσε στο σπίτι της γιαγιάς, αλλά ό,τι κι αν ήταν, ακόμη κι αν εγώ το κατασκεύασα, έσβυσε με επιμέλεια όλα τα λουλουδάκια από τα μωσαϊκά, το μαγιό μου με τα πουά, τα κοκκαλάκια με τις μελισσούλες, τα γεμιστά, τα μικυμάου, την κυρία πόπη από το ταβάνι και στο τέλος τον παππού μαζί με το ροχαλητό του.

ΥΓ2
Από τότε φοβάμαι πως δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν περισσότερο ζω ή περισσότερω παρατηρώ. Δεν είμαι σε θέση να πω τι είναι αυτό που θυμάμαι ζωηρότερα –τα πράγματα που ζω, ή τα πράγματα που κατασκευάζω.

ΥΓ3
Φοβάμαι μάλιστα ότι μια μέρα θα γίνει κάτι πιο ακατανόητο κι από το μεσημεριανό ύπνο.

ΥΓ4
Θα θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια ή μόνο πράγματα που ποτέ δεν έγιναν ή μόνο πράγματα που ποτέ δεν θα γίνουν.

20 Μαρ 2010

Η Δεσποινίς Πολυκαλά.

Η Δεσποινίς Πολυκαλά απαντάει πάντα "πολύ καλά ευχαριστώ", αλλά της λείπει το γονίδιο του χαμόγελου κι αντί να δουν οι άλλοι τα δόντια της βλέπουν μια μουντή λάμψη να παίζει σκοινάκι στις βλεφαρίδες της. Εκτός από το γονίδιο του χαμόγελου της λείπουν με αλφαβητική σειρά και το "αααα" με το "ωωωωω". (Και κάπου ανάμεσα η σημαντικότερη λέξη από έψιλον, δηλαδή "εσύ".)

ΥΓ1
Η Δεσποινίς Πολυκαλά συνέταξε μια μέρα δυο αγγελίες, στη μία έγραψε ζητείται δεξιά πλευρά κρεββατιού και στην άλλη έγραψε χαρίζεται ή ανταλάσσεται δεξιά πλευρά κρεββατιού για να είναι πιο σίγουρη.

ΥΓ2
Η Δεσποινίς Πολυκαλά κοιμάται πάντα στην αριστερή πλευρά του κρεββατιού και κάποιες λίγες φορές κοιμάται κατά λάθος στον καναπέ.

ΥΓ3
(Ή καθόλου.)

ΥΓ4
Για να ζήσει, η Δεσποινίς Πολυκαλά πουλάει στους περαστικούς τα τριαντάφυλλα που φυτρώνουν στα χείλη της κάθε φορά που σε σκέφτεται μακριά.

ΥΓ5
(Εύχεται σύντομα να μπορέσει να αλλάξει επάγγελμα.)

ΥΓ6
Η Δεσποινίς Πολυκαλά εύχεται να ήταν ολόκληρη από πλαστελίνη γιατί κάπου διάβασε ότι αν κόψεις την πλαστελίνη κομματάκια δεν πονάει καθόλου και αν την ενώσεις κολλάει πάλι γρήγορα.

ΥΓ7
Αν ήταν από πλαστελίνη θα μπορούσε να φτιάξει κι εσένα από πλαστελίνη και να σε κολλήσει επιτέλους πάνω της.

ΥΓ8
(Μεταξύ άλλων θα έφτιαχνε από πλαστελίνη και τη λέξη ΝΑΙ -και θα την ανάγκαζε κάθε τόσο να ξεπροβάλλει από το στόμα σου και να παντρεύεται τα μαλλιά της.)

ΥΓ9
Για την ιστορία, μια φορά κάποιος αποκάλεσε εκ παραδρομής τη Δεσποινίς Πολυκαλά Κυρία Πολυκακά, κι αυτή έγινε έξαλλη και τον διόρθωσε επίτηδες λέγοντάς του "ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΠΟΛΥΚΑΛΑ, κύριε Σκατογιαννίδη μου" -ενώ τον λέγανε Παπαγιαννίδη.

ΥΓ10
Η Δεσποινίς Πολυκαλά αν ποτέ γίνει Κυρία Πολυκακά δεν έχει ιδέα πως θα καταφέρει να απαντάει "πολύ κακά ευχαριστώ" γιατί ακόμη κι αν φωνάξει με όλη της τη δύναμη τη λέξη "κακά" δεν βγαίνει κανένας ήχος.

ΥΓ11
Μια άλλη φορά η Δεσποινίς Πολυκαλά ήθελε να αποδείξει σε όλους πόσο Πολυκαλά ήταν και πήγε να δώσει εξετάσεις πολυκαλοσύνης αλλά παρότι γέμισε όλη την κόλα επιμελώς τής είπαν κοπήκατε γιατί σε αυτές τις εξετάσεις άριστα παίρνει μόνο η λευκή κόλα.


(Η Δεσποινίς Πολυκαλά είναι πεπεισμένη ότι η καρδιά της ΕΙΝΑΙ από πλαστελίνη γιατί αλλιώς δεν εξηγείται επιστημονικώς πως γίνεται η καρδιά της να έχει χάσει το σχήμα καρδούλας.)

15 Φεβ 2010

Χάππυ Ριμπέρθντεϊ.

Ίσα που έχω γεννηθεί. (“Κορίτσι” λέει ένας που λίγο βαριέται.)

“Περπάτα!” φωνάζει αυτός με την άσπρη μπλούζα, ο ασπρομάλλης.

“ΠΕΡΠΑΤΑ” ουρλιάζει μια χοντρή μαία με καλσόν φιμέ.

Δυο συνεργοί τους έρχονται και αρπάζουν τρυφερά τα πόδια μου και τα τραβάνε (“με αγάπη” λένε) μέχρι που το ένα ξεκολλάει αλλά δεν τρέχει τίποτα γιατί το ράβουν.

Τελικά στέκομαι. (Κοιτιούνται θριαμβευτικά. Χωρίς αυτούς θα μου έπαιρνε μπορεί και δυο χρόνια να κάνω το πρώτο μου βήμα. Θαύμα.)

“Μίλα” προστάζει τότε ο ασπρομάλλης.

“ΜΙΛΑ” αντηχεί τραγουδιστά η μαία φορώντας τώρα το καλσόν σαν τους ληστές (“θα θέλουν να με κλέψουν” σκέφτομαι).

Οι συνεργοί χώνουν τα χέρια τους στο στόμα μου ψαχουλέυοντας τις φωνητικές μου χορδές να δουν αν είναι σωστά εγκατεστημένο το “α”.

(Είναι.)

Λέω: “αααα”.

(“Το παιδί μίλησε” λέει βαθιά συγκινημένη η μαία με το καλσόν στο κεφάλι -ενώ ο ασπρομάλλης εκστασιασμένος τη φιλάει σταυρωτά ανάμεσα στα πόδια.)

(“Με κλέβουν” φωνάζω εγώ, “μην κάνεις σαν μωρό” μου απαντούν, “βοήθεια” λέω, “ΒΟΗΘΕΙΑ” ξελαρυγγιάζεται η μαία κοροιδευτικά -και ξεκαρδίζεται-, ενώ οι συνεργοί μπήγουν τούφες από μακριά μαλλιά στους πόρους του κεφαλιού μου και επαναλαμβάνουν “μην κάνεις σαν μωρό”.)

Μετά με δένουν με σκοινιά σε μια καρέκλα -ξαπλωμένη με ανοιχτά τα πόδια- κι αρχίζουν και με παραγεμίζουν πακεταρισμένα πράγματα σαν κοτόπουλο. “Γέλα”, “γέλα”, “γέλα αχάριστη” λένε. “Είναι τα δώρα σου”. Αποφεύγω να διαμαρτυρηθώ μη με πούνε πάλι αχάριστη και στεναχωρηθεί κανείς και ψελίζω “ευχαριστώ”, “ευχαριστώ”, “δεν είμαι πολύ χαρισμένη;” -μέχρι που με πιάνει πανικός στη θέα τού τελευταίου πακέτου (που επειδή είναι πολύ ογκώδες το ξεπακετάρουν). Τα χάνω με το θέαμα. Δεν ξέρω τι να κάνω. (“Παναγίτσα μου κάνε”, με συμβουλεύει ψιθυριστά μια βοηθός με ροζ πουκάμισο και μάγουλα -και επειδή δεν ξέρω πως το κάνουν το παναγίτσαμου πιάνει το δεξί μου χέρι και το φέρνει πανωκάτω και περαδώθε.)

“Μην πανικοβάλεσαι δα”. “Θα χωρέσει” μου λέει η μαία στοργικά και μου βάζει κόκκινο κραγιόν για παρηγοριά.

“Μα πώς;” αναρωτιέμαι με τρόμο. “Αυτή είναι μεγαλύτερη από μένα, πώς θα μπει κάτι μεγαλύτερο μέσα σε κάτι μικρότερο;”

Λέει: “Η ζωή κάνει κύκλους, δεν θα μας πεις εσύ τη δουλειά μας”. (Και μου σκάει μια μπάτσα.)

Λέει: “Πάντα μπαίνει κάτι μεγαλύτερο σε κάτι μικρότερο”. “Τι την πέρασες τη ζωή; Χωρίς πόνο;” (Και μου σκάει ένα φιλί.)

Η συνεργοί αρχίζουν και με παραγεμίζουν με μια ενήλικη γυναίκα.

Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια είναι, η ζωή κάνει κύκλους, δεν θα τους πω εγώ τη δουλειά τους. (Πρώτα μπαίνουν τα πόδια. Προφανώς τελευταίο πρέπει να μπει το κεφάλι.) Ο ασπρομάλλης πασπατεύει τη μαία και μου λέει: “Κάνε αααα”. Κάνω “ωωωω”. (Αυτή κάνει “αααα” -σ’ αυτήν το έλεγε.)

Δεν την αρθρώνω αλλά σκέφτομαι τον ήχο της λέξης “ξεχύλωσα” και μου κλείνω το ένα μάτι να μη στάξει αλμυρό νερό (και από την προσπάθεια μου μένει τικ).

Στο μεταξύ, ένας πλανώδιος ζωγράφος με ακουμπάει τόπους τόπους με ένα πινελάκι. “Μπίουτυ μαρκς” δικαιολογείται -και μου κλείνει κι αυτός το μάτι (έχει κι αυτός το ίδιο τικ.)

Η διαδικασία μοιάζει να ολοκληρώνεται. Οι συνεργοί συζητάνε, σχεδόν μαλώνουνε, για το πώς θα με ντύσουν.

“Σούπερμαν” λέει ο ένας.

“Μπαλαρίνα” αντιδρά ο άλλος.

“Σούπερμαν”.

“Μπαλαρίνα”.

“ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ”.

“ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ”.


Αρπάζω τα δυο κουστούμια μόνη μου και ντύνομαι σούπερμαν-μπαλαρίνα μη μείνει κανείς παραπονεμένος.

(Κάνω το χαζό λάθος όμως, γιατί είμαι ακόμη μωρό, και αντι να συνδυάσω σωστά τις στολές -παράδειγμα να βάλω την τουτού της μπαλαρίνας πάνω από το καλσόν του σούπερμαν και τη μπέρτα κάτω από το κορμάκι- τη μπαλαρίνα τη στουμπώνω μεμιάς από κάτω σαν μεσοφόρι και το σούπερμαν από πάνω. Πλήρης μεταμφίεση.)


“Ηλίθια”, ωρύεται η μαία, “τι πήγες και έκανες;”, οδύρεται -και αρχίζει και σκίζει με τα ίδια της τα χέρια και βγάζει τη στολή της για να μου δείξει ότι στην πραγματικότητα από κάτω είναι και πάλι ντυμένη μαία. “Βλέπεις;”. “Έτσι πάει”, “δεν έπρεπε να διαλέξεις”.

Το ξεκαθαρίζει: “Ή το ένα ή το άλλο έπρεπε, τώρα θα μπερδεύονται οι αθρώποι.”

Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω. (Από κάπου έξω ακούγονται κάτι εμψυχωτικές φωνές: “Σπρώξε”. “Κουράγιο”. “Θα τα καταφέρεις”.)

Μαζεύονται όλοι μαζί γύρω μου, ανοίγουν μια μεγάλη καταπακτή και μου ρίχνουν μια ομαδική κλωτσιά. (Απέξω ίσα που προλαβαίνω να δω δυο τρία πράγματα –φως, κάτι τρίχες δεξιά-αριστερά, ένα ζευγάρι διάπλατα πόδια μάλλον γυναικεία, και κάτι ανθρώπους παρόμοιους με τους μέσα αλλά ντυμένους με στολές σε πράσινο να με κοιτάνε.)

“Κορίτσι……..” λέει μια χοντρή μαία έντρομη.

“…ε…εεε…ενήλικο”, προσθέτει και κάνει το παναγίτσα μου.

Τη φράση “και ντυμένο σούπερμαν” δεν θυμάμαι ποιος την ξεστόμισε πρώτος, αλλά όλοι τρίψαν τα χέρια τους από ανακούφιση και πιστεύω από αγάπη.

Έκτοτε είμαι πολύ απασχολημένη όλη μέρα να πετάω στα σύννεφα και να μην πονάω ποτέ και για τίποτα και να κάνω σωστά τη δουλειά μου να σώζω τους πάντες και να φροντίζω να μην τους δείχνω ποτέ από κάτω την κρυμμένη ροζ φούστα τουτού μη τυχόν και στεναχωρεθούν είτε για αυτήν την αναπηρία μου είτε για το τικ στο μάτι.

Το Κατερίνα Έσλιν γράφεται Κατερίνα Έσσλιν.

ΤΙΜΩΡΙΑ

Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.

Άρα για εμπέδωση, λέμε Κατερίνα Έσσλιν κι όχι Κατερίνα Έσλιν.

Για να γίνει πιο σαφές, επαναλαμβάνουμε την τιμωρία ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε παραλλαγές.

Το Κατερίνα Έσσλιν δεν γράφεται Κατερίνα Έσλιν γιατί είναι λάθος το σωστό είναι Έσσλιν ενώ το Έσλιν είναι λάθος, αφού το σωστό είναι με τέσσερα σσ κι όχι με ένα σ που είναι λάθος. Είναι σαφές νομίζω. Γράφεται με δύο σσ δηλαδή Έσσλιν κι επειδή συχνά γράφεται Έσσλιν Έσσλιν γράφεται τελικά με τέσσερα σσσσ. Άλλωστε και το τέσσερα γράφεται με δύο σσ. Πόσο ποιο σαφές. Όπως και το πιο γράφεται πιο και όχι ποιο που το έγραψα επίτηδες ανορθόγραφα για να δω αν προσέχετε.

Επανάληψη.

Το Κατερίνα Έσσλιν δεν το ξαναγράφουμε ποτέ Κατερίνα Έσλιν γιατί πληγώνομαι.

Έσσλιν. Όχι Έσλιν.
Έσσλιν. Αντί Έσλιν.

Συνεννοηθήκαμε, είμαι βέβαιη.

Να μην ξεχάσω να πω ότι και όλες οι διάφορες άλλες ορθογραφίες που έχω δει τα τελευταία τριακόσια πενήντα χρόνια ζωής μου είναι λάθος, ήτοι μόνο το Έσσλιν είναι σωστό και αυτά εδώ είναι λάθος: Άισλην, Άισλλιν, Έσλην, Έζλη, Έζλιν, Έσθλη (ένα ντελιβεράδικο-σαντουιτσάδικο στη bold το έγραφε πάντα έτσι πάνω στο χαρτάκι παραγγελίας όταν το έφερνε, Έσθλη, και παρεμπιπτόντως το σάντουιτς είχε μέσα φιλαδέλφια, μαρούλι και σολομό. Το φιλαδέλφια μήπως γράφεται φιλαδέλφεια; Ο σολομός σολωμός; Ουφ πια! Το παρεμπιπτόντως; Παρεμπιμπτόντως; Ο Γιάννης Γιάνης;) ΟΛΑ ΛΑΘΟΣ ΠΙΑ.

Όχι αλήθεια αν θέλετε να γράφετε λάθος το Έσσλιν και να το γράφεται Έσλιν γιατί δεν γράφετε και το Γιάννης Γιάνης; Και δεν λέω. Ξέρω την εξήγηση της και καλά απλοποίησης από το Esslin που στη μεταγραφή στα ελληνικά μπλα μπλα. ΑΛΛΑ ΕΤΣΙ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΩΡΑ;;; Προσπαθήστε να ξεπεράσετε, με ασκήσεις αναπνοής το γεγονός ότι θέλω το όνομά μου να γράφεται σωστά και ναι διαβάζω ψυχολογία και ξέρω ότι αυτή η εμμονή μου μαρτυρά ότι μάλλον ότι είμαι σχιζοειδής. Συγνώμη αν σας στεναχωρώ που θέλω να γράφω σωστά το όνομά μου.

Ευχαριστώ.

ΥΓ1
Έσσλιν, και όχι Έσλιν.

ΥΓ2
Όχι Έσλιν. Είναι λάθος. Έσσλιν.

ΥΓ3
Ευχαριστώ και πάλι.


ΥΓ4
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.
Το Έσλιν γράφεται Έσσλιν.

ΥΓ5
Το Κατερίνα Έσσλιν δεν το ξαναγράφουμε ποτέ Κατερίνα Έσλιν γιατί πληγώνομαι.
Το Κατερίνα Έσσλιν δεν το ξαναγράφουμε ποτέ Κατερίνα Έσλιν γιατί πληγώνομαι.
Το Κατερίνα Έσσλιν δεν το ξαναγράφουμε ποτέ Κατερίνα Έσλιν γιατί πληγώνομαι.
Το Κατερίνα Έσσλιν δεν το ξαναγράφουμε ποτέ Κατερίνα Έσλιν γιατί πληγώνομαι.

ΥΓ6
Με δύο σσ.

ΥΓ7
σσσσσσσσσσσσ........





....










...




Ο ΜΙΣΟΣ ΒΕΣΠΑ, Κατερίνα Έσλιν, εκδ. Απόπειρα
19 μυθιστορήματα του «ενός λεπτού» για απλά καθημερινά πράγματα, όπως ψάρια που φυτρώνουν σε δέντρα, οικογενειακά δράματα, νυφικά που αλλάζουν χρώμα. Για τη συγγραφέα, θα μπορούσαν άνετα να κάθονται σε ένα παγκάκι και να κοιτούν σουρεαλισμό και αλήθεια να περπατούν χεράκι-χεράκι…

9 Ιαν 2010

Μπλουτούθ.

Είπε ο διδάσκαλος της βουδδικής αίρεσης Ζεν στον μαθητή που έψαχνε τη Μεγάλη Αλήθεια:

"Το βλέπεις ότι στο χέρι μου δεν κρατάω τσάπα;"

"Το βλέπω."

"Μ'αυτήν να σκάβεις."

Διάλογος από τον οποίο, κατά συνοπτική αναλογία, οδηγούμαι σε μια σειρά από Μεγάλες Αλήθειες:

Τα κλειδιά που μόλις δεν ακούστηκαν στην πόρτα είναι τα δικά σου που αποφάσισες να μην έρθεις.

Οι στάλες νερού που δεν έπεσαν στο πάτωμα του σαλονιού είναι από την ομπρέλα σου μόλις δεν μπήκες.

Το σώμα που ένιωσα ότι δεν με αγκάλιασε στον ύπνο μου στη μέση της νύχτας είναι η άδεια πυτζάμα σου.

Η απουσία έχει ήχο.


Η απουσία στάζει.


Η απουσία είναι τόσο παρούσα που βγάζει χνώτο.


ΥΓ1
Τι άβολα που είναι όλα αυτά τα χούγια των σινγκλς: ο φρέσκος πόθος για μπαγιάτικα σωματικά υγρά... το συναίσθημα του να μπορείς να απευθύνεις υπαρκτά αισθήματα σε ανύπαρκτους ώς ώρας ανθρώπους... η αυτοστιγμεί ικανότητα να θηλάσεις μια καινούργια αγάπη που δεν έχει καν συλληφθεί.


ΥΓ2
Το σίγουρο είναι ένα -μια και μιλάμε για βουδισμό: η νιρβάνα τού να μη θέλεις πια να μπεις σε άλλο σώμα (αλλά και να μη χρειάζεται πια, έχοντας εκπληρώσει την πνευματική σου θητεία), προβλέπω να αργεί (και όταν έρθει να μη φέρει καν ένα κουτί με πάστες).

ΥΓ3
Η γνώση ότι ακόμη και μια αόρατη τσάπα σού αρκεί για να σκάψεις σε έχει πια δυναμώσει φυσικά (και μεταφυσικά).

ΥΓ4
Αλλά τι να τον κάνεις τον λάκο αν δεν είναι να σκοντάψεις μέσα του χεράκι-χεράκι με κάποιον;


ΥΓ5
Εσύ άραγε μπορείς να καταλάβεις ότι αυτή η κατακόκκινη ζέστη, που δεν νιώθεις όσο δεν με σφίγγεις, είμαι εγώ που δεν είμαι κοντά σου; (Μπορείς με άλλα λόγια να καταλάβεις ότι αν θέλεις να δεις τα χέρια σου απελευθερωμένα πρέπει να τα αφήσεις να ζήσουν και να πεθάνουν μέσα μου;)

ΥΓ6
Θέλεις να είμαστε οι μόνοι που για να επικοινωνούμε αόρατα θα εγκαταστήσουμε μπλουτούθ κάτω από τη φόδρα του στήθους μας (δίνοντας βόλιουμ στο βουδδικό "δεν υπάρχει τίποτε, όλα υπάρχουν");

ΥΓ7
Από τη μεριά μου, μάθε το: θέλω.

ΥΓ8
Το όνομά σου.

ΥΓ9
Να καρφωθεί σταυροπόδι στο κεφάλι μου.
(Τι να καρφωθεί δηλαδή απλώς; Να φυτρώσει.)

ΥΓ10
Η μύτη σου.

ΥΓ11
Να ετοιμάσει τις βαλίτσες της και να έρθει επίσκεψη στα μαλλιά μου.

ΥΓ12
Τα γένια σου.

ΥΓ13
Να φυτρώσουν στις άκρες των δαχτύλων μου.

ΥΓ14
Το αίμα μου.

ΥΓ15
Να αισθανθεί και πάλι σαν φρέσκο νερό σε βάζο με παιώνιες.

ΥΓ16
Ρε παιδάκι μου το καταλαβαίνεις ή να στο πω ακόμη πιο "ψαγμένα";

ΥΓ17
Θέλω το στήθος μου να λιώσει πάνω σου σαν τσένταρ!

(Όλα τα άλλα είναι φιλοσοφίες.)


;-Ρ

Έρως ανίκανε τάχα.

Ε ναι, εντάξει, δεν γράφω πια.

Και τι κάνω για αυτό εκτός από το να ακούω παράπονα;

Το κουβαλάω σχεδόν σε όλες τις βόλτες.

Το πέος σου εννοώ.

Καρφιτσωμένο στο πέτο του μυαλού μου, στη θέση που κάποιοι καρφιτσώνουν ένα ροζ τριαντάφυλο.

Γι’αυτό αναβάλλω να γράψω.

Προσπαθώ να ξεχάσω το γεγονός ότι το περίγραμμά σου περιφέρεται σκέτο -το γεγονός ότι ο απών ήχος της φωνής σου έχει κουλουριαστεί στα λαιμό μου σαν μετεξεταστεό κασκόλ (ανίκανο και πάλι φέτος να με ζεστάνει).

Το έχετε προσέξει, έτσι;

Το ίδιο και η σιωπή μου, γονατιστή από τον Αύγουστο μπροστά μου, ικέτισσα να πάω τα πληγωμένα της γόνατα για φοξτρότ.

(Μα που να τις βρω τις λέξεις να κάνω φιγούρα χωρίς εσένα;)

Κι εσείς να επιμένετε από πάνω οι αναγνώστες, με τα μάτια τα σφουγγάρια:

“Γιατί δεν γράφεις;”

Μα τι σκατά ρωτάτε;

ΕΓΩ να γράψω;

Η γραφή να ΜΕ γίνει.

Κάνω ό,τι μπορώ για έμπνευση πάντως ☺

Μασάω επιμελώς γράμματα (που έχουν αφήσει μεταξύ τους τα χέρια), καταπίνω παρατημένα άλφα, ληγμένες δασείες, εφήμερα ωμέγα, ταχόμα, ταϊμς, νιουρόμαν, ξεστριμώχνω λέξεις μέχρι και με το οδοντόνημα, και το μέσα μου, όλο, από το κεφάλι ώς τα πόδια μου ένα τεράστιο στομάχι, τίγκα ξεχαρβαλωμένα πεζά.

(Έννοιες ξεχύνονται μέχρι κι από τα αυτιά μου στο πάτωμα, κι όμως οι σελίδες μένουν κενές ούτε λόγος φυσικά να σκύψω στα τέσσερα ώστε οι λευκές άγραφες κόλλες να αναλάβουν το σφουγγάρισμα –και να ποτίσουν μελάνι.)

Πολύ φασαρία για το τίποτα αυτή η σιωπή.

Τσιλάξ.

Οι λέξεις θα ξανάρθουν –αυτό είναι το θέμα μας; Οι λέξεις λέξεις είναι.

Οι λέξεις δεν στάζουν μέσα σου παιδιά (μάταιο αν τρομάξατε με τη λέξη πέος πρώτη-πρώτη και τρέξατε για πρεντίκτορ).

Οι λέξεις δεν είναι άνθρωποι να σε φιλούν στο στόμα.

Και για να γράψεις θες τέσσερα χέρια αν με πιάνετε.



ΥΓ1
Υπομονή. Και υπόσχεση. Θα προσπαθήσω να θυμηθώ πάλι πώς γράφεται κάτι ωραίο, απλώς μεταξύ μας δεν βλέπω ν' αλλάζει κάτι.

ΥΓ2
Όσο τα ποτιστήρια μάτια σου θεριεύουν ξένες ρίζες… όσο αδυνατώ να φτάσω να ξεσκονίσω τη λέξη έρωτας που αιωρείται μισό μέτρο πάνω από το κεφάλι μου… νιώθω βαριά.

ΥΓ3
Λες και στις τσέπες μου κάποιος έχωσε ένα βουνό.

ΥΓ4
Θα μου πεις δικαιολογίες. Που θυμάσαι τι είναι ο έρωτας που έχεις και το θράσσος να σου λείπει και να θεωρείς ότι η στέρησή του είναι ένα τεράστιο πινελάκι μπλάνκο;

ΥΓ5
Θυμάμαι ελάχιστα όντως για αυτόν. Πάνε χρόνια.

ΥΓ6
(Το πρώτο του φίλι ξηλώνεται σιγά-σιγά μαζί με το στόμα μου, καθώς ζευγάρια χέρια τραβάνε κατά βούληση το μικρό ξέφτι που τρεμοπαίζει, εδώ στην ακρούλα, στα χείλη μου.)

ΥΓ7
Τη μυρωδιά του όμως, επιτρέψτε μου, τη θυμάμαι μια χαρά για να την ποθώ.

ΥΓ8
Πώς διάολο να την ξεχάσεις όταν χώνει τις κάνες τις στα ρουθούνια σου και σε πυροβολεί κατευθείαν στο μυαλό;


30 Ιουν 2009

Αντίο, αράπη μου.

Δεν έχω την παραμικρότατη ιδέα σχετικά με το ποιος πατάει το play που γυρίζει τον κόσμο.

Για σας ίσως κάτι άλλο, για μένα ίσως η αναπνοή του άγνωστου άντρα που ποθώ, μια τεράστια ροζ μπαταρία, ο ήχος που κάνουν τα τρία μου αδέρφια όταν γελούν, μια γιγάντια καραμέλα βουτύρου με χέρια-μοχλούς, ή ίσως απλά μια σουπερτεράστια τρισδιάστατη νότα που ξέφυγε από την παρτιτούρα του μαν ιν δε μίρρορ.

Είμαι όμως πεπεισμένη -αν η θεωρία της γιγάντιας καραμέλας μπάζει εννοώ-, πως αν αυτό που γυρίζει τον κόσμο είναι κάτι ανθρώπινο, αποκλείεται και να είναι κάτι έλλογο, κάτι που προσαρμοζεται στο εκάστοτε περιβάλλον.

(Κυρίως επειδή πιστεύω ότι όσες φορές κι αν οι επιστήμονες λένε ότι ο πλανήτης όντως γυρίζει γύρω-γύρω, η δική μου -ανακουφιστικότερη για τις θεωρίες μου εικόνα-, είναι πως αυτός που γυρίζει τον πλανήτη στην πραγματικότηα την είδε αλλιώς: δεν τον περιστρέφει πια, τα τελευταία εκατό φερειπείν χρόνια, αλλά τον σπρώχνει με ορμή προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)

Και κατόπιν αυτού, σοβαρά όμως, πόσο πιθανό θεωρείτε ότι αυτός που σπρώχνει τη γη προς τα εμπρός να είναι ένας άβουλος και προσαρμοστικός άνθρωπος που κάνει ό,τι το περιβάλλον ή η κοινή λογική τού –εδώ γελάμε- υπαγορεύει;

Ο κόσμος πάει μπροστά με τους παράλογους. Και η περί ης ο λόγος πρόοδος, για μένα, ανέκαθεν, σχετιζόταν και θα σχετίζεται με τους τρελλούς, τους αντιδραστικούς, τους παράξενους, συχνά τους ανώμαλους, τους διεστραμμένους, τους ανήσυχους, τους πληγωμένους, τους εκκεντρικούς, τους ονειροπόλους, τους φαντασιόπληκτους, τους σαρκαστικούς, τους χυδαίους, τους "ρομαντικούς", τους "περιθωριακούς", όσους τελοσπάντων έχουν υποψιαστεί πώς η ζωή είναι ένα ανεξάνλητο, σκοτεινό αλλά και πετυχημένο αστείο με το οποίο πρέπει να γελάς, να γελάς, να γελάς.

Και κυρίως να χορεύεις.

(Καλά, αν δεν ξέρεις να χορεύεις δεν πειράζει, σκηνοθέτησε τον ψαλιδοχέρη ή το "νευρικός εραστής", χτίσε τη σαγράδα φαμίλια, γράψε το ρωμαίος και ιουλιέτα, συνέθεσε "τα νυχτερινά", ζωγράφισε τη θηλυκή σου φάτσα με πυκνά φρύδια και μουστάκι -και σε συγχωρούμε μωρέ.)

Και με την ευκαιρία, ρωτώ:

Περιμένατε ποτέ να τελειώσει στον κόσμο η σοκολάτα, να πεθάνει ο μίκυ μάους ή να ανακοινωθεί ότι ο παρθενώνας θα αντικατασταθεί με ένα άγαλμα του σάκη ρουβά;

Πάυση (ενός λεπτού σιγής στο παράλογο).

...

Μήπως να γράψω ένα γράμμα διαμαρτυρίας;

...


"ΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ".

Αράπη μου,

Καταρχήν να ξέρεις ότι σου κρατάω μούτρα που πήγες και πέθανες χωρίς να μας ρωτήσεις.

Κατά δεύτερον αν είσαι ένοχος για όσα σου καταλογίζουμε και ήσουν ο μπούγκι-μαν στις παιδικές ντουλάπες, είσαι αχαρακτήριστος κι εύχομαι ο αηπέτρος και ο αηπόντ να σου παίζουν για τιμωρία όλη μέρα ώς την απόλυτη αιωνιότητα τα εμπιθρί της βανδή και των υπολοίπων αστεριών της χέβεν -του αντέννα. (ΔΑΤ γουιλ ντου.)

Κατά τρίτον, (σπίκινκ οφ μπούγκιμαν), για πες μας τώρα που πέρασες στην άλλη μεριά κι έχεις τις απαντήσεις: για ό,τι μας φταίει γενικά, το μπλεημ τελικά να το ρίχνουμε όντως στο μπούγκι;

Επιπλέον, έτσι, για το τελευταίο μας αντίο, να σου πω πως το ότι ήσουν θνητός σταμάτησε γρήγορα να με εντυπωσιάζει και να το σκέφτομαι. Το γεγονός ότι σε είχαμε και το ότι κάποιος σαν κι εσένα υπήρξε ζωντανός ιν δε φερστ πλεϊς, με συγκλονίζει περισσότερο: μια και πεθαίνοντας απλά έκανες ό,τι κάνουν όλοι (μετέφερες στιγμιαία ένα κομμάτι γης στον ουρανό), ενώ ζώντας έκανες ό,τι δεν κάνει παρά ένας στο εκατομμύριο (μετέφερες για 40 χρόνια ένα κομμάτι ουρανού στη γη).

"You came and you changed my world. Just like in the movies".

Δεν λέω.

Η αλήθεια πιθανότατα να ήταν όντως αυτή.

Ήσουν σαφώς διεστραμμένος. Ψυχικά διαταραγμένος. Και κάποιοι ισχυρίστηκαν παιδεραστής.

Φτου σου με ΟΛΟΥΣ τους τρόπους. Το εννοώ.

(Αν και μέσα στους τρόπους την πλέον περίοπτη θέση έχει ο με την "μη σε ματιάσω" έννοια.)

:-)

Δεν εθελοτυφλώ. (Απλώς δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί.)

Και στη τελική ποιος μου λέει εμένα ότι δεν "αρρώστησες ψυχικά" και άρχισες να κάνεις όσα εμφανώς έκανες και όσα μη αποδεδειγμένα έκανες επειδή ΕΓΩ σε οδήγησα εκεί, με την ανοχή μου (στο να ακούω και να πιστεύω ότι μου σερβίρουν τα μήντια παράδειγμα);

Ποια είμαι εγώ, και όλη η αναμάρτητη κοινωνία φορ δατ μάτερ εννοώ, που βρίσκουμε πάντα το κουράγιο να γελάσουμε στα μούτρα ακόμη και του πιο δυστυχισμένου γίγαντα στον πλανήτη όπως εσύ, καταδικάζοντας την ψυχή σου -και ίσως την υστεροφημία σου- στο πιο οξύμορο υπόγειο της διασημότητας, εκεί όπου δισεκατομμύρια μάτια σε κοιτούσαν και σε χειροκροτούσαν, κι όμως εσύ ένιωθες πάντα μόνος, μόνος ακόμη και μέσα στο ίδιο σου το δέρμα.

Οξύμορο.

Ή μάλλον οξύ μωρό.

Σαν κι αυτό που υπήρξες κι εσύ τα όξινα χημικά χρόνια που είμαστε ακόμα σαν υγρά μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, αφού όλοι μας, ακόμη και οι μεγαλύτεροι εγλκηματίες, δεν γεννηθήκαμε "έτσι", κάτι στην πορεία πάει στραβά. (Κι εσύ παιδάκι γεννήθηκες, μικρό, που στη ντουλάπα σου προφανέστατα υπήρχε ο δικός σου μπούγκιμαν. Ναι. Δεν σου έδωσε το δικαίωμα να αναπαράγεις τη δυστυχία αυτό -αλλά ειλικρινά αυτό είναι το τελευταίο για το οποίο θα σε θυμάμαι.)

...

Δεν ξέρω ποια ψυχοπαθολογία σε κατέτρεχε, δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια πίσω από τις διάφορες κατηγορίες για σένα.

(Αλλά έχω μια χαρά όραση και ακοή ώστε να μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπήρχε μία κατηγορία στην οποία έπαιζες μπάλα μόνος επί σαρακονταετίας -μέχρι να αρχίσεις τις πάσες με τον μπράουν, τον μέρκιουρι, τον πεθερό σου και τον κομπεϊν.)

Δεν ξέρω...

(Για να το κλείνουμε.)

Ούτε τι στέκει ξέρω, ούτε θέλω να ξέρω μεταξύ μας, ούτε να σχολιάσω τις πλαστικές και τις ξεπλαστικές σου, δεν πα να ήοσυν πράσινος ή πουά, χου δε φακ κερς, δεν είμαι συντάκτρια της αθενσβοϊς να ψάχνω και να ξέρω τα πάντα, δεν πα να ήθελες να κάνεις και δελφινοπλαστική όπως ο μίστερ γκάρισον στο πιο αστείο επεισόδιο του σάουθπαρκ; Είμαι η τελευταία που θα σε μαλώσω που δεν άντεχες κάτω από το δέρμα σου.

Δεν ξέρω...

Κάποια πράγματα όμως τα ξέρω με βεβαιότητα (τα είδα με τα μάτια μου, τα άκουσα με τα αυτιά μου και κύλησαν κάτω από το δικό μου διψασμένο για ρυθμό δέρμα).


Ήσουν η μεγαλύτερη μουσική διάνοια των τελευταίων 40 φάκιν χρόνων.

ΥΓ1
Εντάξει, ναι.

Δεν ήσουν καρδιοχειρούργος. Ούτε αστρονάυτης.

Αλλά γαμώτο έκανες κάτι ακόμη σημαντικότερο.

Έμαθες τη Βίσση να χορεύει!

Και δεν σε ειρωνεύομαι -με κλείσιμο ματιού το λέω, για να γελάσεις, αν θες πες το και στον άγγελο (του τσάρλυ), το βράδυ που θα τον δεις.

Σοβαρά.

ΕΜΑΘΕΣ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΝΑ ΧΟΡΕΥΕΙ.

ΥΓ2
Ο Όσκαρ Γουαϊλντ έλεγε πώς κάθε πορτραίτο που είναι ζωγραφισμένο με συναίσθημα δεν απεικονίζει τον απεικονιζόμενο αλλά τον καλλιτέχνη.

(Το πιάσατε. Μας ζήτησε με όλους τους τρόπους να δούμε πόσο δυστυχισμένος ήταν και μετά έκανε το πιο γενναίο πράγμα -μετέτρεπε τη δυστυχία του σε ενέργεια από αυτές που σπρώχνουν τον πλανήτη προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)

ΥΓ3
Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική. (Και σ'ευχαριστούμε για αυτό.)


ΥΓ4
Έφτιαξες το πρώτο βιντεοκλίπ της ζωής μας, κι έδωσες το αρχικό του ονόματός σου στο εμτιβή (παρότι κάποιοι συνεχίζουν ακόμη και -ομιτζί- την σήμερον, να πιστεύουν ότι το Μ σημαίνει μιούζικ).

;-)

(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)

ΥΓ5
Έβγαλες μόνο δέκα δίσκους που "κράτησαν" για σαράντα (40), και ποιος ξέρει για πόσα αμέτρητα ακόμη χρόνια καριέρας, τη στιγμή που άλλοι "τεράστιοι" βγάζουν 25 δίσκους το δευτερόλπετο που "κρατάνε" για λίγους μήνες -και με καλλιτεχνική αξία ισάξια ενός δίσκου σερβιρίσματος.


(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)

ΥΓ6
Δεν ήσουν καθόλου μα καθόλου διαφορετικός -όπως σε χαρακτήριζαν κάποιοι. (Μοναδικός είναι η λέξη -κι ας την καταλάβουμε στην κυριολεξία της, όχι στην με το κιλό χρήση της.)

ΥΓ7
"Καλά όλα αυτά ρε έσσλιν, αλλά το είπες κι εσύ, ο άνθρωπος ήταν γουάκο".

ΥΓ8
Ε, εντάξει τότε. Να βάλω να ακούσω και να χορέψω Πλιάτσικα.

ΥΓ9
(Ή Μάλαμα. Που είναι και παιδί όνομα και πράμα.)

ΥΓ10
Αν ήθελα να ακούσω μουσικούλα, πάσο.

(Αλλά δεν ήθελα.)

ΥΓ11
Ο "άνθρωπος" έκανε για τη μουσική ό,τι ο τζίζας για τη θρησκεία.

(Και δεν το εννοώ με την "αφήστε τα παιδιά να ρθούν κοντά μου" έννοια, ή επειδή κάθε φορά που τον έβλεπες να κάνει τα δικά του ήθελες να κάνεις το σταυρό σου. Και αν σας πειράζει η βλάσφημη αντιστοιχία κάψτε όλους τους δίσκους της...χμ...μαντόνας?)

ΥΓ12
(Άσε που περπάταγε στο φεγγάρι κάθε μέρα -ενώ σύσσωμη η ανθρωπότητα το περπάτησε μία και μοναδική φορά -κι αυτή σε στούντιο με καλό μοντέρ.)

ΥΓ13
Όσον αφορά στο άγαλμα του σάκη ρουβά πάνω στον βράχο του παρθενώνα τώρα, κάνω μια παρένθεση αλά μέρυ κουάντ και ολοκληρώνω την σκέψη μου με την εξής απορία: πώς φτάσαμε να ονομάζουμε θεούς και είδωλα και αϊκονς ένα μάτσο κάγκουρες που χοροπηδάνε τραγουδώντας θα σου φτιάξω μακαρόνια με κιμά για να φας;;;;;;;;

ΥΓ14
Ο Σάκης είναι Ο ΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΚΗΣ. Ρισπέκτ. Είναι πολύ όμορφος. Όταν τον βλέπω λιώνω και θέλω να καεί το βίντεο της ζυγούλη. Αλλά λυπάμαι. Μην μπλέκουμε τα πράγματα. Στον παράδεισο γίνεται ήδη συνωστισμός από ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ θεούς και δαίμονες και ειλικρινά βαριέμαι τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι τη γη τη γυρίζει (εδώ κολλάει καλύτερα το πάλαι ποτέ γύρω-γύρω), ο μπραντ πιτ.

ΥΓ15
Αν τη γυρίζει ο μπραντ πιτ, ελλείψη πιο κατάλληλης φράσης, παρακαλώ αν γίνεται να την σταματήσει λίγο -κάποιοι θέλουν να κατέβουν. (Ευχαριστώ.)

ΥΓ16
Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως κακώς τα γράφω αυτά, δεν θέλω να είμαι υποκρίτρια: με την κολλητή μου φίλη, την δεσποινίς αναλυτή, ("το πιο όμορφο κορίτσι του πλανήτη"), βλέπουμε Σάκη και ΛΙΩΝΟΥΜΕ. Απλά λέω ότι εύχομαι για άλλη μια φορά να μπορείτε να διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές.

ΥΓ17
Πέθανε ένας τεράστιος εξτρατερέστριαλ. Αυτό λέω τόση ώρα.

ΥΓ18
And I couldn't help but wonder. Γιατί θεωρείται "ντροπή", ταμπού, και για λύπηση ένας άνθρωπος που κραύγαζε τη δυστυχία πάνω σε κάθε εκατοστό του σώματός του και δεν θεωρείται για λύπηση μια εξηντάρα που επιδεικνύει την χοροπηδηχτή κυλότα της υπό τους υποκριτικούς λαϊκ ε βέρτζιν ήχους, το μεγαλύτερο κοινό της οποίας (ηλικιακά εννοώ) σέρνεται στα γυμναστήρια και στους πλαστικούς κραδαίνοντας μια φωτό της;

ΥΓ19
Γιατί δεν θεωρείται εξευτελιστικό να διασύρεις ένα φτωχό παιδάκι, υιοθετώντας το μόνο και μόνο για να συμπληρώσεις τη νέα εικόνα που πια αποφάσισες για να προωθήσεις το νέο σου λουκ, της καλόψυχης μητέρας; (Δεν λέω πώς κι εκείνος δεν έκανε πιθανότατα το ίδιο, πληζ, ξανά, ρηντ μπιτουήν δε λαϊνς).

ΥΓ20
Και για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί δεν αφήνουμε τους λάρτζερ δαν λαϊφ μάγους να είναι σταρ? Τι θα θέλαμε από τον βασιληά της ποπ ακριβώς; Να μην συγκαταλέγεται στους ψωνισμένους;; Έλεος! (Μήπως να αφήσει τη νέβερλαντ και να πεταχτεί στη λαϊκή για ντομάτες;)

ΥΓ21
Έφυγε ο άνθρωπος που θα κρατήσει ώς την αιωνιότητα το ρεκόρ του δίσκου με τις μεγαλύτερες πωλήσεις -και κυρίως το ρεκόρ της πιο διάσημης μουσικής προσωπικότητας όλων των εποχών.

Όχι επειδή άλλαξε πια η μουσική και οι νόμοι της μουσικής βιομηχανίας, τουλάχιστον όσον αφορα στις πωλήσεις δίσκων έναντι του ριπ και του νταουνλόαντ, αλλά επειδή ο άνθρωπος αυτός παρέμεινε σαράντα χρόνια στην κορυφή πριν καν μπει το ίντερνετ στη ζωή μας, πριν καν αρχίσει να υπάρχει τρόπος αυτόματης κυκλοφορίας ήχου με ένα κλικ, πριν καν περάσουμε στην γιουτιούμπ εποχή, όπου μέσα σε ένα δευτερόλπετο μπορείς να είσαι όποιος θέλεις να είσαι μέσα σε δευτερόλεπτα, "διάσημος" ώς την άκρη του πλανήτη, με μόνο μέσον το νόημα, αυτό για το οποίο θα τον θυμόμαστε, αυτό για το οποίο τον ευχαριστούμε.

(Μη λέμε τα ίδια. ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ.)

ΥΓ22
Αλλά σας κούρασα, ποιος εγώ, που η αγαπημένη μου μουσική ήταν ανέκαθεν όλες οι ολτέρνατιβ σόνικ γιούθ μπάντες ή ο μότσαρτ. (Χμ...) Ας το ελαφρύνω λίγο -σχολιάζοντας τη λέξη αράπης στον τίτλο φερειπείν.

ΥΓ23
Ε, λοιπόν ποιος να σας δώσει άδικο; Ομολογουμένως η λέξη αράπης στον τίτλο δεν είναι καθόλου μα καθόλου κομψή ή πολίτικαλυ κορρέκτ (και ακριβώς γι'αυτό και την επέλεξα :-)

ΥΓ24
Όχι φυσικά για να τον αποχαιρετίσω δηλώνοντας την αγάπη μου, ή για να αναπτύξω ότι ελάχιστα πράγματα πάνω του ήταν κορρέκτ, μα, αντιθέτως, επειδή το να επιδεικνύει κανείς ζήλο στο να σηκώσει το δάχτυλο για να τον δείξει, να τον κατακρίνει, και να τον χλευάσει που άσπρισε δεν μου φέρνει στο μυαλό παρά μόνο τη λέξη υποκρισία (ή ένα ζευγάρι αυτιά με πτώση τυμπάνου και κριτήριου). Γκουγκλ "βιτιλάγκο".

ΥΓ25
Τέλοσπάντων, αυτά τα ανέλυσα. Να το ελαφρύνω είπα.

ΥΓ26
Ευτυχώς υπάρχει και ο Τζάστιν. (Που τζαστ ιν ταϊμ ανδρώθηκε, για να κάνει το σουάπ.)

ΥΓ27
(Λέτε ο Τζάστιν να του είπε "μάγκα τζάσ'την εσύ τώρα να πάρω σειρά";)

ΥΓ28
Τζαστ ιν κέης που δεν το σκεφτήκατε, λέω. (Και, ναι, αν δεν με σταματήσει κάποιος έχω ακόμη τρία λογοπαίγνια.)

ΥΓ29
Το σημερινό κείμενο εναλλακτικά θα το ονόμαζα "Τζάκο, Ω!" ή "Μπλακ Τζίζας". Γιατί πιστεύετε δεν πιστεύετε (στην αντιστοιχία ότι εκείνος έκανε για τη μουσική ό,τι Εκείνος έκανε για τη θρησκεία), πρέπει να το παραδεχτείτε: τον ξέρανε και οι πέτρες, και -τον μισούσατε ή τον λατρεύατε-, με τα καμώματά του σας έκανε κι εσάς να αναφωνείτε "Ω, λόρντ".

ΥΓ30
Ανάμεσα σε τόσους διάσημους, το δικό το όνομα, θα το προσέξατε, δεν το ανέφερα ποτέ. Ίσως επειδή αυτό θα πει ίνδαλμα, μύθος, θρύλλος, αϊκον, και πραγματική διασημότητα.

ΥΓ31
Να ξέρουν όλοι ποιος είσαι ακόμη κι αν δεν ακουστεί ποτέ ξανά το όνομά σου.

ΥΓ32
Θα συνέχιζα για ώρες (και για τις δυο πλευρές του νομίσματος). Στο μπλογκ μου δεν γράφω ποτέ "απόψεις" τέτοιου είδους -έκανα μια εξάιρεση για τα αδέρφια μου. (Ξέρουν αυτά.) Επειδή όπως έγραψα στη εισαγωγή ο ήχος που κάνουν όταν χαμογελούν κάνει τον κόσμο μου να μη μένει στάσιμος. (Αν μη τι άλλο η μουσική του θα ενώνει για πάντα τον αλέξανδρο και τον κωνσταντίνο μεταξύ τους, εγώ θα είμαι πάντα το λαϊμπίριαν γκερλ τους κι όποιος κάνει πρώτος κόρη θα την πούμε κλείσιμο ματιού ευγενική βασίλισσα, δηλαδή βασιλική-ευγενία, δηλαδή τσίζυ μπίλυ-τζιν.)

ΥΓ33
Πριν μου αρχίσετε τίποτα για ανάποδο ρατσισμό κλπ, όταν είμαστε μικροί είχαμε μια "νάννυ" μαύρη, από το κάμπο βέρντε, την σόνια -κάτι σαν την τσεζάρια εβόρα σκεφτείτε. Μας έμαθε τον βασιληά της ποπ και μας μεγάλωσε με μαύρους ήχους. Την ευγνωμονούμε, να είναι καλά όπου είναι, και αυτή και το κοριτσάκι της -που όταν το γέννησε έγινε κι αυτό μέλος της οικογένειάς μας, πριν έρθει η ώρα να φύγουν.

:-)

ΥΓ34
Α, και...ναι! Αράπη μου μεγάλη, μην ξεχάσω να σε ρωτήσω. Για τσέκαρε και πες μου γιατί έχω σκάσει: Ο Έλβις τελικά ζει?

ΥΓ35
Επιπλέον:

Που πάει η μουσική όταν πεθαίνει;

ΥΓ36
(Εκεί που θα κηδευτεί κάποτε κι ο μίκυ μάους;)

ΥΓ37
Και να θυμάσαι. Δεν με πειράζει να με πει κανείς κόρνυ ή τσίζυ, I pull it off. Αλλά έτσι είναι: παρότι they don't really care about us, we are the world.

ΥΓ38
No message could have been any clearer.

ΥΓ38
Πάτα πλεϋ.

ΥΓ39
FOREVER.-

27 Μαϊ 2009

Λούνα Ντάρκ.

Τα πρώτα λεπτά υποθέτω ότι με πας στο λουναπάρκ και σου λέω όλο ευθεία και στο τρίτο στενό δεξιά κι έχω μια τεράστια χαρά, παιδική χαρά, δηλαδή χαρά με τραμπάλες και τσουλήθρες, και τρέχουμε τόσο πολύ (που παραλίγο να πατήσουμε μια λευκή γάτα που τελικά είναι πάπια σαν αυτές που φέρνουν οι αποκλειστικές).

Στρίψε εδώ σου λέω -και παρκάρουμε σε μια αλάνα που είν' όλη γεμάτη αυτοκίνητα στη σειρά, όλα ίδια κι απαράλλακτα με το δικό μας: άσπρα, μ' έναν κόκκινο σταυρό στο καπώ.

Στην είσοδο έχει λαμπιόνια μόνο μπλε κι εγώ σε σκουντάω καχύποπτα και σου λέω κάτι δεν πάει καλά, μπλε λαμπιόνια δεν υπάρχουν τέτοια εποχή, βγαίνουν σεπτέμβριο.

Μας υποδέχεται μια μεγαλοκοπέλα που μοιάζει με δικηγόρο που ήθελε να γίνει νηπιαγωγός, και μας ρωτάει με παιδική φωνούλα: για τη θεραπεία είστε; γιατί αν είστε για τη θεραπεία, πρέπει να πάρετε το αυτοκίνητο και να πάτε στην κάτω βόλτα -κι εμείς γυρνάμε στο αμάξι μας και δεν το βρίσκουμε, γιατί είναι όλα ίδια καρμπόν άσπρα, αλλά χωρίς κόκκινο σταυρό στο καπώ, γιατί πέσαμε θύματα κλοπής οι καϋμένοι, κι εσύ μου λες θα σε πάω με τα πόδια (και κάνουμε κατακόρυφο και περπατάμε με τα χέρια).

Φτάνουμε στην κάτω βόλτα και βλέπουμε ένα μικρό κοριτσάκι που έχει το κεφάλι της μεγαλοκοπέλας να μας ανακοινώνει με σοβαρή αντρική φωνή ότι είναι ο θεράπων κι εμείς απαντάμε χεστήκαμε κι ανεβαίνουμε επιδεικτικά στο καρουσέλ (κι αυτός-αυτή μας λέει τρελλούς, που πάμε γυρεύοντας, γιατί το καρουσέλ θα με πειράξει: είμαι αλλεργική στις στροφές).

Δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε μια στροφή, κι έρχεται ένας γιατρός μεταμφιεσμένος σε κλόουν και με τραβάει από το αλογάκι -κι εσύ γίνεσαι κρεβάτι και με ξαπλώνουν πάνω σου.

Χειροτερέψατε μου λέει γελώντας: το αίμα σας πάσχει πλέον από μια σπάνια μορφή καλπάζουσας επιθετικής φρουταιμίας στο τελευταίο στάδιο, να, εδώ, δείτε το και μόνοι σας, και μου τρυπάει το δάχτυλο με μια βελόνα και τρέχει πορτοκαλάδα ποτάμι.

Πανικοβάλομαι.

Δηλαδή μου λέτε ότι θα έχω αντί για αίμα πορτοκαλάδα και όχι βυσσινάδα; ωρύομαι εκνευρισμένη, κι εσύ ξαναγίνεσαι εσύ αλλά ξανθός κι εγώ σου λέω άμα είναι να είσαι ξανθός να φύγουμε οριστικά απ' τη γη, και με ρωτάς κι άμα φύγουμε τι θα πίνουμε; το αίμα σου; και γελάμε και φεύγουμε (ενώ το κοριτσάκι-μεγαλοκοπέλα γαυγίζει σαν τσιουάουα).

Σύντομα αρρωσταίνω βαριά σε όλο μου το σώμα.

Το συκώτι μου μετατρέπεται σε κέηκ-πορτοκάλι.

Τα μαλλιά μου γίνονται ροζ μαλλί της γριάς.

Το δέρμα μου γεμίζει τσόκολατ τσιπς.

(Αναπνέω και αχνίζει ζάχαρη.)

Με κοιτάζεις βαριά στεναχωρημένος.

Μη στεναχωριέσαι βρε κουτό σου λέω τώρα εγώ, ίσως υπάρχει ελπίδα, και για σένα: ίσως είναι κολλητικό.

Δεν υπάρχουν κακές αρρώστιες σου λεω. Εμείς τις κατασκευάζουμε.

(Κόβω ένα κομμάτι πάστα από το στήθος μου και με μοιραζόμαστε. Ίσως είναι κολλητικό, λέμε γεμάτοι ελπίδα, καθώς με τρέχεις με αγωνία στο λουναπάρκ για τη θεραπεία.)

Πρέπει να παίρνει πέντε πακέτα εμενέμς των πεντακοσίων για τουλάχιστον ένα μήνα, σου λέει ο θεράπων βλοσυρός, και μάλιστα από τα βαριά: με το φουντούκι στο κέντρο.

Έχει παρενέργειες ρωτάω εγώ σοβαρή;

Δυστυχώς ναι λέει -και κατεβάζει το κεφάλι.

Η καρδιά σας, λέει χαμηλόφωνα.

Θα μετατραπεί σ' ένα τεράστιο λουκούμι τριαντάφυλλο.

...

Βρέχει ανθάκια αμυγδαλιάς.


ΥΓ1
Μου κλείνεις το μάτι.

ΥΓ2
Πράγμα σαφώς κολλητικό.





:-)

5 Μαϊ 2009

Κατερίνα Έλλην.

Είμαι πεπεισμένη ότι οι πατούσες μου είναι αρραβωνιασμένες στα κρυφά μ’εκείνο το είδος χώματος που έχει μέσα του μάρμαρο και ρίζες –ρίζες που σκοντάφτουν στην ανάσα μου όταν σκαρφαλώνει η ακρόπολη στο μυαλό μου.

Και Φεβρουάριο να κάνω βόλτα εκεί πάνω, είναι σαν να κουβαλάω στους ώμους μου τζιτζίκια (σαν να μπαινοβγαίνει ο Ιούλιος στις τρυπίτσες τού πουλόβερ μου –με τον ίδιο τρόπο που μπαινοβγαίνει ο έρωτας σε μια κουμπότρυπα).

(Βέβαια έχω χρόνια να φάω ψωμί ζυμωτό και κομμένο στα γόνατα από χέρια γιαγιάς, αλλά άμα κοιτάς την αθήνα ψίχουλο ψίχουλο από ψηλά, είναι σαν να τρυπώνει μια μυρωδιά ψωμιού κάτω από τη φούστα σου –και τίποτα δεν τη λεκιάζει αυτήν τη μυρωδιά: ούτε το βούτυρο, ούτε τα ρόδια, ούτε καν μια καρδιά που χοροπηδάει γυμνή στις τσουκνίδες.)

Νιώθω δυο κόκκινες χαλκομανίες να ζωγραφίζουν την ελλάδα στα μάγουλά μου, εκεί πάνω, από ντροπή ίσως (που χωρίς να κάνω τίποτα μου χαρίζεται στο πιάτο μου τόση γινωμένη ομορφιά και κάποιος μου λέει φάε).

Κάτω από τη φόδρα του στήθους μου κρύβονται οι μπαταρίες που ενεργοποιούν αυτόματα τις λέξεις μου εκεί -οι λέξεις στάζουν από τα μαλλιά μου, από τα μάτια μου, από τα δάχτυλα, από τις ρώγες μου, από οπουδήποτε εκτός από το στόμα μου. (Που το ανοίγω μόνο για να καταπιώ έναν συρμό του μετρό -μπας και δεν γυρίσω σπίτι.)

Στο στομάχι μου μια καρυάτιδα αλέθεται ήδη με μια φέτα καρπούζι, η παναγία περπατάει πλανόδια στην αρεοπαγίτου πουλώντας γρανίτες, σανδάλια, κόκκαλα, και βραχιόλια από κοχύλια.

Απλώνω το χέρι μου, και ξεριζώνω δυο τρία αθηναϊκά νεοκλασικά του γούστου μου. (Τα χώνω στις τσέπες μου, λες και μου ανήκουν. Έτσι. Να τα παίρνω μαζί μου στα μακρινά ταξίδια -να ντεκοράρω τα μακρινά απογεύματα.)

Στο βάθος του ορίζοντα το μάτι μου γραπώνει και χώνει στην τσέπη του δυο πλοία.

Και φυσικά πάντα κοιτάζω κάτω.

Τι παράταιρο που δεν στέκεται ένα δεύτερο σώμα μου κοντά μου να δω την πόλη μου με δυο καρδιές και δυο στόματα. (Πώς να σου φτάσει μόνο ένα σώμα εδώ πάνω, πώς να μοιραστείς το περίσσιο θησείο στα δύο μ'ένα μόνο σώμα;)

Η ώρα περνάει -στο απέναντι πεζοδρόμιο. (Γίνεται αγαλματάκι σε μουσείο.) Η ώρα. (Κυρηγμένη διατηρητέα.) Τώρα, παλιά, και στο μέλλον: η ίδια.

Αν κάτσεις με υπομονή, ο ήλιος κατρακυλάει από το κλαδί του σαν πορτοκάλι.

(Βραδιάζει το θυμάρι και ξημερώνει γιασεμί.)

Δροσούλα.

(Τραβάω τον ουρανό σαν κουβέρτα και τον τυλίγομαι σφιχτό μπλε.)

"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;"

(Πόσοι εκείνη την ώρα να τρώνε, να κοιμούνται, να τσακώνονται, να χασμουριούνται, να κατουράνε, να διαβάζουν, να γαμάνε, να πεθαίνουν ή να χτενίζονται;)

Δεν κάνει διαφορά.

"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;" Τι πάει να πει αυτό; Τι ρωτάς; Δεν ξέρεις;

Όλοι, (είτε τρώνε, κοιμούνται, τσακώνονται, χασμουριούνται, κατουράνε, διαβάζουν, γαμάνε, πεθαίνουν ή χτενίζονται) είναι λες και κάνουν την ίδια δουλειά το πρωί -λες και δεν υπάρχουν φαρμακοποιοί, εστιάτορες, τραπεζίτες, πουτάνες, ηλεκτρολόγοι, δικηγόροι, μα μόνο άνθρωποι που ράβουν (πάνω σε κάθε ελληνικό χαλίκι, και λουκούμι, και πρόβατο), όλοι μα όλοι μας, όλοι μας την ίδια δουλειά, συνάδελφοι, άνθρωποι που ράβουν, (όλη η χώρα ένα ραφτάδικο), άνθρωποι που ράβουν χωρίς τύψεις, φασόν, πάνω σε όλα, (στις λέξεις, στα καρπούζια, στον Σωκράτη), ένα ναϋλον ταμπελάκι "μεϊντ ιν τσαϊνα".


...

24 Απρ 2009

Μπλοκμπάστερ.

Ο χειμωνιάτικος ήλιος έπεφτε βροχή πάνω από την πλατεία, δίνοντας μια ευχάριστη νότα, ένα λα ματζόρε ας πούμε, στα χαμογελαστά διερχόμενα πορτοφόλια.

Παραμονή πρωτοχρονιάς του δύο χιλιάδες δώδεκα.

"Εγώ αυτά δεν τα πιστεύω τέλος του κόσμου και αηδίες επειδή το είπαν οι αζντέκοι", είπε η Θαμών Ντα Κάπο δημιουργώντας σύγχυση στο μπότοξ του μεσόφρυου.

(Παρεπιμπτόντως το άκουσα με τα αυτιά μου, είπε αζΝτέκοι -με Ν, ενώ ο Μορφονιός Κολεγιόπαις παραδίπλα έκανε απλώς "φφφφφφ", ρουφώντας τον κόπο κάποιου εργάτη σε κάποια φυτεία, καθώς η Βέρα Κολωνακιώτισσα κούνησε καταφατικά το ασάλευτο από τη λακ κούρεμά της.)

Το υπόλοιπο σκηνικό τα προκάτ εορταστικά:

Τσάντες με ψώνια (και βαϊς βέρσα) μπαινόβγαιναν από τον Ιερό Ναό Παπουτσιών στο κατάστημα του δρόμου, (ε ναι τι με κοιτάτε; ο δρόμος κατάστημα είναι -και μάλιστα με εκπτώσεις αράουντ δε κλοκ), με μια αίσθηση πληρότητας (όχι για την όποια προηγειθίσα αγορά αλλά για την ικανοποίηση του "καταναλώνω άρα δεν υπάρχει δύο χιλιάδες δώδεκα").

Τελοσπάντων τίποτα δεν προμήνυε το απότομο σκοτείνιασμα του ουρανού. (Μόνο ένα τρομαγμένο Θεούλη μου που φώναξε προφητικά μια νεαρά που στο φεϊσμπουκ δηλώνει άθεϊστ, έκανε τα βλέμματα να στραφούν προς τον ουρανό -που μέσα σε ένα δευτερόλεπτο μεταμφιέστηκε σε πηχτό μαύρο φόρεμα.)

Ο ουρανός μεταμφιέστηκε σε πηχτό μαύρο φόρεμα (ναι, καλά διαβάσατε, αυτό έγραψα), που η φούστα του ξεδιπλώθηκε σαν στέγαστρο πάνω από την πόλη -μετατρέποντάς το "έξω" σε κλειστό χώρο.

Ταυτόχρονα, αρχισε να κάνει ένα παχύτερο -ακόμη πιο σαρκαστικό κρύο. Τα φύλλα των δέντρων της πλατείας άρχισαν να μελανιάζουν -γρήγορα μάλιστα κοκκάλωσαν. Ακούστηκε ένας ξυραφένιος ήχος που έσκασε την Πατριάρχου σαν καρπούζι, ενώ μπετονένιοι όγκοι άρχισαν να στροβιλίζονται ρυθμικά πάνω απ' τα κεφάλια των σαστισμένων ανθρώπων, στο ρυθμό ενός μακρόσυρτου ποδοβολητού από άνυδρους κεραυνούς. Τα πάντα γύρω, ανεξήγητα, (σαν κάποιος να κύρηξε τα χρώματα παράνομα), απέκτησαν μια ύπουλη ασπρόμαυρη χροιά.

Τα δευτερόλεπτα της Απόλυτης Σιωπής που ακολούθησε δεν ήταν παραπάνω από πέντε.

Όλοι είχαν ήδη χωνέψει τη γλώσσα τους (αφού την είχαν πρώτα καταπιεί) και κοίταζαν αλλήλους με πρόσωπα παραμορφωμένα από τη χλωμή αγωνία για το τι έμελε γενέσθαι, ενώ κάποιοι άφησαν τα κινητά τους από τα μάταια χέρια τους και ακούμπησαν κάποιον μάταιο ώμο.

Ήταν σαφές, αναμφίβολα, ότι είχε αρχίσει να αρχίζει το τέλος.

(Η αναπόδραστη Καταιγίδα της Συντέλειας.)

Ένας οξύς μεταλλικός ήχος, (κάποιοι θα έλεγαν ότι ακούστηκε σαν ο ουρανός να ετοιμαζόταν να φτύσει προς τη γη ένα μάτσο στιλέτα), ράγισε τον αέρα σε κομματάκια, (σαν ο αέρας να ήταν τζάμι), προκαλώντας έναν λυσσαλέο κοφτερό στρόβιλο που άρχισε να ξεριζώνει και να περιδινεί τα πάντα με δαιμονισμένη μανία.

Σχεδόν παρακαλούσα να γίνει κάτι, να τελειώνουμε.

Και έπιασε.

Το ουράνιο μαύρο φόρεμα σκίστηκε απότομα σε κομμάτια και εκσφενδόνισε πάνω μας το ασυγκράτητο Απόλυτο Κακό -με μορφή που καμμία Αποκάλυψη δεν κατάφερε ποτέ να αποκαλύψει.

Χωρίς πάντως ίχνος όξινη βροχή ή φλόγες ή αποκρουστικά θηρία.

Τουναντίον.

Χιλιάδες μαύρες λουστρινένιες γόβες λουμπουτέν (με τακούνι στιλέτο) άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό κατά ριπάς, σαν βροχή, και να καρφώνονται με σφοδρότητα στα κούτελα των τρομαγμένων ανθρώπων, βάφοντας τις σόλες τους ακόμη πιο κόκκινες.

Και καθ'εξής ούτω:

Χιλιάδες αντικείμενα του πόθου, άλλα επικίνδυνα με την πρώτη ματιά, (όπως οι μυτερές πένες μονμπλάν και τα αναμμένα πούρα, ικανά να καρφωθούν στη σάρκα ή να προκαλέσουν εγκαύματα), και άλλα φαινομενικώς ακίνδυνα, (όπως τα μαλακά ενθέματα στήθους από σιλικόνη, που άρχισαν να πετροβολούν σαν χαλάζι τους περαστικούς), όλα, και σε αμέτρητες ποσότητες, συνέχισαν να πέφτουν από τον ουρανό για ατελείωτες ώρες καλύπτοντας και την παραμικρή ανάσα ζωής κάτω από έναν ογκώδη σαν βουνό πολτό.


ΥΓ1
Ανάμεσα στον σορό από πράγματα (και ναι, το ξέρω ότι ο σωρός γράφεται με ωμέγα), διέκρινε εύκολα κανείς και σακούλες τζάμπο.

ΥΓ2
:-Ρ

ΥΓ3
Επίσης, ξέχασα να σας πω ότι προς το τέλος της "καταιγίδας" ο ουρανός καθάρισε και στο γαλάζιο θόλο εμφανίστηκε (ανάμεσα από περιστέρια) το αγγελικό πρόσωπο της Τζούλιας Αλεξανδράτου.

ΥΓ4
Και ναι, για να σας προλάβω, ναι, είμαι μια θρασύτατη με νοσηρή φαντασία.

ΥΓ5
Η υγιής φαντασία πεθαίνει αγέραστη. (Μακριά από εμάς.)

ΥΓ6
Αλλα πείτε μου. Πώς να μην πέσω στη δούλεψη της ειρωνίας; Εννοείται πως αυτά είναι αμβλύνοα και πως το τέλος του κόσμου δεν πρόκειται να έρθει το δύο χιλιάδες δώδεκα.

ΥΓ6
Έχει έρθει ήδη.

ΥΓ7
Δε κουήν ιζ ντεντ εντ κίκινγκ. (Κάτι ανάμεσα στο πεθάναμε αλλά ζούμε.)

ΥΓ8
Ευχαριστώ από καρδιάς που γελάσατε.

ΥΓ9
Δεν κάνει τίποτε.

ΥΓ10
Και κανείς.