Κάποτε είχαμε μια γειτόνισσα που δεν της άρεσε καθόλου ο παρατατικός, οπότε όταν ήθελε να μιλήσει για επανάληψη στο παρελθόν απλά έκανε την κινέζα (φορούσε και κιμονό όταν έβγαινε να πλύνει το μπαλκόνι με τη μάνικα). Μια φορά την είχε δείξει κι η τηλεόραση τυχαία, την ώρα που ψώνιζε κοντούλες στη λαϊκή, αλλά θυμάμαι δεν φάνηκε καθόλου η καλτσοδέτα της: μόνο φάτσα.
Βέβαια, δεν σας έγραψα γι’αυτό.
Ο λόγος είναι ότι αδιαφορείτε για το έξτρα φίτσουρ του μπλογκ, και νιώθω σουισαϊνταλ: σκέφτομαι σοβαρά το ενδεχόμενο να προβώ σε αυτοχειρία, καταπίνωντας ένα ολόκληρο μπουκάλι βιταμίνη σε με εχινάκια.
Υπακούστε.
Μετά τα ποστ υπάρχει επιλογή να μαρκάρετε με τικ το πώς σας φάνηκε το εκάστοτε καλώς κείμενο.
Μάλιστα τώρα που μας συγχωρείτε διακοπές, ευκαιρία να κάνετε ρικάπ στα παλιά και να κρίνετε με άνεση.
Οι εξαιρετικά δημοκρατικές επιλογές κυμαίνονται λυρικά, κυματίζοντας σαν σημαιάκι αφημένο σε μπαλκόνι: μεταξύ “κιούτ” και “φωρμιντάμπλ”.
(Τιπ: αν το εκάστοτε κείμενο το βρείτε απαίσιο, απλά ξαναδιαβάστε το και μετά πατήστε αυθορμήτως “φωρμιντάμπλ”.)
ΥΓ1
Εμένα ο Παρατατικός πάντα μου άρεσε.
ΥΓ2
Αλλά περισσότερο μου αρέσει ο Συντελεσμένος Μέλλοντας και που με διαβάζετε.
Ταπεινά, καλό καλοκαίρι,
η μπλόγκερ.
☺
01 Αυγ 2009
30 Ιουν 2009
Αντίο, αράπη μου.
Δεν έχω την παραμικρότατη ιδέα σχετικά με το ποιος πατάει το play που γυρίζει τον κόσμο.
Για σας ίσως κάτι άλλο, για μένα ίσως η αναπνοή του άγνωστου άντρα που ποθώ, μια τεράστια ροζ μπαταρία, ο ήχος που κάνουν τα τρία μου αδέρφια όταν γελούν, μια γιγάντια καραμέλα βουτύρου με χέρια-μοχλούς, ή ίσως απλά μια σουπερτεράστια τρισδιάστατη νότα που ξέφυγε από την παρτιτούρα του μαν ιν δε μίρρορ.
Είμαι όμως πεπεισμένη -αν η θεωρία της γιγάντιας καραμέλας μπάζει εννοώ-, πως αν αυτό που γυρίζει τον κόσμο είναι κάτι ανθρώπινο, αποκλείεται και να είναι κάτι έλλογο, κάτι που προσαρμοζεται στο εκάστοτε περιβάλλον.
(Κυρίως επειδή πιστεύω ότι όσες φορές κι αν οι επιστήμονες λένε ότι ο πλανήτης όντως γυρίζει γύρω-γύρω, η δική μου -ανακουφιστικότερη για τις θεωρίες μου εικόνα-, είναι πως αυτός που γυρίζει τον πλανήτη στην πραγματικότηα την είδε αλλιώς: δεν τον περιστρέφει πια, τα τελευταία εκατό φερειπείν χρόνια, αλλά τον σπρώχνει με ορμή προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)
Και κατόπιν αυτού, σοβαρά όμως, πόσο πιθανό θεωρείτε ότι αυτός που σπρώχνει τη γη προς τα εμπρός να είναι ένας άβουλος και προσαρμοστικός άνθρωπος που κάνει ό,τι το περιβάλλον ή η κοινή λογική τού –εδώ γελάμε- υπαγορεύει;
Ο κόσμος πάει μπροστά με τους παράλογους. Και η περί ης ο λόγος πρόοδος, για μένα, ανέκαθεν, σχετιζόταν και θα σχετίζεται με τους τρελλούς, τους αντιδραστικούς, τους παράξενους, συχνά τους ανώμαλους, τους διεστραμμένους, τους ανήσυχους, τους πληγωμένους, τους εκκεντρικούς, τους ονειροπόλους, τους φαντασιόπληκτους, τους σαρκαστικούς, τους χυδαίους, τους "ρομαντικούς", τους "περιθωριακούς", όσους τελοσπάντων έχουν υποψιαστεί πώς η ζωή είναι ένα ανεξάνλητο, σκοτεινό αλλά και πετυχημένο αστείο με το οποίο πρέπει να γελάς, να γελάς, να γελάς.
Και κυρίως να χορεύεις.
(Καλά, αν δεν ξέρεις να χορεύεις δεν πειράζει, σκηνοθέτησε τον ψαλιδοχέρη ή το "νευρικός εραστής", χτίσε τη σαγράδα φαμίλια, γράψε το ρωμαίος και ιουλιέτα, συνέθεσε "τα νυχτερινά", ζωγράφισε τη θηλυκή σου φάτσα με πυκνά φρύδια και μουστάκι -και σε συγχωρούμε μωρέ.)
Και με την ευκαιρία, ρωτώ:
Περιμένατε ποτέ να τελειώσει στον κόσμο η σοκολάτα, να πεθάνει ο μίκυ μάους ή να ανακοινωθεί ότι ο παρθενώνας θα αντικατασταθεί με ένα άγαλμα του σάκη ρουβά;
Πάυση (ενός λεπτού σιγής στο παράλογο).
...
Μήπως να γράψω ένα γράμμα διαμαρτυρίας;
...
"ΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ".
Αράπη μου,
Καταρχήν να ξέρεις ότι σου κρατάω μούτρα που πήγες και πέθανες χωρίς να μας ρωτήσεις.
Κατά δεύτερον αν είσαι ένοχος για όσα σου καταλογίζουμε και ήσουν ο μπούγκι-μαν στις παιδικές ντουλάπες, είσαι αχαρακτήριστος κι εύχομαι ο αηπέτρος και ο αηπόντ να σου παίζουν για τιμωρία όλη μέρα ώς την απόλυτη αιωνιότητα τα εμπιθρί της βανδή και των υπολοίπων αστεριών της χέβεν -του αντέννα. (ΔΑΤ γουιλ ντου.)
Κατά τρίτον, (σπίκινκ οφ μπούγκιμαν), για πες μας τώρα που πέρασες στην άλλη μεριά κι έχεις τις απαντήσεις: για ό,τι μας φταίει γενικά, το μπλεημ τελικά να το ρίχνουμε όντως στο μπούγκι;
Επιπλέον, έτσι, για το τελευταίο μας αντίο, να σου πω πως το ότι ήσουν θνητός σταμάτησε γρήγορα να με εντυπωσιάζει και να το σκέφτομαι. Το γεγονός ότι σε είχαμε και το ότι κάποιος σαν κι εσένα υπήρξε ζωντανός ιν δε φερστ πλεϊς, με συγκλονίζει περισσότερο: μια και πεθαίνοντας απλά έκανες ό,τι κάνουν όλοι (μετέφερες στιγμιαία ένα κομμάτι γης στον ουρανό), ενώ ζώντας έκανες ό,τι δεν κάνει παρά ένας στο εκατομμύριο (μετέφερες για 40 χρόνια ένα κομμάτι ουρανού στη γη).
"You came and you changed my world. Just like in the movies".
Δεν λέω.
Η αλήθεια πιθανότατα να ήταν όντως αυτή.
Ήσουν σαφώς διεστραμμένος. Ψυχικά διαταραγμένος. Και κάποιοι ισχυρίστηκαν παιδεραστής.
Φτου σου με ΟΛΟΥΣ τους τρόπους. Το εννοώ.
(Αν και μέσα στους τρόπους την πλέον περίοπτη θέση έχει ο με την "μη σε ματιάσω" έννοια.)
:-)
Δεν εθελοτυφλώ. (Απλώς δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί.)
Και στη τελική ποιος μου λέει εμένα ότι δεν "αρρώστησες ψυχικά" και άρχισες να κάνεις όσα εμφανώς έκανες και όσα μη αποδεδειγμένα έκανες επειδή ΕΓΩ σε οδήγησα εκεί, με την ανοχή μου (στο να ακούω και να πιστεύω ότι μου σερβίρουν τα μήντια παράδειγμα);
Ποια είμαι εγώ, και όλη η αναμάρτητη κοινωνία φορ δατ μάτερ εννοώ, που βρίσκουμε πάντα το κουράγιο να γελάσουμε στα μούτρα ακόμη και του πιο δυστυχισμένου γίγαντα στον πλανήτη όπως εσύ, καταδικάζοντας την ψυχή σου -και ίσως την υστεροφημία σου- στο πιο οξύμορο υπόγειο της διασημότητας, εκεί όπου δισεκατομμύρια μάτια σε κοιτούσαν και σε χειροκροτούσαν, κι όμως εσύ ένιωθες πάντα μόνος, μόνος ακόμη και μέσα στο ίδιο σου το δέρμα.
Οξύμορο.
Ή μάλλον οξύ μωρό.
Σαν κι αυτό που υπήρξες κι εσύ τα όξινα χημικά χρόνια που είμαστε ακόμα σαν υγρά μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, αφού όλοι μας, ακόμη και οι μεγαλύτεροι εγλκηματίες, δεν γεννηθήκαμε "έτσι", κάτι στην πορεία πάει στραβά. (Κι εσύ παιδάκι γεννήθηκες, μικρό, που στη ντουλάπα σου προφανέστατα υπήρχε ο δικός σου μπούγκιμαν. Ναι. Δεν σου έδωσε το δικαίωμα να αναπαράγεις τη δυστυχία αυτό -αλλά ειλικρινά αυτό είναι το τελευταίο για το οποίο θα σε θυμάμαι.)
...
Δεν ξέρω ποια ψυχοπαθολογία σε κατέτρεχε, δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια πίσω από τις διάφορες κατηγορίες για σένα.
(Αλλά έχω μια χαρά όραση και ακοή ώστε να μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπήρχε μία κατηγορία στην οποία έπαιζες μπάλα μόνος επί σαρακονταετίας -μέχρι να αρχίσεις τις πάσες με τον μπράουν, τον μέρκιουρι, τον πεθερό σου και τον κομπεϊν.)
Δεν ξέρω...
(Για να το κλείνουμε.)
Ούτε τι στέκει ξέρω, ούτε θέλω να ξέρω μεταξύ μας, ούτε να σχολιάσω τις πλαστικές και τις ξεπλαστικές σου, δεν πα να ήοσυν πράσινος ή πουά, χου δε φακ κερς, δεν είμαι συντάκτρια της αθενσβοϊς να ψάχνω και να ξέρω τα πάντα, δεν πα να ήθελες να κάνεις και δελφινοπλαστική όπως ο μίστερ γκάρισον στο πιο αστείο επεισόδιο του σάουθπαρκ; Είμαι η τελευταία που θα σε μαλώσω που δεν άντεχες κάτω από το δέρμα σου.
Δεν ξέρω...
Κάποια πράγματα όμως τα ξέρω με βεβαιότητα (τα είδα με τα μάτια μου, τα άκουσα με τα αυτιά μου και κύλησαν κάτω από το δικό μου διψασμένο για ρυθμό δέρμα).
Ήσουν η μεγαλύτερη μουσική διάνοια των τελευταίων 40 φάκιν χρόνων.
ΥΓ1
Εντάξει, ναι.
Δεν ήσουν καρδιοχειρούργος. Ούτε αστρονάυτης.
Αλλά γαμώτο έκανες κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Έμαθες τη Βίσση να χορεύει!
Και δεν σε ειρωνεύομαι -με κλείσιμο ματιού το λέω, για να γελάσεις, αν θες πες το και στον άγγελο (του τσάρλυ), το βράδυ που θα τον δεις.
Σοβαρά.
ΕΜΑΘΕΣ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΝΑ ΧΟΡΕΥΕΙ.
ΥΓ2
Ο Όσκαρ Γουαϊλντ έλεγε πώς κάθε πορτραίτο που είναι ζωγραφισμένο με συναίσθημα δεν απεικονίζει τον απεικονιζόμενο αλλά τον καλλιτέχνη.
(Το πιάσατε. Μας ζήτησε με όλους τους τρόπους να δούμε πόσο δυστυχισμένος ήταν και μετά έκανε το πιο γενναίο πράγμα -μετέτρεπε τη δυστυχία του σε ενέργεια από αυτές που σπρώχνουν τον πλανήτη προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)
ΥΓ3
Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική. (Και σ'ευχαριστούμε για αυτό.)
ΥΓ4
Έφτιαξες το πρώτο βιντεοκλίπ της ζωής μας, κι έδωσες το αρχικό του ονόματός σου στο εμτιβή (παρότι κάποιοι συνεχίζουν ακόμη και -ομιτζί- την σήμερον, να πιστεύουν ότι το Μ σημαίνει μιούζικ).
;-)
(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)
ΥΓ5
Έβγαλες μόνο δέκα δίσκους που "κράτησαν" για σαράντα (40), και ποιος ξέρει για πόσα αμέτρητα ακόμη χρόνια καριέρας, τη στιγμή που άλλοι "τεράστιοι" βγάζουν 25 δίσκους το δευτερόλπετο που "κρατάνε" για λίγους μήνες -και με καλλιτεχνική αξία ισάξια ενός δίσκου σερβιρίσματος.
(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)
ΥΓ6
Δεν ήσουν καθόλου μα καθόλου διαφορετικός -όπως σε χαρακτήριζαν κάποιοι. (Μοναδικός είναι η λέξη -κι ας την καταλάβουμε στην κυριολεξία της, όχι στην με το κιλό χρήση της.)
ΥΓ7
"Καλά όλα αυτά ρε έσσλιν, αλλά το είπες κι εσύ, ο άνθρωπος ήταν γουάκο".
ΥΓ8
Ε, εντάξει τότε. Να βάλω να ακούσω και να χορέψω Πλιάτσικα.
ΥΓ9
(Ή Μάλαμα. Που είναι και παιδί όνομα και πράμα.)
ΥΓ10
Αν ήθελα να ακούσω μουσικούλα, πάσο.
(Αλλά δεν ήθελα.)
ΥΓ11
Ο "άνθρωπος" έκανε για τη μουσική ό,τι ο τζίζας για τη θρησκεία.
(Και δεν το εννοώ με την "αφήστε τα παιδιά να ρθούν κοντά μου" έννοια, ή επειδή κάθε φορά που τον έβλεπες να κάνει τα δικά του ήθελες να κάνεις το σταυρό σου. Και αν σας πειράζει η βλάσφημη αντιστοιχία κάψτε όλους τους δίσκους της...χμ...μαντόνας?)
ΥΓ12
(Άσε που περπάταγε στο φεγγάρι κάθε μέρα -ενώ σύσσωμη η ανθρωπότητα το περπάτησε μία και μοναδική φορά -κι αυτή σε στούντιο με καλό μοντέρ.)
ΥΓ13
Όσον αφορά στο άγαλμα του σάκη ρουβά πάνω στον βράχο του παρθενώνα τώρα, κάνω μια παρένθεση αλά μέρυ κουάντ και ολοκληρώνω την σκέψη μου με την εξής απορία: πώς φτάσαμε να ονομάζουμε θεούς και είδωλα και αϊκονς ένα μάτσο κάγκουρες που χοροπηδάνε τραγουδώντας θα σου φτιάξω μακαρόνια με κιμά για να φας;;;;;;;;
ΥΓ14
Ο Σάκης είναι Ο ΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΚΗΣ. Ρισπέκτ. Είναι πολύ όμορφος. Όταν τον βλέπω λιώνω και θέλω να καεί το βίντεο της ζυγούλη. Αλλά λυπάμαι. Μην μπλέκουμε τα πράγματα. Στον παράδεισο γίνεται ήδη συνωστισμός από ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ θεούς και δαίμονες και ειλικρινά βαριέμαι τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι τη γη τη γυρίζει (εδώ κολλάει καλύτερα το πάλαι ποτέ γύρω-γύρω), ο μπραντ πιτ.
ΥΓ15
Αν τη γυρίζει ο μπραντ πιτ, ελλείψη πιο κατάλληλης φράσης, παρακαλώ αν γίνεται να την σταματήσει λίγο -κάποιοι θέλουν να κατέβουν. (Ευχαριστώ.)
ΥΓ16
Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως κακώς τα γράφω αυτά, δεν θέλω να είμαι υποκρίτρια: με την κολλητή μου φίλη, την δεσποινίς αναλυτή, ("το πιο όμορφο κορίτσι του πλανήτη"), βλέπουμε Σάκη και ΛΙΩΝΟΥΜΕ. Απλά λέω ότι εύχομαι για άλλη μια φορά να μπορείτε να διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές.
ΥΓ17
Πέθανε ένας τεράστιος εξτρατερέστριαλ. Αυτό λέω τόση ώρα.
ΥΓ18
And I couldn't help but wonder. Γιατί θεωρείται "ντροπή", ταμπού, και για λύπηση ένας άνθρωπος που κραύγαζε τη δυστυχία πάνω σε κάθε εκατοστό του σώματός του και δεν θεωρείται για λύπηση μια εξηντάρα που επιδεικνύει την χοροπηδηχτή κυλότα της υπό τους υποκριτικούς λαϊκ ε βέρτζιν ήχους, το μεγαλύτερο κοινό της οποίας (ηλικιακά εννοώ) σέρνεται στα γυμναστήρια και στους πλαστικούς κραδαίνοντας μια φωτό της;
ΥΓ19
Γιατί δεν θεωρείται εξευτελιστικό να διασύρεις ένα φτωχό παιδάκι, υιοθετώντας το μόνο και μόνο για να συμπληρώσεις τη νέα εικόνα που πια αποφάσισες για να προωθήσεις το νέο σου λουκ, της καλόψυχης μητέρας; (Δεν λέω πώς κι εκείνος δεν έκανε πιθανότατα το ίδιο, πληζ, ξανά, ρηντ μπιτουήν δε λαϊνς).
ΥΓ20
Και για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί δεν αφήνουμε τους λάρτζερ δαν λαϊφ μάγους να είναι σταρ? Τι θα θέλαμε από τον βασιληά της ποπ ακριβώς; Να μην συγκαταλέγεται στους ψωνισμένους;; Έλεος! (Μήπως να αφήσει τη νέβερλαντ και να πεταχτεί στη λαϊκή για ντομάτες;)
ΥΓ21
Έφυγε ο άνθρωπος που θα κρατήσει ώς την αιωνιότητα το ρεκόρ του δίσκου με τις μεγαλύτερες πωλήσεις -και κυρίως το ρεκόρ της πιο διάσημης μουσικής προσωπικότητας όλων των εποχών.
Όχι επειδή άλλαξε πια η μουσική και οι νόμοι της μουσικής βιομηχανίας, τουλάχιστον όσον αφορα στις πωλήσεις δίσκων έναντι του ριπ και του νταουνλόαντ, αλλά επειδή ο άνθρωπος αυτός παρέμεινε σαράντα χρόνια στην κορυφή πριν καν μπει το ίντερνετ στη ζωή μας, πριν καν αρχίσει να υπάρχει τρόπος αυτόματης κυκλοφορίας ήχου με ένα κλικ, πριν καν περάσουμε στην γιουτιούμπ εποχή, όπου μέσα σε ένα δευτερόλπετο μπορείς να είσαι όποιος θέλεις να είσαι μέσα σε δευτερόλεπτα, "διάσημος" ώς την άκρη του πλανήτη, με μόνο μέσον το νόημα, αυτό για το οποίο θα τον θυμόμαστε, αυτό για το οποίο τον ευχαριστούμε.
(Μη λέμε τα ίδια. ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ.)
ΥΓ22
Αλλά σας κούρασα, ποιος εγώ, που η αγαπημένη μου μουσική ήταν ανέκαθεν όλες οι ολτέρνατιβ σόνικ γιούθ μπάντες ή ο μότσαρτ. (Χμ...) Ας το ελαφρύνω λίγο -σχολιάζοντας τη λέξη αράπης στον τίτλο φερειπείν.
ΥΓ23
Ε, λοιπόν ποιος να σας δώσει άδικο; Ομολογουμένως η λέξη αράπης στον τίτλο δεν είναι καθόλου μα καθόλου κομψή ή πολίτικαλυ κορρέκτ (και ακριβώς γι'αυτό και την επέλεξα :-)
ΥΓ24
Όχι φυσικά για να τον αποχαιρετίσω δηλώνοντας την αγάπη μου, ή για να αναπτύξω ότι ελάχιστα πράγματα πάνω του ήταν κορρέκτ, μα, αντιθέτως, επειδή το να επιδεικνύει κανείς ζήλο στο να σηκώσει το δάχτυλο για να τον δείξει, να τον κατακρίνει, και να τον χλευάσει που άσπρισε δεν μου φέρνει στο μυαλό παρά μόνο τη λέξη υποκρισία (ή ένα ζευγάρι αυτιά με πτώση τυμπάνου και κριτήριου). Γκουγκλ "βιτιλάγκο".
ΥΓ25
Τέλοσπάντων, αυτά τα ανέλυσα. Να το ελαφρύνω είπα.
ΥΓ26
Ευτυχώς υπάρχει και ο Τζάστιν. (Που τζαστ ιν ταϊμ ανδρώθηκε, για να κάνει το σουάπ.)
ΥΓ27
(Λέτε ο Τζάστιν να του είπε "μάγκα τζάσ'την εσύ τώρα να πάρω σειρά";)
ΥΓ28
Τζαστ ιν κέης που δεν το σκεφτήκατε, λέω. (Και, ναι, αν δεν με σταματήσει κάποιος έχω ακόμη τρία λογοπαίγνια.)
ΥΓ29
Το σημερινό κείμενο εναλλακτικά θα το ονόμαζα "Τζάκο, Ω!" ή "Μπλακ Τζίζας". Γιατί πιστεύετε δεν πιστεύετε (στην αντιστοιχία ότι εκείνος έκανε για τη μουσική ό,τι Εκείνος έκανε για τη θρησκεία), πρέπει να το παραδεχτείτε: τον ξέρανε και οι πέτρες, και -τον μισούσατε ή τον λατρεύατε-, με τα καμώματά του σας έκανε κι εσάς να αναφωνείτε "Ω, λόρντ".
ΥΓ30
Ανάμεσα σε τόσους διάσημους, το δικό το όνομα, θα το προσέξατε, δεν το ανέφερα ποτέ. Ίσως επειδή αυτό θα πει ίνδαλμα, μύθος, θρύλλος, αϊκον, και πραγματική διασημότητα.
ΥΓ31
Να ξέρουν όλοι ποιος είσαι ακόμη κι αν δεν ακουστεί ποτέ ξανά το όνομά σου.
ΥΓ32
Θα συνέχιζα για ώρες (και για τις δυο πλευρές του νομίσματος). Στο μπλογκ μου δεν γράφω ποτέ "απόψεις" τέτοιου είδους -έκανα μια εξάιρεση για τα αδέρφια μου. (Ξέρουν αυτά.) Επειδή όπως έγραψα στη εισαγωγή ο ήχος που κάνουν όταν χαμογελούν κάνει τον κόσμο μου να μη μένει στάσιμος. (Αν μη τι άλλο η μουσική του θα ενώνει για πάντα τον αλέξανδρο και τον κωνσταντίνο μεταξύ τους, εγώ θα είμαι πάντα το λαϊμπίριαν γκερλ τους κι όποιος κάνει πρώτος κόρη θα την πούμε κλείσιμο ματιού ευγενική βασίλισσα, δηλαδή βασιλική-ευγενία, δηλαδή τσίζυ μπίλυ-τζιν.)
ΥΓ33
Πριν μου αρχίσετε τίποτα για ανάποδο ρατσισμό κλπ, όταν είμαστε μικροί είχαμε μια "νάννυ" μαύρη, από το κάμπο βέρντε, την σόνια -κάτι σαν την τσεζάρια εβόρα σκεφτείτε. Μας έμαθε τον βασιληά της ποπ και μας μεγάλωσε με μαύρους ήχους. Την ευγνωμονούμε, να είναι καλά όπου είναι, και αυτή και το κοριτσάκι της -που όταν το γέννησε έγινε κι αυτό μέλος της οικογένειάς μας, πριν έρθει η ώρα να φύγουν.
:-)
ΥΓ34
Α, και...ναι! Αράπη μου μεγάλη, μην ξεχάσω να σε ρωτήσω. Για τσέκαρε και πες μου γιατί έχω σκάσει: Ο Έλβις τελικά ζει?
ΥΓ35
Επιπλέον:
Που πάει η μουσική όταν πεθαίνει;
ΥΓ36
(Εκεί που θα κηδευτεί κάποτε κι ο μίκυ μάους;)
ΥΓ37
Και να θυμάσαι. Δεν με πειράζει να με πει κανείς κόρνυ ή τσίζυ, I pull it off. Αλλά έτσι είναι: παρότι they don't really care about us, we are the world.
ΥΓ38
No message could have been any clearer.
ΥΓ38
Πάτα πλεϋ.
ΥΓ39
FOREVER.-
Για σας ίσως κάτι άλλο, για μένα ίσως η αναπνοή του άγνωστου άντρα που ποθώ, μια τεράστια ροζ μπαταρία, ο ήχος που κάνουν τα τρία μου αδέρφια όταν γελούν, μια γιγάντια καραμέλα βουτύρου με χέρια-μοχλούς, ή ίσως απλά μια σουπερτεράστια τρισδιάστατη νότα που ξέφυγε από την παρτιτούρα του μαν ιν δε μίρρορ.
Είμαι όμως πεπεισμένη -αν η θεωρία της γιγάντιας καραμέλας μπάζει εννοώ-, πως αν αυτό που γυρίζει τον κόσμο είναι κάτι ανθρώπινο, αποκλείεται και να είναι κάτι έλλογο, κάτι που προσαρμοζεται στο εκάστοτε περιβάλλον.
(Κυρίως επειδή πιστεύω ότι όσες φορές κι αν οι επιστήμονες λένε ότι ο πλανήτης όντως γυρίζει γύρω-γύρω, η δική μου -ανακουφιστικότερη για τις θεωρίες μου εικόνα-, είναι πως αυτός που γυρίζει τον πλανήτη στην πραγματικότηα την είδε αλλιώς: δεν τον περιστρέφει πια, τα τελευταία εκατό φερειπείν χρόνια, αλλά τον σπρώχνει με ορμή προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)
Και κατόπιν αυτού, σοβαρά όμως, πόσο πιθανό θεωρείτε ότι αυτός που σπρώχνει τη γη προς τα εμπρός να είναι ένας άβουλος και προσαρμοστικός άνθρωπος που κάνει ό,τι το περιβάλλον ή η κοινή λογική τού –εδώ γελάμε- υπαγορεύει;
Ο κόσμος πάει μπροστά με τους παράλογους. Και η περί ης ο λόγος πρόοδος, για μένα, ανέκαθεν, σχετιζόταν και θα σχετίζεται με τους τρελλούς, τους αντιδραστικούς, τους παράξενους, συχνά τους ανώμαλους, τους διεστραμμένους, τους ανήσυχους, τους πληγωμένους, τους εκκεντρικούς, τους ονειροπόλους, τους φαντασιόπληκτους, τους σαρκαστικούς, τους χυδαίους, τους "ρομαντικούς", τους "περιθωριακούς", όσους τελοσπάντων έχουν υποψιαστεί πώς η ζωή είναι ένα ανεξάνλητο, σκοτεινό αλλά και πετυχημένο αστείο με το οποίο πρέπει να γελάς, να γελάς, να γελάς.
Και κυρίως να χορεύεις.
(Καλά, αν δεν ξέρεις να χορεύεις δεν πειράζει, σκηνοθέτησε τον ψαλιδοχέρη ή το "νευρικός εραστής", χτίσε τη σαγράδα φαμίλια, γράψε το ρωμαίος και ιουλιέτα, συνέθεσε "τα νυχτερινά", ζωγράφισε τη θηλυκή σου φάτσα με πυκνά φρύδια και μουστάκι -και σε συγχωρούμε μωρέ.)
Και με την ευκαιρία, ρωτώ:
Περιμένατε ποτέ να τελειώσει στον κόσμο η σοκολάτα, να πεθάνει ο μίκυ μάους ή να ανακοινωθεί ότι ο παρθενώνας θα αντικατασταθεί με ένα άγαλμα του σάκη ρουβά;
Πάυση (ενός λεπτού σιγής στο παράλογο).
...
Μήπως να γράψω ένα γράμμα διαμαρτυρίας;
...
"ΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ".
Αράπη μου,
Καταρχήν να ξέρεις ότι σου κρατάω μούτρα που πήγες και πέθανες χωρίς να μας ρωτήσεις.
Κατά δεύτερον αν είσαι ένοχος για όσα σου καταλογίζουμε και ήσουν ο μπούγκι-μαν στις παιδικές ντουλάπες, είσαι αχαρακτήριστος κι εύχομαι ο αηπέτρος και ο αηπόντ να σου παίζουν για τιμωρία όλη μέρα ώς την απόλυτη αιωνιότητα τα εμπιθρί της βανδή και των υπολοίπων αστεριών της χέβεν -του αντέννα. (ΔΑΤ γουιλ ντου.)
Κατά τρίτον, (σπίκινκ οφ μπούγκιμαν), για πες μας τώρα που πέρασες στην άλλη μεριά κι έχεις τις απαντήσεις: για ό,τι μας φταίει γενικά, το μπλεημ τελικά να το ρίχνουμε όντως στο μπούγκι;
Επιπλέον, έτσι, για το τελευταίο μας αντίο, να σου πω πως το ότι ήσουν θνητός σταμάτησε γρήγορα να με εντυπωσιάζει και να το σκέφτομαι. Το γεγονός ότι σε είχαμε και το ότι κάποιος σαν κι εσένα υπήρξε ζωντανός ιν δε φερστ πλεϊς, με συγκλονίζει περισσότερο: μια και πεθαίνοντας απλά έκανες ό,τι κάνουν όλοι (μετέφερες στιγμιαία ένα κομμάτι γης στον ουρανό), ενώ ζώντας έκανες ό,τι δεν κάνει παρά ένας στο εκατομμύριο (μετέφερες για 40 χρόνια ένα κομμάτι ουρανού στη γη).
"You came and you changed my world. Just like in the movies".
Δεν λέω.
Η αλήθεια πιθανότατα να ήταν όντως αυτή.
Ήσουν σαφώς διεστραμμένος. Ψυχικά διαταραγμένος. Και κάποιοι ισχυρίστηκαν παιδεραστής.
Φτου σου με ΟΛΟΥΣ τους τρόπους. Το εννοώ.
(Αν και μέσα στους τρόπους την πλέον περίοπτη θέση έχει ο με την "μη σε ματιάσω" έννοια.)
:-)
Δεν εθελοτυφλώ. (Απλώς δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί.)
Και στη τελική ποιος μου λέει εμένα ότι δεν "αρρώστησες ψυχικά" και άρχισες να κάνεις όσα εμφανώς έκανες και όσα μη αποδεδειγμένα έκανες επειδή ΕΓΩ σε οδήγησα εκεί, με την ανοχή μου (στο να ακούω και να πιστεύω ότι μου σερβίρουν τα μήντια παράδειγμα);
Ποια είμαι εγώ, και όλη η αναμάρτητη κοινωνία φορ δατ μάτερ εννοώ, που βρίσκουμε πάντα το κουράγιο να γελάσουμε στα μούτρα ακόμη και του πιο δυστυχισμένου γίγαντα στον πλανήτη όπως εσύ, καταδικάζοντας την ψυχή σου -και ίσως την υστεροφημία σου- στο πιο οξύμορο υπόγειο της διασημότητας, εκεί όπου δισεκατομμύρια μάτια σε κοιτούσαν και σε χειροκροτούσαν, κι όμως εσύ ένιωθες πάντα μόνος, μόνος ακόμη και μέσα στο ίδιο σου το δέρμα.
Οξύμορο.
Ή μάλλον οξύ μωρό.
Σαν κι αυτό που υπήρξες κι εσύ τα όξινα χημικά χρόνια που είμαστε ακόμα σαν υγρά μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, αφού όλοι μας, ακόμη και οι μεγαλύτεροι εγλκηματίες, δεν γεννηθήκαμε "έτσι", κάτι στην πορεία πάει στραβά. (Κι εσύ παιδάκι γεννήθηκες, μικρό, που στη ντουλάπα σου προφανέστατα υπήρχε ο δικός σου μπούγκιμαν. Ναι. Δεν σου έδωσε το δικαίωμα να αναπαράγεις τη δυστυχία αυτό -αλλά ειλικρινά αυτό είναι το τελευταίο για το οποίο θα σε θυμάμαι.)
...
Δεν ξέρω ποια ψυχοπαθολογία σε κατέτρεχε, δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια πίσω από τις διάφορες κατηγορίες για σένα.
(Αλλά έχω μια χαρά όραση και ακοή ώστε να μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπήρχε μία κατηγορία στην οποία έπαιζες μπάλα μόνος επί σαρακονταετίας -μέχρι να αρχίσεις τις πάσες με τον μπράουν, τον μέρκιουρι, τον πεθερό σου και τον κομπεϊν.)
Δεν ξέρω...
(Για να το κλείνουμε.)
Ούτε τι στέκει ξέρω, ούτε θέλω να ξέρω μεταξύ μας, ούτε να σχολιάσω τις πλαστικές και τις ξεπλαστικές σου, δεν πα να ήοσυν πράσινος ή πουά, χου δε φακ κερς, δεν είμαι συντάκτρια της αθενσβοϊς να ψάχνω και να ξέρω τα πάντα, δεν πα να ήθελες να κάνεις και δελφινοπλαστική όπως ο μίστερ γκάρισον στο πιο αστείο επεισόδιο του σάουθπαρκ; Είμαι η τελευταία που θα σε μαλώσω που δεν άντεχες κάτω από το δέρμα σου.
Δεν ξέρω...
Κάποια πράγματα όμως τα ξέρω με βεβαιότητα (τα είδα με τα μάτια μου, τα άκουσα με τα αυτιά μου και κύλησαν κάτω από το δικό μου διψασμένο για ρυθμό δέρμα).
Ήσουν η μεγαλύτερη μουσική διάνοια των τελευταίων 40 φάκιν χρόνων.
ΥΓ1
Εντάξει, ναι.
Δεν ήσουν καρδιοχειρούργος. Ούτε αστρονάυτης.
Αλλά γαμώτο έκανες κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Έμαθες τη Βίσση να χορεύει!
Και δεν σε ειρωνεύομαι -με κλείσιμο ματιού το λέω, για να γελάσεις, αν θες πες το και στον άγγελο (του τσάρλυ), το βράδυ που θα τον δεις.
Σοβαρά.
ΕΜΑΘΕΣ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΝΑ ΧΟΡΕΥΕΙ.
ΥΓ2
Ο Όσκαρ Γουαϊλντ έλεγε πώς κάθε πορτραίτο που είναι ζωγραφισμένο με συναίσθημα δεν απεικονίζει τον απεικονιζόμενο αλλά τον καλλιτέχνη.
(Το πιάσατε. Μας ζήτησε με όλους τους τρόπους να δούμε πόσο δυστυχισμένος ήταν και μετά έκανε το πιο γενναίο πράγμα -μετέτρεπε τη δυστυχία του σε ενέργεια από αυτές που σπρώχνουν τον πλανήτη προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)
ΥΓ3
Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική. (Και σ'ευχαριστούμε για αυτό.)
ΥΓ4
Έφτιαξες το πρώτο βιντεοκλίπ της ζωής μας, κι έδωσες το αρχικό του ονόματός σου στο εμτιβή (παρότι κάποιοι συνεχίζουν ακόμη και -ομιτζί- την σήμερον, να πιστεύουν ότι το Μ σημαίνει μιούζικ).
;-)
(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)
ΥΓ5
Έβγαλες μόνο δέκα δίσκους που "κράτησαν" για σαράντα (40), και ποιος ξέρει για πόσα αμέτρητα ακόμη χρόνια καριέρας, τη στιγμή που άλλοι "τεράστιοι" βγάζουν 25 δίσκους το δευτερόλπετο που "κρατάνε" για λίγους μήνες -και με καλλιτεχνική αξία ισάξια ενός δίσκου σερβιρίσματος.
(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)
ΥΓ6
Δεν ήσουν καθόλου μα καθόλου διαφορετικός -όπως σε χαρακτήριζαν κάποιοι. (Μοναδικός είναι η λέξη -κι ας την καταλάβουμε στην κυριολεξία της, όχι στην με το κιλό χρήση της.)
ΥΓ7
"Καλά όλα αυτά ρε έσσλιν, αλλά το είπες κι εσύ, ο άνθρωπος ήταν γουάκο".
ΥΓ8
Ε, εντάξει τότε. Να βάλω να ακούσω και να χορέψω Πλιάτσικα.
ΥΓ9
(Ή Μάλαμα. Που είναι και παιδί όνομα και πράμα.)
ΥΓ10
Αν ήθελα να ακούσω μουσικούλα, πάσο.
(Αλλά δεν ήθελα.)
ΥΓ11
Ο "άνθρωπος" έκανε για τη μουσική ό,τι ο τζίζας για τη θρησκεία.
(Και δεν το εννοώ με την "αφήστε τα παιδιά να ρθούν κοντά μου" έννοια, ή επειδή κάθε φορά που τον έβλεπες να κάνει τα δικά του ήθελες να κάνεις το σταυρό σου. Και αν σας πειράζει η βλάσφημη αντιστοιχία κάψτε όλους τους δίσκους της...χμ...μαντόνας?)
ΥΓ12
(Άσε που περπάταγε στο φεγγάρι κάθε μέρα -ενώ σύσσωμη η ανθρωπότητα το περπάτησε μία και μοναδική φορά -κι αυτή σε στούντιο με καλό μοντέρ.)
ΥΓ13
Όσον αφορά στο άγαλμα του σάκη ρουβά πάνω στον βράχο του παρθενώνα τώρα, κάνω μια παρένθεση αλά μέρυ κουάντ και ολοκληρώνω την σκέψη μου με την εξής απορία: πώς φτάσαμε να ονομάζουμε θεούς και είδωλα και αϊκονς ένα μάτσο κάγκουρες που χοροπηδάνε τραγουδώντας θα σου φτιάξω μακαρόνια με κιμά για να φας;;;;;;;;
ΥΓ14
Ο Σάκης είναι Ο ΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΚΗΣ. Ρισπέκτ. Είναι πολύ όμορφος. Όταν τον βλέπω λιώνω και θέλω να καεί το βίντεο της ζυγούλη. Αλλά λυπάμαι. Μην μπλέκουμε τα πράγματα. Στον παράδεισο γίνεται ήδη συνωστισμός από ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ θεούς και δαίμονες και ειλικρινά βαριέμαι τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι τη γη τη γυρίζει (εδώ κολλάει καλύτερα το πάλαι ποτέ γύρω-γύρω), ο μπραντ πιτ.
ΥΓ15
Αν τη γυρίζει ο μπραντ πιτ, ελλείψη πιο κατάλληλης φράσης, παρακαλώ αν γίνεται να την σταματήσει λίγο -κάποιοι θέλουν να κατέβουν. (Ευχαριστώ.)
ΥΓ16
Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως κακώς τα γράφω αυτά, δεν θέλω να είμαι υποκρίτρια: με την κολλητή μου φίλη, την δεσποινίς αναλυτή, ("το πιο όμορφο κορίτσι του πλανήτη"), βλέπουμε Σάκη και ΛΙΩΝΟΥΜΕ. Απλά λέω ότι εύχομαι για άλλη μια φορά να μπορείτε να διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές.
ΥΓ17
Πέθανε ένας τεράστιος εξτρατερέστριαλ. Αυτό λέω τόση ώρα.
ΥΓ18
And I couldn't help but wonder. Γιατί θεωρείται "ντροπή", ταμπού, και για λύπηση ένας άνθρωπος που κραύγαζε τη δυστυχία πάνω σε κάθε εκατοστό του σώματός του και δεν θεωρείται για λύπηση μια εξηντάρα που επιδεικνύει την χοροπηδηχτή κυλότα της υπό τους υποκριτικούς λαϊκ ε βέρτζιν ήχους, το μεγαλύτερο κοινό της οποίας (ηλικιακά εννοώ) σέρνεται στα γυμναστήρια και στους πλαστικούς κραδαίνοντας μια φωτό της;
ΥΓ19
Γιατί δεν θεωρείται εξευτελιστικό να διασύρεις ένα φτωχό παιδάκι, υιοθετώντας το μόνο και μόνο για να συμπληρώσεις τη νέα εικόνα που πια αποφάσισες για να προωθήσεις το νέο σου λουκ, της καλόψυχης μητέρας; (Δεν λέω πώς κι εκείνος δεν έκανε πιθανότατα το ίδιο, πληζ, ξανά, ρηντ μπιτουήν δε λαϊνς).
ΥΓ20
Και για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί δεν αφήνουμε τους λάρτζερ δαν λαϊφ μάγους να είναι σταρ? Τι θα θέλαμε από τον βασιληά της ποπ ακριβώς; Να μην συγκαταλέγεται στους ψωνισμένους;; Έλεος! (Μήπως να αφήσει τη νέβερλαντ και να πεταχτεί στη λαϊκή για ντομάτες;)
ΥΓ21
Έφυγε ο άνθρωπος που θα κρατήσει ώς την αιωνιότητα το ρεκόρ του δίσκου με τις μεγαλύτερες πωλήσεις -και κυρίως το ρεκόρ της πιο διάσημης μουσικής προσωπικότητας όλων των εποχών.
Όχι επειδή άλλαξε πια η μουσική και οι νόμοι της μουσικής βιομηχανίας, τουλάχιστον όσον αφορα στις πωλήσεις δίσκων έναντι του ριπ και του νταουνλόαντ, αλλά επειδή ο άνθρωπος αυτός παρέμεινε σαράντα χρόνια στην κορυφή πριν καν μπει το ίντερνετ στη ζωή μας, πριν καν αρχίσει να υπάρχει τρόπος αυτόματης κυκλοφορίας ήχου με ένα κλικ, πριν καν περάσουμε στην γιουτιούμπ εποχή, όπου μέσα σε ένα δευτερόλπετο μπορείς να είσαι όποιος θέλεις να είσαι μέσα σε δευτερόλεπτα, "διάσημος" ώς την άκρη του πλανήτη, με μόνο μέσον το νόημα, αυτό για το οποίο θα τον θυμόμαστε, αυτό για το οποίο τον ευχαριστούμε.
(Μη λέμε τα ίδια. ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ.)
ΥΓ22
Αλλά σας κούρασα, ποιος εγώ, που η αγαπημένη μου μουσική ήταν ανέκαθεν όλες οι ολτέρνατιβ σόνικ γιούθ μπάντες ή ο μότσαρτ. (Χμ...) Ας το ελαφρύνω λίγο -σχολιάζοντας τη λέξη αράπης στον τίτλο φερειπείν.
ΥΓ23
Ε, λοιπόν ποιος να σας δώσει άδικο; Ομολογουμένως η λέξη αράπης στον τίτλο δεν είναι καθόλου μα καθόλου κομψή ή πολίτικαλυ κορρέκτ (και ακριβώς γι'αυτό και την επέλεξα :-)
ΥΓ24
Όχι φυσικά για να τον αποχαιρετίσω δηλώνοντας την αγάπη μου, ή για να αναπτύξω ότι ελάχιστα πράγματα πάνω του ήταν κορρέκτ, μα, αντιθέτως, επειδή το να επιδεικνύει κανείς ζήλο στο να σηκώσει το δάχτυλο για να τον δείξει, να τον κατακρίνει, και να τον χλευάσει που άσπρισε δεν μου φέρνει στο μυαλό παρά μόνο τη λέξη υποκρισία (ή ένα ζευγάρι αυτιά με πτώση τυμπάνου και κριτήριου). Γκουγκλ "βιτιλάγκο".
ΥΓ25
Τέλοσπάντων, αυτά τα ανέλυσα. Να το ελαφρύνω είπα.
ΥΓ26
Ευτυχώς υπάρχει και ο Τζάστιν. (Που τζαστ ιν ταϊμ ανδρώθηκε, για να κάνει το σουάπ.)
ΥΓ27
(Λέτε ο Τζάστιν να του είπε "μάγκα τζάσ'την εσύ τώρα να πάρω σειρά";)
ΥΓ28
Τζαστ ιν κέης που δεν το σκεφτήκατε, λέω. (Και, ναι, αν δεν με σταματήσει κάποιος έχω ακόμη τρία λογοπαίγνια.)
ΥΓ29
Το σημερινό κείμενο εναλλακτικά θα το ονόμαζα "Τζάκο, Ω!" ή "Μπλακ Τζίζας". Γιατί πιστεύετε δεν πιστεύετε (στην αντιστοιχία ότι εκείνος έκανε για τη μουσική ό,τι Εκείνος έκανε για τη θρησκεία), πρέπει να το παραδεχτείτε: τον ξέρανε και οι πέτρες, και -τον μισούσατε ή τον λατρεύατε-, με τα καμώματά του σας έκανε κι εσάς να αναφωνείτε "Ω, λόρντ".
ΥΓ30
Ανάμεσα σε τόσους διάσημους, το δικό το όνομα, θα το προσέξατε, δεν το ανέφερα ποτέ. Ίσως επειδή αυτό θα πει ίνδαλμα, μύθος, θρύλλος, αϊκον, και πραγματική διασημότητα.
ΥΓ31
Να ξέρουν όλοι ποιος είσαι ακόμη κι αν δεν ακουστεί ποτέ ξανά το όνομά σου.
ΥΓ32
Θα συνέχιζα για ώρες (και για τις δυο πλευρές του νομίσματος). Στο μπλογκ μου δεν γράφω ποτέ "απόψεις" τέτοιου είδους -έκανα μια εξάιρεση για τα αδέρφια μου. (Ξέρουν αυτά.) Επειδή όπως έγραψα στη εισαγωγή ο ήχος που κάνουν όταν χαμογελούν κάνει τον κόσμο μου να μη μένει στάσιμος. (Αν μη τι άλλο η μουσική του θα ενώνει για πάντα τον αλέξανδρο και τον κωνσταντίνο μεταξύ τους, εγώ θα είμαι πάντα το λαϊμπίριαν γκερλ τους κι όποιος κάνει πρώτος κόρη θα την πούμε κλείσιμο ματιού ευγενική βασίλισσα, δηλαδή βασιλική-ευγενία, δηλαδή τσίζυ μπίλυ-τζιν.)
ΥΓ33
Πριν μου αρχίσετε τίποτα για ανάποδο ρατσισμό κλπ, όταν είμαστε μικροί είχαμε μια "νάννυ" μαύρη, από το κάμπο βέρντε, την σόνια -κάτι σαν την τσεζάρια εβόρα σκεφτείτε. Μας έμαθε τον βασιληά της ποπ και μας μεγάλωσε με μαύρους ήχους. Την ευγνωμονούμε, να είναι καλά όπου είναι, και αυτή και το κοριτσάκι της -που όταν το γέννησε έγινε κι αυτό μέλος της οικογένειάς μας, πριν έρθει η ώρα να φύγουν.
:-)
ΥΓ34
Α, και...ναι! Αράπη μου μεγάλη, μην ξεχάσω να σε ρωτήσω. Για τσέκαρε και πες μου γιατί έχω σκάσει: Ο Έλβις τελικά ζει?
ΥΓ35
Επιπλέον:
Που πάει η μουσική όταν πεθαίνει;
ΥΓ36
(Εκεί που θα κηδευτεί κάποτε κι ο μίκυ μάους;)
ΥΓ37
Και να θυμάσαι. Δεν με πειράζει να με πει κανείς κόρνυ ή τσίζυ, I pull it off. Αλλά έτσι είναι: παρότι they don't really care about us, we are the world.
ΥΓ38
No message could have been any clearer.
ΥΓ38
Πάτα πλεϋ.
ΥΓ39
FOREVER.-
23 Ιουν 2009
Τσουπ.
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και δεν σηκώθηκε κανείς, εκτός από ένα πέος αρχικά, κι αυτό όχι για την γριά –αλλά για την ξανθιά που μπήκε πίσω της.
Το σηκωμένο πέος ανήκει στον νεαρό με την μάυρη μπλούζα με τη στάμπα των μετάλικα που μόλις δει γκόμενα, λίγο μουνί νά’ναι, λίγο κώλο να έχει, του σηκώνεται, του σηκώνεται, του σηκώνεται, ακόμη του σηκώνεται. Τόσο πολύ του σηκώνεται, που η σηκωμάρα ξεπερνάει το σώμα του, δραπετεύει από το περίγραμμά του, κι επηρεάζει οποιοδήποτε πέος βρίσκεται σε ακτίνα 20 μέτρων, αναγκάζοντάς το να σηκωθεί.
(Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί να μην ξέρουν ότι έχουν καυλώσει εξαιτίας τού πέους που ακούει μετάλικα.)
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και σηκώθηκε ένας παππούς με τραγιάσκα, κι αυτό όχι για την γριά –αλλά γιατί κατέβαινε στην επόμενη στάση, επίσκεψη στον εγγονό του, που λίγο να διάβαζε θα πετύχαινε στις πανελλήνιες, αλλά όχι, αγύριστο κεφάλι, λες και σε αυτή τη ζωή υπάρχουν μόνο οι μετάλικα.
Βγαίνοντας, σπρώχνει μια ξανθούλα, που αν ήταν νέος θα του σηκωνόταν, θα του σηκωνόταν, ακόμη θα του σηκωνόταν. Όμως γέρασε πια, τόσο πολύ που η ανικανότητά του να καυλώσει ξεπερνάει το σώμα του, δραπετεύει από το περίγραμμά του, κι επηρεάζει οποιοδήποτε πέος βρίσκεται σε ακτίνα 20 μέτρων, αναγκάζοντάς το να πέσει.
(Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί να μην ξέρουν ότι έχουν ξεκαυλώσει για πάντα εξαιτίας τού πέους ενός γέρου -με εγγονό που ακούει μετάλικα).
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και σηκώθηκε ένας άντρας, ανώμαλος, γεροντολάγνος, εγώ, εγώ θα σας βοηθήσω -μπας και την πασπατέψει (και την πασπατεύει, την πασπατεύει, ακόμη την πασπατεύει). Τι μαλάκας, σκεφτέται μια ξανθιά που τον βλέπει, τι μαλάκες ρε που’ ναι οι άντρες (και καρφώνει το βλέμα σε ένα μπλουζάκι που γράφει μετάλικα –τι σκατά είναι το μετάλικα; Κι έχει και κάτι φάτσες απόκάτω, σαν μαλάκες τις μοιάζουν, μάλλον γκρουπ είναι, τίποτα μπινέδες –για να καταδέχονται να μπαίνουν σε λεωφορείο). Αλλά ωχ, παναγία μου, δεν τον είχε δει, τι μανάρι είναι αυτός ο καστανός με τα ρέιμπαν δίπλα, θα κάνει αυτός ένα σεξ, αλλά ένα σεξ, σαν πενήντα σεξ –σε μία θα μπαίνει, πενήντα θα χύνουνε. Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί μία να καυλώνουν (η ξανθιά χαλάρωσε και κοιτάει σαν να χύνει από τα μάτια), και μία να ξεκαυλώνουν (ο γεροντολάγνος το παράκανε).
Μόλις μπήκε στο λεωφορείο μια ανήμπορη γρια.
Να σηκωθεί;
(Είναι κουρασμένος –ας σηκωθεί κάποιος άλλος. Το λεωφορείο είν΄ αυτό που πάει αεροδρόμιο, το εξπρές, κι αυτόν τον λένε Αντρέα. (Πάει Άμστερνταμ, και η ώρα δεν περνάει με τίποτα –κι ας ακούει στο άιποντ μετάλικα–, οπότε τι να κάνει κι αυτός, πλέκει ιστορίες, συγγραφέας είναι –για να μπαίνει σε λεωφορείο, φαντάζεσαι. Άφραγκος. (Τελευταία είχε γράψει το “το δέος φέρνει πέος”, ρηχό περιεχόμενο, αναποφάσιστη πολυλογία, βρισίδια, βωμολοχίες, άψαχτοι χαρακτήρες, πλοκή χωρίς φαντασία –άπατο πήγε). Άντε, δεν γαμιέται, ας σηκωθεί: θα πέσει ξερή η γρία.
Σηκώνεται.
Τσουπ.
Κι ο κόσμος αλλάζει τροχιά.
Τσουπ.
Ο οδηγός φρενάρει απότομα κι αυτός πέφτει με φόρα πάνω στην ξανθιά. Ακουμπιούνται.
Τρίβονται.
(Μαλάκα, έχει πέος η ξανθιά. Αυτό θα πει έμπνευση.)
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και δεν σηκώθηκε κανείς, εκτός από ένα πέος –το πέος της ξανθιάς, που μπήκε (από πίσω) στη γριά.
Τσουπ.
Το σηκωμένο πέος ανήκει στον νεαρό με την μάυρη μπλούζα με τη στάμπα των μετάλικα που μόλις δει γκόμενα, λίγο μουνί νά’ναι, λίγο κώλο να έχει, του σηκώνεται, του σηκώνεται, του σηκώνεται, ακόμη του σηκώνεται. Τόσο πολύ του σηκώνεται, που η σηκωμάρα ξεπερνάει το σώμα του, δραπετεύει από το περίγραμμά του, κι επηρεάζει οποιοδήποτε πέος βρίσκεται σε ακτίνα 20 μέτρων, αναγκάζοντάς το να σηκωθεί.
(Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί να μην ξέρουν ότι έχουν καυλώσει εξαιτίας τού πέους που ακούει μετάλικα.)
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και σηκώθηκε ένας παππούς με τραγιάσκα, κι αυτό όχι για την γριά –αλλά γιατί κατέβαινε στην επόμενη στάση, επίσκεψη στον εγγονό του, που λίγο να διάβαζε θα πετύχαινε στις πανελλήνιες, αλλά όχι, αγύριστο κεφάλι, λες και σε αυτή τη ζωή υπάρχουν μόνο οι μετάλικα.
Βγαίνοντας, σπρώχνει μια ξανθούλα, που αν ήταν νέος θα του σηκωνόταν, θα του σηκωνόταν, ακόμη θα του σηκωνόταν. Όμως γέρασε πια, τόσο πολύ που η ανικανότητά του να καυλώσει ξεπερνάει το σώμα του, δραπετεύει από το περίγραμμά του, κι επηρεάζει οποιοδήποτε πέος βρίσκεται σε ακτίνα 20 μέτρων, αναγκάζοντάς το να πέσει.
(Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί να μην ξέρουν ότι έχουν ξεκαυλώσει για πάντα εξαιτίας τού πέους ενός γέρου -με εγγονό που ακούει μετάλικα).
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και σηκώθηκε ένας άντρας, ανώμαλος, γεροντολάγνος, εγώ, εγώ θα σας βοηθήσω -μπας και την πασπατέψει (και την πασπατεύει, την πασπατεύει, ακόμη την πασπατεύει). Τι μαλάκας, σκεφτέται μια ξανθιά που τον βλέπει, τι μαλάκες ρε που’ ναι οι άντρες (και καρφώνει το βλέμα σε ένα μπλουζάκι που γράφει μετάλικα –τι σκατά είναι το μετάλικα; Κι έχει και κάτι φάτσες απόκάτω, σαν μαλάκες τις μοιάζουν, μάλλον γκρουπ είναι, τίποτα μπινέδες –για να καταδέχονται να μπαίνουν σε λεωφορείο). Αλλά ωχ, παναγία μου, δεν τον είχε δει, τι μανάρι είναι αυτός ο καστανός με τα ρέιμπαν δίπλα, θα κάνει αυτός ένα σεξ, αλλά ένα σεξ, σαν πενήντα σεξ –σε μία θα μπαίνει, πενήντα θα χύνουνε. Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί μία να καυλώνουν (η ξανθιά χαλάρωσε και κοιτάει σαν να χύνει από τα μάτια), και μία να ξεκαυλώνουν (ο γεροντολάγνος το παράκανε).
Μόλις μπήκε στο λεωφορείο μια ανήμπορη γρια.
Να σηκωθεί;
(Είναι κουρασμένος –ας σηκωθεί κάποιος άλλος. Το λεωφορείο είν΄ αυτό που πάει αεροδρόμιο, το εξπρές, κι αυτόν τον λένε Αντρέα. (Πάει Άμστερνταμ, και η ώρα δεν περνάει με τίποτα –κι ας ακούει στο άιποντ μετάλικα–, οπότε τι να κάνει κι αυτός, πλέκει ιστορίες, συγγραφέας είναι –για να μπαίνει σε λεωφορείο, φαντάζεσαι. Άφραγκος. (Τελευταία είχε γράψει το “το δέος φέρνει πέος”, ρηχό περιεχόμενο, αναποφάσιστη πολυλογία, βρισίδια, βωμολοχίες, άψαχτοι χαρακτήρες, πλοκή χωρίς φαντασία –άπατο πήγε). Άντε, δεν γαμιέται, ας σηκωθεί: θα πέσει ξερή η γρία.
Σηκώνεται.
Τσουπ.
Κι ο κόσμος αλλάζει τροχιά.
Τσουπ.
Ο οδηγός φρενάρει απότομα κι αυτός πέφτει με φόρα πάνω στην ξανθιά. Ακουμπιούνται.
Τρίβονται.
(Μαλάκα, έχει πέος η ξανθιά. Αυτό θα πει έμπνευση.)
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και δεν σηκώθηκε κανείς, εκτός από ένα πέος –το πέος της ξανθιάς, που μπήκε (από πίσω) στη γριά.
Τσουπ.
27 Μαϊ 2009
Λούνα Ντάρκ.
Τα πρώτα λεπτά υποθέτω ότι με πας στο λουναπάρκ και σου λέω όλο ευθεία και στο τρίτο στενό δεξιά κι έχω μια τεράστια χαρά, παιδική χαρά, δηλαδή χαρά με τραμπάλες και τσουλήθρες, και τρέχουμε τόσο πολύ (που παραλίγο να πατήσουμε μια λευκή γάτα που τελικά είναι πάπια σαν αυτές που φέρνουν οι αποκλειστικές).
Στρίψε εδώ σου λέω -και παρκάρουμε σε μια αλάνα που είν' όλη γεμάτη αυτοκίνητα στη σειρά, όλα ίδια κι απαράλλακτα με το δικό μας: άσπρα, μ' έναν κόκκινο σταυρό στο καπώ.
Στην είσοδο έχει λαμπιόνια μόνο μπλε κι εγώ σε σκουντάω καχύποπτα και σου λέω κάτι δεν πάει καλά, μπλε λαμπιόνια δεν υπάρχουν τέτοια εποχή, βγαίνουν σεπτέμβριο.
Μας υποδέχεται μια μεγαλοκοπέλα που μοιάζει με δικηγόρο που ήθελε να γίνει νηπιαγωγός, και μας ρωτάει με παιδική φωνούλα: για τη θεραπεία είστε; γιατί αν είστε για τη θεραπεία, πρέπει να πάρετε το αυτοκίνητο και να πάτε στην κάτω βόλτα -κι εμείς γυρνάμε στο αμάξι μας και δεν το βρίσκουμε, γιατί είναι όλα ίδια καρμπόν άσπρα, αλλά χωρίς κόκκινο σταυρό στο καπώ, γιατί πέσαμε θύματα κλοπής οι καϋμένοι, κι εσύ μου λες θα σε πάω με τα πόδια (και κάνουμε κατακόρυφο και περπατάμε με τα χέρια).
Φτάνουμε στην κάτω βόλτα και βλέπουμε ένα μικρό κοριτσάκι που έχει το κεφάλι της μεγαλοκοπέλας να μας ανακοινώνει με σοβαρή αντρική φωνή ότι είναι ο θεράπων κι εμείς απαντάμε χεστήκαμε κι ανεβαίνουμε επιδεικτικά στο καρουσέλ (κι αυτός-αυτή μας λέει τρελλούς, που πάμε γυρεύοντας, γιατί το καρουσέλ θα με πειράξει: είμαι αλλεργική στις στροφές).
Δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε μια στροφή, κι έρχεται ένας γιατρός μεταμφιεσμένος σε κλόουν και με τραβάει από το αλογάκι -κι εσύ γίνεσαι κρεβάτι και με ξαπλώνουν πάνω σου.
Χειροτερέψατε μου λέει γελώντας: το αίμα σας πάσχει πλέον από μια σπάνια μορφή καλπάζουσας επιθετικής φρουταιμίας στο τελευταίο στάδιο, να, εδώ, δείτε το και μόνοι σας, και μου τρυπάει το δάχτυλο με μια βελόνα και τρέχει πορτοκαλάδα ποτάμι.
Πανικοβάλομαι.
Δηλαδή μου λέτε ότι θα έχω αντί για αίμα πορτοκαλάδα και όχι βυσσινάδα; ωρύομαι εκνευρισμένη, κι εσύ ξαναγίνεσαι εσύ αλλά ξανθός κι εγώ σου λέω άμα είναι να είσαι ξανθός να φύγουμε οριστικά απ' τη γη, και με ρωτάς κι άμα φύγουμε τι θα πίνουμε; το αίμα σου; και γελάμε και φεύγουμε (ενώ το κοριτσάκι-μεγαλοκοπέλα γαυγίζει σαν τσιουάουα).
Σύντομα αρρωσταίνω βαριά σε όλο μου το σώμα.
Το συκώτι μου μετατρέπεται σε κέηκ-πορτοκάλι.
Τα μαλλιά μου γίνονται ροζ μαλλί της γριάς.
Το δέρμα μου γεμίζει τσόκολατ τσιπς.
(Αναπνέω και αχνίζει ζάχαρη.)
Με κοιτάζεις βαριά στεναχωρημένος.
Μη στεναχωριέσαι βρε κουτό σου λέω τώρα εγώ, ίσως υπάρχει ελπίδα, και για σένα: ίσως είναι κολλητικό.
Δεν υπάρχουν κακές αρρώστιες σου λεω. Εμείς τις κατασκευάζουμε.
(Κόβω ένα κομμάτι πάστα από το στήθος μου και με μοιραζόμαστε. Ίσως είναι κολλητικό, λέμε γεμάτοι ελπίδα, καθώς με τρέχεις με αγωνία στο λουναπάρκ για τη θεραπεία.)
Πρέπει να παίρνει πέντε πακέτα εμενέμς των πεντακοσίων για τουλάχιστον ένα μήνα, σου λέει ο θεράπων βλοσυρός, και μάλιστα από τα βαριά: με το φουντούκι στο κέντρο.
Έχει παρενέργειες ρωτάω εγώ σοβαρή;
Δυστυχώς ναι λέει -και κατεβάζει το κεφάλι.
Η καρδιά σας, λέει χαμηλόφωνα.
Θα μετατραπεί σ' ένα τεράστιο λουκούμι τριαντάφυλλο.
...
Βρέχει ανθάκια αμυγδαλιάς.
ΥΓ1
Μου κλείνεις το μάτι.
ΥΓ2
Πράγμα σαφώς κολλητικό.
:-)
Στρίψε εδώ σου λέω -και παρκάρουμε σε μια αλάνα που είν' όλη γεμάτη αυτοκίνητα στη σειρά, όλα ίδια κι απαράλλακτα με το δικό μας: άσπρα, μ' έναν κόκκινο σταυρό στο καπώ.
Στην είσοδο έχει λαμπιόνια μόνο μπλε κι εγώ σε σκουντάω καχύποπτα και σου λέω κάτι δεν πάει καλά, μπλε λαμπιόνια δεν υπάρχουν τέτοια εποχή, βγαίνουν σεπτέμβριο.
Μας υποδέχεται μια μεγαλοκοπέλα που μοιάζει με δικηγόρο που ήθελε να γίνει νηπιαγωγός, και μας ρωτάει με παιδική φωνούλα: για τη θεραπεία είστε; γιατί αν είστε για τη θεραπεία, πρέπει να πάρετε το αυτοκίνητο και να πάτε στην κάτω βόλτα -κι εμείς γυρνάμε στο αμάξι μας και δεν το βρίσκουμε, γιατί είναι όλα ίδια καρμπόν άσπρα, αλλά χωρίς κόκκινο σταυρό στο καπώ, γιατί πέσαμε θύματα κλοπής οι καϋμένοι, κι εσύ μου λες θα σε πάω με τα πόδια (και κάνουμε κατακόρυφο και περπατάμε με τα χέρια).
Φτάνουμε στην κάτω βόλτα και βλέπουμε ένα μικρό κοριτσάκι που έχει το κεφάλι της μεγαλοκοπέλας να μας ανακοινώνει με σοβαρή αντρική φωνή ότι είναι ο θεράπων κι εμείς απαντάμε χεστήκαμε κι ανεβαίνουμε επιδεικτικά στο καρουσέλ (κι αυτός-αυτή μας λέει τρελλούς, που πάμε γυρεύοντας, γιατί το καρουσέλ θα με πειράξει: είμαι αλλεργική στις στροφές).
Δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε μια στροφή, κι έρχεται ένας γιατρός μεταμφιεσμένος σε κλόουν και με τραβάει από το αλογάκι -κι εσύ γίνεσαι κρεβάτι και με ξαπλώνουν πάνω σου.
Χειροτερέψατε μου λέει γελώντας: το αίμα σας πάσχει πλέον από μια σπάνια μορφή καλπάζουσας επιθετικής φρουταιμίας στο τελευταίο στάδιο, να, εδώ, δείτε το και μόνοι σας, και μου τρυπάει το δάχτυλο με μια βελόνα και τρέχει πορτοκαλάδα ποτάμι.
Πανικοβάλομαι.
Δηλαδή μου λέτε ότι θα έχω αντί για αίμα πορτοκαλάδα και όχι βυσσινάδα; ωρύομαι εκνευρισμένη, κι εσύ ξαναγίνεσαι εσύ αλλά ξανθός κι εγώ σου λέω άμα είναι να είσαι ξανθός να φύγουμε οριστικά απ' τη γη, και με ρωτάς κι άμα φύγουμε τι θα πίνουμε; το αίμα σου; και γελάμε και φεύγουμε (ενώ το κοριτσάκι-μεγαλοκοπέλα γαυγίζει σαν τσιουάουα).
Σύντομα αρρωσταίνω βαριά σε όλο μου το σώμα.
Το συκώτι μου μετατρέπεται σε κέηκ-πορτοκάλι.
Τα μαλλιά μου γίνονται ροζ μαλλί της γριάς.
Το δέρμα μου γεμίζει τσόκολατ τσιπς.
(Αναπνέω και αχνίζει ζάχαρη.)
Με κοιτάζεις βαριά στεναχωρημένος.
Μη στεναχωριέσαι βρε κουτό σου λέω τώρα εγώ, ίσως υπάρχει ελπίδα, και για σένα: ίσως είναι κολλητικό.
Δεν υπάρχουν κακές αρρώστιες σου λεω. Εμείς τις κατασκευάζουμε.
(Κόβω ένα κομμάτι πάστα από το στήθος μου και με μοιραζόμαστε. Ίσως είναι κολλητικό, λέμε γεμάτοι ελπίδα, καθώς με τρέχεις με αγωνία στο λουναπάρκ για τη θεραπεία.)
Πρέπει να παίρνει πέντε πακέτα εμενέμς των πεντακοσίων για τουλάχιστον ένα μήνα, σου λέει ο θεράπων βλοσυρός, και μάλιστα από τα βαριά: με το φουντούκι στο κέντρο.
Έχει παρενέργειες ρωτάω εγώ σοβαρή;
Δυστυχώς ναι λέει -και κατεβάζει το κεφάλι.
Η καρδιά σας, λέει χαμηλόφωνα.
Θα μετατραπεί σ' ένα τεράστιο λουκούμι τριαντάφυλλο.
...
Βρέχει ανθάκια αμυγδαλιάς.
ΥΓ1
Μου κλείνεις το μάτι.
ΥΓ2
Πράγμα σαφώς κολλητικό.
:-)
05 Μαϊ 2009
Κατερίνα Έλλην.
Είμαι πεπεισμένη ότι οι πατούσες μου είναι αρραβωνιασμένες στα κρυφά μ’εκείνο το είδος χώματος που έχει μέσα του μάρμαρο και ρίζες –ρίζες που σκοντάφτουν στην ανάσα μου όταν σκαρφαλώνει η ακρόπολη στο μυαλό μου.
Και Φεβρουάριο να κάνω βόλτα εκεί πάνω, είναι σαν να κουβαλάω στους ώμους μου τζιτζίκια (σαν να μπαινοβγαίνει ο Ιούλιος στις τρυπίτσες τού πουλόβερ μου –με τον ίδιο τρόπο που μπαινοβγαίνει ο έρωτας σε μια κουμπότρυπα).
(Βέβαια έχω χρόνια να φάω ψωμί ζυμωτό και κομμένο στα γόνατα από χέρια γιαγιάς, αλλά άμα κοιτάς την αθήνα ψίχουλο ψίχουλο από ψηλά, είναι σαν να τρυπώνει μια μυρωδιά ψωμιού κάτω από τη φούστα σου –και τίποτα δεν τη λεκιάζει αυτήν τη μυρωδιά: ούτε το βούτυρο, ούτε τα ρόδια, ούτε καν μια καρδιά που χοροπηδάει γυμνή στις τσουκνίδες.)
Νιώθω δυο κόκκινες χαλκομανίες να ζωγραφίζουν την ελλάδα στα μάγουλά μου, εκεί πάνω, από ντροπή ίσως (που χωρίς να κάνω τίποτα μου χαρίζεται στο πιάτο μου τόση γινωμένη ομορφιά και κάποιος μου λέει φάε).
Κάτω από τη φόδρα του στήθους μου κρύβονται οι μπαταρίες που ενεργοποιούν αυτόματα τις λέξεις μου εκεί -οι λέξεις στάζουν από τα μαλλιά μου, από τα μάτια μου, από τα δάχτυλα, από τις ρώγες μου, από οπουδήποτε εκτός από το στόμα μου. (Που το ανοίγω μόνο για να καταπιώ έναν συρμό του μετρό -μπας και δεν γυρίσω σπίτι.)
Στο στομάχι μου μια καρυάτιδα αλέθεται ήδη με μια φέτα καρπούζι, η παναγία περπατάει πλανόδια στην αρεοπαγίτου πουλώντας γρανίτες, σανδάλια, κόκκαλα, και βραχιόλια από κοχύλια.
Απλώνω το χέρι μου, και ξεριζώνω δυο τρία αθηναϊκά νεοκλασικά του γούστου μου. (Τα χώνω στις τσέπες μου, λες και μου ανήκουν. Έτσι. Να τα παίρνω μαζί μου στα μακρινά ταξίδια -να ντεκοράρω τα μακρινά απογεύματα.)
Στο βάθος του ορίζοντα το μάτι μου γραπώνει και χώνει στην τσέπη του δυο πλοία.
Και φυσικά πάντα κοιτάζω κάτω.
Τι παράταιρο που δεν στέκεται ένα δεύτερο σώμα μου κοντά μου να δω την πόλη μου με δυο καρδιές και δυο στόματα. (Πώς να σου φτάσει μόνο ένα σώμα εδώ πάνω, πώς να μοιραστείς το περίσσιο θησείο στα δύο μ'ένα μόνο σώμα;)
Η ώρα περνάει -στο απέναντι πεζοδρόμιο. (Γίνεται αγαλματάκι σε μουσείο.) Η ώρα. (Κυρηγμένη διατηρητέα.) Τώρα, παλιά, και στο μέλλον: η ίδια.
Αν κάτσεις με υπομονή, ο ήλιος κατρακυλάει από το κλαδί του σαν πορτοκάλι.
(Βραδιάζει το θυμάρι και ξημερώνει γιασεμί.)
Δροσούλα.
(Τραβάω τον ουρανό σαν κουβέρτα και τον τυλίγομαι σφιχτό μπλε.)
"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;"
(Πόσοι εκείνη την ώρα να τρώνε, να κοιμούνται, να τσακώνονται, να χασμουριούνται, να κατουράνε, να διαβάζουν, να γαμάνε, να πεθαίνουν ή να χτενίζονται;)
Δεν κάνει διαφορά.
"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;" Τι πάει να πει αυτό; Τι ρωτάς; Δεν ξέρεις;
Όλοι, (είτε τρώνε, κοιμούνται, τσακώνονται, χασμουριούνται, κατουράνε, διαβάζουν, γαμάνε, πεθαίνουν ή χτενίζονται) είναι λες και κάνουν την ίδια δουλειά το πρωί -λες και δεν υπάρχουν φαρμακοποιοί, εστιάτορες, τραπεζίτες, πουτάνες, ηλεκτρολόγοι, δικηγόροι, μα μόνο άνθρωποι που ράβουν (πάνω σε κάθε ελληνικό χαλίκι, και λουκούμι, και πρόβατο), όλοι μα όλοι μας, όλοι μας την ίδια δουλειά, συνάδελφοι, άνθρωποι που ράβουν, (όλη η χώρα ένα ραφτάδικο), άνθρωποι που ράβουν χωρίς τύψεις, φασόν, πάνω σε όλα, (στις λέξεις, στα καρπούζια, στον Σωκράτη), ένα ναϋλον ταμπελάκι "μεϊντ ιν τσαϊνα".
...
Και Φεβρουάριο να κάνω βόλτα εκεί πάνω, είναι σαν να κουβαλάω στους ώμους μου τζιτζίκια (σαν να μπαινοβγαίνει ο Ιούλιος στις τρυπίτσες τού πουλόβερ μου –με τον ίδιο τρόπο που μπαινοβγαίνει ο έρωτας σε μια κουμπότρυπα).
(Βέβαια έχω χρόνια να φάω ψωμί ζυμωτό και κομμένο στα γόνατα από χέρια γιαγιάς, αλλά άμα κοιτάς την αθήνα ψίχουλο ψίχουλο από ψηλά, είναι σαν να τρυπώνει μια μυρωδιά ψωμιού κάτω από τη φούστα σου –και τίποτα δεν τη λεκιάζει αυτήν τη μυρωδιά: ούτε το βούτυρο, ούτε τα ρόδια, ούτε καν μια καρδιά που χοροπηδάει γυμνή στις τσουκνίδες.)
Νιώθω δυο κόκκινες χαλκομανίες να ζωγραφίζουν την ελλάδα στα μάγουλά μου, εκεί πάνω, από ντροπή ίσως (που χωρίς να κάνω τίποτα μου χαρίζεται στο πιάτο μου τόση γινωμένη ομορφιά και κάποιος μου λέει φάε).
Κάτω από τη φόδρα του στήθους μου κρύβονται οι μπαταρίες που ενεργοποιούν αυτόματα τις λέξεις μου εκεί -οι λέξεις στάζουν από τα μαλλιά μου, από τα μάτια μου, από τα δάχτυλα, από τις ρώγες μου, από οπουδήποτε εκτός από το στόμα μου. (Που το ανοίγω μόνο για να καταπιώ έναν συρμό του μετρό -μπας και δεν γυρίσω σπίτι.)
Στο στομάχι μου μια καρυάτιδα αλέθεται ήδη με μια φέτα καρπούζι, η παναγία περπατάει πλανόδια στην αρεοπαγίτου πουλώντας γρανίτες, σανδάλια, κόκκαλα, και βραχιόλια από κοχύλια.
Απλώνω το χέρι μου, και ξεριζώνω δυο τρία αθηναϊκά νεοκλασικά του γούστου μου. (Τα χώνω στις τσέπες μου, λες και μου ανήκουν. Έτσι. Να τα παίρνω μαζί μου στα μακρινά ταξίδια -να ντεκοράρω τα μακρινά απογεύματα.)
Στο βάθος του ορίζοντα το μάτι μου γραπώνει και χώνει στην τσέπη του δυο πλοία.
Και φυσικά πάντα κοιτάζω κάτω.
Τι παράταιρο που δεν στέκεται ένα δεύτερο σώμα μου κοντά μου να δω την πόλη μου με δυο καρδιές και δυο στόματα. (Πώς να σου φτάσει μόνο ένα σώμα εδώ πάνω, πώς να μοιραστείς το περίσσιο θησείο στα δύο μ'ένα μόνο σώμα;)
Η ώρα περνάει -στο απέναντι πεζοδρόμιο. (Γίνεται αγαλματάκι σε μουσείο.) Η ώρα. (Κυρηγμένη διατηρητέα.) Τώρα, παλιά, και στο μέλλον: η ίδια.
Αν κάτσεις με υπομονή, ο ήλιος κατρακυλάει από το κλαδί του σαν πορτοκάλι.
(Βραδιάζει το θυμάρι και ξημερώνει γιασεμί.)
Δροσούλα.
(Τραβάω τον ουρανό σαν κουβέρτα και τον τυλίγομαι σφιχτό μπλε.)
"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;"
(Πόσοι εκείνη την ώρα να τρώνε, να κοιμούνται, να τσακώνονται, να χασμουριούνται, να κατουράνε, να διαβάζουν, να γαμάνε, να πεθαίνουν ή να χτενίζονται;)
Δεν κάνει διαφορά.
"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;" Τι πάει να πει αυτό; Τι ρωτάς; Δεν ξέρεις;
Όλοι, (είτε τρώνε, κοιμούνται, τσακώνονται, χασμουριούνται, κατουράνε, διαβάζουν, γαμάνε, πεθαίνουν ή χτενίζονται) είναι λες και κάνουν την ίδια δουλειά το πρωί -λες και δεν υπάρχουν φαρμακοποιοί, εστιάτορες, τραπεζίτες, πουτάνες, ηλεκτρολόγοι, δικηγόροι, μα μόνο άνθρωποι που ράβουν (πάνω σε κάθε ελληνικό χαλίκι, και λουκούμι, και πρόβατο), όλοι μα όλοι μας, όλοι μας την ίδια δουλειά, συνάδελφοι, άνθρωποι που ράβουν, (όλη η χώρα ένα ραφτάδικο), άνθρωποι που ράβουν χωρίς τύψεις, φασόν, πάνω σε όλα, (στις λέξεις, στα καρπούζια, στον Σωκράτη), ένα ναϋλον ταμπελάκι "μεϊντ ιν τσαϊνα".
...
19 Απρ 2009
Ντόλτσε και Καμπάνα.
Παρότι φεμινίστρια δεν ήμουν ποτέ (κι αν έβγαινες στον δρόμο και με φώναζες Γεωργία Σάνδη, δεν θα γυρνούσα με τίποτα το κεφάλι μου), απόψε θα επινοήσω ένα θηλυκό να ανασταίνεται (ένα θηλυκό που, με τη σύμφωνη γνώμη του Σαραντάρη, "ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο, ήταν και τα δύο").
...
Ξέρω ελάχιστα πράγματα γι'αυτήν -ίσως της άρεσαν τα μανταρίνια. (Μπορεί και όχι.)
(Θα είχε πλάκα να της άρεσαν τα μανταρίνια -θα μπορούσαμε να τη λέμε Κλημεντίνη.)
...
Της είχε πει θα περάσω να σε πάρω στις πέντε ακριβώς, (είχαν ραντεβού για καισαρική στις πεντέμιση κι ακόμη να φανεί).
Ξαφνικά πέντε και (και ψυχή στην πόρτα), έξι παρά τέταρτο (και τίποτα). Και να απάνταγε στο κινητό του τουλάχιστον... ("Μα του κάκου" -όπως χαριτωμένα θά'λεγε κι η Ξένια Καλογεροπούλου.)
...
Κατέβηκε τις σκάλες προσεκτικά και μόνη, η στρουμπουλή κοιλίτσα της τής έκρυβε τα σέβεντυς σαγιοναράκια της (αυτά με τους μεγάλους ηλίανθους), και περπατούσε αστεία: σαν παπίτσα.
...
(Το αγοράκι θα το ονόμαζαν Αλέξανδρο.)
"Αλέξανδρος", της είπε τη μέρα που τη γνώρισε ο καλός της -παρότι τον λέγαν Νικόλα.
"Χαιρώ πολύ Αλέξανδρε", του απάντησαν τα μεγάλα μάτια της εν χορώ, στάζοντας αμύγδαλα και μέλι στο πεζοδρόμιο (μετατρέπωντας τις πλάκες σε φλωρεντίνες).
"Όχι, όχι...δεν κατάλαβες", τη διόρθωσε.
"Τον γιο μας θα ονομάσουμε έτσι".
(Κι ο δρόμος, Ραβέλ και Μπραμς γωνία, ανάβλυζε μουσική, λες κι ο φυσικός ήχος των πεδοδρομίων είναι ν' αχνίζουν βαλσάκια.)
Ε τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε.
Άνθρωποι ενωμένοι με ψυχική κομψότητα (από αυτούς που όταν ακουμπήσουν ένα καμμένο δέντρο βγάζει γλασαρισμένα ανθάκια πορτοκαλιάς -από αυτά που έβαζε το '80 ο Μικές στις τούρτες γενεθλίων).
...
Έφτασε στο μαιευτήριο στις έξι και είκοσι χωρίς εκείνον, σαν κάτι να λιγόστευε εκείνο το απόγευμα, (δύο ηλίανθοι να ανεβαίνουν τα σκαλιά χωρίς τα γκρι του τα αθλητικά διπλαδίπλα, μια εικόνα παράταιρη -σαν να λιγόστευε η νορμαλότητα).
Είχαν και λίγο κοκκινόχωμα τ'αθλητικά του από κάτω, απ'το προχθεσινό πικνίκ.
(Πήγαιναν συχνά για πικνίκ -στον υμηττό τους. Είχαν φυτέψει και αληθινό άνιθο σε κάτι γλαστράκια στην κουζίνα. Μια μέρα πήγαν στην Ακρόπολη κι αρραβωνιάσανε τα εσώρουχά τους ακριβώς κάτω από την πινακίδα που γράφει "απαγορεύονται οι άσεμνες δρασητριότητες". Είχαν και διθέσιο ποδήλατο.)
...
Όμως που ήταν τώρα; Γιατί αργούσε; Γιατί δεν ήταν εκεί να της κρατάει το φόβο απ' τον λαιμό;
...
("Λυπάμαι πολύ". Μόνο αυτό: "λυπάμαι πολύ" -της είπε μια φωνή στο κινητό της, λίγο πριν μπει ο κύριος Στρατάκης για να προκαλέσει τη διαδικασία του "τοκετού με ραντεβού".)
...
"Δεν θα γεννήσω σήμερα γιατρέ...Θα έρθω αύριο ή μεθαύριο...", ψιθύρισε εκείνη. "Ο Νικόλας. Χτύπησε με τ' αυτοκίνητο. Πάει."
...
Κατέβηκε τις σκάλες σαν να μην υπήρχαν σκάλες. (Κάποιοι είπαν ότι είδαν τα σαγιοναράκια να εκτοξέυονται από το παράθυρο και να καρφώνονται στο παρκέ του σπιτιού τους περιέχοντάς την.)
Ξάπλωσε. (Δεν έστεκε να είναι όρθια, δεν υπήρχε τίποτα όρθιο που να μπορούσε να την κουβαλήσει, κι έφερε το σεντόνι πάνω στο πρόσωπό της, τόσο ώστε να την καλύπτει μέχρι και τη μύτη. Έκλεισε τα μάτια ερμητικά -κι άρχισε από το πρώτο δευετρόλεπτο να τα νιώθει να αλλάζουν αργά-αργά χρώμα, από μελί σε πράσινο).
Πέρασε ένα εικοσιτετράωρο έτσι.
Μετά δύο.
Έξι.
Τριανταπέντε.
Κόντευε δέκα μηνών ακίνητη.
"Θα μείνεις στην κοιλίτσα της μανούλας μέχρι να μεγαλώσεις αρκετά", τα συμφώνησε με το αγοράκι, "έχεις νερό, φαγητό, ζεστασιά -πιες με, φάε με, κρατήσου."
Έφτασε δώδεκα.
"Σπρώξε" -θα της έλεγε ο γιατρός της προ τριμήνου.
(Κι αυτή έσπρωχνε -μα προς τα μέσα της.)
Κι έφτασε δεκαπέντε μηνών.
Είκοσι.
Σαραντατεσσάρων.
(Και λοιπά. )
...
Ιατρικό θαύμα.
...
Χρόνια πολλά κράτησε επί τούτου το νεοΑγέννητο στα μέσα της, εκεί να ψηλώνει, και να απλώνεται, πριν το φέρει ανορθόδοξα στον κόσμο -λες και δεν ήταν σώμα το σώμα της πια, μα κουκούλι.
(Ώσπου ένα πρωί, ο δεύτερος άνθρωπος-περιεχόμενο ψήλωσε πια τόσο πολύ μέσα της, που έγινε ίσος ακριβώς μ' εκείνην, ολοκληρώνοντας την εξάχνωση της σάρκας της σταδιακά, ερχόμενος λίγο-λίγο στην επιφάνεια, γεμίζοντάς την, σαν από πίσω από το δέρμα της, ώς τη στιγμή που άνοιξαν πλέον τα δικά του μάτια στη θέση των δικών της.)
...
Εύχομαι να σας ακούγεται όσο ανθρώπινο σηκώνει η μέρα: το να υπήρχε όντως η δυνατότητα μια γυναίκα να μπορούσε να επιλέξει να εξαχνωθεί, να εξαϋλωθεί -και να αναστηθεί θανάτω θάνατον πατήσασα (και τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα)-, αντικαθιστώντας εαυτόν με το γιο της, κρατώντας τον μέσα της να την κοινωνεί εκ των έσω μέχρι εκείνος ν' ανδρωθεί, προκειμένου να είναι Αυτός ο μόνος ενήλικος άντρας μέσα της πια, μετά τον Αγαπημένο της, αν αυτό για αυτήν σήμαινε λύτρωση.
ΥΓ1
Πολύς κόσμος λέει συχνά ότι "κουβαλάει το δικό του σταυρό". Εγώ πάλι διαπιστώνω ότι ο καθένας μας έχει μπροστά του ανά πάσα στιγμή πεντέξι σταυρούς -μπορεί δέκα, είκοσι.
ΥΓ2
(Επιλογές.)
ΥΓ3
(Ζωή.)
ΥΓ4
Κι όλοι πάμε και διαλέγουμε τον χειρότερο σταυρό απ' όόόόόλη τη γκάμα μπροστά μας -μόνοι μας- χωρίς την παραμικρή πίεση από πουθενά, ποιος ξέρει γιατί, ίσως όντως για λύτρωση, ίσως γιατί πιστεύουμε ότι όσο χειρότερο το πάθος που διαλέξουμε τόσο πιο αμεταχείριστη και αληθώς δοξασμένη η ανάστασή μας, τόσο πιο...αγνή.
ΥΓ5
Θα μου πείτε που κολλάει η αγνότητα; Μα ελάτε τώρα! Παντού. Στην Ανάσταση, στην Αγάπη, στο Πέρασμα από έναν εαυτό σε άλλο.
ΥΓ6
Από την άλλη κατά τον Άλντους Χάξλεϋ είναι η πιο ασυνήθιστη διαστροφή. (Κάπου εδώ θα πεταγόταν κι ο Ανατόλ Φρανς, προσθέτοντας πως "η αγνότητα είναι η πλέον παράδοξη των ερωτικών ανωμαλιών".)
ΥΓ7
Όμως επιμένω: αν μου πείτε ότι γράφω χωρίς ειρμό και με ρωτήσετε γιατί αναφέρω την αγνότητα θα παραξενευτώ.
ΥΓ8
Σύμφωνοι -αγνότητα σωματική δεν υπήρξε πουθενά στα παραπάνω. (Αλλά εσείς μόνο σώματα είδατε παραπάνω; Εγώ ούτ' ένα.)
ΥΓ9
Βέβαια, θα μου πείτε, αφού έχουμε Πάσχα, και όχι Χριστούγεννα, τι ξεκίνησα να μπλέκω την Ανάσταση με γέννες -αγνών έστω προθέσεων;
ΥΓ10
Ίσως επηρεάστηκα απ' την προσδοκώμενη του Χρήστου Γέννα.
ΥΓ11
Πίναμε τσάι προχτές τυχαία στο Ντόλτσε μαζί, λίγο πριν χτυπήσει η Καμπάνα του Αγιουδιονύση -εξού και ο τίτλος του ποστ. Ο άνθρωπος αυτός, (παρακαλώ κρατήστε προς τιμήν του ενός λεπτού κραυγή), έχασε το λίγων μηνών αγοράκι του πριν λίγους μήνες, κάνοντάς μας να αρχίσουμε τα συναισθηματικά μπότοξ -που οι μήνες είναι πάντα λίγοι.
ΥΓ12
Έκτοτε προσδοκεί. Και προσπαθεί να καταλάβει αν υπάρχει κάτι χειρότερο από αυτό που τον βρήκε, κι αν είναι ανίερο να λαχταράει τόσο κολασμένα έναν νεογέννητο παράδεισο.
ΥΓ13
"Όχι δηλαδή πες μου εσύ ρε Έσσλιν, τι πιστεύεις. ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ είναι ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ; Να χάνεις ένα παιδί ή να... έχεις μια ανίατη νόσο σαν τη δική σου ;"
ΥΓ14
Καλέ μου. Αν επιμένεις να κάνουμε τον διαγωνσιμό σταυρών και να συγκρίνω "τα δικά μου" με το να χάνεις ένα παιδί, θα σου δώσω και δημόσια την προχτέσινη μου απάντηση (την κράτησα σε τάπερ, να μείνει φρέσκια): Για μένα "τα δικά μου" είναι σαν να κουβαλάω στην μήτρα μου τον εαυτό μου οχτώ χρονών, και να τον περιφέρω μονίμως αγέννητο και χωρίς καμμία πρόθεση να γεννηθεί.
ΥΓ15
Οπότε το δικό σου, ναι, είναι χειρότερο -αυτό ξέχασα να στο διευκρινίσω-, αλλάξαμε κουβέντα. (Η αυτοκατανάλωση δεν γίνεται να είναι χειρότερη: εγώ κατασκευάζω μόνη τον σκελέτο στην ντουλαπά μου, εσένα σου τον φέρανε "δώρο".)
Άρα "κέρδισες".
ΥΓ16
Αν μάλιστα κάναμε συγκριτική διαφήμιση, (με σκηνοθέτη τον Γούντυ), στο προϊοντικό ντέμο το δικό σου θα είχε περισσότερους μαύρους και κόκκινους κόκκους.
ΥΓ17
Το μόνο που έχει πραγματικά σημασία είναι ότι η αμέσως προηγούμενη κουβέντα μας ήταν για γκόμενες και η επόμενη για το πόσο γλειώδης είναι ο σερβιτόρος ο "Πωστονλένε".
ΥΓ18
Ίσως αυτό είναι η ζωή, ό,τι σου σερβίρεται να το τρως, σαχλαμάρα και σοβαρότητα σε ίσες δόσεις. (Κρύο, ζεστό.)
ΥΓ19
Ντόλτσε.
ΥΓ20
Που σημαίνει γλυκό.
ΥΓ21
Και καμπάνα.
ΥΓ22
Που σου έρχεται κατακέφαλα όταν όλα είναι πικρά.
ΥΓ23
(Τώρα βέβαια κάποιοι διαβάζοντας τον τίτλο του ποστ σκέφτηκαν μόνο φιρμάτα παπούτσια ή ρούχα.)
ΥΓ24
Δεν βαριέσαι, και μένα, καμμιά φορά η αναγέννηση μου φέρνει στο νου απλώς ροζουλί ευτραφείς κοπελούδες. Αγνότητα -που λέγαμε και πριν, πριν αρχίσουμε να τρώμε ό,τι μας σερβίρει η ζωή.
ΥΓ25
"Η αγνότητα δεν είναι περισσότερο αρετή απ' ό,τι ο υποσιτισμός".
ΥΓ26
Αυτό το είπε ο Άλεξ Κόμφορτ.
ΥΓ27
(Βέρυ κόμφορταμπλ.)
...
ΚΑΛΟ ΠΑΣΟΒΕΡ. ΕΝΤ ΑΟΥΤ.
...
...
Ξέρω ελάχιστα πράγματα γι'αυτήν -ίσως της άρεσαν τα μανταρίνια. (Μπορεί και όχι.)
(Θα είχε πλάκα να της άρεσαν τα μανταρίνια -θα μπορούσαμε να τη λέμε Κλημεντίνη.)
...
Της είχε πει θα περάσω να σε πάρω στις πέντε ακριβώς, (είχαν ραντεβού για καισαρική στις πεντέμιση κι ακόμη να φανεί).
Ξαφνικά πέντε και (και ψυχή στην πόρτα), έξι παρά τέταρτο (και τίποτα). Και να απάνταγε στο κινητό του τουλάχιστον... ("Μα του κάκου" -όπως χαριτωμένα θά'λεγε κι η Ξένια Καλογεροπούλου.)
...
Κατέβηκε τις σκάλες προσεκτικά και μόνη, η στρουμπουλή κοιλίτσα της τής έκρυβε τα σέβεντυς σαγιοναράκια της (αυτά με τους μεγάλους ηλίανθους), και περπατούσε αστεία: σαν παπίτσα.
...
(Το αγοράκι θα το ονόμαζαν Αλέξανδρο.)
"Αλέξανδρος", της είπε τη μέρα που τη γνώρισε ο καλός της -παρότι τον λέγαν Νικόλα.
"Χαιρώ πολύ Αλέξανδρε", του απάντησαν τα μεγάλα μάτια της εν χορώ, στάζοντας αμύγδαλα και μέλι στο πεζοδρόμιο (μετατρέπωντας τις πλάκες σε φλωρεντίνες).
"Όχι, όχι...δεν κατάλαβες", τη διόρθωσε.
"Τον γιο μας θα ονομάσουμε έτσι".
(Κι ο δρόμος, Ραβέλ και Μπραμς γωνία, ανάβλυζε μουσική, λες κι ο φυσικός ήχος των πεδοδρομίων είναι ν' αχνίζουν βαλσάκια.)
Ε τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε.
Άνθρωποι ενωμένοι με ψυχική κομψότητα (από αυτούς που όταν ακουμπήσουν ένα καμμένο δέντρο βγάζει γλασαρισμένα ανθάκια πορτοκαλιάς -από αυτά που έβαζε το '80 ο Μικές στις τούρτες γενεθλίων).
...
Έφτασε στο μαιευτήριο στις έξι και είκοσι χωρίς εκείνον, σαν κάτι να λιγόστευε εκείνο το απόγευμα, (δύο ηλίανθοι να ανεβαίνουν τα σκαλιά χωρίς τα γκρι του τα αθλητικά διπλαδίπλα, μια εικόνα παράταιρη -σαν να λιγόστευε η νορμαλότητα).
Είχαν και λίγο κοκκινόχωμα τ'αθλητικά του από κάτω, απ'το προχθεσινό πικνίκ.
(Πήγαιναν συχνά για πικνίκ -στον υμηττό τους. Είχαν φυτέψει και αληθινό άνιθο σε κάτι γλαστράκια στην κουζίνα. Μια μέρα πήγαν στην Ακρόπολη κι αρραβωνιάσανε τα εσώρουχά τους ακριβώς κάτω από την πινακίδα που γράφει "απαγορεύονται οι άσεμνες δρασητριότητες". Είχαν και διθέσιο ποδήλατο.)
...
Όμως που ήταν τώρα; Γιατί αργούσε; Γιατί δεν ήταν εκεί να της κρατάει το φόβο απ' τον λαιμό;
...
("Λυπάμαι πολύ". Μόνο αυτό: "λυπάμαι πολύ" -της είπε μια φωνή στο κινητό της, λίγο πριν μπει ο κύριος Στρατάκης για να προκαλέσει τη διαδικασία του "τοκετού με ραντεβού".)
...
"Δεν θα γεννήσω σήμερα γιατρέ...Θα έρθω αύριο ή μεθαύριο...", ψιθύρισε εκείνη. "Ο Νικόλας. Χτύπησε με τ' αυτοκίνητο. Πάει."
...
Κατέβηκε τις σκάλες σαν να μην υπήρχαν σκάλες. (Κάποιοι είπαν ότι είδαν τα σαγιοναράκια να εκτοξέυονται από το παράθυρο και να καρφώνονται στο παρκέ του σπιτιού τους περιέχοντάς την.)
Ξάπλωσε. (Δεν έστεκε να είναι όρθια, δεν υπήρχε τίποτα όρθιο που να μπορούσε να την κουβαλήσει, κι έφερε το σεντόνι πάνω στο πρόσωπό της, τόσο ώστε να την καλύπτει μέχρι και τη μύτη. Έκλεισε τα μάτια ερμητικά -κι άρχισε από το πρώτο δευετρόλεπτο να τα νιώθει να αλλάζουν αργά-αργά χρώμα, από μελί σε πράσινο).
Πέρασε ένα εικοσιτετράωρο έτσι.
Μετά δύο.
Έξι.
Τριανταπέντε.
Κόντευε δέκα μηνών ακίνητη.
"Θα μείνεις στην κοιλίτσα της μανούλας μέχρι να μεγαλώσεις αρκετά", τα συμφώνησε με το αγοράκι, "έχεις νερό, φαγητό, ζεστασιά -πιες με, φάε με, κρατήσου."
Έφτασε δώδεκα.
"Σπρώξε" -θα της έλεγε ο γιατρός της προ τριμήνου.
(Κι αυτή έσπρωχνε -μα προς τα μέσα της.)
Κι έφτασε δεκαπέντε μηνών.
Είκοσι.
Σαραντατεσσάρων.
(Και λοιπά. )
...
Ιατρικό θαύμα.
...
Χρόνια πολλά κράτησε επί τούτου το νεοΑγέννητο στα μέσα της, εκεί να ψηλώνει, και να απλώνεται, πριν το φέρει ανορθόδοξα στον κόσμο -λες και δεν ήταν σώμα το σώμα της πια, μα κουκούλι.
(Ώσπου ένα πρωί, ο δεύτερος άνθρωπος-περιεχόμενο ψήλωσε πια τόσο πολύ μέσα της, που έγινε ίσος ακριβώς μ' εκείνην, ολοκληρώνοντας την εξάχνωση της σάρκας της σταδιακά, ερχόμενος λίγο-λίγο στην επιφάνεια, γεμίζοντάς την, σαν από πίσω από το δέρμα της, ώς τη στιγμή που άνοιξαν πλέον τα δικά του μάτια στη θέση των δικών της.)
...
Εύχομαι να σας ακούγεται όσο ανθρώπινο σηκώνει η μέρα: το να υπήρχε όντως η δυνατότητα μια γυναίκα να μπορούσε να επιλέξει να εξαχνωθεί, να εξαϋλωθεί -και να αναστηθεί θανάτω θάνατον πατήσασα (και τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα)-, αντικαθιστώντας εαυτόν με το γιο της, κρατώντας τον μέσα της να την κοινωνεί εκ των έσω μέχρι εκείνος ν' ανδρωθεί, προκειμένου να είναι Αυτός ο μόνος ενήλικος άντρας μέσα της πια, μετά τον Αγαπημένο της, αν αυτό για αυτήν σήμαινε λύτρωση.
ΥΓ1
Πολύς κόσμος λέει συχνά ότι "κουβαλάει το δικό του σταυρό". Εγώ πάλι διαπιστώνω ότι ο καθένας μας έχει μπροστά του ανά πάσα στιγμή πεντέξι σταυρούς -μπορεί δέκα, είκοσι.
ΥΓ2
(Επιλογές.)
ΥΓ3
(Ζωή.)
ΥΓ4
Κι όλοι πάμε και διαλέγουμε τον χειρότερο σταυρό απ' όόόόόλη τη γκάμα μπροστά μας -μόνοι μας- χωρίς την παραμικρή πίεση από πουθενά, ποιος ξέρει γιατί, ίσως όντως για λύτρωση, ίσως γιατί πιστεύουμε ότι όσο χειρότερο το πάθος που διαλέξουμε τόσο πιο αμεταχείριστη και αληθώς δοξασμένη η ανάστασή μας, τόσο πιο...αγνή.
ΥΓ5
Θα μου πείτε που κολλάει η αγνότητα; Μα ελάτε τώρα! Παντού. Στην Ανάσταση, στην Αγάπη, στο Πέρασμα από έναν εαυτό σε άλλο.
ΥΓ6
Από την άλλη κατά τον Άλντους Χάξλεϋ είναι η πιο ασυνήθιστη διαστροφή. (Κάπου εδώ θα πεταγόταν κι ο Ανατόλ Φρανς, προσθέτοντας πως "η αγνότητα είναι η πλέον παράδοξη των ερωτικών ανωμαλιών".)
ΥΓ7
Όμως επιμένω: αν μου πείτε ότι γράφω χωρίς ειρμό και με ρωτήσετε γιατί αναφέρω την αγνότητα θα παραξενευτώ.
ΥΓ8
Σύμφωνοι -αγνότητα σωματική δεν υπήρξε πουθενά στα παραπάνω. (Αλλά εσείς μόνο σώματα είδατε παραπάνω; Εγώ ούτ' ένα.)
ΥΓ9
Βέβαια, θα μου πείτε, αφού έχουμε Πάσχα, και όχι Χριστούγεννα, τι ξεκίνησα να μπλέκω την Ανάσταση με γέννες -αγνών έστω προθέσεων;
ΥΓ10
Ίσως επηρεάστηκα απ' την προσδοκώμενη του Χρήστου Γέννα.
ΥΓ11
Πίναμε τσάι προχτές τυχαία στο Ντόλτσε μαζί, λίγο πριν χτυπήσει η Καμπάνα του Αγιουδιονύση -εξού και ο τίτλος του ποστ. Ο άνθρωπος αυτός, (παρακαλώ κρατήστε προς τιμήν του ενός λεπτού κραυγή), έχασε το λίγων μηνών αγοράκι του πριν λίγους μήνες, κάνοντάς μας να αρχίσουμε τα συναισθηματικά μπότοξ -που οι μήνες είναι πάντα λίγοι.
ΥΓ12
Έκτοτε προσδοκεί. Και προσπαθεί να καταλάβει αν υπάρχει κάτι χειρότερο από αυτό που τον βρήκε, κι αν είναι ανίερο να λαχταράει τόσο κολασμένα έναν νεογέννητο παράδεισο.
ΥΓ13
"Όχι δηλαδή πες μου εσύ ρε Έσσλιν, τι πιστεύεις. ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ είναι ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ; Να χάνεις ένα παιδί ή να... έχεις μια ανίατη νόσο σαν τη δική σου ;"
ΥΓ14
Καλέ μου. Αν επιμένεις να κάνουμε τον διαγωνσιμό σταυρών και να συγκρίνω "τα δικά μου" με το να χάνεις ένα παιδί, θα σου δώσω και δημόσια την προχτέσινη μου απάντηση (την κράτησα σε τάπερ, να μείνει φρέσκια): Για μένα "τα δικά μου" είναι σαν να κουβαλάω στην μήτρα μου τον εαυτό μου οχτώ χρονών, και να τον περιφέρω μονίμως αγέννητο και χωρίς καμμία πρόθεση να γεννηθεί.
ΥΓ15
Οπότε το δικό σου, ναι, είναι χειρότερο -αυτό ξέχασα να στο διευκρινίσω-, αλλάξαμε κουβέντα. (Η αυτοκατανάλωση δεν γίνεται να είναι χειρότερη: εγώ κατασκευάζω μόνη τον σκελέτο στην ντουλαπά μου, εσένα σου τον φέρανε "δώρο".)
Άρα "κέρδισες".
ΥΓ16
Αν μάλιστα κάναμε συγκριτική διαφήμιση, (με σκηνοθέτη τον Γούντυ), στο προϊοντικό ντέμο το δικό σου θα είχε περισσότερους μαύρους και κόκκινους κόκκους.
ΥΓ17
Το μόνο που έχει πραγματικά σημασία είναι ότι η αμέσως προηγούμενη κουβέντα μας ήταν για γκόμενες και η επόμενη για το πόσο γλειώδης είναι ο σερβιτόρος ο "Πωστονλένε".
ΥΓ18
Ίσως αυτό είναι η ζωή, ό,τι σου σερβίρεται να το τρως, σαχλαμάρα και σοβαρότητα σε ίσες δόσεις. (Κρύο, ζεστό.)
ΥΓ19
Ντόλτσε.
ΥΓ20
Που σημαίνει γλυκό.
ΥΓ21
Και καμπάνα.
ΥΓ22
Που σου έρχεται κατακέφαλα όταν όλα είναι πικρά.
ΥΓ23
(Τώρα βέβαια κάποιοι διαβάζοντας τον τίτλο του ποστ σκέφτηκαν μόνο φιρμάτα παπούτσια ή ρούχα.)
ΥΓ24
Δεν βαριέσαι, και μένα, καμμιά φορά η αναγέννηση μου φέρνει στο νου απλώς ροζουλί ευτραφείς κοπελούδες. Αγνότητα -που λέγαμε και πριν, πριν αρχίσουμε να τρώμε ό,τι μας σερβίρει η ζωή.
ΥΓ25
"Η αγνότητα δεν είναι περισσότερο αρετή απ' ό,τι ο υποσιτισμός".
ΥΓ26
Αυτό το είπε ο Άλεξ Κόμφορτ.
ΥΓ27
(Βέρυ κόμφορταμπλ.)
...
ΚΑΛΟ ΠΑΣΟΒΕΡ. ΕΝΤ ΑΟΥΤ.
...
11 Απρ 2009
Βανάκι Φολκσβάγκεν.
Έφτασα λίγα λεπτά πριν από εκείνον.
Στριφογύρισα αναποφάσιστη, να μπω, να μην μπω, να πεταχτώ μήπως πρώτα κάπου αλλού.
Και μπήκα.
Από τους επτά άντρες που κάθονταν (συνοδευόμενοι) στο μπαρ, με κοίταξε μόνο ένας, αλλά κι αυτός αδιάφορα, και μάλλον τυχαία, αυτή που σίγουρα ενοχλήθηκε από την παρουσία μου ήταν η γυναίκα δίπλα του, σαραντάρα, σφιχτά λεπτά χείλια, από αυτές που ενοχλούνται ακόμη κι από ένα μυρμηγκάκι. (Την ακούμπησα τυχαία, κούνησε το χέρι χωρίς να με κοιτάξει, συγκρατημένα και σπασμωδικά ταυτόχρονα -λες και ήταν σαρανταπέντε, λες και μικρή τη χάιδευε πρόστυχα κάποιος που δεν πολυέπρεπε -παράδειγμα ο θείος Αλέκος).
Εκείνος μπήκε στις οχτώ παρά τρία, “έχω κλείσει τραπέζι για τις οχτώ”, τον κάθισαν χωρίς καμμία δουλική υπόκλιση (πράγμα που φάνηκε να τον ενόχλησε).
Άρχισα να τον παρατηρώ, ακουμπισμένη στον τοίχο, τέσσερα τραπέζια πιο πίσω, έτσι ώστε να με κρύβει η πλάτη ενός ξανθού νεαρού (παρθένου υποθέτω, αν κρίνω απ’ τα ανάγωγα σπυράκια του).
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε. Δεν είχε ιδέα ότι ήμουν εκεί –πόσο μάλλον ότι έτσι μού’ρθε να τον παρακολουθήσω, αλλά ούτε και που θα του πήγαινε ποτέ το μυαλό: και να με πρόσεχε από μακριά δεν νομίζω να του έκανα εντύπωση, μία μέσα στις πολλές, όπως πάντα... όλες ίδιες είμαστε. (Άσχετα αν εμένα τίποτα δεν μου κόβει τα φτερά.)
Εκείνη ήρθε όμορφη και ακριβής, μόλις τρία λεπτά μετά -και ήταν σαφές: αν και έβγαιναν για πολλοστή φορά οι δυο τους (τα βλέμματά τους είχαν πάψει να διαγωνίζονται σε πρόκληση σπίθας), θέλονταν ακόμη πολύ (της κούνησε την καρέκλα να κάτσει).
Πρώτα έρχεται η σαλάτα, πολύ ωραία, πολύ ωραία, λένε. Σίζαρς. Σιγά την πρωτότυπη. (Άλλα άμα θέλεσαι, όλα ΟΚ, όλα καλά, όλα λα λα.)
Αλλά και το κρασί: εξαιρετικό.
Και η μέρα στο γραφείο (απ’ όσο ακούω από εδώ).
Δέκα λεπτά μπλα.
Μπλα, μπλα, μπλα, μάλιστα.
Μπλα.
Δεκαπέντε.
Αλλά τι ακούω; Ώστε έτσι, λοιπόν; Παντρεμένη αυτή; Ώστε έτσι. (Ήρθε και η βελουτέ στο μεταξύ –αλλά καίει προς το παρόν.)
(Μπλα.)
Κι εκεί που όλα πάνε “ωραία, ωραία”, έχοντας αρχίσει να καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό που πιάνουν οι κεραίες μου, δεν τους πιστεύω: ζητούν λογαριασμό, συμβαίνει το πιο αηδιαστικό πράγμα που μπορώ να φανταστώ: μια μύγα προσγειώνεται στη βελουτέ καρότου της, χωρίς να τη δει, τη ρουφάει, γρήγορα το καταλαβαίνει από το κλατς στα δόντια, δεν είναι κατάσταση αυτή, τον λογαριασμό να φύγουν -που σιγά μην πληρώσουν: “συγγνώμη, συμβαίνουν αυτά”. “Το παλτό σας κυρία”, “συμβαίνουν αυτά”.
Κι αποφασίζω να τους παρακολουθήσω και εκτός.
(Τολμηρό. Αν έχουν αυτοκίνητο εγώ δεν έχω. Θα τους χάσω. Αλλά δεν έχουν.)
Τους ακολουθώ.
(Δεν καταλαβαίνουν τίποτα.)
Κρατιούνται χέρι-χέρι, και προφανώς πάνε κάπου κοντά, σπίτι αυτηνής –διαπιστώνω (μένει κοντά.) Κλείνουν την πόρτα, με μένα απ' έξω, λίγα μέτρα πιο πίσω τους. Τι ωραίο σπίτι. Κλασική οικία μεσοδυτικής αμερικής, ψιλοτάβανο προφανώς, παράθυρα παντού, λευκός φράκτης, σκύλος, ένα ροζ βανάκι φολκσβάγκεν στο βάθος, μια κούνια στο γρασίδι δεμένη σε μια ψηλή καρυδιά -έχει παιδιά προφανώς, και προφανώς λείπουν, τι θράσσος, τι αηδία.)
Πετάγομαι ως το πίσω μερος του σπιτιού, όσο πιο αθόρυβα γίνεται, να επιθεωρήσω την κατάσταση –γενικά, ό,τι συμβαίνει ή δεν συμβαίνει εκεί. Και η τύχη μου είναι μεγάλη: βρίσκω ένα μισάνοιχτο παράθυρο στο πίσω μέρος τού κήπου.
Και μπαίνω.
Ακούω αμέσως ανάσες και βογγητά.
Σεξ.
Κι όχι ληγμένο -ημέρας.
(Μια χαρά. Θα τους τσιμπήσω την ώρα που κυλιούνται ιδρωμένοι πάνω σε κήπο με φρεσκα πράσσα. Δυο χαρές.)
Και ούτε που θα με ακούσουν. (Τρεις.)
Πλησιάζω απαλά απαλά όσο πιο κοντά μπορώ, τα βογγητά καλύπτουν κάθε θόρυβο στο χιλιόμετρο -και τότε κάνω την τολμηρή κίνηση, μέσα στο ημισκόταδο: και πλησιάζω πολύ.
(Ας με ακούσουν.)
Την ακουμπάω.
(Ας με δουν.)
Και τι έγινε; (Εδώ που φταάσαμε.)
Τα βογκητά σταματούν.
Ανάβει το φως ενοχλημένη (η κύρια).
Αυτό ήταν.
Με βλέπει. (Αυτός είναι πλάτη.)
Τα χάνω. Ακουμπάω στον τοίχο του λαμπατέρ.
Αυτή έχει κόκκινα μάγουλα (σαν δεν ντρέπεται).
Τα μάγουλά της με κοιτάνε αποφασιστικά –θριαμβευτικά καλύτερα: μου βγάζουν τη γλώσσα τους.
Ο γυρισμένος πλάτη, λαχανιασμένος. (Ήταν με λάχανα ο πρασσόκηπος τελικά).
Ατάραχος.
(Άντρες.)
“Μήπως έχεις μια μυγοσκωτώστρα” λέει εκείνη εκνευρισμένη, κολλημένη ακόμη με το περιστατικό με τη σούπα.
Δεν έχει –απαντάει ατάραχος ο ατάραχος.
ΥΓ1
Οπότε χωρίς εκείνη να περιμένει και πολύ, αρπάζει τη μανόλο της απ’ το πάτωμα και με λιώνει στον τοίχο με το τακούνι.-
ΥΓ2
Όπως μπορείτε να μαντέψετε, ο αρχικός τίτλος του αφηγήματος (που γράφτηκε τον περασμένο αύγουστο, για ευνόητους -παχείς- λόγους) ήταν "Μύγα μις".
ΥΓ3
Η προσθήκη του ροζ βανακίου φολκσβάγκεν στο βάθος κήπος είναι τρίμπιουτ στην "Κυρία" Βάννα -και είναι ο λόγος που το εν λόγω λογοτεχνικό αριστούργημα δημοσιεύεται σήμερα.
ΥΓ4
Οι μύγες έχουν πολλά μάτια.
ΥΓ5
Δεν θα ξέρουν ποίο να πρωτοκλείσουν.
Στριφογύρισα αναποφάσιστη, να μπω, να μην μπω, να πεταχτώ μήπως πρώτα κάπου αλλού.
Και μπήκα.
Από τους επτά άντρες που κάθονταν (συνοδευόμενοι) στο μπαρ, με κοίταξε μόνο ένας, αλλά κι αυτός αδιάφορα, και μάλλον τυχαία, αυτή που σίγουρα ενοχλήθηκε από την παρουσία μου ήταν η γυναίκα δίπλα του, σαραντάρα, σφιχτά λεπτά χείλια, από αυτές που ενοχλούνται ακόμη κι από ένα μυρμηγκάκι. (Την ακούμπησα τυχαία, κούνησε το χέρι χωρίς να με κοιτάξει, συγκρατημένα και σπασμωδικά ταυτόχρονα -λες και ήταν σαρανταπέντε, λες και μικρή τη χάιδευε πρόστυχα κάποιος που δεν πολυέπρεπε -παράδειγμα ο θείος Αλέκος).
Εκείνος μπήκε στις οχτώ παρά τρία, “έχω κλείσει τραπέζι για τις οχτώ”, τον κάθισαν χωρίς καμμία δουλική υπόκλιση (πράγμα που φάνηκε να τον ενόχλησε).
Άρχισα να τον παρατηρώ, ακουμπισμένη στον τοίχο, τέσσερα τραπέζια πιο πίσω, έτσι ώστε να με κρύβει η πλάτη ενός ξανθού νεαρού (παρθένου υποθέτω, αν κρίνω απ’ τα ανάγωγα σπυράκια του).
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε. Δεν είχε ιδέα ότι ήμουν εκεί –πόσο μάλλον ότι έτσι μού’ρθε να τον παρακολουθήσω, αλλά ούτε και που θα του πήγαινε ποτέ το μυαλό: και να με πρόσεχε από μακριά δεν νομίζω να του έκανα εντύπωση, μία μέσα στις πολλές, όπως πάντα... όλες ίδιες είμαστε. (Άσχετα αν εμένα τίποτα δεν μου κόβει τα φτερά.)
Εκείνη ήρθε όμορφη και ακριβής, μόλις τρία λεπτά μετά -και ήταν σαφές: αν και έβγαιναν για πολλοστή φορά οι δυο τους (τα βλέμματά τους είχαν πάψει να διαγωνίζονται σε πρόκληση σπίθας), θέλονταν ακόμη πολύ (της κούνησε την καρέκλα να κάτσει).
Πρώτα έρχεται η σαλάτα, πολύ ωραία, πολύ ωραία, λένε. Σίζαρς. Σιγά την πρωτότυπη. (Άλλα άμα θέλεσαι, όλα ΟΚ, όλα καλά, όλα λα λα.)
Αλλά και το κρασί: εξαιρετικό.
Και η μέρα στο γραφείο (απ’ όσο ακούω από εδώ).
Δέκα λεπτά μπλα.
Μπλα, μπλα, μπλα, μάλιστα.
Μπλα.
Δεκαπέντε.
Αλλά τι ακούω; Ώστε έτσι, λοιπόν; Παντρεμένη αυτή; Ώστε έτσι. (Ήρθε και η βελουτέ στο μεταξύ –αλλά καίει προς το παρόν.)
(Μπλα.)
Κι εκεί που όλα πάνε “ωραία, ωραία”, έχοντας αρχίσει να καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό που πιάνουν οι κεραίες μου, δεν τους πιστεύω: ζητούν λογαριασμό, συμβαίνει το πιο αηδιαστικό πράγμα που μπορώ να φανταστώ: μια μύγα προσγειώνεται στη βελουτέ καρότου της, χωρίς να τη δει, τη ρουφάει, γρήγορα το καταλαβαίνει από το κλατς στα δόντια, δεν είναι κατάσταση αυτή, τον λογαριασμό να φύγουν -που σιγά μην πληρώσουν: “συγγνώμη, συμβαίνουν αυτά”. “Το παλτό σας κυρία”, “συμβαίνουν αυτά”.
Κι αποφασίζω να τους παρακολουθήσω και εκτός.
(Τολμηρό. Αν έχουν αυτοκίνητο εγώ δεν έχω. Θα τους χάσω. Αλλά δεν έχουν.)
Τους ακολουθώ.
(Δεν καταλαβαίνουν τίποτα.)
Κρατιούνται χέρι-χέρι, και προφανώς πάνε κάπου κοντά, σπίτι αυτηνής –διαπιστώνω (μένει κοντά.) Κλείνουν την πόρτα, με μένα απ' έξω, λίγα μέτρα πιο πίσω τους. Τι ωραίο σπίτι. Κλασική οικία μεσοδυτικής αμερικής, ψιλοτάβανο προφανώς, παράθυρα παντού, λευκός φράκτης, σκύλος, ένα ροζ βανάκι φολκσβάγκεν στο βάθος, μια κούνια στο γρασίδι δεμένη σε μια ψηλή καρυδιά -έχει παιδιά προφανώς, και προφανώς λείπουν, τι θράσσος, τι αηδία.)
Πετάγομαι ως το πίσω μερος του σπιτιού, όσο πιο αθόρυβα γίνεται, να επιθεωρήσω την κατάσταση –γενικά, ό,τι συμβαίνει ή δεν συμβαίνει εκεί. Και η τύχη μου είναι μεγάλη: βρίσκω ένα μισάνοιχτο παράθυρο στο πίσω μέρος τού κήπου.
Και μπαίνω.
Ακούω αμέσως ανάσες και βογγητά.
Σεξ.
Κι όχι ληγμένο -ημέρας.
(Μια χαρά. Θα τους τσιμπήσω την ώρα που κυλιούνται ιδρωμένοι πάνω σε κήπο με φρεσκα πράσσα. Δυο χαρές.)
Και ούτε που θα με ακούσουν. (Τρεις.)
Πλησιάζω απαλά απαλά όσο πιο κοντά μπορώ, τα βογγητά καλύπτουν κάθε θόρυβο στο χιλιόμετρο -και τότε κάνω την τολμηρή κίνηση, μέσα στο ημισκόταδο: και πλησιάζω πολύ.
(Ας με ακούσουν.)
Την ακουμπάω.
(Ας με δουν.)
Και τι έγινε; (Εδώ που φταάσαμε.)
Τα βογκητά σταματούν.
Ανάβει το φως ενοχλημένη (η κύρια).
Αυτό ήταν.
Με βλέπει. (Αυτός είναι πλάτη.)
Τα χάνω. Ακουμπάω στον τοίχο του λαμπατέρ.
Αυτή έχει κόκκινα μάγουλα (σαν δεν ντρέπεται).
Τα μάγουλά της με κοιτάνε αποφασιστικά –θριαμβευτικά καλύτερα: μου βγάζουν τη γλώσσα τους.
Ο γυρισμένος πλάτη, λαχανιασμένος. (Ήταν με λάχανα ο πρασσόκηπος τελικά).
Ατάραχος.
(Άντρες.)
“Μήπως έχεις μια μυγοσκωτώστρα” λέει εκείνη εκνευρισμένη, κολλημένη ακόμη με το περιστατικό με τη σούπα.
Δεν έχει –απαντάει ατάραχος ο ατάραχος.
ΥΓ1
Οπότε χωρίς εκείνη να περιμένει και πολύ, αρπάζει τη μανόλο της απ’ το πάτωμα και με λιώνει στον τοίχο με το τακούνι.-
ΥΓ2
Όπως μπορείτε να μαντέψετε, ο αρχικός τίτλος του αφηγήματος (που γράφτηκε τον περασμένο αύγουστο, για ευνόητους -παχείς- λόγους) ήταν "Μύγα μις".
ΥΓ3
Η προσθήκη του ροζ βανακίου φολκσβάγκεν στο βάθος κήπος είναι τρίμπιουτ στην "Κυρία" Βάννα -και είναι ο λόγος που το εν λόγω λογοτεχνικό αριστούργημα δημοσιεύεται σήμερα.
ΥΓ4
Οι μύγες έχουν πολλά μάτια.
ΥΓ5
Δεν θα ξέρουν ποίο να πρωτοκλείσουν.
06 Απρ 2009
Καρλ Σαρξ.
Σαρξ εκ σαρκός -σαρξ ει και εις σάρκαν απελεύσει.
Ή κάπως έτσι αν μ' εννοείτε.
Κοινώς, υπάρχει μια σάρκα που με πεθαίνει εκεί έξω.
Τη μέρα που πουλάγανε αυτή τη σάρκα κάθισα σπίτι κι έβλεπα βιντεοκασέτα η ηλίθια. (Μιλάμε παλιά τώρα.)
Στο μεταξύ, μια άλλη μέρα, (Παρασκευή ή Τετάρτη θα είναι), το θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι θα κάτσω να σας κάνω μια μεγάλη λίστα με ό,τι κατηγορία σάρκας αξίζει (να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί ώς κατάλυμα), κάτι σαν "γκιντ ρουζ" της σάρκας -ένα ας πόυμε "Who is Who".
(Και θα ονομάσω το ποστ "Χους εις Χουν".)
Ή μπορεί και όχι.
Αλλά σήμερα επιτρέψτε μου να μιλήσω μόνο γι' Αυτήν.
Η σάρκα αυτή έχει μια γνήσια ανθρωπομυρωδιά από άλλες χίλιες σάρκες αλεσμένες, έχοντας το ταλέντο όποια άλλη σάρκα δει φως και μπει να την ξεβιδώσει από τη θέση της (να την αφομοιώσει, να την μεταβολίσει -να την είναι στο τέλος).
Η σάρκα αυτή έχει οπωσδήποτε διαβάσει Χέγκελ. (Και λίγο Επίκουρο μικρή.)
Η σάρκα αυτή έχει αυτοπεποίθηση, αυτό λέω: δεν φοβάται να μοιράζεται εαυτόν με όλους (έχει μονίμως κομμουνισμό, ακόμη και τις κυριακές), και είναι λεία, και καθαρή -και σχεδόν γελάει άμα πας κοντά ν'ακούσεις, κι αν δεν έβλεπα βιντεοκασέτα εκείνη τη μέρα θα την είχα κι εγώ τώρα να τη φοράω που και που, τα βράδια, κι όταν έρχεσαι κοντά της να σου αναπνέει ξέγνοιαστα στ' αυτί -όχι με βιαστική ανάσα και "με μια βαλίτσα στο χέρι".
ΥΓ1
Είμαι βέβαιη ότι και να πουλιόταν ξανά νέα παραλαβή, θα πήγαινα να πάρω -"όχι για μένα, για μια φίλη μου τη θέλω"-, και θα μου λέγανε πάλι καλά που δεν είναι για σας, γιατί το νούμερό σας έχει εξαντληθεί.
ΥΓ2
Όχι, με φαντάζεσαι σε φαρδύτερο δέρμα, να κολυμπάω δυο εκατοστά πίσω από τον εαυτό μου;
ΥΓ3
Και δεν είναι το νούμερό μου που έχει εξαντληθεί...
ΥΓ4
Πάντως αυτό με τις σάρκες γενικά το είχα από μικρή -να ζηλεύω τις ξένες εννοώ.
:-)
ΥΓ5
Η μπάρμπι φερειπείν: είχε πολύ καθαρή επιδερμίδα. (Σαν ψεύτικη ήταν.)
ΥΓ6
Μισούσα τις μπάρμπες. Εγώ, αν είχα την εταιρία, μετά τις μπάρμπι-χορεύτρια, μπάρμπι-ανοιξιάτικη δροσιά και μπάρμπι-δασκάλα, θα έγαζα τη μπάρμπι-λοβοτομή.
(Ή τη μπάρμπι-εμμηνόπαυση.)
ΥΓ7
Ξέχασα το καλύτερο όμως. (Ή υποσυνείδητα το άφησα για το τέλος.)
Η σάρκα. Που λέγαμε.
Άμα πάρει ελάχιστη φόρα κι επιχειρήσει να κάνει ένα μικρό τοσοδά πηδηματάκι, η γη θα οπισθοχωρήσει τουλάχιστον τέσσερα εκατοστά.
ΥΓ8
Τι κρίμα να κάνεις χόπιτιχοπ και να μην αποτραβιέται υπάκουο το έδαφος προς τα πίσω.
...
Ή κάπως έτσι αν μ' εννοείτε.
Κοινώς, υπάρχει μια σάρκα που με πεθαίνει εκεί έξω.
Τη μέρα που πουλάγανε αυτή τη σάρκα κάθισα σπίτι κι έβλεπα βιντεοκασέτα η ηλίθια. (Μιλάμε παλιά τώρα.)
Στο μεταξύ, μια άλλη μέρα, (Παρασκευή ή Τετάρτη θα είναι), το θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι θα κάτσω να σας κάνω μια μεγάλη λίστα με ό,τι κατηγορία σάρκας αξίζει (να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί ώς κατάλυμα), κάτι σαν "γκιντ ρουζ" της σάρκας -ένα ας πόυμε "Who is Who".
(Και θα ονομάσω το ποστ "Χους εις Χουν".)
Ή μπορεί και όχι.
Αλλά σήμερα επιτρέψτε μου να μιλήσω μόνο γι' Αυτήν.
Η σάρκα αυτή έχει μια γνήσια ανθρωπομυρωδιά από άλλες χίλιες σάρκες αλεσμένες, έχοντας το ταλέντο όποια άλλη σάρκα δει φως και μπει να την ξεβιδώσει από τη θέση της (να την αφομοιώσει, να την μεταβολίσει -να την είναι στο τέλος).
Η σάρκα αυτή έχει οπωσδήποτε διαβάσει Χέγκελ. (Και λίγο Επίκουρο μικρή.)
Η σάρκα αυτή έχει αυτοπεποίθηση, αυτό λέω: δεν φοβάται να μοιράζεται εαυτόν με όλους (έχει μονίμως κομμουνισμό, ακόμη και τις κυριακές), και είναι λεία, και καθαρή -και σχεδόν γελάει άμα πας κοντά ν'ακούσεις, κι αν δεν έβλεπα βιντεοκασέτα εκείνη τη μέρα θα την είχα κι εγώ τώρα να τη φοράω που και που, τα βράδια, κι όταν έρχεσαι κοντά της να σου αναπνέει ξέγνοιαστα στ' αυτί -όχι με βιαστική ανάσα και "με μια βαλίτσα στο χέρι".
ΥΓ1
Είμαι βέβαιη ότι και να πουλιόταν ξανά νέα παραλαβή, θα πήγαινα να πάρω -"όχι για μένα, για μια φίλη μου τη θέλω"-, και θα μου λέγανε πάλι καλά που δεν είναι για σας, γιατί το νούμερό σας έχει εξαντληθεί.
ΥΓ2
Όχι, με φαντάζεσαι σε φαρδύτερο δέρμα, να κολυμπάω δυο εκατοστά πίσω από τον εαυτό μου;
ΥΓ3
Και δεν είναι το νούμερό μου που έχει εξαντληθεί...
ΥΓ4
Πάντως αυτό με τις σάρκες γενικά το είχα από μικρή -να ζηλεύω τις ξένες εννοώ.
:-)
ΥΓ5
Η μπάρμπι φερειπείν: είχε πολύ καθαρή επιδερμίδα. (Σαν ψεύτικη ήταν.)
ΥΓ6
Μισούσα τις μπάρμπες. Εγώ, αν είχα την εταιρία, μετά τις μπάρμπι-χορεύτρια, μπάρμπι-ανοιξιάτικη δροσιά και μπάρμπι-δασκάλα, θα έγαζα τη μπάρμπι-λοβοτομή.
(Ή τη μπάρμπι-εμμηνόπαυση.)
ΥΓ7
Ξέχασα το καλύτερο όμως. (Ή υποσυνείδητα το άφησα για το τέλος.)
Η σάρκα. Που λέγαμε.
Άμα πάρει ελάχιστη φόρα κι επιχειρήσει να κάνει ένα μικρό τοσοδά πηδηματάκι, η γη θα οπισθοχωρήσει τουλάχιστον τέσσερα εκατοστά.
ΥΓ8
Τι κρίμα να κάνεις χόπιτιχοπ και να μην αποτραβιέται υπάκουο το έδαφος προς τα πίσω.
...
Παμμέγιστη ανακοίνωση.
Κάποτε είχαμε μια γειτόνισσα που δεν της άρεσε καθόλου ο παρατατικός, κι όταν ήθελε να μιλήσει για επανάληψη στο παρελθόν απλά έκανε την κινέζα (φορούσε και κιμονό όταν έβγαινε να πλύνει το μπαλκόνι).
Μια φορά την είχε δείξει κι η τηλεόραση τυχαία, την ώρα που ψώνιζε στη λαϊκή, αλλά δεν φάνηκε καθόλου το καλσόν της.
Μεταξύ μας εγώ υποπτεύομαι ότι ούτε ο υπερσυντέλικος της άρεσε, αλλά για άλλους λόγους -της θύμιζε τη μέρα που ένας άλλος γείτονας, ο γεωργίου, είχε διαπληκτιστεί με την αποκάτω του (για το αν είναι καλύτερα τα λουκούμια τριαντάφυλο ή τα μαστίχα).
ΥΓ1
Βέβαια, δεν σας έγραψα γι’αυτό.
Ο λόγος είναι ότι στο μπλογκ προστέθηκε ένα έξτρα φίτσουρ.
Μετά τα ποστ υπάρχει επιλογή να μαρκάρετε με τικ το πώς σας φάνηκε το εκάστοτε κείμενο.
ΥΓ2
Οι δημοκρατικές επιλογές κυμαίνονται μεταξύ “κιούτ” και “φωρμιντάμπλ”.
(Αν το βρείτε απαίσιο -και δεν ξέρετε γαλλικά-, απλώς ξαναδιαβάστε το και πατήστε “φωρμιντάμπλ”.)
ΥΓ3
Εμένα ο Παρατατικός πάντα μου άρεσε.
ΥΓ4
Αλλά περισσότερο μου αρέσει ο Συντελεσμένος Μέλλοντας –και που σε λίγο θα με έχετε μόλις διαβάσει.
ΥΓ5
Και όχι, το να θέλει κάποιος, σας προλαβαίνω, να του δίνουν φίντμπακ, δεν συμβαίνει επειδή έχει "καβαλήσει το καλάμι".
ΥΓ6
(Το επίπεδο του ναρκισσισμού έχει περάσει σε επίπεδα τέτοια, που πρέπει να ανακαλυφθεί μια άλλη, νέα, ακόμη πιο εύγλωττη φράση.)
ΥΓ7
Είμαι ανοιχτή σε προτάσεις.
Ταπεινά,
η μπλόγκερ.
:-)
Μια φορά την είχε δείξει κι η τηλεόραση τυχαία, την ώρα που ψώνιζε στη λαϊκή, αλλά δεν φάνηκε καθόλου το καλσόν της.
Μεταξύ μας εγώ υποπτεύομαι ότι ούτε ο υπερσυντέλικος της άρεσε, αλλά για άλλους λόγους -της θύμιζε τη μέρα που ένας άλλος γείτονας, ο γεωργίου, είχε διαπληκτιστεί με την αποκάτω του (για το αν είναι καλύτερα τα λουκούμια τριαντάφυλο ή τα μαστίχα).
ΥΓ1
Βέβαια, δεν σας έγραψα γι’αυτό.
Ο λόγος είναι ότι στο μπλογκ προστέθηκε ένα έξτρα φίτσουρ.
Μετά τα ποστ υπάρχει επιλογή να μαρκάρετε με τικ το πώς σας φάνηκε το εκάστοτε κείμενο.
ΥΓ2
Οι δημοκρατικές επιλογές κυμαίνονται μεταξύ “κιούτ” και “φωρμιντάμπλ”.
(Αν το βρείτε απαίσιο -και δεν ξέρετε γαλλικά-, απλώς ξαναδιαβάστε το και πατήστε “φωρμιντάμπλ”.)
ΥΓ3
Εμένα ο Παρατατικός πάντα μου άρεσε.
ΥΓ4
Αλλά περισσότερο μου αρέσει ο Συντελεσμένος Μέλλοντας –και που σε λίγο θα με έχετε μόλις διαβάσει.
ΥΓ5
Και όχι, το να θέλει κάποιος, σας προλαβαίνω, να του δίνουν φίντμπακ, δεν συμβαίνει επειδή έχει "καβαλήσει το καλάμι".
ΥΓ6
(Το επίπεδο του ναρκισσισμού έχει περάσει σε επίπεδα τέτοια, που πρέπει να ανακαλυφθεί μια άλλη, νέα, ακόμη πιο εύγλωττη φράση.)
ΥΓ7
Είμαι ανοιχτή σε προτάσεις.
Ταπεινά,
η μπλόγκερ.
:-)
30 Μαρ 2009
Ρωμαίος και Ιουλιέτες.
Μπέρδεμα γαμώτο.
Σαν να κρατάς ένα ζευγάρι κλειδιά είναι -και να μη θυμάσαι αν πρέπει να ξεκλειδώσεις ή να κλειδώσεις.
Όταν πας να βγάλεις άκρη εννοώ.
(Πριν βγάλεις το βρακάκι σου.)
Και εντάξει στο βίκυ-κριστίνα-μπαρθελόνα, με τον μπαρδέμ και την τζοχάνσον του γούντυ: πληρώνεις 10 ευρώ εισιτήριο και η ιστορία κυλάει μπροστά σου προκάτ και χωρίς περιττές εκπλήξεις -με αρχή, μέση, ποπκόρν, σικέ αυτοκτονία, διάλλειμα, ποδηλατάδα, και με τα πάντα τακτοποιημένα εν τάξει (ένα το μέρος, δύο τα κορίτσια, τρία το τρίο).
Όταν όμως πρέπει να σκηνοθετήσεις μόνος σου το ελληνικό βερσιόν (λίτσα-τασία-παρθενώνα), τότε πώς το κάνεις;
(Εγώ συνήθως ξαπλωμένη.)
Τι να πω κι εγώ;
Το μόνο που μπορώ να κάνω για σας είναι ένα καλό τσιζκέηκ λεμονιού (ή να σας πω μια ιστορία για να κατάλαβετε επιτέλους ποιος φταίει).
Όχι τόσο για τα διάφορα τρίο επί τρίο με θέα τον παρθενώνα (που μεταξύ μας έχω καιρό να ακούσω για τέτοια και που πιθανότατα και να έχουν καταργηθεί λόγω μπαναλιτέ, αλλά όσο νά'ναι μου έκανε καλή εισαγωγή κι εσύ διαβάζεις ακόμη), αλλά να, έτσι, γενικά, ποιος φταίει που οι σχέσεις δεν βγάζουν πουθενά -όσο ωραία κι αν βγάζουν το βρακάκι τους και τα μάτια τους. (Ή που βγάζουν κάπου μόνο όταν είναι κομπλικέ.)
ΥΓ1
Μπήκε. Έβγαλε τη ρεντικότα του, φίλησε σταυρωτά τη λίτσα που δεν είχε ποτέ της υποπτευθεί ότι η πραγματική του δουλειά ήταν προϊστάμενος βύθισης ποταμοπλοίων, και κάθισε να φάει την περιποιημένη ρεβιθάδα του. Ήταν με την πρώτη ρουφηξιά, που ήταν και η πιο θορυβώδης, που κάπως του σηκώθηκε λίγο το μανίκι και γλύστρησε από μέσα του μια ημιθανής γυαλιστερή πέστροφα (που στο κατόπι έπεσε με ένα πλαφ μέσα στη ντοματοσαλάτα-τριαντάφυλλο). Ώστε είσαι προϊστάμενος βύθισης ποταμοπλοίων αντί γιατρός τον κατάλαβε η λίτσα, αποφασιμένη να ετοιμάσει τη βαλίτσα της το ίδιο κιόλας λεπτό (φωνάζοντάς του εγώ φεύγω τώρα -μπας και τάχα μου τη σταματήσει.) Στρίμωξε και τον κόκκινο κορσέ της με τα κορδονάκια στη βαλίτσα. (Ύποπτο.)
ΥΓ2
Καταλαβαίνετε ελπίζω που το πάω.
ΥΓ5
Άντρες!
ΥΓ6
ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ.
ΥΓ6
Αλλά και Γυναίκες.
ΥΓ7
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ.
;-)
Σαν να κρατάς ένα ζευγάρι κλειδιά είναι -και να μη θυμάσαι αν πρέπει να ξεκλειδώσεις ή να κλειδώσεις.
Όταν πας να βγάλεις άκρη εννοώ.
(Πριν βγάλεις το βρακάκι σου.)
Και εντάξει στο βίκυ-κριστίνα-μπαρθελόνα, με τον μπαρδέμ και την τζοχάνσον του γούντυ: πληρώνεις 10 ευρώ εισιτήριο και η ιστορία κυλάει μπροστά σου προκάτ και χωρίς περιττές εκπλήξεις -με αρχή, μέση, ποπκόρν, σικέ αυτοκτονία, διάλλειμα, ποδηλατάδα, και με τα πάντα τακτοποιημένα εν τάξει (ένα το μέρος, δύο τα κορίτσια, τρία το τρίο).
Όταν όμως πρέπει να σκηνοθετήσεις μόνος σου το ελληνικό βερσιόν (λίτσα-τασία-παρθενώνα), τότε πώς το κάνεις;
(Εγώ συνήθως ξαπλωμένη.)
Τι να πω κι εγώ;
Το μόνο που μπορώ να κάνω για σας είναι ένα καλό τσιζκέηκ λεμονιού (ή να σας πω μια ιστορία για να κατάλαβετε επιτέλους ποιος φταίει).
Όχι τόσο για τα διάφορα τρίο επί τρίο με θέα τον παρθενώνα (που μεταξύ μας έχω καιρό να ακούσω για τέτοια και που πιθανότατα και να έχουν καταργηθεί λόγω μπαναλιτέ, αλλά όσο νά'ναι μου έκανε καλή εισαγωγή κι εσύ διαβάζεις ακόμη), αλλά να, έτσι, γενικά, ποιος φταίει που οι σχέσεις δεν βγάζουν πουθενά -όσο ωραία κι αν βγάζουν το βρακάκι τους και τα μάτια τους. (Ή που βγάζουν κάπου μόνο όταν είναι κομπλικέ.)
ΥΓ1
Μπήκε. Έβγαλε τη ρεντικότα του, φίλησε σταυρωτά τη λίτσα που δεν είχε ποτέ της υποπτευθεί ότι η πραγματική του δουλειά ήταν προϊστάμενος βύθισης ποταμοπλοίων, και κάθισε να φάει την περιποιημένη ρεβιθάδα του. Ήταν με την πρώτη ρουφηξιά, που ήταν και η πιο θορυβώδης, που κάπως του σηκώθηκε λίγο το μανίκι και γλύστρησε από μέσα του μια ημιθανής γυαλιστερή πέστροφα (που στο κατόπι έπεσε με ένα πλαφ μέσα στη ντοματοσαλάτα-τριαντάφυλλο). Ώστε είσαι προϊστάμενος βύθισης ποταμοπλοίων αντί γιατρός τον κατάλαβε η λίτσα, αποφασιμένη να ετοιμάσει τη βαλίτσα της το ίδιο κιόλας λεπτό (φωνάζοντάς του εγώ φεύγω τώρα -μπας και τάχα μου τη σταματήσει.) Στρίμωξε και τον κόκκινο κορσέ της με τα κορδονάκια στη βαλίτσα. (Ύποπτο.)
ΥΓ2
Καταλαβαίνετε ελπίζω που το πάω.
ΥΓ5
Άντρες!
ΥΓ6
ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ.
ΥΓ6
Αλλά και Γυναίκες.
ΥΓ7
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ.
;-)
28 Μαρ 2009
Γελόχαρτο.
Μεγάλη εφέυρεση σας λέω, και όχι τίποτα ρόκετ σαϊενς -το μυστικό είναι απλό: όπου βρεις γωνίες μέσα σου (αφού τις μαρινάρεις για λίγες ώρες από το προηγούμενο βράδυ), τις φροντίζεις.
ΥΓ1
Τις τρίβεις, τις τρίβεις, τις τρίβεις (τις μετατρέπεις σε καμπύλες).
ΥΓ2
Μόνο οι συνεχείς καμπύλες έχουν την ικανότητα να δημιουργούν (συν τω χρόνω) σπείρες.
ΥΓ3
Ενίοτε συνομωσίας.
ΥΓ4
Και όχι δεν πονάει. (Με γυαλόχαρτο μπορεί, δεν θυμάμαι.)
ΥΓ5
Όχι πως δεν στάζουν αίματα, κλάμματα, και λοιπά σωματικά υγρά (με το γελόχαρτο), αλλά πώς να το κάνουμε, έχουν άλλο άρωμα όταν αναμιγνύονται με ρινίσματα γέλιου, άρωμα εξίσου ανθρώπινο, αλλά άλλο: σαν να είναι η φυσική μυρωδιά του ανθρώπου (ακόμη και του πιο σκληρού) τα ανθάκια πορτοκαλιάς.
...
ΥΓ1
Τις τρίβεις, τις τρίβεις, τις τρίβεις (τις μετατρέπεις σε καμπύλες).
ΥΓ2
Μόνο οι συνεχείς καμπύλες έχουν την ικανότητα να δημιουργούν (συν τω χρόνω) σπείρες.
ΥΓ3
Ενίοτε συνομωσίας.
ΥΓ4
Και όχι δεν πονάει. (Με γυαλόχαρτο μπορεί, δεν θυμάμαι.)
ΥΓ5
Όχι πως δεν στάζουν αίματα, κλάμματα, και λοιπά σωματικά υγρά (με το γελόχαρτο), αλλά πώς να το κάνουμε, έχουν άλλο άρωμα όταν αναμιγνύονται με ρινίσματα γέλιου, άρωμα εξίσου ανθρώπινο, αλλά άλλο: σαν να είναι η φυσική μυρωδιά του ανθρώπου (ακόμη και του πιο σκληρού) τα ανθάκια πορτοκαλιάς.
...
21 Μαρ 2009
Ονειροδοσμένη.
Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ακριβώς συνέβαινε γιατί ενώ ήσουν εσύ έμοιαζες ταυτόχρονα με την Πάτσυ Κένζιτ που δεν έχω ιδέα αν είναι ακόμα με τον Γκάλαχερ, κι εκεί που κοιτιόμασταν έγινες εσύ και παίζαμε σκοινάκι λες και ήσουν κορίτσι, αλλά δεν ήσουν κορίτσι.
Μετά κάπου πηγαίναμε, σε κάτι βαφτίσια μάλλον γιατί μου έλεγες να μην ξεχάσουμε να τους πούμε να τους ζήσει και με κοιτούσες λες και μιλούσαμε για δικό μας παιδί ή λες και πηγαίναμε σε γάμο τελικά.
Φορούσα άσπρα, ένα φόρεμα μακρύ από εδώ μέχρι εκεί, ίσως και πιο μακρύ από τόσο, και μπήκες κάτω απ' τη φούστα μου να δεις αν είμαι καλά, ή αν έχω χαλάσει μου είπες, και όχι μου λες δεν χάλασες αγάπη μου και γέλασες.
Μετά μπήκαμε σε ένα ασανσέρ και η Πάτσυ Κένζιτ ζούσε μόνη, είχε γίνει κορίτσι που πατάει κουμπιά στο ασανσέρ κι εμένα άρχισε να με πονάει το δέρμα μου και τα μαλλιά μου κι εσύ να μου λες ηρέμησε βρε κουτο δεν είναι τίποτα, αλλά εγώ πονούσα κι ας σου είπα ψέματα ότι μου πέρασε.
Η Πάτσυ Κένζιτ ρώτησε σε βαφτίσια πάτε; Ναι είπαμε εμείς. Να ζήσετε μας απάντησε η μαλάκω, λες και πηγαίναμε σε γάμο. Ανοίγει το ασανσέρ και βγαίνουμε σε έναν διάδρομο που θύμιζε εκκλησία και βγαίνει ένας άντρας μασκαράς ντυμένος γιατρός χωρίς να είναι απόκριες πια, κι εγώ του λέω πονάω γιατρέ, τα μαλλιά μου, και δεν προλαβαίνω να πω τα μαλλιά μου και με διορθώνεις: τα μυαλά σου είπες πριν μου λες.
Δεν έχει τίποτα η κοπέλα λέει ο γιατρός. Να σας ζήσει. Άλλος μαλάκας. Μετά εγώ πεινάω και σου λέω να πάμε στον μπουφέ κι ότι πονάει το πιρούνι μου, ειδικά όταν το χώνω στο μάτι μου. Μετά με χτενίζεις με τα δάχτυλα κι εγώ σου λέω ότι ακόμη πονάω κι εσύ φλερτάρεις μια καλεσμένη που με κοιτάει και σου λέει πώς είναι έτσι αυτή και εννοεί εμένα, να φωνάξουμε το γιατρό.
Τον φωνάζουμε με φωνή πολύ δυνατή, τόσο που σπάνε κάτι κρυστάλλινα ποτήρια κι όλοι οι καλεσμένοι με κοιτάνε. Γιατί φοράει νυφικό αυτή, ρωτάει μια γριά, κι εσύ με υπερασπίζεσαι, νόμιζε ότι πάμε σε γάμο, πονάνε τα μαλλιά της.
Έρχεται ο γιατρός μαζί με τη νοσοκόμα που ήταν η κοπέλα που έπαιζε τη Μαρία την άσχημη αλλά στο πιο ξανθό και σου λένε το μυστήριο αρχίζει, ησυχία, μην ενοχλείτε τους αρρώστους.
Τότε εγώ αρχίζω να τρέμω και βάζω τα κλάμματα γιατί πονάω και πέφτω κάτω στα πλακάκια κι εσύ κλαις με τη μία κι εσύ γιατί μ'αγαπάς και με παίρνεις αγκαλιά και μου λες βρε κουτό εγώ είμαι εδώ, μην σε ανησυχεί τίποτα, αλλά εγώ σε βλέπω να κλαις και κάνω ότι είμαι καλά. Να. Δεν έχω τίποτα. Χορεύω. Λύνω τα μαλλιά μου. Τι ωραία που είναι τα μυαλά σου λυμένα μου λες.
Τελικά σε γάμο πάμε, ρίχνουν ρύζια, κι εσύ με ξαναπαίρνεις αγκαλιά και μου λες πάλι μην ανησυχείς βρε κουτό, και τρέχεις τρέχεις στους διαδρόμους με μένα στα χέρια σου, να βρεις σοβαρό γιατρό όχι μαλάκα, να γίνουν καλά τα μπουκλάκια σου μικρό μου μού λες (ναι εμένα λες μικρό σου) και τρέχεις στους διαδρόμους.
Μια γρια μάς κοιτάει και συγκινιέται, όχι συγκινείται, συγκινιέται. "Είναι συγκινητικό να τρέχεις στους διαδρόμους με μια γυναίκα που αγαπάς στα χέρια και να ψάχνεις για βοήθεια", σκέφτεται από μέσα της -και θυμάται το γέρο της να φυσάει τη μύτη του με το μαντήλι της και να μην την πειράζει.
Βρίσκεις έναν γιατρό που μοιάζει σοβαρός και τον παρακαλάς να δει τι έχω με δάκρυα στο στόμα. Αναπνέει του λες. Ζει. Είναι νορμάλ αυτό; Είναι καλά; Δεν είναι τίποτα λέω εγώ, αφήστε, πάμε σε γάμο, να προλάβουμε. Ποιον γάμο κοπέλα μου μού λέει αυτός, εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, δεν βλέπεις ότι φοράς άσπρα; Ποιον γάμο; Το νυφικό μου είναι του λέω. Ποιο νυφικό κοπελιά ξαναλέει. Σεντόνι είναι -το φέραμε για να σε τυλίξουμε, έτσι κάνουμε -και σε κοιτάει λυπημένος.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε σου λέει.
Ούτε ένα να ζήσετε δεν μας είπ' ο μαλάκας.
ΥΓ
Ούτε ένα.
...
Μετά κάπου πηγαίναμε, σε κάτι βαφτίσια μάλλον γιατί μου έλεγες να μην ξεχάσουμε να τους πούμε να τους ζήσει και με κοιτούσες λες και μιλούσαμε για δικό μας παιδί ή λες και πηγαίναμε σε γάμο τελικά.
Φορούσα άσπρα, ένα φόρεμα μακρύ από εδώ μέχρι εκεί, ίσως και πιο μακρύ από τόσο, και μπήκες κάτω απ' τη φούστα μου να δεις αν είμαι καλά, ή αν έχω χαλάσει μου είπες, και όχι μου λες δεν χάλασες αγάπη μου και γέλασες.
Μετά μπήκαμε σε ένα ασανσέρ και η Πάτσυ Κένζιτ ζούσε μόνη, είχε γίνει κορίτσι που πατάει κουμπιά στο ασανσέρ κι εμένα άρχισε να με πονάει το δέρμα μου και τα μαλλιά μου κι εσύ να μου λες ηρέμησε βρε κουτο δεν είναι τίποτα, αλλά εγώ πονούσα κι ας σου είπα ψέματα ότι μου πέρασε.
Η Πάτσυ Κένζιτ ρώτησε σε βαφτίσια πάτε; Ναι είπαμε εμείς. Να ζήσετε μας απάντησε η μαλάκω, λες και πηγαίναμε σε γάμο. Ανοίγει το ασανσέρ και βγαίνουμε σε έναν διάδρομο που θύμιζε εκκλησία και βγαίνει ένας άντρας μασκαράς ντυμένος γιατρός χωρίς να είναι απόκριες πια, κι εγώ του λέω πονάω γιατρέ, τα μαλλιά μου, και δεν προλαβαίνω να πω τα μαλλιά μου και με διορθώνεις: τα μυαλά σου είπες πριν μου λες.
Δεν έχει τίποτα η κοπέλα λέει ο γιατρός. Να σας ζήσει. Άλλος μαλάκας. Μετά εγώ πεινάω και σου λέω να πάμε στον μπουφέ κι ότι πονάει το πιρούνι μου, ειδικά όταν το χώνω στο μάτι μου. Μετά με χτενίζεις με τα δάχτυλα κι εγώ σου λέω ότι ακόμη πονάω κι εσύ φλερτάρεις μια καλεσμένη που με κοιτάει και σου λέει πώς είναι έτσι αυτή και εννοεί εμένα, να φωνάξουμε το γιατρό.
Τον φωνάζουμε με φωνή πολύ δυνατή, τόσο που σπάνε κάτι κρυστάλλινα ποτήρια κι όλοι οι καλεσμένοι με κοιτάνε. Γιατί φοράει νυφικό αυτή, ρωτάει μια γριά, κι εσύ με υπερασπίζεσαι, νόμιζε ότι πάμε σε γάμο, πονάνε τα μαλλιά της.
Έρχεται ο γιατρός μαζί με τη νοσοκόμα που ήταν η κοπέλα που έπαιζε τη Μαρία την άσχημη αλλά στο πιο ξανθό και σου λένε το μυστήριο αρχίζει, ησυχία, μην ενοχλείτε τους αρρώστους.
Τότε εγώ αρχίζω να τρέμω και βάζω τα κλάμματα γιατί πονάω και πέφτω κάτω στα πλακάκια κι εσύ κλαις με τη μία κι εσύ γιατί μ'αγαπάς και με παίρνεις αγκαλιά και μου λες βρε κουτό εγώ είμαι εδώ, μην σε ανησυχεί τίποτα, αλλά εγώ σε βλέπω να κλαις και κάνω ότι είμαι καλά. Να. Δεν έχω τίποτα. Χορεύω. Λύνω τα μαλλιά μου. Τι ωραία που είναι τα μυαλά σου λυμένα μου λες.
Τελικά σε γάμο πάμε, ρίχνουν ρύζια, κι εσύ με ξαναπαίρνεις αγκαλιά και μου λες πάλι μην ανησυχείς βρε κουτό, και τρέχεις τρέχεις στους διαδρόμους με μένα στα χέρια σου, να βρεις σοβαρό γιατρό όχι μαλάκα, να γίνουν καλά τα μπουκλάκια σου μικρό μου μού λες (ναι εμένα λες μικρό σου) και τρέχεις στους διαδρόμους.
Μια γρια μάς κοιτάει και συγκινιέται, όχι συγκινείται, συγκινιέται. "Είναι συγκινητικό να τρέχεις στους διαδρόμους με μια γυναίκα που αγαπάς στα χέρια και να ψάχνεις για βοήθεια", σκέφτεται από μέσα της -και θυμάται το γέρο της να φυσάει τη μύτη του με το μαντήλι της και να μην την πειράζει.
Βρίσκεις έναν γιατρό που μοιάζει σοβαρός και τον παρακαλάς να δει τι έχω με δάκρυα στο στόμα. Αναπνέει του λες. Ζει. Είναι νορμάλ αυτό; Είναι καλά; Δεν είναι τίποτα λέω εγώ, αφήστε, πάμε σε γάμο, να προλάβουμε. Ποιον γάμο κοπέλα μου μού λέει αυτός, εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, δεν βλέπεις ότι φοράς άσπρα; Ποιον γάμο; Το νυφικό μου είναι του λέω. Ποιο νυφικό κοπελιά ξαναλέει. Σεντόνι είναι -το φέραμε για να σε τυλίξουμε, έτσι κάνουμε -και σε κοιτάει λυπημένος.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε σου λέει.
Ούτε ένα να ζήσετε δεν μας είπ' ο μαλάκας.
ΥΓ
Ούτε ένα.
...
20 Μαρ 2009
Στεγνός επαγγελματίας.
ΥΓ1
Γίνεται, αλήθεια.
ΥΓ2
Δεν ξέρω πώς.
ΥΓ3
Όλη μέρα βουτάω στα βαθιά.
(Τι βαθιά που είναι.)
ΥΓ4
Κι όμως βγαίνω στη στεριά στυγνή.
ΥΓ5
Ευτυχώς που δεν είμαι από ζάχαρη σκέφτομαι.
ΥΓ6
Ξέρεις.
ΥΓ7
Όχι τόσο γιατί θα έλιωνα, τι με νοιάζω εγώ, για τον διαβήτη σου το λέω -θα απαγορευόταν να με φιλήσεις.
ΥΓ8
Μόνο θα με κύκλωνες.
(Κάτι είναι κι αυτό.)
ΥΓ9
Εύχομαι να έχεις διαβήτη -δεν τον λέω με κακία.
Υ10
Με έλεγες ζάχαρη καμμιά φορά -και είναι η μόνη δικαιολογία γιατί δεν με φιλάς, πια, σαν κάποιος να σου έχει κόψει τα χείλη γύρω-γύρω με το ψαλιδάκι, ούτε μιλάς, ούτε ακουμπάς το μέτωπό μου να δεις αν έχω πυρετό.
ΥΓ11
Που σίγουρα έχω. Με κόλλησες.
ΥΓ12
Σε σκέφτηκα εκείνη τη μέρα που είχες πυρετό πριν δυο χρόνια, ή τέσσερα, ή οχτώ, που να θυμάμαι τώρα, και σου 'βαζα κομπρέσα και μετά δεύτερη κομπρέσα.
ΥΓ13
Σε σκέφτηκα πριν χρόνια και με κόλλησες τώρα.
ΥΓ14
Μια σκέψη αρκεί για να αρρωστήσεις, αν επιμένει να βουτάει, να βουτάει, να βουτάει και να βγαίνει πάντα στεγνή.
ΥΓ15
Τι νόημα έχει να μένει στεγνή, μια σκέψη τόσο αόρατη.
...
Γίνεται, αλήθεια.
ΥΓ2
Δεν ξέρω πώς.
ΥΓ3
Όλη μέρα βουτάω στα βαθιά.
(Τι βαθιά που είναι.)
ΥΓ4
Κι όμως βγαίνω στη στεριά στυγνή.
ΥΓ5
Ευτυχώς που δεν είμαι από ζάχαρη σκέφτομαι.
ΥΓ6
Ξέρεις.
ΥΓ7
Όχι τόσο γιατί θα έλιωνα, τι με νοιάζω εγώ, για τον διαβήτη σου το λέω -θα απαγορευόταν να με φιλήσεις.
ΥΓ8
Μόνο θα με κύκλωνες.
(Κάτι είναι κι αυτό.)
ΥΓ9
Εύχομαι να έχεις διαβήτη -δεν τον λέω με κακία.
Υ10
Με έλεγες ζάχαρη καμμιά φορά -και είναι η μόνη δικαιολογία γιατί δεν με φιλάς, πια, σαν κάποιος να σου έχει κόψει τα χείλη γύρω-γύρω με το ψαλιδάκι, ούτε μιλάς, ούτε ακουμπάς το μέτωπό μου να δεις αν έχω πυρετό.
ΥΓ11
Που σίγουρα έχω. Με κόλλησες.
ΥΓ12
Σε σκέφτηκα εκείνη τη μέρα που είχες πυρετό πριν δυο χρόνια, ή τέσσερα, ή οχτώ, που να θυμάμαι τώρα, και σου 'βαζα κομπρέσα και μετά δεύτερη κομπρέσα.
ΥΓ13
Σε σκέφτηκα πριν χρόνια και με κόλλησες τώρα.
ΥΓ14
Μια σκέψη αρκεί για να αρρωστήσεις, αν επιμένει να βουτάει, να βουτάει, να βουτάει και να βγαίνει πάντα στεγνή.
ΥΓ15
Τι νόημα έχει να μένει στεγνή, μια σκέψη τόσο αόρατη.
...
16 Μαρ 2009
Γουότερ μέλλον.
Κάποτε θα μπω σ' ένα αεροπλάνο
να δω το σπίτι μας από τον ουρανό
να καταλάβω ποιο είναι
στον δρόμο θα έχει βροχή
(ίσως αργήσω λίγο)
κι όταν ανοίξεις την πόρτα
αν και κουρασμένη
θα σου χαμογελάσω
θα παραμερίσεις τα μαλλιά μου
θα είμαι όπως πάντα λίγο χλωμή
και βρεγμένη
εσύ θα μυρίζεις ακόμη εσύ
και μάλλον θα κοιμηθώ λιγάκι
όσο θα μου διαβάζεις
όταν ξυπνήσω θα με ρωτήσεις αν ήρθα
θα με κάνεις μπάνιο
θα παραγγείλουμε κινέζικο
θα δούμε τηλεόραση
και θα στέλνουμε στον έξω κόσμο βρεγμένες καρτ ποστάλ.
.-
να δω το σπίτι μας από τον ουρανό
να καταλάβω ποιο είναι
στον δρόμο θα έχει βροχή
(ίσως αργήσω λίγο)
κι όταν ανοίξεις την πόρτα
αν και κουρασμένη
θα σου χαμογελάσω
θα παραμερίσεις τα μαλλιά μου
θα είμαι όπως πάντα λίγο χλωμή
και βρεγμένη
εσύ θα μυρίζεις ακόμη εσύ
και μάλλον θα κοιμηθώ λιγάκι
όσο θα μου διαβάζεις
όταν ξυπνήσω θα με ρωτήσεις αν ήρθα
θα με κάνεις μπάνιο
θα παραγγείλουμε κινέζικο
θα δούμε τηλεόραση
και θα στέλνουμε στον έξω κόσμο βρεγμένες καρτ ποστάλ.
.-
15 Μαρ 2009
Ο χορός της αλήθειας.
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Είμαι βέβαιη πως αν κοιτάξω πίσω από την πλάτη μου θα δω μια θηριώδη μεταλλική μπάλα κατεδαφίσεων να με κυνηγάει καθημερινά, κρεμασμένη στην αλυσίδα της, αποπειρώμενη να με χτυπήσει.
Σας ευχαριστώ παραπάνω απ' όσο ξέρετε να ξέρετε.
(Από την μέρα που σας γνώρισα δεν έχω κοιτάξει ποτέ πίσω από την πλάτη μου: “σκύψε” -μου λέτε τη δύσκολη στιγμή. Ρισπέκτ.)
Να που συμβαίνει και το άλλο μια μέρα όμως.
Η μπάλα όλων των μπαλών έρχεται, (μαμά μου τι τεράστια που είναι), έτοιμη να κατεδαφίσει με ακρίβεια (και φτήνια) την αδύναμη πλατούλα σου.
Να που ο άνθρωπος που σε κοίταγε πιο στα μάτια από τον οποιοδήποτε τάχα μου, (που θα έβλεπε πάντα τι γίνεται πίσω από την πλάτη σου και που περίμενες να σου πει έγκαιρα το σκύψε), εστιάζει το βλέμμα του στη μπάλα και υπολογίζει με ακρίβεια τον τρόπο που θα κρυφτεί έντεχνα πίσω από το σώμα σου τη στιγμή της σύγκρουσης, (να απορροφήσεις εσύ το “μπαμ” -σαν σάκος του μποξ), να μπει η δική σου σκόνη κάτω απ' το δικό του χαλί.
Αγαπημένοι μου φίλοι. Κάνω πάυση και σας ρωτώ.
Έχετε ξεχάσει ποτέ στην πίσω τσέπη του τζιν σας, πριν το βάλετε στο πλυντήριο, έναν φίλο σας;
Αν ναι, δεν χάλασε κι ο κόσμος (καθώς, παρότι το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι τον ξεχάσατε, σώζεται αυτόματα από το ότι, αν ήταν όντως φίλος σας, θα σας συγχωρέσει χωρίς καν να ζητήσετε "συγγνώμη" -αρκεί να παραδεχτείτε το προφανές: "σε ξέχασα".)
Πρόσφατα ένας φίλος μου με ξέχασε στην πίσω τσέπη του τζιν του, στην πλύση χρησιμοποιήσε χάρντκορ λευκαντική σκόνη με άρωμα πεύκο (ξέροντας ότι έχω αλλεργία στα πέυκα), μετά σιδέρωσε το τζιν με πίεση (πριν με βγάλει από την τσέπη), κι όταν του παραπονέθηκα γιατί το έκανε αυτό, μου είπε ότι δεν με αφορά, να μην είμαι αφελής, όλοι πλένουν και σιδερώνουν, είναι δικός του λογαριασμός, τι κακό έκανε; -και τέλος πάντων δεν θα του πώ εγώ πώς να χρησιμοποιεί τη σκόνη μου στο δικό του πλυντήριο...
:-(
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Αν ήθελα να μην ανοιγοκλείνουν τα μάτια σας όταν με κοιτάτε, αν ήθελα τη γλώσσα σας ξύλινη όταν μου μιλάτε, ή αν ήθελα ψέμματα, τότε ναι: θα είχα επιλέξει για φίλο τον πινόκιο.
(Συχωρέστε με. Δεν ήξερα ότι είσασταν ο πινόκιο ΠΡΙΝ σας επιλέξω για φίλους. Να προειδοποιείτε παρακαλώ. Και μην προσβάλετε την αλήθεια μου με φράσεις τύπου "να δέχεσαι τους φίλους σου με τα ελατώμματά τους": καταλάβετε επιτέλους πως πρόκειται για γελοίο άλλοθι -ειδικά αν πριν μου το πετάξετε στα μούτρα ως τελικό αποστομωτικό επιχείρημα, έχετε καταναλώσει όλη την ενέργειά σας να με πείσετε ότι δεν έχετε ελαττώματα. Αν δεν έχετε ελαττώματα, πώς περίμενετε να σας συγχωρέσω γι' αυτά;)
ΥΓ1
Αν έχετε ελαττώματα, να τα ξέρω από πριν παρακαλώ -για να τα αγαπώ με τον καιρό όλο και περισσότερο. Το πιθανότερο είναι να μην με πειράξει καν το ότι σας βολεύει να λέτε ψέματα στον εαυτό σας (και μετά σε μένα), και που αυτό είναι στο λειτουργικό σας: να σιδερώνετε τις φιλίες σας μετά το πλυντήριο, αρκεί ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΡΙΝ, να είναι δική μου η επιλογή να σας κατασκευάζω αληθινούς, πλήρεις και τέλειους, όπως τόσο ποθείτε -γιατί ξέρετε έχω ένα τεράστιο ελάττωμα μαϊσέλφ.
ΥΓ2
(Συγχωρώ ΑΠΟ ΠΡΙΝ.)
ΥΓ3
Δεν είναι εκνευριστικό, αλήθεια, το πώς μερικοί άνθρωποι έχουν δικούς τους κακόγουστους και πολυμεταχειρισμένους ορισμούς για αντικειμενικά αμεταχείριστα μεγέθη όπως η φιλία ή η αλήθεια -και πώς καταφεύγουν σε αυτούς με ευκολία;
Υ4
Υπάρχει και μια εκπομπή λέει, που λέγεται "ο ορός της αλήθειας" -ή κάπως έτσι.
ΥΓ5
Ορός της αλήθειας στον πινόκιο.
(Πεταμένα λεφτά.)
ΥΓ6
Λες και η αλήθεια χρειάζεται να λουστεί με τεχνάσματα και να καταπιεί ηλεκτρώδια.
ΥΓ7
Καλέ τι όρος και ορός και ανοησίες; Την αλήθεια δεν τη λες.
(Τη χορεύεις.)
ΥΓ8
Το αντίθετο είναι σαν να θες να μου περιγράψεις το μήλο.
(Δεν θέλω να βάλω τη λέξη μήλο στο αυτί μου. Να τη χορέψω στο στόμα μου θέλω.)
ΥΓ9
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΟΣ.
(Γι'αυτό και δεν πειράζει που λιγοστέψατε -υγιές είναι.)
ΥΓ10
Δεν είναι κομψό να κάθεσαι σε καρέκλα όταν ο φίλος σου χορεύει μόνος. Δεν είναι κομψό να παίζει ωραίες μουσικές η ζωή κι εσύ να χάνεις τον χρόνο σου με ανθρώπους που δεν έχουν την ικανότητα να σε στροβιλίσουν στην αλήθεια τους -και που χορός για αυτούς σημαίνει απλά φιγούρα.
ΥΓ11
Να ξέρετε, όσοι μείνατε, όσοι με έχετε πάρει ήδη από το χέρι, αφήνοντας τη μπάλα των κατεδαφίσεων να κάνει σκόνη τον εαυτό της, ότι εσείς μπορείτε να με βάζετε όσες φορές θέλετε στον κάδο του πλυντηρίου σας (στο πρόγραμμα με τα ευαίσθητα) -και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων που θα το κάνετε.
ΥΓ10
(Και θα μπείτε κι εσείς μέσα.)
ΥΓ11
Τι ωραία που θα τα περνάμε βουτηγμένοι στις σαπουνόφουσκες του σκίπ -σκίπινγκ δε ντέρτινες οφ λαϊφ.
:-)
Είμαι βέβαιη πως αν κοιτάξω πίσω από την πλάτη μου θα δω μια θηριώδη μεταλλική μπάλα κατεδαφίσεων να με κυνηγάει καθημερινά, κρεμασμένη στην αλυσίδα της, αποπειρώμενη να με χτυπήσει.
Σας ευχαριστώ παραπάνω απ' όσο ξέρετε να ξέρετε.
(Από την μέρα που σας γνώρισα δεν έχω κοιτάξει ποτέ πίσω από την πλάτη μου: “σκύψε” -μου λέτε τη δύσκολη στιγμή. Ρισπέκτ.)
Να που συμβαίνει και το άλλο μια μέρα όμως.
Η μπάλα όλων των μπαλών έρχεται, (μαμά μου τι τεράστια που είναι), έτοιμη να κατεδαφίσει με ακρίβεια (και φτήνια) την αδύναμη πλατούλα σου.
Να που ο άνθρωπος που σε κοίταγε πιο στα μάτια από τον οποιοδήποτε τάχα μου, (που θα έβλεπε πάντα τι γίνεται πίσω από την πλάτη σου και που περίμενες να σου πει έγκαιρα το σκύψε), εστιάζει το βλέμμα του στη μπάλα και υπολογίζει με ακρίβεια τον τρόπο που θα κρυφτεί έντεχνα πίσω από το σώμα σου τη στιγμή της σύγκρουσης, (να απορροφήσεις εσύ το “μπαμ” -σαν σάκος του μποξ), να μπει η δική σου σκόνη κάτω απ' το δικό του χαλί.
Αγαπημένοι μου φίλοι. Κάνω πάυση και σας ρωτώ.
Έχετε ξεχάσει ποτέ στην πίσω τσέπη του τζιν σας, πριν το βάλετε στο πλυντήριο, έναν φίλο σας;
Αν ναι, δεν χάλασε κι ο κόσμος (καθώς, παρότι το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι τον ξεχάσατε, σώζεται αυτόματα από το ότι, αν ήταν όντως φίλος σας, θα σας συγχωρέσει χωρίς καν να ζητήσετε "συγγνώμη" -αρκεί να παραδεχτείτε το προφανές: "σε ξέχασα".)
Πρόσφατα ένας φίλος μου με ξέχασε στην πίσω τσέπη του τζιν του, στην πλύση χρησιμοποιήσε χάρντκορ λευκαντική σκόνη με άρωμα πεύκο (ξέροντας ότι έχω αλλεργία στα πέυκα), μετά σιδέρωσε το τζιν με πίεση (πριν με βγάλει από την τσέπη), κι όταν του παραπονέθηκα γιατί το έκανε αυτό, μου είπε ότι δεν με αφορά, να μην είμαι αφελής, όλοι πλένουν και σιδερώνουν, είναι δικός του λογαριασμός, τι κακό έκανε; -και τέλος πάντων δεν θα του πώ εγώ πώς να χρησιμοποιεί τη σκόνη μου στο δικό του πλυντήριο...
:-(
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Αν ήθελα να μην ανοιγοκλείνουν τα μάτια σας όταν με κοιτάτε, αν ήθελα τη γλώσσα σας ξύλινη όταν μου μιλάτε, ή αν ήθελα ψέμματα, τότε ναι: θα είχα επιλέξει για φίλο τον πινόκιο.
(Συχωρέστε με. Δεν ήξερα ότι είσασταν ο πινόκιο ΠΡΙΝ σας επιλέξω για φίλους. Να προειδοποιείτε παρακαλώ. Και μην προσβάλετε την αλήθεια μου με φράσεις τύπου "να δέχεσαι τους φίλους σου με τα ελατώμματά τους": καταλάβετε επιτέλους πως πρόκειται για γελοίο άλλοθι -ειδικά αν πριν μου το πετάξετε στα μούτρα ως τελικό αποστομωτικό επιχείρημα, έχετε καταναλώσει όλη την ενέργειά σας να με πείσετε ότι δεν έχετε ελαττώματα. Αν δεν έχετε ελαττώματα, πώς περίμενετε να σας συγχωρέσω γι' αυτά;)
ΥΓ1
Αν έχετε ελαττώματα, να τα ξέρω από πριν παρακαλώ -για να τα αγαπώ με τον καιρό όλο και περισσότερο. Το πιθανότερο είναι να μην με πειράξει καν το ότι σας βολεύει να λέτε ψέματα στον εαυτό σας (και μετά σε μένα), και που αυτό είναι στο λειτουργικό σας: να σιδερώνετε τις φιλίες σας μετά το πλυντήριο, αρκεί ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΡΙΝ, να είναι δική μου η επιλογή να σας κατασκευάζω αληθινούς, πλήρεις και τέλειους, όπως τόσο ποθείτε -γιατί ξέρετε έχω ένα τεράστιο ελάττωμα μαϊσέλφ.
ΥΓ2
(Συγχωρώ ΑΠΟ ΠΡΙΝ.)
ΥΓ3
Δεν είναι εκνευριστικό, αλήθεια, το πώς μερικοί άνθρωποι έχουν δικούς τους κακόγουστους και πολυμεταχειρισμένους ορισμούς για αντικειμενικά αμεταχείριστα μεγέθη όπως η φιλία ή η αλήθεια -και πώς καταφεύγουν σε αυτούς με ευκολία;
Υ4
Υπάρχει και μια εκπομπή λέει, που λέγεται "ο ορός της αλήθειας" -ή κάπως έτσι.
ΥΓ5
Ορός της αλήθειας στον πινόκιο.
(Πεταμένα λεφτά.)
ΥΓ6
Λες και η αλήθεια χρειάζεται να λουστεί με τεχνάσματα και να καταπιεί ηλεκτρώδια.
ΥΓ7
Καλέ τι όρος και ορός και ανοησίες; Την αλήθεια δεν τη λες.
(Τη χορεύεις.)
ΥΓ8
Το αντίθετο είναι σαν να θες να μου περιγράψεις το μήλο.
(Δεν θέλω να βάλω τη λέξη μήλο στο αυτί μου. Να τη χορέψω στο στόμα μου θέλω.)
ΥΓ9
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΟΣ.
(Γι'αυτό και δεν πειράζει που λιγοστέψατε -υγιές είναι.)
ΥΓ10
Δεν είναι κομψό να κάθεσαι σε καρέκλα όταν ο φίλος σου χορεύει μόνος. Δεν είναι κομψό να παίζει ωραίες μουσικές η ζωή κι εσύ να χάνεις τον χρόνο σου με ανθρώπους που δεν έχουν την ικανότητα να σε στροβιλίσουν στην αλήθεια τους -και που χορός για αυτούς σημαίνει απλά φιγούρα.
ΥΓ11
Να ξέρετε, όσοι μείνατε, όσοι με έχετε πάρει ήδη από το χέρι, αφήνοντας τη μπάλα των κατεδαφίσεων να κάνει σκόνη τον εαυτό της, ότι εσείς μπορείτε να με βάζετε όσες φορές θέλετε στον κάδο του πλυντηρίου σας (στο πρόγραμμα με τα ευαίσθητα) -και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων που θα το κάνετε.
ΥΓ10
(Και θα μπείτε κι εσείς μέσα.)
ΥΓ11
Τι ωραία που θα τα περνάμε βουτηγμένοι στις σαπουνόφουσκες του σκίπ -σκίπινγκ δε ντέρτινες οφ λαϊφ.
:-)
13 Μαρ 2009
Αντιφίλου πενήντα.
Σπίτι να υποθέσω έχετε.
(Υποθέστε ελεύθερα ότι εχώ κι εγώ.)
:-Ρ
Και βέβαια ό,τι τύπου και να είναι, (πλίνθινο, βικτωριανό, υπόγειο, ή έπαυλη κάρινγκτον), υποθέτω εκτός από πατώματα να διαθέτει και είσοδο.
Πώς το εξηγείτε λοιπόν;
(Και κυρίως γιατί δεν μπορεί τίποτα να διακόψει αυτό που μου συμβαίνει;)
Ξεκλειδώνω.
Μπαίνω στην πολυκατοικία μας από την εξώπορτα, ανεβαίνω τα σκαλιά ώς το διαμέρισμά μου στον τρίτο, ανοίγω την πόρτα του διαμερίσματός μου, και ξαφνικά αντί να δω σαλόνι βρίσκομαι πάλι στο πεζοδρόμιο, αντί να μπω σπίτι βγαίνω πάλι στο σημείο που μπήκα.
Ξαναμπαίνω.
(Αλλά όλες τις φορές τα ίδια.)
Η πολυκατοικία, η είσοδος, τα σκαλιά, ο πρώτος όροφος, ο δεύτερος, το λαχάνιασμα, ο τρίτος, το διαμέρισμα, τα κλειδιά, η πόρτα μου, και πάλι τσουπ: αντί σαλόνι πεζοδρόμιο, η αντιφίλου, το 50, η εξώπορτα, τα σκαλιά, ο δεύτερος, ο τρίτος, η πόρτα, και πάλι τσουπ: αντί σαλόνι το πεζοδρόμιο της αντιφίλου (η εξώπορτα, τα σκαλιά, ο δεύτερος, ο τρίτος, η πόρτα, το πεζοδρόμιο, η εξώπορτα, η πόρτα, η πόρτα, η εξώπορτα).
Μεταξύ μαρτυρίου και απόλαυσης, μοιάζει ούτε να αντέχω να μείνω, ούτε να καταφέρνω να φύγω.
Όσο και να θέλω να βγω έξω μου, όσο και να προσπαθώ να απομακρυνθώ, όσους έξτρα ορόφους κι αν επινοήσω για να ξεγελάσω την αντιφίλου μου, (μήπως και ξεχάσει να με πιάσει από το χέρι και να με τραβήξει πάλι πάνω της), στην προσπάθειά μου να κουνηθώ, (να φύγω ή να μείνω, και όλα τα εις -φύγω ή τα εις -μείνω), στην προσπάθειά μου να μπω μέσα βγαίνω έξω και στην προσπάθεια να βγω έξω μπαίνω μέσα.
ΥΓ1
Δεν είναι λίγες οι φορές που θέλω ν' αρπάξω την οδό μου από τα μαλλιά, να ξεκολλήσει από τη γη σαν χαλί, να τη σύρω στον αέρα, σαν κυματιστή λωρίδα από πίσσα, και να την παρατήσω νύχτα στη μέση ενός δάσους -να μην ξέρω πώς να γυρίσω.
ΥΓ2
Μη με ρωτήσετε γιατί δεν μπήγω τα χέρια μου με δύναμη στο οδόστρωμα, προκειμένου να σηκώσω τη φούστα του να δω τι έχει από κάτω, αν έχει μαγνήτες -ή τέλοςπάντων μέλι. (Πολύ φοβάμαι ότι όταν το κάνω, θα είναι μάταιο -πολύ φοβάμαι από κάτω κρύβεται απλά μια δεύτερη αντιφίλου, ίδια, ίδια ακριβώς.)
ΥΓ3
Ίσως και να φταίει το όνομα της οδού μου πάντως (για την κυκλική, υπνωτιστική και αποτελεσματική της κτητικότητα -την ικανότητά της να με πείθει να γυρίζω πάντα σ'αυτήν κι ας μην την αντέχω).
ΥΓ4
Αντιφίλου.
(Αυτό είναι.)
(Με προειδοποιεί.)
"Που θα βρεις καλύτερα; Μη φεύγεις. Μη βρεις φίλο. Εσύ είμαι εδώ."
(Ζηλιάρα, πεισματάρα, διεκδικητική, προσπαθεί να με πείσει να μείνουμε για πάντα η μία για την άλλη, "στέκω", μου ψιθυρίζει, "αντί οποιουδήποτε φίλου" -ως γνήσια αντί φίλου οδός.)
ΥΓ5
Όμως βαρέθηκα να μένω.
(Αν είναι να μένω με το ζόρι, ας μένω έκπληκτη.)
ΥΓ6
Εσύ πάλι;
ΥΓ7
Που μένεις; Ποιος είσαι; Και γιατί αργεις; Τι μας κραταέι μακριά από το να ρολάρουμε μαζί την αντιφίλου σαν τόπι υφάσματος και να τη σπρώξουμε κομψά στο γκρεμό, φορτωμένη σε νταλίκα;
ΥΓ8
Δεν ξέρω ποιος είσαι, που μένεις ή γιατί αργείς -κι όπως λέει κι ένας στίχος της λίλυ άλεν στο τελευταίο αθώα πορνικό της αλμπουμάκι: αϊ ντοντ νόου γουάτς ραϊτ εντ γουατς ρήαλ ενιμόρ.
ΥΓ9
Αν υπάρχεις και μπορείς να κάνεις το πεζοδρόμιο και το σαλόνι μου να μην είναι το ένα καθρέφτης του άλλου, δυσκολεύομαι να το υποθέσω.
(Θα το καταλάβω μόνο όταν με κάνεις να θέλω να στρώσω τα σεντόνια μου πάνω στην οδό σου.)
ΥΓ10
Κάτι που, ως διαδικασία, και τουλάχιστον προς το παρόν, φαντάζει να αφορά -όπως πάντα- κάποιους άλλους ανθρώπους.
ΥΓ11
Υποθέτω ο μόνος τρόπος να χαλαρώσω είναι να σκεφτώ ότι κάθε είσοδος αναγκαστικά είναι και έξοδος. Αν "βγάλω" νόημα (ή μήπως αν "μπω" στο νόημα), σε ό,τι έχει σχέση μ' αυτή τη σκέψη, υποθέτω πως μετά όχι. Δεν θα υπάρχει γυρισμός.
http://www.youtube.com/watch?v=q-wGMlSuX_c
(Υποθέστε ελεύθερα ότι εχώ κι εγώ.)
:-Ρ
Και βέβαια ό,τι τύπου και να είναι, (πλίνθινο, βικτωριανό, υπόγειο, ή έπαυλη κάρινγκτον), υποθέτω εκτός από πατώματα να διαθέτει και είσοδο.
Πώς το εξηγείτε λοιπόν;
(Και κυρίως γιατί δεν μπορεί τίποτα να διακόψει αυτό που μου συμβαίνει;)
Ξεκλειδώνω.
Μπαίνω στην πολυκατοικία μας από την εξώπορτα, ανεβαίνω τα σκαλιά ώς το διαμέρισμά μου στον τρίτο, ανοίγω την πόρτα του διαμερίσματός μου, και ξαφνικά αντί να δω σαλόνι βρίσκομαι πάλι στο πεζοδρόμιο, αντί να μπω σπίτι βγαίνω πάλι στο σημείο που μπήκα.
Ξαναμπαίνω.
(Αλλά όλες τις φορές τα ίδια.)
Η πολυκατοικία, η είσοδος, τα σκαλιά, ο πρώτος όροφος, ο δεύτερος, το λαχάνιασμα, ο τρίτος, το διαμέρισμα, τα κλειδιά, η πόρτα μου, και πάλι τσουπ: αντί σαλόνι πεζοδρόμιο, η αντιφίλου, το 50, η εξώπορτα, τα σκαλιά, ο δεύτερος, ο τρίτος, η πόρτα, και πάλι τσουπ: αντί σαλόνι το πεζοδρόμιο της αντιφίλου (η εξώπορτα, τα σκαλιά, ο δεύτερος, ο τρίτος, η πόρτα, το πεζοδρόμιο, η εξώπορτα, η πόρτα, η πόρτα, η εξώπορτα).
Μεταξύ μαρτυρίου και απόλαυσης, μοιάζει ούτε να αντέχω να μείνω, ούτε να καταφέρνω να φύγω.
Όσο και να θέλω να βγω έξω μου, όσο και να προσπαθώ να απομακρυνθώ, όσους έξτρα ορόφους κι αν επινοήσω για να ξεγελάσω την αντιφίλου μου, (μήπως και ξεχάσει να με πιάσει από το χέρι και να με τραβήξει πάλι πάνω της), στην προσπάθειά μου να κουνηθώ, (να φύγω ή να μείνω, και όλα τα εις -φύγω ή τα εις -μείνω), στην προσπάθειά μου να μπω μέσα βγαίνω έξω και στην προσπάθεια να βγω έξω μπαίνω μέσα.
ΥΓ1
Δεν είναι λίγες οι φορές που θέλω ν' αρπάξω την οδό μου από τα μαλλιά, να ξεκολλήσει από τη γη σαν χαλί, να τη σύρω στον αέρα, σαν κυματιστή λωρίδα από πίσσα, και να την παρατήσω νύχτα στη μέση ενός δάσους -να μην ξέρω πώς να γυρίσω.
ΥΓ2
Μη με ρωτήσετε γιατί δεν μπήγω τα χέρια μου με δύναμη στο οδόστρωμα, προκειμένου να σηκώσω τη φούστα του να δω τι έχει από κάτω, αν έχει μαγνήτες -ή τέλοςπάντων μέλι. (Πολύ φοβάμαι ότι όταν το κάνω, θα είναι μάταιο -πολύ φοβάμαι από κάτω κρύβεται απλά μια δεύτερη αντιφίλου, ίδια, ίδια ακριβώς.)
ΥΓ3
Ίσως και να φταίει το όνομα της οδού μου πάντως (για την κυκλική, υπνωτιστική και αποτελεσματική της κτητικότητα -την ικανότητά της να με πείθει να γυρίζω πάντα σ'αυτήν κι ας μην την αντέχω).
ΥΓ4
Αντιφίλου.
(Αυτό είναι.)
(Με προειδοποιεί.)
"Που θα βρεις καλύτερα; Μη φεύγεις. Μη βρεις φίλο. Εσύ είμαι εδώ."
(Ζηλιάρα, πεισματάρα, διεκδικητική, προσπαθεί να με πείσει να μείνουμε για πάντα η μία για την άλλη, "στέκω", μου ψιθυρίζει, "αντί οποιουδήποτε φίλου" -ως γνήσια αντί φίλου οδός.)
ΥΓ5
Όμως βαρέθηκα να μένω.
(Αν είναι να μένω με το ζόρι, ας μένω έκπληκτη.)
ΥΓ6
Εσύ πάλι;
ΥΓ7
Που μένεις; Ποιος είσαι; Και γιατί αργεις; Τι μας κραταέι μακριά από το να ρολάρουμε μαζί την αντιφίλου σαν τόπι υφάσματος και να τη σπρώξουμε κομψά στο γκρεμό, φορτωμένη σε νταλίκα;
ΥΓ8
Δεν ξέρω ποιος είσαι, που μένεις ή γιατί αργείς -κι όπως λέει κι ένας στίχος της λίλυ άλεν στο τελευταίο αθώα πορνικό της αλμπουμάκι: αϊ ντοντ νόου γουάτς ραϊτ εντ γουατς ρήαλ ενιμόρ.
ΥΓ9
Αν υπάρχεις και μπορείς να κάνεις το πεζοδρόμιο και το σαλόνι μου να μην είναι το ένα καθρέφτης του άλλου, δυσκολεύομαι να το υποθέσω.
(Θα το καταλάβω μόνο όταν με κάνεις να θέλω να στρώσω τα σεντόνια μου πάνω στην οδό σου.)
ΥΓ10
Κάτι που, ως διαδικασία, και τουλάχιστον προς το παρόν, φαντάζει να αφορά -όπως πάντα- κάποιους άλλους ανθρώπους.
ΥΓ11
Υποθέτω ο μόνος τρόπος να χαλαρώσω είναι να σκεφτώ ότι κάθε είσοδος αναγκαστικά είναι και έξοδος. Αν "βγάλω" νόημα (ή μήπως αν "μπω" στο νόημα), σε ό,τι έχει σχέση μ' αυτή τη σκέψη, υποθέτω πως μετά όχι. Δεν θα υπάρχει γυρισμός.
http://www.youtube.com/watch?v=q-wGMlSuX_c
03 Μαρ 2009
Ροζ γυάλα.
Απαντήστε. Μην ντρέπεστε.
(Τώρα που είμαστε μόνοι.)
Σας συνέβη κάτι την ώρα που κοίταγα αλλού; (Σας ξεβίδωσε κανείς τα μάτια με τα οποία με διαβάζετε συνήθως;)
Γιατί, αν όχι, γιατί παρεξηγήσατε τόσο το χθεσινό κείμενό μου, και γιατι ακριβώς είναι "μαύρο" και "βαρύ" να επιτρέπεις στον οποιονδήποτε να κλωτσήσει τον σκορπισμένο σου εγκέφαλο -αν τυχόν τον βρει κάτω απ'το κρεββάτι του την ώρα που κάνει σουίφερ;
Αρκετά με τα τηλέφωνα και τα εσεμές σας σήμερα, θέλω να πω, χαβ μέρσι μαϊ ντίαρ ντάρλινκς, νομίζω το έπιασα πια: μόλις γράψω κάτι (κατά δήλωσή σας πάντα) "δυσοίωνο" και "ψυχοπλακωτικό" αμέσως τα "είσαι καλά;", "συμβαίνει τίποτα;", "σε πείραξε κανείς;". Έλεος! Λες και γράφω για να έχω όλη την προσοχή σας πάνω μου!
(ΠΛΑΚΑ ΠΛΑΚΑ ΓΙ'ΑΥΤΟ ΓΡΑΦΩ.)
Όμως ηρεμήστε αγαπημένοι. (Κανείς δεν μπήκε με αγυάλιστα παπούτσια στη ροζ γυάλα μου να καταπατήσει και να διαμελήσει Δε Έσσλιν: να, φιλάω σταυρό, δηλώνω μετανιωμένη αν σας τάραξα τη ροζ Τρίτη σας -και σπεύδω να σας καθησυχάσω.)
Αααααχ...
Μα ναι.
Tι ωραία και απαλά και φούξια που είναι όλα. (Πόσο δίκιο έχετε.)
Να, εγώ σήμερα, για παράδειγμα, ξύπνησα στις 12, (αν με είδατε στις εννιάμιση στη δουλειά ήταν η ιδέα σας), έφαγα πρωινό στο κρεββάτι, καβάλησα το ροζ ποδηλατάκι μου και βγήκα στο δρόμο όλη ευτυχία -να ζήσω επιτέλους το όνειρό σας.
Τι ωραία και απαλά και φούξια που ήταν όλα στην Αντιφίλου.
YΓ1
Στον ουρανό αντί για σύννεφα είχε σύννεφα-μπαλόνια (που μόλις πύκνωσαν έσκασαν -κι έβρεξε ροζ μακαρόν "λαντουρέ").
ΥΓ2
Πήγα μια μεγάλη βόλτα να ηρεμήσω (στην Ακρόπολη είχαν αναρριχηθεί τριανταφυλλιές. Μοσχοβολούσε ροζ.)
ΥΓ3
Κάποια στιγμή πέταγε ένα αεροπλάνο.
ΥΓ4
Από την εξάτμιση ξεπρόβαλαν φούσκες σαν από ροζ μπιγκμπάμπολ.
ΥΓ5
Πιο κάτω είχε πόλεμο υποθέτω. Είδα μέχρι και "μανιτάρι" πυρηνικής βόμβας.
ΥΓ6
Οι στρατιώτες έριχναν μεταξύ τους με νεροπίστολα.
ΥΓ7
Το μανιτάρι ήταν μανιτάρι-καρτούν, (εισαγωγή απ' το στρουμφοχωριό).
ΥΓ8
Οπότε εντάξει τώρα; (Ζω όπως ονειρευτήκατε μικροί;)
ΥΓ9
Εύχομαι να ηρεμήσατε, εννοώ.
ΥΓ10
Και να γελάτε τρανταχτά.
ΥΓ11
ΛΟΛ, και ξανά ΛΟΛ!
ΥΓ12
Εκτός αν βρήκατε όντως τον εγκέφαλό μου κάτω από το κρεββάτι σας, την ώρα που κάνατε σουίφερ και γελάτε εις βάρος μου.
Παλιοαναίσθητοι!!
:-)
(Τώρα που είμαστε μόνοι.)
Σας συνέβη κάτι την ώρα που κοίταγα αλλού; (Σας ξεβίδωσε κανείς τα μάτια με τα οποία με διαβάζετε συνήθως;)
Γιατί, αν όχι, γιατί παρεξηγήσατε τόσο το χθεσινό κείμενό μου, και γιατι ακριβώς είναι "μαύρο" και "βαρύ" να επιτρέπεις στον οποιονδήποτε να κλωτσήσει τον σκορπισμένο σου εγκέφαλο -αν τυχόν τον βρει κάτω απ'το κρεββάτι του την ώρα που κάνει σουίφερ;
Αρκετά με τα τηλέφωνα και τα εσεμές σας σήμερα, θέλω να πω, χαβ μέρσι μαϊ ντίαρ ντάρλινκς, νομίζω το έπιασα πια: μόλις γράψω κάτι (κατά δήλωσή σας πάντα) "δυσοίωνο" και "ψυχοπλακωτικό" αμέσως τα "είσαι καλά;", "συμβαίνει τίποτα;", "σε πείραξε κανείς;". Έλεος! Λες και γράφω για να έχω όλη την προσοχή σας πάνω μου!
(ΠΛΑΚΑ ΠΛΑΚΑ ΓΙ'ΑΥΤΟ ΓΡΑΦΩ.)
Όμως ηρεμήστε αγαπημένοι. (Κανείς δεν μπήκε με αγυάλιστα παπούτσια στη ροζ γυάλα μου να καταπατήσει και να διαμελήσει Δε Έσσλιν: να, φιλάω σταυρό, δηλώνω μετανιωμένη αν σας τάραξα τη ροζ Τρίτη σας -και σπεύδω να σας καθησυχάσω.)
Αααααχ...
Μα ναι.
Tι ωραία και απαλά και φούξια που είναι όλα. (Πόσο δίκιο έχετε.)
Να, εγώ σήμερα, για παράδειγμα, ξύπνησα στις 12, (αν με είδατε στις εννιάμιση στη δουλειά ήταν η ιδέα σας), έφαγα πρωινό στο κρεββάτι, καβάλησα το ροζ ποδηλατάκι μου και βγήκα στο δρόμο όλη ευτυχία -να ζήσω επιτέλους το όνειρό σας.
Τι ωραία και απαλά και φούξια που ήταν όλα στην Αντιφίλου.
YΓ1
Στον ουρανό αντί για σύννεφα είχε σύννεφα-μπαλόνια (που μόλις πύκνωσαν έσκασαν -κι έβρεξε ροζ μακαρόν "λαντουρέ").
ΥΓ2
Πήγα μια μεγάλη βόλτα να ηρεμήσω (στην Ακρόπολη είχαν αναρριχηθεί τριανταφυλλιές. Μοσχοβολούσε ροζ.)
ΥΓ3
Κάποια στιγμή πέταγε ένα αεροπλάνο.
ΥΓ4
Από την εξάτμιση ξεπρόβαλαν φούσκες σαν από ροζ μπιγκμπάμπολ.
ΥΓ5
Πιο κάτω είχε πόλεμο υποθέτω. Είδα μέχρι και "μανιτάρι" πυρηνικής βόμβας.
ΥΓ6
Οι στρατιώτες έριχναν μεταξύ τους με νεροπίστολα.
ΥΓ7
Το μανιτάρι ήταν μανιτάρι-καρτούν, (εισαγωγή απ' το στρουμφοχωριό).
ΥΓ8
Οπότε εντάξει τώρα; (Ζω όπως ονειρευτήκατε μικροί;)
ΥΓ9
Εύχομαι να ηρεμήσατε, εννοώ.
ΥΓ10
Και να γελάτε τρανταχτά.
ΥΓ11
ΛΟΛ, και ξανά ΛΟΛ!
ΥΓ12
Εκτός αν βρήκατε όντως τον εγκέφαλό μου κάτω από το κρεββάτι σας, την ώρα που κάνατε σουίφερ και γελάτε εις βάρος μου.
Παλιοαναίσθητοι!!
:-)
Γιούζερ φρέντλυ.
Αν με είδατε, εκτός από βινεγκρέτ, να βάζω στη σαλάτα μου τον μπαρίσνικοφ πριν την φάω, (πακέτο με δυο ρωσίδες μπαλαρίνες), παρακαλώ να μου το πείτε να ηρεμήσω (διαφορετικά, αυτό που κάνει για ώρες πιρουέτες στο στομάχι μου θα είναι ύπουλα ανεξήγητο).
Μια αίσθηση σαν να είμαι μόνο το σώμα μου έχω σήμερα, ή μάλλον το ακριβώς αντίθετο: σαν να είμαι σκέτη σκέψη μοιάζει -μια σειρά από άτακτες σκέψεις χωρίς καθόλου σώμα γύρω γύρω, ή μάλλον ούτε αυτό, κάτι ακόμη πιο εύληπτο, σαν να είμαι χωρισμένη σε υγρά και στερεά είναι, η μισή χυμένη τακτοποιημένα μέσα σε γυάλινα μπουκάλια γεμισμένα ώς πάνω (με κάποια μπουκάλια να περιέχουν το νερό μου, άλλα το αίμα μου, και -κάποια άλλα- τα ζεστά κοριτσίστικα υγρά μου) και η άλλη μισή κομματιασμένη κομψά σε συρτάρια, (αν στο πάνω-πάνω εξέχουν σέξυ βαμμένα νυχάκια προφανώς περιέχει τις γάμπες μου).
Τι τακτοποιημένα που σκόρπισα πάλι.
ΥΓ1
Ή μάλλον, όχι. Αλλάζω κατηγορία. (Τι μπουκάλια και συρτάρια και αηδίες;)
ΥΓ2
Αταξία.
ΥΓ3
(Ένα χέρι εδώ, ένα στήθος εκεί, το πόδι μου κάτω από το γραφείο σας... τι παράξενο να έχεις πέσει από την ταράτσα, να έχουν στραγγίξει εντελώς οι αρτηρίες σου, τα παιδιά του δρόμου να παίζουν μπάλα με το πνευμόνι σου -κι εσύ να ζεις ακόμη.)
ΥΓ4
Τι να πω; Αν σας αρέσουν τα παζλ με χαρά να με συλλέξετε, όπου βρείτε ζωντανό κομμάτι μου, και να με ενώσετε πάλι όπως αγαπάτε (δεν θα αντισταθώ).
ΥΓ5
Μόνο μία (και μοναδική) παράκληση -και κατά τα άλλα ελευθερία: φιλική όσο γίνεται προς το χρήστη, δεν με νοιάζει τίποτα πάνω μου -ούτε καν το που βρίσκεται παραπεταμένο αυτήν ακριβώς τη στιγμή ή που θα το τοποθετήσετε εσείς κατά την κρίση σας συναρμολογώντας με. (Αν για παράδειγμα βρείτε το μυαλό μου κάτω από το κρεββάτι σας -την ώρα που κάνετε σουίφερ- κλωτσήστε το ελεύθερα.)
ΥΓ6
Το μόνο που με νοιάζει είναι ακόμη και την ώρα που με κλωτσάτε να με σέβεστε.
Μια αίσθηση σαν να είμαι μόνο το σώμα μου έχω σήμερα, ή μάλλον το ακριβώς αντίθετο: σαν να είμαι σκέτη σκέψη μοιάζει -μια σειρά από άτακτες σκέψεις χωρίς καθόλου σώμα γύρω γύρω, ή μάλλον ούτε αυτό, κάτι ακόμη πιο εύληπτο, σαν να είμαι χωρισμένη σε υγρά και στερεά είναι, η μισή χυμένη τακτοποιημένα μέσα σε γυάλινα μπουκάλια γεμισμένα ώς πάνω (με κάποια μπουκάλια να περιέχουν το νερό μου, άλλα το αίμα μου, και -κάποια άλλα- τα ζεστά κοριτσίστικα υγρά μου) και η άλλη μισή κομματιασμένη κομψά σε συρτάρια, (αν στο πάνω-πάνω εξέχουν σέξυ βαμμένα νυχάκια προφανώς περιέχει τις γάμπες μου).
Τι τακτοποιημένα που σκόρπισα πάλι.
ΥΓ1
Ή μάλλον, όχι. Αλλάζω κατηγορία. (Τι μπουκάλια και συρτάρια και αηδίες;)
ΥΓ2
Αταξία.
ΥΓ3
(Ένα χέρι εδώ, ένα στήθος εκεί, το πόδι μου κάτω από το γραφείο σας... τι παράξενο να έχεις πέσει από την ταράτσα, να έχουν στραγγίξει εντελώς οι αρτηρίες σου, τα παιδιά του δρόμου να παίζουν μπάλα με το πνευμόνι σου -κι εσύ να ζεις ακόμη.)
ΥΓ4
Τι να πω; Αν σας αρέσουν τα παζλ με χαρά να με συλλέξετε, όπου βρείτε ζωντανό κομμάτι μου, και να με ενώσετε πάλι όπως αγαπάτε (δεν θα αντισταθώ).
ΥΓ5
Μόνο μία (και μοναδική) παράκληση -και κατά τα άλλα ελευθερία: φιλική όσο γίνεται προς το χρήστη, δεν με νοιάζει τίποτα πάνω μου -ούτε καν το που βρίσκεται παραπεταμένο αυτήν ακριβώς τη στιγμή ή που θα το τοποθετήσετε εσείς κατά την κρίση σας συναρμολογώντας με. (Αν για παράδειγμα βρείτε το μυαλό μου κάτω από το κρεββάτι σας -την ώρα που κάνετε σουίφερ- κλωτσήστε το ελεύθερα.)
ΥΓ6
Το μόνο που με νοιάζει είναι ακόμη και την ώρα που με κλωτσάτε να με σέβεστε.
15 Φεβ 2009
Παιδικό πάρτυ.
Πάντα η ίδια ερώτηση, ξανά και ξανά: "τρώγονται αυτά τα ζωάκια πάνω στη τούρτα";
Και πάντα η ίδια απάντηση: "ναι, τρώγονται, είν' από ζάχαρη".
Και γενικά. Για χρόνια και χρόνια, κάθε χρόνο τα ίδια:
Ρούχα απ' το μπένετον ή τη φρατίνα στο κολωνάκι, λουστρίνια μούγερ, προσκλήσεις γραμμένες στο χέρι για όλους τους συμμαθητές, τούρτα απ'το μικέ της μαβίλη ντεκοραρισμένη με ζαχαρένια προβατάκια, πιτσίνια, πιροσκί, ροζ πτιφούρ -και ΠΑΝΤΑ μπόμπες με ροκφόρ ή ένταμ-ζαμπόν.
Είχα μεγάλη αδυναμία στις μπόμπες -καθώς είχε ενδιαφέρον να παράγει αρκούντως συμπαθητική γεύση κάτι το τόσο απλοϊκό, κυρίως, όμως, επειδή "υπόσχονταν" πως στη διάρκεια της βραδιάς θα έσκαγαν με τεράστια δύναμη κι από το ωστικό τους κύμα ένα τεράστιο πέπλο από ζαμπόν θα κάλυπτε όλη την υδρόγειο.
ΥΓ1
Τα λεφτά μας πίσω. Δεν έσκασε ποτέ μπόμπα σε παιδικό μου πάρτυ -παρά μόνο μέσα στο μυαλό μου- οπότε και όλοι οι άνθρωποι στο δρόμο περπάταγαν για μέρες μ' ένα καπέλο από ένταμ.
ΥΓ2
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το ανθρώπινο σώμα ανανεώνει ΟΛΑ τα κύτταρά του κατά μέσο όρο κάθε 10 χρόνια.
ΥΓ3
Γεγονός -που με κάνει να σκεφτώ ότι έχω τόσο ανακυκλωθεί που είναι πια σαφές πως τίποτα πάνω μου δεν έχει βρεθεί ποτέ σε κανένα παιδικό πάρτυ (δικό μου ή ξένο).
ΥΓ4
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα βάρβαρη διαπίστωση.
ΥΓ5
Θέλω να θυμηθώ πώς είναι να είσαι μικρή, πώς είναι να έχεις δυο μικρά χεράκια, ένα μικρό χαμόγελο, ένα μικρό πόνο, πώς είναι να είναι μικρή η καρδιά σου, πριν ανακυκλωθεί τόσο, σαν τότε που τα καπέλα από ένταμ έβγαζαν νόημα σε όλους, τότε που δεν ΝΟΜΙΖΕΣ ότι ανακάλυπτες τη φωτιά κάθε πέντε λεπτά -την ανακάλυπτες.
Και πάντα η ίδια απάντηση: "ναι, τρώγονται, είν' από ζάχαρη".
Και γενικά. Για χρόνια και χρόνια, κάθε χρόνο τα ίδια:
Ρούχα απ' το μπένετον ή τη φρατίνα στο κολωνάκι, λουστρίνια μούγερ, προσκλήσεις γραμμένες στο χέρι για όλους τους συμμαθητές, τούρτα απ'το μικέ της μαβίλη ντεκοραρισμένη με ζαχαρένια προβατάκια, πιτσίνια, πιροσκί, ροζ πτιφούρ -και ΠΑΝΤΑ μπόμπες με ροκφόρ ή ένταμ-ζαμπόν.
Είχα μεγάλη αδυναμία στις μπόμπες -καθώς είχε ενδιαφέρον να παράγει αρκούντως συμπαθητική γεύση κάτι το τόσο απλοϊκό, κυρίως, όμως, επειδή "υπόσχονταν" πως στη διάρκεια της βραδιάς θα έσκαγαν με τεράστια δύναμη κι από το ωστικό τους κύμα ένα τεράστιο πέπλο από ζαμπόν θα κάλυπτε όλη την υδρόγειο.
ΥΓ1
Τα λεφτά μας πίσω. Δεν έσκασε ποτέ μπόμπα σε παιδικό μου πάρτυ -παρά μόνο μέσα στο μυαλό μου- οπότε και όλοι οι άνθρωποι στο δρόμο περπάταγαν για μέρες μ' ένα καπέλο από ένταμ.
ΥΓ2
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το ανθρώπινο σώμα ανανεώνει ΟΛΑ τα κύτταρά του κατά μέσο όρο κάθε 10 χρόνια.
ΥΓ3
Γεγονός -που με κάνει να σκεφτώ ότι έχω τόσο ανακυκλωθεί που είναι πια σαφές πως τίποτα πάνω μου δεν έχει βρεθεί ποτέ σε κανένα παιδικό πάρτυ (δικό μου ή ξένο).
ΥΓ4
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα βάρβαρη διαπίστωση.
ΥΓ5
Θέλω να θυμηθώ πώς είναι να είσαι μικρή, πώς είναι να έχεις δυο μικρά χεράκια, ένα μικρό χαμόγελο, ένα μικρό πόνο, πώς είναι να είναι μικρή η καρδιά σου, πριν ανακυκλωθεί τόσο, σαν τότε που τα καπέλα από ένταμ έβγαζαν νόημα σε όλους, τότε που δεν ΝΟΜΙΖΕΣ ότι ανακάλυπτες τη φωτιά κάθε πέντε λεπτά -την ανακάλυπτες.
01 Φεβ 2009
Μπιγκ Μπαντ Γουλφ.
Αγαπημένο μου Νοσοκομείο είναι προφανές.
Απέκτησες χέρια.
(Και για να τα δοκιμάσεις άρχισες να πατάς πλήκτρα.)
Διότι, αν όχι, πώς αλλιώς εξηγείται που προχτες βρήκα στο κινητό μου αναπάντητη κλήση σου;
(Το ότι ΕΓΩ φταίω που σε έχω αποθηκεύσει στα κόντακτς μου δεν σημαίνει ότι περίμενα πως κάποτε ΟΝΤΩΣ θα πάρεις, ούτε φυσικά μειώνει την έκπληξη σχετικά με το ότι απέκτησες χέρια.)
Δεν ξέρω τι ήθελες.
(Παραξέρω.)
Ούτε γιατί σε έχω αποθηκεύσει όπως σε λένε, δηλαδή "Νοσοκομείο Τάδε" -αντί με ένα άλλο οποιοδήποτε όνομα (παράδειγμα "Αλίκη Δανδόλου" ή "Λάθος Νούμερο"), οπότε ναι -ίσως να φταίω εγώ: αν σε είχα αποθηκεύσει με ένα άλλο όνομα (ως Αλίκη Δανδόλου για παράδειγμα) θα μπορούσα να αγνοήσω με άνεση την κλήση σου, προσποιούμενη ότι "έκανες λάθος που πήρες", "δεν ήθελες εμένα".
Αγαπημένο μου Νοσοκομείο Τάδε, μετά την αναπάντητη ξαναπήρες, το σήκωσα, χάρηκα με τα νέα σου, καιρό είχα να σε ακούσω, πω πω πόσο ψήλωσες, να μου φιλήσεις τα παιδιά, όμως αν δεν σου κάνει κόπο, σε παρακαλώ μην ξαναπάρεις, "αν είναι" θα σε πάρω εγώ -ξέρεις ήδη την απάντησή μου.
(Για καλό σου το λέω. Δεν θέλω να σε φορτίζω με τις λύσεις μου.)
Είμαι τρελλή που δεν σε ακούω λες, παίζω με τη ζωή μου, θέλεις να με βάλεις κάτω λες, να με κάνεις "καλά", με τις μπρατσωμένες χημειοθεραπείες σου (τα χρεωκοπημένα πτυχία και τις λευκές κουρτίνες σου).
Τζάμπα επιμένεις να ξέρεις. (Τζάμπα μπαίνανε τα μπετά σου στα αεροπλάνα -για σπουδές στις βοστόνες.) Μη με θεωρείς ασθενή θέλω να πω. Εκνευρίζομαι.
Δες με.
Δες με τι όμορφο διάλογο ανοίγω με τη νόσο μου. Κοίτα την πως καταπίνει ενδοφλέβια τις λέξεις μου ανά οκτάωρο, κοίτα την πόσο με ακούει, πόσο με υπακούει -πόσο ωραία αποκοιμιέται στην αγκαλιά μου με τα αυτοσχέδια νανουριστικά παραμυθάκια μου, πόσο όμορφα φοβάται τους τρυφερούς δράκους που σκαρώνω, περισσότερο από οποιαδήποτε δική σου γεροντοκόρη χημεία (και τέλοςπάντων αν θέλεις κάτι να θεραπεύσεις θεράπευσε τις ασθενικές -άσπρες σαν πανί- κουρτίνες σου).
ΥΓ1
Αντιπαθώ την αναγνώριση κλήσης -έχει ισοπεδώσει τελείως την όποια έκπληξη και εξαλείψει δια παντώς εκείνο το ωραίο γουργούρισμα στην κοιλιά που νιώθαμε μικροί σε κάθε ντριν ("ποιος να είναι άραγε;", "λες να είναι αυτός;"). Δεν πειράζε η έκπληξη να είναι δυσσάρεστη (παράδειγμα όταν σε έπαιρνε που και που η αχώνευτη συμμαθήτριά σου Αλίκη Δανδόλου) -σιγά το πράγμα, επιβιώσαμε.
ΥΓ2
Θα έβρισκα χρησιμότερη -και τιμιότερη- την Αναγνώριση Κλίσης. Να ξέρουμε εκ των προτέρων τις κλίσεις και τα ταλέντα του καθενός, να ξέρουμε τι να αποφεύγουμε.
ΥΓ3
Αγαπημένο μου Νοσοκομείο Τάδε, για σένα λέω: αν είχα Αναγνώριση της Κλίσης σου να με απειλείς, θα την άφηνα κι αυτή αναπάντητη. (Θέλω να κλείσεις αν δεν κατάλαβες.)
ΥΓ4
Όχι ότι κατά βάθος δεν σε σέβομαι. Σε λέω Νοσοκομείο Τάδε τόση ώρα: δεν σε δίνω.
ΥΓ5
Όμως αλήθεια, τι είναι αυτά που μου λες και περιμένεις να συνεργαστώ; Τι σημαίνει "παίζω με τη ζωή μου"; ΦΥΣΙΚΑ και ΠΑΙΖΩ με τη ζωή μου. Τι ακριβώς θέλεις; Δεν καταλαβαίνω. (Να σταματήσουμε να παίζουμε σαν αγαπημένες φιλενάδες δημοτικού; Να σταματήσουμε να περνάμε πίστες;)
ΥΓ6
Αγαπημένο μου Νοσοκομείο Τάδε. Όταν ήμουν μικρή και ήσουν κι εσύ μικρό, δηλαδή όταν ήσουν παίδων, οι κουρτίνες σου (πριν 35 χρόνια και για όσα χρόνια σε θυμάμαι να κοιμάσαι στο κρεββάτι μου) ήταν κι αυτές παιδικές, άσπρες με καρτούν -συγκεκριμμένα, (το θυμάμαι σαν χτες και θα το θυμάμαι πάντα σαν χτες), είχαν πάνω τους σταμπαρισμένους τον Τουίτυ, τον Ντάφυ Ντακ και τον Μπάγκς Μπάνυ. Ίσως παραήμουν αυστηρή μαζί σου, λογικό να είναι σκέτα άσπρες οι τωρινές σου κουρτίνες -είναι μπανάλ η παιδικότητα, άσε που ο Ντάφυ ύστερα από τόσα χρόνια θα ήταν θλιβερός (με ρυτίδες, καράφλα και μπυροκοιλιά).
ΥΓ7
Αγαπημένο μου νοσοκομείο νομίζω συννενοηθήκαμε. Όσο κι αν έχεις μεγαλώσει πια, σε βλέπω πάντα μικρούλι, να, τοσοδά, να χωράς στην παλάμη μου (και μετά στην τσέπη μου).
ΥΓ8
Το ότι σου φύτρωσαν χέρια -κι άρχισες να με τηλεφωνείς, με παρεξένεψε θέλω να πω, αλλά δεν με ΦΟΒΙΣΕ όσο αρκετά θέλεις :-)
ΥΓ9
Αν θέλεις να αναμετρηθούμε σοβαρά, και να ΦΟΒΗΘΩ πραγματικά, τότε πολύ ΦΟΒΑΜΑΙ ότι πρέπει να φυτρώσεις πρώτα ένα τεράστιο πέος -και τα ξαναλέμε τότε :-)
ΥΓ10
Αν ποτέ σας πάρει το Νοσοκομείο Τάδε τηλέφωνο, με άγριες διαθέσεις και τελεσίγραφα, (κι εσείς κάνετε το λάθος και το σηκώσετε), θα νιώσετε κάπως έτσι (και σας θέλω προετοιμασμένους):
Ένα τεράστιο σαν ουρανοξύστης χέρι θα φυτρώσει με ταχύτητα σαν δέντρο από τη γη, θα ξεβιδώσει "για πάντα" τον ουρανό, τ' αστέρια, την ώρα της ανατολής, τα πράσινα μήλα, τις τουλίπες, θα τα φορτώσει όλα πρόχειρα όπως-όπως σε μια νταλίκα και θα τα ρίξει στο γκρεμό.
ΥΓ11
Υπάρχει τρυκ (κατά τού Μπιγκ Μπαντ Γουλφ).
ΥΓ12
"Χαμογελάστε" και αρχίστε ξανά τη σπορά ουρανού. (Πιάνει πάντα αν τον ποτίζεις συχνά.)
:-)
Απέκτησες χέρια.
(Και για να τα δοκιμάσεις άρχισες να πατάς πλήκτρα.)
Διότι, αν όχι, πώς αλλιώς εξηγείται που προχτες βρήκα στο κινητό μου αναπάντητη κλήση σου;
(Το ότι ΕΓΩ φταίω που σε έχω αποθηκεύσει στα κόντακτς μου δεν σημαίνει ότι περίμενα πως κάποτε ΟΝΤΩΣ θα πάρεις, ούτε φυσικά μειώνει την έκπληξη σχετικά με το ότι απέκτησες χέρια.)
Δεν ξέρω τι ήθελες.
(Παραξέρω.)
Ούτε γιατί σε έχω αποθηκεύσει όπως σε λένε, δηλαδή "Νοσοκομείο Τάδε" -αντί με ένα άλλο οποιοδήποτε όνομα (παράδειγμα "Αλίκη Δανδόλου" ή "Λάθος Νούμερο"), οπότε ναι -ίσως να φταίω εγώ: αν σε είχα αποθηκεύσει με ένα άλλο όνομα (ως Αλίκη Δανδόλου για παράδειγμα) θα μπορούσα να αγνοήσω με άνεση την κλήση σου, προσποιούμενη ότι "έκανες λάθος που πήρες", "δεν ήθελες εμένα".
Αγαπημένο μου Νοσοκομείο Τάδε, μετά την αναπάντητη ξαναπήρες, το σήκωσα, χάρηκα με τα νέα σου, καιρό είχα να σε ακούσω, πω πω πόσο ψήλωσες, να μου φιλήσεις τα παιδιά, όμως αν δεν σου κάνει κόπο, σε παρακαλώ μην ξαναπάρεις, "αν είναι" θα σε πάρω εγώ -ξέρεις ήδη την απάντησή μου.
(Για καλό σου το λέω. Δεν θέλω να σε φορτίζω με τις λύσεις μου.)
Είμαι τρελλή που δεν σε ακούω λες, παίζω με τη ζωή μου, θέλεις να με βάλεις κάτω λες, να με κάνεις "καλά", με τις μπρατσωμένες χημειοθεραπείες σου (τα χρεωκοπημένα πτυχία και τις λευκές κουρτίνες σου).
Τζάμπα επιμένεις να ξέρεις. (Τζάμπα μπαίνανε τα μπετά σου στα αεροπλάνα -για σπουδές στις βοστόνες.) Μη με θεωρείς ασθενή θέλω να πω. Εκνευρίζομαι.
Δες με.
Δες με τι όμορφο διάλογο ανοίγω με τη νόσο μου. Κοίτα την πως καταπίνει ενδοφλέβια τις λέξεις μου ανά οκτάωρο, κοίτα την πόσο με ακούει, πόσο με υπακούει -πόσο ωραία αποκοιμιέται στην αγκαλιά μου με τα αυτοσχέδια νανουριστικά παραμυθάκια μου, πόσο όμορφα φοβάται τους τρυφερούς δράκους που σκαρώνω, περισσότερο από οποιαδήποτε δική σου γεροντοκόρη χημεία (και τέλοςπάντων αν θέλεις κάτι να θεραπεύσεις θεράπευσε τις ασθενικές -άσπρες σαν πανί- κουρτίνες σου).
ΥΓ1
Αντιπαθώ την αναγνώριση κλήσης -έχει ισοπεδώσει τελείως την όποια έκπληξη και εξαλείψει δια παντώς εκείνο το ωραίο γουργούρισμα στην κοιλιά που νιώθαμε μικροί σε κάθε ντριν ("ποιος να είναι άραγε;", "λες να είναι αυτός;"). Δεν πειράζε η έκπληξη να είναι δυσσάρεστη (παράδειγμα όταν σε έπαιρνε που και που η αχώνευτη συμμαθήτριά σου Αλίκη Δανδόλου) -σιγά το πράγμα, επιβιώσαμε.
ΥΓ2
Θα έβρισκα χρησιμότερη -και τιμιότερη- την Αναγνώριση Κλίσης. Να ξέρουμε εκ των προτέρων τις κλίσεις και τα ταλέντα του καθενός, να ξέρουμε τι να αποφεύγουμε.
ΥΓ3
Αγαπημένο μου Νοσοκομείο Τάδε, για σένα λέω: αν είχα Αναγνώριση της Κλίσης σου να με απειλείς, θα την άφηνα κι αυτή αναπάντητη. (Θέλω να κλείσεις αν δεν κατάλαβες.)
ΥΓ4
Όχι ότι κατά βάθος δεν σε σέβομαι. Σε λέω Νοσοκομείο Τάδε τόση ώρα: δεν σε δίνω.
ΥΓ5
Όμως αλήθεια, τι είναι αυτά που μου λες και περιμένεις να συνεργαστώ; Τι σημαίνει "παίζω με τη ζωή μου"; ΦΥΣΙΚΑ και ΠΑΙΖΩ με τη ζωή μου. Τι ακριβώς θέλεις; Δεν καταλαβαίνω. (Να σταματήσουμε να παίζουμε σαν αγαπημένες φιλενάδες δημοτικού; Να σταματήσουμε να περνάμε πίστες;)
ΥΓ6
Αγαπημένο μου Νοσοκομείο Τάδε. Όταν ήμουν μικρή και ήσουν κι εσύ μικρό, δηλαδή όταν ήσουν παίδων, οι κουρτίνες σου (πριν 35 χρόνια και για όσα χρόνια σε θυμάμαι να κοιμάσαι στο κρεββάτι μου) ήταν κι αυτές παιδικές, άσπρες με καρτούν -συγκεκριμμένα, (το θυμάμαι σαν χτες και θα το θυμάμαι πάντα σαν χτες), είχαν πάνω τους σταμπαρισμένους τον Τουίτυ, τον Ντάφυ Ντακ και τον Μπάγκς Μπάνυ. Ίσως παραήμουν αυστηρή μαζί σου, λογικό να είναι σκέτα άσπρες οι τωρινές σου κουρτίνες -είναι μπανάλ η παιδικότητα, άσε που ο Ντάφυ ύστερα από τόσα χρόνια θα ήταν θλιβερός (με ρυτίδες, καράφλα και μπυροκοιλιά).
ΥΓ7
Αγαπημένο μου νοσοκομείο νομίζω συννενοηθήκαμε. Όσο κι αν έχεις μεγαλώσει πια, σε βλέπω πάντα μικρούλι, να, τοσοδά, να χωράς στην παλάμη μου (και μετά στην τσέπη μου).
ΥΓ8
Το ότι σου φύτρωσαν χέρια -κι άρχισες να με τηλεφωνείς, με παρεξένεψε θέλω να πω, αλλά δεν με ΦΟΒΙΣΕ όσο αρκετά θέλεις :-)
ΥΓ9
Αν θέλεις να αναμετρηθούμε σοβαρά, και να ΦΟΒΗΘΩ πραγματικά, τότε πολύ ΦΟΒΑΜΑΙ ότι πρέπει να φυτρώσεις πρώτα ένα τεράστιο πέος -και τα ξαναλέμε τότε :-)
ΥΓ10
Αν ποτέ σας πάρει το Νοσοκομείο Τάδε τηλέφωνο, με άγριες διαθέσεις και τελεσίγραφα, (κι εσείς κάνετε το λάθος και το σηκώσετε), θα νιώσετε κάπως έτσι (και σας θέλω προετοιμασμένους):
Ένα τεράστιο σαν ουρανοξύστης χέρι θα φυτρώσει με ταχύτητα σαν δέντρο από τη γη, θα ξεβιδώσει "για πάντα" τον ουρανό, τ' αστέρια, την ώρα της ανατολής, τα πράσινα μήλα, τις τουλίπες, θα τα φορτώσει όλα πρόχειρα όπως-όπως σε μια νταλίκα και θα τα ρίξει στο γκρεμό.
ΥΓ11
Υπάρχει τρυκ (κατά τού Μπιγκ Μπαντ Γουλφ).
ΥΓ12
"Χαμογελάστε" και αρχίστε ξανά τη σπορά ουρανού. (Πιάνει πάντα αν τον ποτίζεις συχνά.)
:-)
20 Ιαν 2009
Λευκός Οίκτος.
Δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό –κι ας παρεξηγηθώ–, αλλά ανήκω σε αυτούς που, σήμερα, 20 Ιανουαρίου του 2009, αποχαιρετούν τον απερχόμενο πρόεδρο της Αμερικής με δάκρυα στα μάτια.
(ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΛΙΑ.)
Αρκετά με το χάος στο Γουαϊτ Χάουζ, μίστα.
(Ήρθε η ώρα να μπει τάξη ιν ντα Μπλακ Χάουζ.)
ΜΠΟΥΣΤ λέμε!! (Και όχι μπουστ τζούνιορ -αλλά μπίγκταϊμ.)
Αρκετά με όσα έκανες για να σου αξίζει ο όρος “Μπούσισμ” (βλέπε “κοτσάνα”) στη γουικιπήντια, αλλά για τη βλακεία σου, ναι, έχεις τον λευκό μας οίκτο, επειδή –καταλαβαίνεις: είσαι βλάκας. (Που να σου το εξηγώ με περισσότερα επιχείρηματα;) Όμως, όσα σε κατατάσουν στον απόλυτο (και απόλυτα επικύνδυνο) Μάστερ Οφ Ντιζάστερ, δύσκολα τα ξεχνάμε.
Καταρχήν, το κουλό: βγήκες πρόεδρος με ποσοστό 47,9% (έναντι του 48,4% του Αλ Γκορ). Μου έχουν εξηγήσει τουλάχιστον τρεισήμιση φορές το ότι για κάποιο λόγο αυτό σου έδωσε περισσότερους εκλέκτορες (συν τα περί Φλόριντας), αλλά δεν έχω δώσει ιδιαίτερη βάση (μου αρκεί που είσαι σαν βλαχοδήμαρχος).
Κατά δεύτερον, χρεώνεσαι για πάντα το χωρίς περαιτέρω σχόλια μέγα λάθος της εντεκάτης σεπτεμβρίου. (Ναι, το ότι δεν ήσουν μέσα στους δίδυμους την ώρα της σύγκρουσης ΗΤΑΝ μέγα λάθος.)
Κατά τα άλλα, το 2003, ως ηγετική προεδράρα που ήσουν, αγνόησες τους επιθεωρητές του ΟΗΕ (πως δεν υπήρχε ίχνος ουρανίου στο Ιράκ), αδιαφόρησες για την αποδοκιμασία της Ευρώπης, και, μπλα, μπλα, μπλα (βαριέμαι τις λεπτομέρειες -και τέλος πάντων αν θέλετε να διαβάσετε εφημερίδα πάρτε εφημερίδα), κατάφερες να χαρίσεις δημοτικότητα στην αλκάιντα, να εξτρεμίσεις περισσότερο τους εξτρεμιστές, μπλα, μπλα, και να μας κάνεις όταν σκεφτόμαστε τον όρο αμερικανική εξωτερική πολιτική να πεθαίνουμε. Όχι ότι φταις για τη στερεοτυπική αυτοκρατορική πολιτική της χώρας σου, αλλά εμείς τουλάχιστον πεθαίνουμε από τα γέλια –οι ώς σήμερα πάνω από 4000 στρατιώτες τι σου φταίξανε; (Μην αρχίσω και τα περί Γκουαντάναμο -γιατί το 2010 λήγει η τουριστική βίζα μου, και καταλαβαίνεις, είσαι ο καλύτερος, εγώ εσένα θέλω.)
Από την άλλη, και με το καλημέρα σας, επέλεξες το δεξί σου χέρι (θα έγραφα το δεξί σου αρχ***, αλλά δεν θα έγραφα ποτέ τη λέξη αρχίδι στο μπλογκ μου) να είναι ο Τσέινι. Εξαιρετική επιλογή. Με πρόσχημα τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας πέρασε νόμους που επέτρεψαν περιορισμό της ελευθεροτυπίας, παρακολουθήσεις πολιτών και άλλα μαγικά, έγινε πρόεδρος στη θέση του προέδρου –άσε που φάγανε και λίγο ψωμάκι (με βούτυρο, μέλι, μαρμελάδα βατόμουρο και καμαμπέρ) και οι καϋμένοι της Χαλιμπάρτον.
Σαν να μην μας έφτανε αυτός, (ή εσύ), διόρισες και υπουργό άμυνας τον Ράμσφελντ. Υπουργό ΑΜΥΝΑΣ. (ΑΜΥΝΑΣ.) Μπράβο βρε –ο κατεξοχήν προπαγανδιστής του “πολέμου καραμέλα” (κατά της τρομοκρατίας) μας έλειπε, που πάλευε νυχθημερόν για την κλιμάκωση της απειλής στον κήπο κάθε πληγωμένου αμερικανικού ονείρου, με διακαή πόθο κάθε αμερικάνος να νιώσει επιτέλους περικυκλωμένος από βίαιους εξτρεμιστές (“μπου”) και να μετατραπεί σε άβουλο γιεσμιστεράκι. (Μα ΑΜΥΝΑΣ;;;;;;;)
Λέω να μείνω στα χάιλαϊτ –γιατί αν αρχίσω με τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος ή το ντόμινο εφέκτ του ρισέσιον θα ξεφύγω εντελώς, αλλά κυρίως για να μην φάω και το ψωμάκι (μπαγκέτα με κολιέ βαν κλεφ ετ αρπέλ) της Τρέμη.
ΥΓ1
Το ότι βγήκες πρόεδρος ποτέ δεν το κατάλαβα. Το μόνο που θα έπρεπε να βγαίνεις είναι για καφέ.
ΥΓ2
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χιούμορ του Τσέινι, όταν σχολίασε το Γκουαντάναμο με τη φράση “δεν καταλαβαίνω γιατί παραπονιούνται οι κρατούμενοι, μια χαρά διακοπές στην τροπικη ζώνη κάνουν, τους ταϊζουμε εξαιρετικά.” Το ξανασκέφτομαι και το παίρνω πίσω το δεξί αρχ*** που είπα πριν. Το ίδιο του το όνομα είναι πολύ πιο εύγλωττο: ΝΤΙΚ. (Μπιγκ Ντικ –διευκρινίζω.)
ΥΓ3
Για να μην μιλήσω για το μικρό όνομα του Ράμσφελντ (βλέπε Ντόναλντ) και με κυνηγάει με την παντόφλα η γιαγιά Ντακ.
ΥΓ4
Αγαπημένοι μου Στιούαρτ και Κολμπέρ, αν με διαβάζετε (ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ), περιμένω πώς και πώς τις εκπομπές σας αύριο. Θα είναι εκπομπές αερίων –είμαι βέβαιη.
ΥΓ5
Όσο για το λογοπαιγνιακό “ΜΠΟΥΣΤ!” παραπάνω, πέραν του ξουτ εφέκτ του, λειτουργεί και σαν ευχή για τον νέο, τον ωραίο, που με λίγη τύχη θα βγάλει κάθε αμερικάνο…χμ…ασπροπρόσωπο: Αϊ μιν, αμέρικα ντέφεντλι νηντζ ε ΜΠΟΥΣΤ –μέηνλι οφ μοράλ.
ΥΓ6
Γιου νίγκα μαδαφάκα γουιδ γιορ μπιγκ χο μισέλ, γκιβ ας ΤΣΕΗΝΤΖ, μπρο.
ΥΓ7
Και για όσους απογοητεύονται που θυμήθηκα τον δημοσιογραφικό μου εαυτό, μια τελευταία εικόνα για το ιναουγκουρέησιον –σε πιο γνωστούς κώδικες γραφής:
Αγαπητή μις λίμπερτυ.
Χτένίσε τα μαλλιά σου άφρο απόψε, βάλε χαμηλοκάβαλο τζινάκι, κόκκινο κραγιόν, κρίκους και μανόλος, και δείξε μας επιτέλους τι έκρυβες κάτω από τη μεταλλική σου φούστα για τόσες δεκαετίες.
Να μαντέψω;
Ένα ζουμερό μπουτιλίσιους κορμί, έτοιμο να κουνήσει το χοτ μπαμ του στον πιο σέξυ αρενμπί ρυθμό -για 4 τουλάχιστον χρόνια.
(Ίσως το “Ομπάμα” δεν “κρύβει” τυχαία τη συλλαβή “μπαμ”.)
Kleisimo matiou.
(ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΛΙΑ.)
Αρκετά με το χάος στο Γουαϊτ Χάουζ, μίστα.
(Ήρθε η ώρα να μπει τάξη ιν ντα Μπλακ Χάουζ.)
ΜΠΟΥΣΤ λέμε!! (Και όχι μπουστ τζούνιορ -αλλά μπίγκταϊμ.)
Αρκετά με όσα έκανες για να σου αξίζει ο όρος “Μπούσισμ” (βλέπε “κοτσάνα”) στη γουικιπήντια, αλλά για τη βλακεία σου, ναι, έχεις τον λευκό μας οίκτο, επειδή –καταλαβαίνεις: είσαι βλάκας. (Που να σου το εξηγώ με περισσότερα επιχείρηματα;) Όμως, όσα σε κατατάσουν στον απόλυτο (και απόλυτα επικύνδυνο) Μάστερ Οφ Ντιζάστερ, δύσκολα τα ξεχνάμε.
Καταρχήν, το κουλό: βγήκες πρόεδρος με ποσοστό 47,9% (έναντι του 48,4% του Αλ Γκορ). Μου έχουν εξηγήσει τουλάχιστον τρεισήμιση φορές το ότι για κάποιο λόγο αυτό σου έδωσε περισσότερους εκλέκτορες (συν τα περί Φλόριντας), αλλά δεν έχω δώσει ιδιαίτερη βάση (μου αρκεί που είσαι σαν βλαχοδήμαρχος).
Κατά δεύτερον, χρεώνεσαι για πάντα το χωρίς περαιτέρω σχόλια μέγα λάθος της εντεκάτης σεπτεμβρίου. (Ναι, το ότι δεν ήσουν μέσα στους δίδυμους την ώρα της σύγκρουσης ΗΤΑΝ μέγα λάθος.)
Κατά τα άλλα, το 2003, ως ηγετική προεδράρα που ήσουν, αγνόησες τους επιθεωρητές του ΟΗΕ (πως δεν υπήρχε ίχνος ουρανίου στο Ιράκ), αδιαφόρησες για την αποδοκιμασία της Ευρώπης, και, μπλα, μπλα, μπλα (βαριέμαι τις λεπτομέρειες -και τέλος πάντων αν θέλετε να διαβάσετε εφημερίδα πάρτε εφημερίδα), κατάφερες να χαρίσεις δημοτικότητα στην αλκάιντα, να εξτρεμίσεις περισσότερο τους εξτρεμιστές, μπλα, μπλα, και να μας κάνεις όταν σκεφτόμαστε τον όρο αμερικανική εξωτερική πολιτική να πεθαίνουμε. Όχι ότι φταις για τη στερεοτυπική αυτοκρατορική πολιτική της χώρας σου, αλλά εμείς τουλάχιστον πεθαίνουμε από τα γέλια –οι ώς σήμερα πάνω από 4000 στρατιώτες τι σου φταίξανε; (Μην αρχίσω και τα περί Γκουαντάναμο -γιατί το 2010 λήγει η τουριστική βίζα μου, και καταλαβαίνεις, είσαι ο καλύτερος, εγώ εσένα θέλω.)
Από την άλλη, και με το καλημέρα σας, επέλεξες το δεξί σου χέρι (θα έγραφα το δεξί σου αρχ***, αλλά δεν θα έγραφα ποτέ τη λέξη αρχίδι στο μπλογκ μου) να είναι ο Τσέινι. Εξαιρετική επιλογή. Με πρόσχημα τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας πέρασε νόμους που επέτρεψαν περιορισμό της ελευθεροτυπίας, παρακολουθήσεις πολιτών και άλλα μαγικά, έγινε πρόεδρος στη θέση του προέδρου –άσε που φάγανε και λίγο ψωμάκι (με βούτυρο, μέλι, μαρμελάδα βατόμουρο και καμαμπέρ) και οι καϋμένοι της Χαλιμπάρτον.
Σαν να μην μας έφτανε αυτός, (ή εσύ), διόρισες και υπουργό άμυνας τον Ράμσφελντ. Υπουργό ΑΜΥΝΑΣ. (ΑΜΥΝΑΣ.) Μπράβο βρε –ο κατεξοχήν προπαγανδιστής του “πολέμου καραμέλα” (κατά της τρομοκρατίας) μας έλειπε, που πάλευε νυχθημερόν για την κλιμάκωση της απειλής στον κήπο κάθε πληγωμένου αμερικανικού ονείρου, με διακαή πόθο κάθε αμερικάνος να νιώσει επιτέλους περικυκλωμένος από βίαιους εξτρεμιστές (“μπου”) και να μετατραπεί σε άβουλο γιεσμιστεράκι. (Μα ΑΜΥΝΑΣ;;;;;;;)
Λέω να μείνω στα χάιλαϊτ –γιατί αν αρχίσω με τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος ή το ντόμινο εφέκτ του ρισέσιον θα ξεφύγω εντελώς, αλλά κυρίως για να μην φάω και το ψωμάκι (μπαγκέτα με κολιέ βαν κλεφ ετ αρπέλ) της Τρέμη.
ΥΓ1
Το ότι βγήκες πρόεδρος ποτέ δεν το κατάλαβα. Το μόνο που θα έπρεπε να βγαίνεις είναι για καφέ.
ΥΓ2
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χιούμορ του Τσέινι, όταν σχολίασε το Γκουαντάναμο με τη φράση “δεν καταλαβαίνω γιατί παραπονιούνται οι κρατούμενοι, μια χαρά διακοπές στην τροπικη ζώνη κάνουν, τους ταϊζουμε εξαιρετικά.” Το ξανασκέφτομαι και το παίρνω πίσω το δεξί αρχ*** που είπα πριν. Το ίδιο του το όνομα είναι πολύ πιο εύγλωττο: ΝΤΙΚ. (Μπιγκ Ντικ –διευκρινίζω.)
ΥΓ3
Για να μην μιλήσω για το μικρό όνομα του Ράμσφελντ (βλέπε Ντόναλντ) και με κυνηγάει με την παντόφλα η γιαγιά Ντακ.
ΥΓ4
Αγαπημένοι μου Στιούαρτ και Κολμπέρ, αν με διαβάζετε (ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ), περιμένω πώς και πώς τις εκπομπές σας αύριο. Θα είναι εκπομπές αερίων –είμαι βέβαιη.
ΥΓ5
Όσο για το λογοπαιγνιακό “ΜΠΟΥΣΤ!” παραπάνω, πέραν του ξουτ εφέκτ του, λειτουργεί και σαν ευχή για τον νέο, τον ωραίο, που με λίγη τύχη θα βγάλει κάθε αμερικάνο…χμ…ασπροπρόσωπο: Αϊ μιν, αμέρικα ντέφεντλι νηντζ ε ΜΠΟΥΣΤ –μέηνλι οφ μοράλ.
ΥΓ6
Γιου νίγκα μαδαφάκα γουιδ γιορ μπιγκ χο μισέλ, γκιβ ας ΤΣΕΗΝΤΖ, μπρο.
ΥΓ7
Και για όσους απογοητεύονται που θυμήθηκα τον δημοσιογραφικό μου εαυτό, μια τελευταία εικόνα για το ιναουγκουρέησιον –σε πιο γνωστούς κώδικες γραφής:
Αγαπητή μις λίμπερτυ.
Χτένίσε τα μαλλιά σου άφρο απόψε, βάλε χαμηλοκάβαλο τζινάκι, κόκκινο κραγιόν, κρίκους και μανόλος, και δείξε μας επιτέλους τι έκρυβες κάτω από τη μεταλλική σου φούστα για τόσες δεκαετίες.
Να μαντέψω;
Ένα ζουμερό μπουτιλίσιους κορμί, έτοιμο να κουνήσει το χοτ μπαμ του στον πιο σέξυ αρενμπί ρυθμό -για 4 τουλάχιστον χρόνια.
(Ίσως το “Ομπάμα” δεν “κρύβει” τυχαία τη συλλαβή “μπαμ”.)
Kleisimo matiou.
06 Ιαν 2009
Δι όφις (σήζον ιλέβεν).
Πίσω στο γραφείο.
Αύριο.
Εγώ.
(Ναι, σε γραφείο -μη γελάς εσύ εκεί ο από πίσω.)
Γεγονός που με κάνει να θέλω να μεταφέρω την ειλικρινή μου χαρά και κυρίως την ανακούφισή μου -από τη στιγμή που "θυμήθηκα" ότι αν σ' ένα κουρείο κουρεύουν, σ' ένα γραφείο γράφουν.
(Φίου.)
ΥΓ1
Γεια σου γραφείο, με λένε έσσλιν, θες να γίνουμε τόσο φίλοι που να μας λένε γραφικούς;
(Εγώ ναι. Και μην κάνεις το έκπληκτο -αφού γράφω, θα γύριζα.)
ΥΓ2
Βέβαια, δεν γυρνάω ακριβώς ακριβώς: δεν γυρνάω στο παλιό γραφείο, εννοώ, αλλά στο ΝΕΟ γραφείο -με τους μπλε και πράσινους κόκκους (δηλαδή με το λόγκο με τους κίτρινους και...χμ... μαύρους κύκλους -που αν σχολιάζει το ότι μπορεί και να ξενυχτάμε, σο μπι ιτ).
ΥΓ3
ΝΕΟ γραφείο.
(Ναι. Στη διαφήμιση χρησιμοποιούμε πολύ την ένδειξη "ΝΕΟ".)
Καταλαβαίνετε εύχομαι ότι η έννοια του καινούργιου, ειδικά αν κάποιος έχει την ανάγκη να το διαφημίσει έντονα αυτό, είναι σχετική.
(Παράδειγμα η καινή διαθήκη, πόσο καινή είναι δηλαδή;)
ΥΓ4
Νέο μου γραφείο, για όλα τα παραπάνω, θα σου φερθώ με παλιά αγάπη.
ΥΓ5
Όσο για το αν θα μας ενοχλεί η πρώην γραφική μου σχέση λίγα μέτρα μακρυά μας;
Μη λέμε τα ίδια.
ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ.
:-)
Αύριο.
Εγώ.
(Ναι, σε γραφείο -μη γελάς εσύ εκεί ο από πίσω.)
Γεγονός που με κάνει να θέλω να μεταφέρω την ειλικρινή μου χαρά και κυρίως την ανακούφισή μου -από τη στιγμή που "θυμήθηκα" ότι αν σ' ένα κουρείο κουρεύουν, σ' ένα γραφείο γράφουν.
(Φίου.)
ΥΓ1
Γεια σου γραφείο, με λένε έσσλιν, θες να γίνουμε τόσο φίλοι που να μας λένε γραφικούς;
(Εγώ ναι. Και μην κάνεις το έκπληκτο -αφού γράφω, θα γύριζα.)
ΥΓ2
Βέβαια, δεν γυρνάω ακριβώς ακριβώς: δεν γυρνάω στο παλιό γραφείο, εννοώ, αλλά στο ΝΕΟ γραφείο -με τους μπλε και πράσινους κόκκους (δηλαδή με το λόγκο με τους κίτρινους και...χμ... μαύρους κύκλους -που αν σχολιάζει το ότι μπορεί και να ξενυχτάμε, σο μπι ιτ).
ΥΓ3
ΝΕΟ γραφείο.
(Ναι. Στη διαφήμιση χρησιμοποιούμε πολύ την ένδειξη "ΝΕΟ".)
Καταλαβαίνετε εύχομαι ότι η έννοια του καινούργιου, ειδικά αν κάποιος έχει την ανάγκη να το διαφημίσει έντονα αυτό, είναι σχετική.
(Παράδειγμα η καινή διαθήκη, πόσο καινή είναι δηλαδή;)
ΥΓ4
Νέο μου γραφείο, για όλα τα παραπάνω, θα σου φερθώ με παλιά αγάπη.
ΥΓ5
Όσο για το αν θα μας ενοχλεί η πρώην γραφική μου σχέση λίγα μέτρα μακρυά μας;
Μη λέμε τα ίδια.
ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ.
:-)
01 Ιαν 2009
Χάπυ Νου Υγεία.
Καταρχήν "Κλείσιμο Ματιού."
(Για να αρχίσω και μια φορά από το τέλος.)
Αλλά βασικά "Άνοιγμα Μυαλού".
Και ξεκινάω (με ερώτηση):
Ποιος σκηνοθέτησε ερήμην μου τη σκηνή όπου πέντε τα ξημερώματα κρατάω εκείνο το (τέταρτο) "λεωνίδας" στο χέρι μου (και μετά οδηγημένη από μια ανεξήγητη ανώτερη και σίγουρα σκοτεινή δύναμη το βάζω στο στόμα μου και ΕΞΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑΙ να το γευτώ);
Μα λογικό -τάχα έκπληκτη δεσποινίς μου: 100 θερμίδες έκαστον.
Λογικό που ξύπνησες 95 κιλά βαρύτερη.
(Αν και εν προκειμένω τις θερμίδες θα έπρεπε να τις πω ψυχρίδες -τα καθάρισα και τα τέσσερα εν ψυχρώ.)
Έχω ένα βάρος πρώτη μέρα του χρόνου για να καταλήξω, και, υποπτευόμενη ότι δεν ευθύνονται οι πραλίνες γι'αυτό, θέλω να πάει απο'κεί που ήρθε.
(Αν δηλαδή ακούσατε ένα εκκωφαντικό ΑΑΑΑΑΑΑΑ πριν λίγο, εγώ σας το ψιθύρισα.)
Και "κυριολεκτώ".
(Ανεβαίνω στη ζυγαριά χτες το απόγευμα, με δείχνει 49, ανεβαίνω πριν λίγο, με δείχνει 144.)
Σε τι οφείλεται η τόσο αδικαιολόγητη εν τέλει απότομη αύξηση βάρους μου, πρώτη μέρα του μηδέν εννιά;
(Θα σας πω αμέσως.)
Στις ανθρώπινες αδυναμίες μου -που μου σερβιρήστηκαν από εμένα, την ίδια, μαζεμένες στο τέλος του μηδέν οχτώ -με στόχο να μασήσω και μετά να καταπιώ το χοντροκομμένο περασμένο έτος ΜΟΥ μονομιάς.
(Οξύμωρο, αλλά ναι: λέγονται αδυναμίες, αλλά είναι παχιές -και σε βαραίνουν.)
Η σαχλαμάρα στον εγκέφαλό μου, παράδειγμα -όσο να πεις πρέπει να ζυγίζει πολύ.
(Στο τέλους του έτους παρέλαυνε μπροστά μου σερβιρισμένη σε μπουφέ -σιγά μην αντιστεκόμουν.)
Ο εγωισμός επίσης. (Το στάνταρντ επιδόρπιο -ποιος λέει όχι στο επιδόρπιο;)
Δεν φταεί όμως κανείς: το κεφάλι μου φταίει (που μάλλον ήταν ήδη χοντρό).
Καταβρόχθισα άπαντα τα στραβά μου, λες και ήταν βολοβάν, (να τα εξαφανίσω μια χαψιά), και νόμιζα πως θα μου γλυτώσω προφανώς (αναμασώντας τις ίδιες μου τις αδυναμίες, προκειμένου να φτιάξω μια άμωμη ρεζολούσιον λιστ).
Έφαγα (για να μην τα βλέπω και κάπου να τα κρύψω), τον ναρκισσισμό μου, την εγωκεντρικότητά μου, την ανυπομονησία μου, την παράνοιά μου.
Έφαγα (ωμή) την καρδιά μου, έφαγα (αφού το τηγάνισα πρώτα αυτό) το μυαλό μου.
Μην κρυβόμαστε.
Έφαγα τον εαυτό μου. (Νομίζοντας πως θ' αρχίσω να τον χωνεύω.)
(Και ναι, εσύ εκεί στο βάθος που κούνησες το κεφάλι -καταλαβαίνοντας ότι πρώτο πρώτο έφαγα το χοντρό κεφάλι μου, και είπες "έφαγε πακέτο αυτή"-, μπορεί να μην έχεις καλό χιούμορ, αλλά το πέτυχες. Και όχι, όταν τελείωσα δεν έγλυψα τα δάχτυλά μου, τα είχα φάει κι αυτά...)
ΥΓ1
Προφανώς έφαγα τον εαυτό μου τουλάχιστον μιάμιση φορά, εξού και το υπερδιπλασιασμένο βάρος.
ΥΓ2
Δεν θέλω να πω ότι είναι κακό να είμαστε άνθρωποι με χοντρές αδυναμίες.
Όχι ρε.
Είναι εξαιρετικά χυδάιο να είσαι άνθρωπος και να μην κάνεις ανθρώπινα πράγματα.
(Λέω απλά να μην τα κρύβεις στο στομάχι σου.)
Λέω απλά ότι αν θέλετε να αρχίσετε να χωνεύετε τον εαυτό σας, τον εγωισμό σας ούτε να τον τρώτε, ούτε να τον καταπίνετε. (Να τον δουλεύετε υποθέτω; Γκαντ νόουζ.)
ΥΓ3
Αν επιμένεις να κρύβεις ανθρώπινα πράγματα στο στομάχι σου ανάτρεξε στη γουικιπίντια, (λήμμα καννιβαλισμός).
ΥΓ4
Μετά τα μυαλό μου, αν μπορούσα (στο πρωτοχρονιάτικο άφτερ άουρς κάλεσμά μου), θα έτρωγα και τις γκρι γόβες της Άννας που όταν τις έβγαλε ήταν γκρι ντόλτσε ε γκαμπάνα με μεταξωτή επένδυση άνιμαλ πριντ (ενώ όταν τις φόραγε ήταν απλά γκρι). Σε ρούχο, θα έτρωγα τη γραβάτα του Πέτρου. (Εσύ με το κακό χιούμορ, κράτα τη φράση "τρώγομαι με τα ρούχα μου" για του χρόνου.)
ΥΓ5
Πάλης ξεκίνημα (με άλλα λόγια, το νέο έτος -και η φουσταμπλούζα ρεβολούσιον ρεζολούσιον).
Ή τελοσπάντων Κραιπάλης (το εν λόγω βράδυ της πρωτοχρονιάς.)
ΥΓ6
Από τα κανονικά μου κιλά, ιατρικώς, μου λέιπουν 2-3, καθώς, λέει, τα σωστά μου είναι τα 52.
ΥΓ7
Συμβολικό. Ακριβώς τόσες (52) είναι και η δευτέρες της χρονιάς που μόλις αρχίζει, δίνοντάς μου 52 "από δευτέρα" αφορμές να αρχίζω συχνά δίαιτα, στο πιο παχύσαρκο όργανό μου.
ΥΓ8
Μην αδυνατήσεις πολύ καρδιά μου.
(Τώρα νιώθεις σαν χτυπημένη από λεωφορείο -καταλαβαίνω.)
Όμως για αυτό υπάρχεις στο σώμα ξέρεις.
Για να χτυπάς.
:-)
Χάπυ Νου Υγεία σε όλους.
(Για να αρχίσω και μια φορά από το τέλος.)
Αλλά βασικά "Άνοιγμα Μυαλού".
Και ξεκινάω (με ερώτηση):
Ποιος σκηνοθέτησε ερήμην μου τη σκηνή όπου πέντε τα ξημερώματα κρατάω εκείνο το (τέταρτο) "λεωνίδας" στο χέρι μου (και μετά οδηγημένη από μια ανεξήγητη ανώτερη και σίγουρα σκοτεινή δύναμη το βάζω στο στόμα μου και ΕΞΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑΙ να το γευτώ);
Μα λογικό -τάχα έκπληκτη δεσποινίς μου: 100 θερμίδες έκαστον.
Λογικό που ξύπνησες 95 κιλά βαρύτερη.
(Αν και εν προκειμένω τις θερμίδες θα έπρεπε να τις πω ψυχρίδες -τα καθάρισα και τα τέσσερα εν ψυχρώ.)
Έχω ένα βάρος πρώτη μέρα του χρόνου για να καταλήξω, και, υποπτευόμενη ότι δεν ευθύνονται οι πραλίνες γι'αυτό, θέλω να πάει απο'κεί που ήρθε.
(Αν δηλαδή ακούσατε ένα εκκωφαντικό ΑΑΑΑΑΑΑΑ πριν λίγο, εγώ σας το ψιθύρισα.)
Και "κυριολεκτώ".
(Ανεβαίνω στη ζυγαριά χτες το απόγευμα, με δείχνει 49, ανεβαίνω πριν λίγο, με δείχνει 144.)
Σε τι οφείλεται η τόσο αδικαιολόγητη εν τέλει απότομη αύξηση βάρους μου, πρώτη μέρα του μηδέν εννιά;
(Θα σας πω αμέσως.)
Στις ανθρώπινες αδυναμίες μου -που μου σερβιρήστηκαν από εμένα, την ίδια, μαζεμένες στο τέλος του μηδέν οχτώ -με στόχο να μασήσω και μετά να καταπιώ το χοντροκομμένο περασμένο έτος ΜΟΥ μονομιάς.
(Οξύμωρο, αλλά ναι: λέγονται αδυναμίες, αλλά είναι παχιές -και σε βαραίνουν.)
Η σαχλαμάρα στον εγκέφαλό μου, παράδειγμα -όσο να πεις πρέπει να ζυγίζει πολύ.
(Στο τέλους του έτους παρέλαυνε μπροστά μου σερβιρισμένη σε μπουφέ -σιγά μην αντιστεκόμουν.)
Ο εγωισμός επίσης. (Το στάνταρντ επιδόρπιο -ποιος λέει όχι στο επιδόρπιο;)
Δεν φταεί όμως κανείς: το κεφάλι μου φταίει (που μάλλον ήταν ήδη χοντρό).
Καταβρόχθισα άπαντα τα στραβά μου, λες και ήταν βολοβάν, (να τα εξαφανίσω μια χαψιά), και νόμιζα πως θα μου γλυτώσω προφανώς (αναμασώντας τις ίδιες μου τις αδυναμίες, προκειμένου να φτιάξω μια άμωμη ρεζολούσιον λιστ).
Έφαγα (για να μην τα βλέπω και κάπου να τα κρύψω), τον ναρκισσισμό μου, την εγωκεντρικότητά μου, την ανυπομονησία μου, την παράνοιά μου.
Έφαγα (ωμή) την καρδιά μου, έφαγα (αφού το τηγάνισα πρώτα αυτό) το μυαλό μου.
Μην κρυβόμαστε.
Έφαγα τον εαυτό μου. (Νομίζοντας πως θ' αρχίσω να τον χωνεύω.)
(Και ναι, εσύ εκεί στο βάθος που κούνησες το κεφάλι -καταλαβαίνοντας ότι πρώτο πρώτο έφαγα το χοντρό κεφάλι μου, και είπες "έφαγε πακέτο αυτή"-, μπορεί να μην έχεις καλό χιούμορ, αλλά το πέτυχες. Και όχι, όταν τελείωσα δεν έγλυψα τα δάχτυλά μου, τα είχα φάει κι αυτά...)
ΥΓ1
Προφανώς έφαγα τον εαυτό μου τουλάχιστον μιάμιση φορά, εξού και το υπερδιπλασιασμένο βάρος.
ΥΓ2
Δεν θέλω να πω ότι είναι κακό να είμαστε άνθρωποι με χοντρές αδυναμίες.
Όχι ρε.
Είναι εξαιρετικά χυδάιο να είσαι άνθρωπος και να μην κάνεις ανθρώπινα πράγματα.
(Λέω απλά να μην τα κρύβεις στο στομάχι σου.)
Λέω απλά ότι αν θέλετε να αρχίσετε να χωνεύετε τον εαυτό σας, τον εγωισμό σας ούτε να τον τρώτε, ούτε να τον καταπίνετε. (Να τον δουλεύετε υποθέτω; Γκαντ νόουζ.)
ΥΓ3
Αν επιμένεις να κρύβεις ανθρώπινα πράγματα στο στομάχι σου ανάτρεξε στη γουικιπίντια, (λήμμα καννιβαλισμός).
ΥΓ4
Μετά τα μυαλό μου, αν μπορούσα (στο πρωτοχρονιάτικο άφτερ άουρς κάλεσμά μου), θα έτρωγα και τις γκρι γόβες της Άννας που όταν τις έβγαλε ήταν γκρι ντόλτσε ε γκαμπάνα με μεταξωτή επένδυση άνιμαλ πριντ (ενώ όταν τις φόραγε ήταν απλά γκρι). Σε ρούχο, θα έτρωγα τη γραβάτα του Πέτρου. (Εσύ με το κακό χιούμορ, κράτα τη φράση "τρώγομαι με τα ρούχα μου" για του χρόνου.)
ΥΓ5
Πάλης ξεκίνημα (με άλλα λόγια, το νέο έτος -και η φουσταμπλούζα ρεβολούσιον ρεζολούσιον).
Ή τελοσπάντων Κραιπάλης (το εν λόγω βράδυ της πρωτοχρονιάς.)
ΥΓ6
Από τα κανονικά μου κιλά, ιατρικώς, μου λέιπουν 2-3, καθώς, λέει, τα σωστά μου είναι τα 52.
ΥΓ7
Συμβολικό. Ακριβώς τόσες (52) είναι και η δευτέρες της χρονιάς που μόλις αρχίζει, δίνοντάς μου 52 "από δευτέρα" αφορμές να αρχίζω συχνά δίαιτα, στο πιο παχύσαρκο όργανό μου.
ΥΓ8
Μην αδυνατήσεις πολύ καρδιά μου.
(Τώρα νιώθεις σαν χτυπημένη από λεωφορείο -καταλαβαίνω.)
Όμως για αυτό υπάρχεις στο σώμα ξέρεις.
Για να χτυπάς.
:-)
Χάπυ Νου Υγεία σε όλους.
30 Δεκ 2008
Ένα καινούργιο αμάξι.
Το παίρνεις από την έκθεση.
Βάζεις πρώτη.
Όμως που ακριβώς μπορεί να σε πάει;
Ένα καινούργιο αμάξι δεν θυμάται τίποτα από σένα -ούτε καν που μένεις, ή που έμενες μικρούλης.
(Κανείς δεν φιλήθηκε ποτέ στο πίσω κάθισμα, κανείς δεν ξέχασε στο πορτμπαγκάζ την ομπρέλα θαλάσσης του ή την άμμο του, κανείς δεν έκλαψε στη θέση τού οδηγού ακούγοντας στο ράδιο το little china girl.)
Ένα καινούργιο αμάξι θα αργήσει ν' αγαπήσει τους προορισμούς σου.
Όταν αυτό θα πηγαίνει, εσύ θα γυρνάς.
Αν του βάλεις όπισθεν, θα πάει απλά όπισθεν (μηχανικά -καμμία ανάμνηση).
Ένα καινούργιο αμάξι έχει αμνησία καινούργιας τεχνολογίας (καταλυτικής).
Αν είχε λαιμό να χώσεις τη μουσούδα σου για παρηγοριά, αυτός θα μυρίζε σαν αμεταχείριστος.
(Πόσο μακριά να σε πάει ένας αμεταχείριστος λαιμός;)
Ένα καινούργιο αμάξι, μέχρι να παλιώσει για τα καλά, στέκει μόνο σαν πόθος, μόνο μέσα στη διαφημισούλα του, μόνο πίσω απ' τη βιτρίνα του.
Σαν έναν καινούργιο άνθρωπο, ξαφνικά.
Γιατί γελάει αυτός ο καινούργιος άνθρωπος με τα αστεία μου;
Τι γυρεύουν τα δάκρυά του στα μάτια του τη μέρα που είμαι λυπημένη;
Με ποιο δικαίωμα, με ποια νεαρή μαγεία, ένας καινούργιος άνθρωπος έρχεται να βγάλει με τα καινούργια του χέρια τα παλιά μου κουνέλια από το παλιό μου καπέλο;
ΥΓ1
Κάθε φορά που χάνεις έναν παλιό άνθρωπο, ακυρώνεσαι, σαν κάποιος να έσκισε μόλις το σελοφάν και να σ' έβγαλε απ' το κουτί σου, κι εσύ να μην θυμάσαι ούτε ένα τραγούδι να πεις.
ΥΓ2
Ο παιδικός τρόπος που μύριζες στα 25 σου ήταν μάλλον η ιδέα σου, αν δεν έχεις κανέναν μάρτυρα για εκείνην την ωραία μυρωδιά -ένας νέος άνθρωπος θα σε μυρίσει μόνο μετά τα 35 σου πια.
ΥΓ3
Αδικία εις βάρος σας.
ΥΓ4
Χρειάζεσαι τουλάχιστον έναν παλιό άνθρωπο, καλής εσοδείας -να θυμάται ότι κάποτε ήσουν αστείος, κάποτε έβγαζες αστράκια από τα χέρια σου, κάποτε έστεκες.
ΥΓ5
Όχι πως δεν παλιώνουν οι καινούργιοι άνθρωποι, αλλά ό,τι παλιώνει με τις λιγότερες μνήμες σου από τότε που οι μνήμες σου είχαν σημασία, (τότε που ήταν νεογέννητες, άβαφτες, αγουροξυπνημένες)... παλιώνει με έναν τρόπο...πώς να τον πω;... καινούργιο.
ΥΓ5
Άντε να πείσεις το καινούργιο ότι έισαι κάτι παλιό.
ΥΓ6
Ένας παλιός άνθρωπος σου έχει κρατήσει παρέα.
ΥΓ7
Αλλά πάνω από όλα σου έχει κρατήσει μοναξιά.
(Αφιερωμένο στον παλίο μου Baastian, που, ακριβώς 2 χρόνια πριν, κάποιος μας απαγόρευσε οριστικά να ξαναγκαλιαστούμε με τον ωραίο μας μοναχικό τρόπο. Το μοναδικό και το μοναχικό μοιάζουν επίτηδες ίσως. Αφιερωμένο και στο πιο παλιό μου αμάξι, που το οδηγεί πια η φίλη μου η Χριστοφόρου, και που στο πορτμπαγκάζ έχει ακόμη λίγη άμμο εποχής Baastian. Κολλάει παντού η άτιμη.)
Βάζεις πρώτη.
Όμως που ακριβώς μπορεί να σε πάει;
Ένα καινούργιο αμάξι δεν θυμάται τίποτα από σένα -ούτε καν που μένεις, ή που έμενες μικρούλης.
(Κανείς δεν φιλήθηκε ποτέ στο πίσω κάθισμα, κανείς δεν ξέχασε στο πορτμπαγκάζ την ομπρέλα θαλάσσης του ή την άμμο του, κανείς δεν έκλαψε στη θέση τού οδηγού ακούγοντας στο ράδιο το little china girl.)
Ένα καινούργιο αμάξι θα αργήσει ν' αγαπήσει τους προορισμούς σου.
Όταν αυτό θα πηγαίνει, εσύ θα γυρνάς.
Αν του βάλεις όπισθεν, θα πάει απλά όπισθεν (μηχανικά -καμμία ανάμνηση).
Ένα καινούργιο αμάξι έχει αμνησία καινούργιας τεχνολογίας (καταλυτικής).
Αν είχε λαιμό να χώσεις τη μουσούδα σου για παρηγοριά, αυτός θα μυρίζε σαν αμεταχείριστος.
(Πόσο μακριά να σε πάει ένας αμεταχείριστος λαιμός;)
Ένα καινούργιο αμάξι, μέχρι να παλιώσει για τα καλά, στέκει μόνο σαν πόθος, μόνο μέσα στη διαφημισούλα του, μόνο πίσω απ' τη βιτρίνα του.
Σαν έναν καινούργιο άνθρωπο, ξαφνικά.
Γιατί γελάει αυτός ο καινούργιος άνθρωπος με τα αστεία μου;
Τι γυρεύουν τα δάκρυά του στα μάτια του τη μέρα που είμαι λυπημένη;
Με ποιο δικαίωμα, με ποια νεαρή μαγεία, ένας καινούργιος άνθρωπος έρχεται να βγάλει με τα καινούργια του χέρια τα παλιά μου κουνέλια από το παλιό μου καπέλο;
ΥΓ1
Κάθε φορά που χάνεις έναν παλιό άνθρωπο, ακυρώνεσαι, σαν κάποιος να έσκισε μόλις το σελοφάν και να σ' έβγαλε απ' το κουτί σου, κι εσύ να μην θυμάσαι ούτε ένα τραγούδι να πεις.
ΥΓ2
Ο παιδικός τρόπος που μύριζες στα 25 σου ήταν μάλλον η ιδέα σου, αν δεν έχεις κανέναν μάρτυρα για εκείνην την ωραία μυρωδιά -ένας νέος άνθρωπος θα σε μυρίσει μόνο μετά τα 35 σου πια.
ΥΓ3
Αδικία εις βάρος σας.
ΥΓ4
Χρειάζεσαι τουλάχιστον έναν παλιό άνθρωπο, καλής εσοδείας -να θυμάται ότι κάποτε ήσουν αστείος, κάποτε έβγαζες αστράκια από τα χέρια σου, κάποτε έστεκες.
ΥΓ5
Όχι πως δεν παλιώνουν οι καινούργιοι άνθρωποι, αλλά ό,τι παλιώνει με τις λιγότερες μνήμες σου από τότε που οι μνήμες σου είχαν σημασία, (τότε που ήταν νεογέννητες, άβαφτες, αγουροξυπνημένες)... παλιώνει με έναν τρόπο...πώς να τον πω;... καινούργιο.
ΥΓ5
Άντε να πείσεις το καινούργιο ότι έισαι κάτι παλιό.
ΥΓ6
Ένας παλιός άνθρωπος σου έχει κρατήσει παρέα.
ΥΓ7
Αλλά πάνω από όλα σου έχει κρατήσει μοναξιά.
(Αφιερωμένο στον παλίο μου Baastian, που, ακριβώς 2 χρόνια πριν, κάποιος μας απαγόρευσε οριστικά να ξαναγκαλιαστούμε με τον ωραίο μας μοναχικό τρόπο. Το μοναδικό και το μοναχικό μοιάζουν επίτηδες ίσως. Αφιερωμένο και στο πιο παλιό μου αμάξι, που το οδηγεί πια η φίλη μου η Χριστοφόρου, και που στο πορτμπαγκάζ έχει ακόμη λίγη άμμο εποχής Baastian. Κολλάει παντού η άτιμη.)
27 Δεκ 2008
Ανώτερη φύση.
Αν έχετε πολύχρωμα βελούδινα φτερά να βγαίνουν από την πλάτη σας, σας ζηλεύω απερίγραπτα.
(Αν δεν έχετε -ή δεν λυπάστε γι'αυτό-, τη θερμή μου συμπαράσταση.)
Όμως σοβαρά. Πείτε μου.
Πώς να μην πεθαίνω από ζήλια στη σκέψη ότι ίσως είστε πεταλούδες -δηλαδή ανώτερα όντα;
(Και πώς να μην πιστεύω ότι τα λεπιδόπτερα ΕΙΝΑΙ ανώτερα όντα -τη στιγμή που είναι η μόνη απτή απόδειξη πώς υπάρχει ζωή μετά θάνατον;)
Αλήθεια λέω.
Τέλη Απριλίου του 1949 ένα μικρό αγόρι που βαριόταν να παίξει μπάλα γύρισε σπίτι θλιμμένο ύστερα από μια αρκετά σημαντική παρατήρηση που έκανε στον όμορφο κήπο του στην κηφισιά.
Οι κάμπιες που σέρνονταν στο γρασίδι!
(Τι απογοήτευση.)
Έβαλε το χεράκι του μπροστά τους κι αυτές τίποτα. (Τυφλές.)
Προσπάθησε να τις κάνει να αντιδράσουν στη φωνή του, τίποτα. (Κουφές.)
Οι κάμπιες.
Πλάσματα με αποκλειστικά 3 αισθήσεις: αφή, για να αισθάνονται τον άνεμο και την επαφή με τους βλαστούς, όσφρηση και γεύση, για να οδηγούνται στην τροφή τους -τα κραμβοειδή. (Γιαμ!)
Οι κάμπιες, από το στόμα τους ώς την έδρα τους, δεν είναι παρά ένα έντερο σε κίνηση -μια ανεγκέφαλη αποθήκη επεξεργασμένων τροφών που πάει βόλτες στα λιβάδια.
(Τραλαρί, τραλαρό.)
Πόσο το στεναχώρησε το μικρό αγόρι η σκέψη να υπάρχουν τόσο κατώτερα πλάσματα, σκέτα έντερα χωρίς σώμα γύρω-γύρω, με περιορισμένες αισθήσεις, καταδικασμένα να μην δουν ποτέ ουρανό, λουλούδια, καραμέλες, (ή το προσωπάκι της μικρής του φιλενάδας).
(Χωρίς την καθησυχαστική φωνή του μπαμπά του, αμφιβάλλω αν θα κοιμόταν το βράδυ.)
"Μη στεναχωριέσαι βρε χαζό. Η φύση ξέρει. Στεναχωριόμουν εγώ που ήσουν στην κοιλιά της μαμάς σου και δεν έβλεπες ακόμα; Μην τις λυπάσαι αυτές. Θα δουν. Θα γίνουν πεταλούδες."
Παρντόν;
Να μην τις λυπόταν; Να μην είχε το δικαίωμα να κρίνει τη φύση;
(Πριτς!)
Τις επόμενες μέρες, μετά το σχολείο, κατέβαινε καθημερινά να παρατηρεί τις κάμπιες στον κήπο.
Ώσπου έφτασε πρωί Κυριακής. (Και παρά την αργία που θα του έδινε τον χρόνο να τις παρατηρήσει με ευλάβεια, ακολούθησε -με ευλάβεια- τους γονείς του στην εκκλησία για την καθιερωμένη λειτουργία.)
Δεν ήμουν εκεί.
Αλλά ξέρω από αυτά.
(Σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Στάθηκε στη μέση του ναού, κι έστρεψε το βλέμμα προς τον μπογιατισμένο θεό στο θόλο -θέλοντας να "ρωτήσει" αν θα είναι πολύ κακό παιδί αν το σκάσει και πάει στον κήπο.)
Δεν ήμουν εκεί.
Αλλά σαν να την ακούω και τώρα -μια εκκωφαντική φωνή να του ψιθυρίζει ενθαρρυντικά:
"Άντε παιδί μου στη λειτουργία τη δική σου, όπου θα με δεις ζωντανό, κι όχι μπογιατισμένο".
(Πήγε μαθαίνω.)
Οι κάμπιες είχαν ξεκινήσει το οδοιπορικό τους, προς τη μεγάλη καρυδιά του κήπου. Σε μια υποτυπώδη γραμμή έφτασαν γρήγορα στη βάση της καρυδιάς με τον λείο φλοιό, κι άρχισαν να αναρριχώνται στη βορειοανατολική πλευρά του κορμού της. Σε ύψος περίπου δυο μέτρων σταμάτησαν -και άφησαν, από το πίσω μέρος του σώματός τους, μια κολλώδη σταγόνα. Όταν αυτή στέγνωσε, το πίσω μέρος τους είχε προσκολληθεί στον κορμό "οριστικά". Συρρίκνωσαν τότε το σώμα τους, στερεωμένες στη βάση τους μόνο, κι άφησαν (από το "στόμα" αυτή τη φορά) μια δέυτερη σταγόνα κόλλας -σταθεροποιώντας το πλέον συρρικνωμένο, σαν μπαλίτσα σχεδόν σώμα τους, στον κορμό.
Μέσα σε μισή μόλις ώρα, το σώμα τους πάχυνε και κόντυνε.
Εγκάρσιες διαστολές και αντίστοιχες επιμήκεις συστολές σταθερού όγκου.
(Τέτοιους υπολογισμούς, ούτε μαθηματικοί.)
Το αγόρι πήγε για φαϊ και μελέτη. (Ίσως Κοκκινιστό και Αριθμητική.)
"Είναι ζωντανές", σκέφτηκε ("θα γίνουν πεταλούδες", αναφώνησε, όταν επέστρεψε στις "κάμπιες" του αργά το απόγευμα και τις πείραξε με το δαχτυλάκι του -να σιγουρευτεί ότι δεν είχαν ψοφήσει, κι αυτές, ολοζώντανες, κουνήθηκαν).
Γύρισε σπίτι μιλώντας στο μπαμπά του για τις κάμπιες που είχαν γίνει κάπως "σαν ζωντανές ελιές" κολλημένες σε κορμό.
"Χρυσαλίδες", τον διόρθωσε ο μπαμπάς του. ("Στά'λεγα", πρόσθεσε.)
Τι απογοήτευση -όταν μιαδυό μέρες μετά, ύστερα από στενή παρακολούθηση στα νέα όντα (μην τυχόν και γίνουν πεταλούδες εν τη απουσία του και το χάσει) το αγόρι αντίκρυσε τις χρυσαλίδες αποξηραμένες, χωρίς το παραμικρό ίχνος ζωής πάνω τους.
Γύρισε σπίτι θλιμμένο.
Του πήρε δυο μέρες να συνέλθει.
"Να πάω πάλι;" (σκέφτηκε).
"Ή να μην πάω;"
"Δεν βαριέσαι; Θα πάω."
(Πήγε μαθαίνω.)
Πήγε, και τις βρήκε πάλι όπως λίγες μέρες νωρίτερα. (Φρέσκες, αζάρωτες, γυαλιστερές, όπως τις είχε αφήσει, λες και τις δύο ενδιάμεσες μέρες -που πέθαναν- τις είχε απλά ονειρευτεί).
Μην σας κουράσω.
Μέσω δύο διαδικασιών που ονομάζονται ιστόλυση και ιστοσύνθεση (με ενδιάμεση επιστημονικώς "ανεξήγητη" πλήρη παύση κάθε κίνησης των κυττάρων και απουσία κάθε ίχνους ζωής), οι χρυσαλίδες πεθαίνουν και ανασταίνονται σ'ένα ανώτερο ον.
Την 3η Μαϊου του 1949, ώρα 7η πρωινή, το μικρό αγόρι είδε επιτέλους τη λήξη της δεκαήμερης θείας λειτουργίας του, και τον μπογιατισμένο θεό στο θόλο να του κοινωνεί τα μυστικά του παγκόσμιου ρυθμού, με τρελλό (είμαι σίγουρη) κλείσιμο ματιού.
Οι πεταλούδες είναι ανώτερες από εμάς. (Έχουν δέκα αισθήσεις.) Μην σας μπερδέψω με το ποιες είναι. (Άσε που θα ζηλέψει το μακ μου αν περιγράψω τον υπολογιστή που έχουν μέσα τους.)
Ανώτερα όντα.
(Προϊόντα ενός παλιού, σχεδόν ντροπιαστικού εαυτού, που αρχικά μοιάζει πως δεν έρχεται στον κόσμο παρά μόνο για να συλλέξει πληροφορίες από το περιβάλλον, να μασουλήσει κραμβοειδή, και να πεθάνει.)
Σπουδαία τα λάχανα θα μου πείτε -και θα πέσετε μέσα (αν και μιλούσαμε για κραμβοειδή -τα σταυρανθή άλλη μέρα).
Μα ειλικρινά. Eσάς δεν σας πειράζει καθόλου;
Χρόνια οι κάμπιες πεθαίνουν και ανασταίνονται προσπαθώντας να μας δώσουν το απόλυτο μάθημα ακριβώς κάτω από τη μύτη μας (που εκείνη τη στιγμή είναι πολύ απασχολημένη να μυρίσει το καινούργιο άρωμα του χοντοσέντερ).
Κι εμείς... αρκούμαστε να παρακολουθούμε το χάος να παίζει μποξ με το νόημα.
(Τις πεταλούδες να μεταμορφώνονται σε κάμπιες.)
Για την ιστορία, την ιστορία της αρχής την έζησε, ως αγοράκι, (και μου τη διηγήθηκε προχθές με δικά του λόγια), ο Μάριος Έσσλιν -ο οποίος και με βάφτισε. (Λογικά θα έπρεπε να μου έχει μεταγγιστεί η ανάγκη όταν μεγαλώσω να γίνω πεταλούδα. Προσπαθώ. Προσπαθώ και δεν τα καταφέρνω με τίποτα.)
:-)
(Αν δεν έχετε -ή δεν λυπάστε γι'αυτό-, τη θερμή μου συμπαράσταση.)
Όμως σοβαρά. Πείτε μου.
Πώς να μην πεθαίνω από ζήλια στη σκέψη ότι ίσως είστε πεταλούδες -δηλαδή ανώτερα όντα;
(Και πώς να μην πιστεύω ότι τα λεπιδόπτερα ΕΙΝΑΙ ανώτερα όντα -τη στιγμή που είναι η μόνη απτή απόδειξη πώς υπάρχει ζωή μετά θάνατον;)
Αλήθεια λέω.
Τέλη Απριλίου του 1949 ένα μικρό αγόρι που βαριόταν να παίξει μπάλα γύρισε σπίτι θλιμμένο ύστερα από μια αρκετά σημαντική παρατήρηση που έκανε στον όμορφο κήπο του στην κηφισιά.
Οι κάμπιες που σέρνονταν στο γρασίδι!
(Τι απογοήτευση.)
Έβαλε το χεράκι του μπροστά τους κι αυτές τίποτα. (Τυφλές.)
Προσπάθησε να τις κάνει να αντιδράσουν στη φωνή του, τίποτα. (Κουφές.)
Οι κάμπιες.
Πλάσματα με αποκλειστικά 3 αισθήσεις: αφή, για να αισθάνονται τον άνεμο και την επαφή με τους βλαστούς, όσφρηση και γεύση, για να οδηγούνται στην τροφή τους -τα κραμβοειδή. (Γιαμ!)
Οι κάμπιες, από το στόμα τους ώς την έδρα τους, δεν είναι παρά ένα έντερο σε κίνηση -μια ανεγκέφαλη αποθήκη επεξεργασμένων τροφών που πάει βόλτες στα λιβάδια.
(Τραλαρί, τραλαρό.)
Πόσο το στεναχώρησε το μικρό αγόρι η σκέψη να υπάρχουν τόσο κατώτερα πλάσματα, σκέτα έντερα χωρίς σώμα γύρω-γύρω, με περιορισμένες αισθήσεις, καταδικασμένα να μην δουν ποτέ ουρανό, λουλούδια, καραμέλες, (ή το προσωπάκι της μικρής του φιλενάδας).
(Χωρίς την καθησυχαστική φωνή του μπαμπά του, αμφιβάλλω αν θα κοιμόταν το βράδυ.)
"Μη στεναχωριέσαι βρε χαζό. Η φύση ξέρει. Στεναχωριόμουν εγώ που ήσουν στην κοιλιά της μαμάς σου και δεν έβλεπες ακόμα; Μην τις λυπάσαι αυτές. Θα δουν. Θα γίνουν πεταλούδες."
Παρντόν;
Να μην τις λυπόταν; Να μην είχε το δικαίωμα να κρίνει τη φύση;
(Πριτς!)
Τις επόμενες μέρες, μετά το σχολείο, κατέβαινε καθημερινά να παρατηρεί τις κάμπιες στον κήπο.
Ώσπου έφτασε πρωί Κυριακής. (Και παρά την αργία που θα του έδινε τον χρόνο να τις παρατηρήσει με ευλάβεια, ακολούθησε -με ευλάβεια- τους γονείς του στην εκκλησία για την καθιερωμένη λειτουργία.)
Δεν ήμουν εκεί.
Αλλά ξέρω από αυτά.
(Σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Στάθηκε στη μέση του ναού, κι έστρεψε το βλέμμα προς τον μπογιατισμένο θεό στο θόλο -θέλοντας να "ρωτήσει" αν θα είναι πολύ κακό παιδί αν το σκάσει και πάει στον κήπο.)
Δεν ήμουν εκεί.
Αλλά σαν να την ακούω και τώρα -μια εκκωφαντική φωνή να του ψιθυρίζει ενθαρρυντικά:
"Άντε παιδί μου στη λειτουργία τη δική σου, όπου θα με δεις ζωντανό, κι όχι μπογιατισμένο".
(Πήγε μαθαίνω.)
Οι κάμπιες είχαν ξεκινήσει το οδοιπορικό τους, προς τη μεγάλη καρυδιά του κήπου. Σε μια υποτυπώδη γραμμή έφτασαν γρήγορα στη βάση της καρυδιάς με τον λείο φλοιό, κι άρχισαν να αναρριχώνται στη βορειοανατολική πλευρά του κορμού της. Σε ύψος περίπου δυο μέτρων σταμάτησαν -και άφησαν, από το πίσω μέρος του σώματός τους, μια κολλώδη σταγόνα. Όταν αυτή στέγνωσε, το πίσω μέρος τους είχε προσκολληθεί στον κορμό "οριστικά". Συρρίκνωσαν τότε το σώμα τους, στερεωμένες στη βάση τους μόνο, κι άφησαν (από το "στόμα" αυτή τη φορά) μια δέυτερη σταγόνα κόλλας -σταθεροποιώντας το πλέον συρρικνωμένο, σαν μπαλίτσα σχεδόν σώμα τους, στον κορμό.
Μέσα σε μισή μόλις ώρα, το σώμα τους πάχυνε και κόντυνε.
Εγκάρσιες διαστολές και αντίστοιχες επιμήκεις συστολές σταθερού όγκου.
(Τέτοιους υπολογισμούς, ούτε μαθηματικοί.)
Το αγόρι πήγε για φαϊ και μελέτη. (Ίσως Κοκκινιστό και Αριθμητική.)
"Είναι ζωντανές", σκέφτηκε ("θα γίνουν πεταλούδες", αναφώνησε, όταν επέστρεψε στις "κάμπιες" του αργά το απόγευμα και τις πείραξε με το δαχτυλάκι του -να σιγουρευτεί ότι δεν είχαν ψοφήσει, κι αυτές, ολοζώντανες, κουνήθηκαν).
Γύρισε σπίτι μιλώντας στο μπαμπά του για τις κάμπιες που είχαν γίνει κάπως "σαν ζωντανές ελιές" κολλημένες σε κορμό.
"Χρυσαλίδες", τον διόρθωσε ο μπαμπάς του. ("Στά'λεγα", πρόσθεσε.)
Τι απογοήτευση -όταν μιαδυό μέρες μετά, ύστερα από στενή παρακολούθηση στα νέα όντα (μην τυχόν και γίνουν πεταλούδες εν τη απουσία του και το χάσει) το αγόρι αντίκρυσε τις χρυσαλίδες αποξηραμένες, χωρίς το παραμικρό ίχνος ζωής πάνω τους.
Γύρισε σπίτι θλιμμένο.
Του πήρε δυο μέρες να συνέλθει.
"Να πάω πάλι;" (σκέφτηκε).
"Ή να μην πάω;"
"Δεν βαριέσαι; Θα πάω."
(Πήγε μαθαίνω.)
Πήγε, και τις βρήκε πάλι όπως λίγες μέρες νωρίτερα. (Φρέσκες, αζάρωτες, γυαλιστερές, όπως τις είχε αφήσει, λες και τις δύο ενδιάμεσες μέρες -που πέθαναν- τις είχε απλά ονειρευτεί).
Μην σας κουράσω.
Μέσω δύο διαδικασιών που ονομάζονται ιστόλυση και ιστοσύνθεση (με ενδιάμεση επιστημονικώς "ανεξήγητη" πλήρη παύση κάθε κίνησης των κυττάρων και απουσία κάθε ίχνους ζωής), οι χρυσαλίδες πεθαίνουν και ανασταίνονται σ'ένα ανώτερο ον.
Την 3η Μαϊου του 1949, ώρα 7η πρωινή, το μικρό αγόρι είδε επιτέλους τη λήξη της δεκαήμερης θείας λειτουργίας του, και τον μπογιατισμένο θεό στο θόλο να του κοινωνεί τα μυστικά του παγκόσμιου ρυθμού, με τρελλό (είμαι σίγουρη) κλείσιμο ματιού.
Οι πεταλούδες είναι ανώτερες από εμάς. (Έχουν δέκα αισθήσεις.) Μην σας μπερδέψω με το ποιες είναι. (Άσε που θα ζηλέψει το μακ μου αν περιγράψω τον υπολογιστή που έχουν μέσα τους.)
Ανώτερα όντα.
(Προϊόντα ενός παλιού, σχεδόν ντροπιαστικού εαυτού, που αρχικά μοιάζει πως δεν έρχεται στον κόσμο παρά μόνο για να συλλέξει πληροφορίες από το περιβάλλον, να μασουλήσει κραμβοειδή, και να πεθάνει.)
Σπουδαία τα λάχανα θα μου πείτε -και θα πέσετε μέσα (αν και μιλούσαμε για κραμβοειδή -τα σταυρανθή άλλη μέρα).
Μα ειλικρινά. Eσάς δεν σας πειράζει καθόλου;
Χρόνια οι κάμπιες πεθαίνουν και ανασταίνονται προσπαθώντας να μας δώσουν το απόλυτο μάθημα ακριβώς κάτω από τη μύτη μας (που εκείνη τη στιγμή είναι πολύ απασχολημένη να μυρίσει το καινούργιο άρωμα του χοντοσέντερ).
Κι εμείς... αρκούμαστε να παρακολουθούμε το χάος να παίζει μποξ με το νόημα.
(Τις πεταλούδες να μεταμορφώνονται σε κάμπιες.)
Για την ιστορία, την ιστορία της αρχής την έζησε, ως αγοράκι, (και μου τη διηγήθηκε προχθές με δικά του λόγια), ο Μάριος Έσσλιν -ο οποίος και με βάφτισε. (Λογικά θα έπρεπε να μου έχει μεταγγιστεί η ανάγκη όταν μεγαλώσω να γίνω πεταλούδα. Προσπαθώ. Προσπαθώ και δεν τα καταφέρνω με τίποτα.)
:-)
20 Δεκ 2008
Γράμμα στον Άγριο Βασίλη.
Πάντα τέτοιος ήσουν.
Φιλικός, άγιος κατά δήλωση, κι εγώ ν'αξίζω όλα σου τα δώρα, γεννημένη βολικούλα -και άχου πόσο καλή (με καρδιά με σοσόνια και μαργαριταρένιο κολιεδάκι).
Φέτος κομμένες οι υποκρισίες (και κομμένες σε μεγάλα κομμμάτια, γιατί βαριέμαι την ηλεκτρική).
Εσένα από άγιο σε θέλω άγριο, κι εμένα από κοριτσάκι με τα σπίρτα κοριτσάκι με τα σκήπτρα.
(Παρεπιμπτόντως, μη ρωτήσεις που να τα βάλεις τα ελαφάκια σου -δεν βάζω ποτέ δημόσια τη λέξη κώλος στο στόμα μου.)
Στην προσπάθειά μου να συντάξω τη λίστα με το τι να μου πάρεις φέτος, κατέληξα ότι καταρχήν λέω να μου "πάρεις" κι όχι να μου "φέρεις", όχι επειδή ξέρω πως ό,τι φέρνεις προφανώς από κάπου το παίρνεις, αλλά επειδή κυριολεκτώ.
Κάνε την άγρια ανατροπή σου.
(Κι αντί να μου φέρεις, πάρε μου.)
Πάρε μου την επιθυμία.
Πάρε μου τη σκέψη.
Πάρε μου τη φαντασία.
Πάρε μου τον ενθουσιασμό.
(Κι όπως θα έρχεσαι πάρε μου και μια εφημερίδα.)
ΥΓ1
Μην μου πάρεις ελλατώματα. (Τα χρειάζομαι.)
ΥΓ2
Όταν μαζεύονται πολλά ωραία (κι έχουμε περίσσεμα) μπορεί να μπερδευτούμε (και να αρχίσουμε να τα μοιραζόμαστε απερίσκεπτα) -ενώ με τα ελλατώματα δεν κάνεις ποτέ λάθος. (Γιατί αν κάνεις σου συγχωρείται.)
ΥΓ3
Είναι μάταιο να μοιράζεσαι ορατά προτερήματα με το αόρατο σώμα σου.
ΥΓ4
Αν δεν παίρνεις από λόγια και επιμένεις να μου φέρεις κάτι, μην πιεστείς, το έχω και σε ανάποδο: φέρε μου κάτι συμβολικό, απλό και φτηνό (παράδειγμα μοναξιά -αν δεν το' πιασες ακόμη). Δεν θα σε παρεξηγήσω. ("Η σκέψη μετράει.") Μη τυχόν όμως πάρεις απ' την πολύ φτηνή (και σπάσει με την πρώτη και δεν την χαρώ). Και καλύτερα το εκπαιδευτικό εντίσιον.
ΥΓ5
Μην παρασυρθείς πως δεν μου αρέσουν τα χριστούγεννα.
(Εϊναι τόσο στερεοτυπικά αντιδραστικό το να μη σου αρέσουν τα χριστούγεννα που το εναλλακτικό είναι να σου αρέσουν. Όχι ότι εμένα μου αρέσουν επειδή απλώς θέλω να είμαι εναλλακτική. Μου αρέσουν επειδή είναι μια εμπορική γιορτή που σου πιάνει αυτόν που δεν βάζω ποτέ δημόσια στο στόμα μου και που κάνει τα πάντα να λειτουργούν με αυτόματο πιλότο χαράς.)
Σοβαρά τώρα -το εννοώ ότι μου αρέσουν.
(Η σκέψη ότι καθημερινές μέρες έχουμε καθημερινά, δηλαδή 365 φορές το χρόνο για Χ και βάλε χρόνια, ενώ, συνολικά, έχουμε κατά μέσο όρο μόλις 90 χριστούγεννα ανά κεφαλή, με κάνει να μην τα αντιπαθώ.)
ΥΓ6
Απλώς είχες δεν είχες μας τα χάλασες φέτος. (Πώς να μην είμαι ανάποδη;)
Κι εντάξει. Αν θέλεις τα προσωπικά να τα παραβλέψω (πάρε ό,τι είναι να πάρεις και κλείσαμε.)
Αλλά τα άλλα δυσκολεύομαι να τα ξεχάσω.
Υποθέτω όταν είδες το ψεύτικο χριστουγεννιάτικο δέντρο να καίγεται, συμβολικό, στο εξίσου συμβολικό μας Σύνταγμα, δεν μπορεί, θα το σκέφτηκες κι εσύ το "Ζήτω" (που καήκαμε).
Κάψαμε ό,τι όμορφο, κι ό,τι αληθινό, που δεν μας περίσεψε και πολύ κέφι. Και, κυρίως, καίγοντας ό,τι όμορφο κι ό,τι αληθινό, δεν μας έμεινε παρά να καίμε μέχρι και τα ψεύτικα...
(Νόμος του συντάγματος.)
ΥΓ7
Ας είναι.
Κατά βάθος χαίρομαι που υπάρχουν ψεύτικα δέντρα να καίγονται αληθινά.
ΥΓ8
Μακάρι να υπήρχαν και ψεύτικα παιδιά να σκοτώνονται αληθινά.
(Ή αληθινά παιδιά να σκοτώνονται ψεύτικα.)
ΥΓ9
Κλείνοντας, για να ξαναγυρίσουμε τον προβολέα πάνω μου, δεν θέλω να σε σοκάρω, αλλά σε τελική ανάλυση ποτέ δεν με ένοιαζε αν υπήρχε αηβασίλης του μπεγκίν γουίθ (μου αρκούσε να τον παριστάνει ο μπαμπάς).
ΥΓ10
Προφανώς μ΄ ενδιέφερε περισσότερο το ερώτημα αν υπάρχει μπαμπάς.
(Ευτυχώς συμφιλιώθηκα γρήγορα με την ιδέα: όταν έχεις δυο "μπα" μέσα σου, τα πράγματα είναι εξ ορισμού δύσκολα.)
ΥΓ11
Και, μετά από το πιο άσχετο (με το γενικότερο περιεχόμενο) υστερόγραφο έβερ, αλλά και για να κλείσω όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα, μια ερώτηση: το "Σάντα Κλόοζ", γιατί δεν το κάνεις για φέτος "Σάντα Κλόουζουρ" να με καλύψεις;
(Μεταξύ μας, έστι σπάνια που σε βλέπουμε, και το "Σάντα Χιόνια" θα σου ταίριαζε.)
ΥΓ12
"Εορταστικό" κλείσιμο ματιού -και, αν φέτος (από τις πολλές αναποδιές) είστε στραβοί και ανάποδοι σαν κι εμένα και δεν θέλετε να στολίσετε μπάλες σε δέντρο, στολίστε δέντρα στη μπάλα.
(Μετάφραση, φυτέψτε 2-3 δεντράκια στη γη).
:-)
Τζίνγκλμπελς.
Φιλικός, άγιος κατά δήλωση, κι εγώ ν'αξίζω όλα σου τα δώρα, γεννημένη βολικούλα -και άχου πόσο καλή (με καρδιά με σοσόνια και μαργαριταρένιο κολιεδάκι).
Φέτος κομμένες οι υποκρισίες (και κομμένες σε μεγάλα κομμμάτια, γιατί βαριέμαι την ηλεκτρική).
Εσένα από άγιο σε θέλω άγριο, κι εμένα από κοριτσάκι με τα σπίρτα κοριτσάκι με τα σκήπτρα.
(Παρεπιμπτόντως, μη ρωτήσεις που να τα βάλεις τα ελαφάκια σου -δεν βάζω ποτέ δημόσια τη λέξη κώλος στο στόμα μου.)
Στην προσπάθειά μου να συντάξω τη λίστα με το τι να μου πάρεις φέτος, κατέληξα ότι καταρχήν λέω να μου "πάρεις" κι όχι να μου "φέρεις", όχι επειδή ξέρω πως ό,τι φέρνεις προφανώς από κάπου το παίρνεις, αλλά επειδή κυριολεκτώ.
Κάνε την άγρια ανατροπή σου.
(Κι αντί να μου φέρεις, πάρε μου.)
Πάρε μου την επιθυμία.
Πάρε μου τη σκέψη.
Πάρε μου τη φαντασία.
Πάρε μου τον ενθουσιασμό.
(Κι όπως θα έρχεσαι πάρε μου και μια εφημερίδα.)
ΥΓ1
Μην μου πάρεις ελλατώματα. (Τα χρειάζομαι.)
ΥΓ2
Όταν μαζεύονται πολλά ωραία (κι έχουμε περίσσεμα) μπορεί να μπερδευτούμε (και να αρχίσουμε να τα μοιραζόμαστε απερίσκεπτα) -ενώ με τα ελλατώματα δεν κάνεις ποτέ λάθος. (Γιατί αν κάνεις σου συγχωρείται.)
ΥΓ3
Είναι μάταιο να μοιράζεσαι ορατά προτερήματα με το αόρατο σώμα σου.
ΥΓ4
Αν δεν παίρνεις από λόγια και επιμένεις να μου φέρεις κάτι, μην πιεστείς, το έχω και σε ανάποδο: φέρε μου κάτι συμβολικό, απλό και φτηνό (παράδειγμα μοναξιά -αν δεν το' πιασες ακόμη). Δεν θα σε παρεξηγήσω. ("Η σκέψη μετράει.") Μη τυχόν όμως πάρεις απ' την πολύ φτηνή (και σπάσει με την πρώτη και δεν την χαρώ). Και καλύτερα το εκπαιδευτικό εντίσιον.
ΥΓ5
Μην παρασυρθείς πως δεν μου αρέσουν τα χριστούγεννα.
(Εϊναι τόσο στερεοτυπικά αντιδραστικό το να μη σου αρέσουν τα χριστούγεννα που το εναλλακτικό είναι να σου αρέσουν. Όχι ότι εμένα μου αρέσουν επειδή απλώς θέλω να είμαι εναλλακτική. Μου αρέσουν επειδή είναι μια εμπορική γιορτή που σου πιάνει αυτόν που δεν βάζω ποτέ δημόσια στο στόμα μου και που κάνει τα πάντα να λειτουργούν με αυτόματο πιλότο χαράς.)
Σοβαρά τώρα -το εννοώ ότι μου αρέσουν.
(Η σκέψη ότι καθημερινές μέρες έχουμε καθημερινά, δηλαδή 365 φορές το χρόνο για Χ και βάλε χρόνια, ενώ, συνολικά, έχουμε κατά μέσο όρο μόλις 90 χριστούγεννα ανά κεφαλή, με κάνει να μην τα αντιπαθώ.)
ΥΓ6
Απλώς είχες δεν είχες μας τα χάλασες φέτος. (Πώς να μην είμαι ανάποδη;)
Κι εντάξει. Αν θέλεις τα προσωπικά να τα παραβλέψω (πάρε ό,τι είναι να πάρεις και κλείσαμε.)
Αλλά τα άλλα δυσκολεύομαι να τα ξεχάσω.
Υποθέτω όταν είδες το ψεύτικο χριστουγεννιάτικο δέντρο να καίγεται, συμβολικό, στο εξίσου συμβολικό μας Σύνταγμα, δεν μπορεί, θα το σκέφτηκες κι εσύ το "Ζήτω" (που καήκαμε).
Κάψαμε ό,τι όμορφο, κι ό,τι αληθινό, που δεν μας περίσεψε και πολύ κέφι. Και, κυρίως, καίγοντας ό,τι όμορφο κι ό,τι αληθινό, δεν μας έμεινε παρά να καίμε μέχρι και τα ψεύτικα...
(Νόμος του συντάγματος.)
ΥΓ7
Ας είναι.
Κατά βάθος χαίρομαι που υπάρχουν ψεύτικα δέντρα να καίγονται αληθινά.
ΥΓ8
Μακάρι να υπήρχαν και ψεύτικα παιδιά να σκοτώνονται αληθινά.
(Ή αληθινά παιδιά να σκοτώνονται ψεύτικα.)
ΥΓ9
Κλείνοντας, για να ξαναγυρίσουμε τον προβολέα πάνω μου, δεν θέλω να σε σοκάρω, αλλά σε τελική ανάλυση ποτέ δεν με ένοιαζε αν υπήρχε αηβασίλης του μπεγκίν γουίθ (μου αρκούσε να τον παριστάνει ο μπαμπάς).
ΥΓ10
Προφανώς μ΄ ενδιέφερε περισσότερο το ερώτημα αν υπάρχει μπαμπάς.
(Ευτυχώς συμφιλιώθηκα γρήγορα με την ιδέα: όταν έχεις δυο "μπα" μέσα σου, τα πράγματα είναι εξ ορισμού δύσκολα.)
ΥΓ11
Και, μετά από το πιο άσχετο (με το γενικότερο περιεχόμενο) υστερόγραφο έβερ, αλλά και για να κλείσω όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα, μια ερώτηση: το "Σάντα Κλόοζ", γιατί δεν το κάνεις για φέτος "Σάντα Κλόουζουρ" να με καλύψεις;
(Μεταξύ μας, έστι σπάνια που σε βλέπουμε, και το "Σάντα Χιόνια" θα σου ταίριαζε.)
ΥΓ12
"Εορταστικό" κλείσιμο ματιού -και, αν φέτος (από τις πολλές αναποδιές) είστε στραβοί και ανάποδοι σαν κι εμένα και δεν θέλετε να στολίσετε μπάλες σε δέντρο, στολίστε δέντρα στη μπάλα.
(Μετάφραση, φυτέψτε 2-3 δεντράκια στη γη).
:-)
Τζίνγκλμπελς.
02 Δεκ 2008
Μικροαστική Καταστροφή.
Δεν καταλαβαίνω.
Πώς βρέθηκε αυτό το γκρι πεζοδρόμιο φορεμένο σαν σφιχτό κολιέ γύρω από το λαιμό μου;
Πώς βρέθηκε η αγουροξυπνημένη ασχήμια της μικρογειτονιάς μου κολλημένη πάνω μου σαν φτηνό τατού τσιχλόφουσκας;
Και, κυρίως, πώς βρέθηκε αυτή η μυρωδιά συνοικιακής σουπερμαρκετίλας στα μαλλιά μου;
Όπως και να βρέθηκαν, η ανάγκη να ξεφλουδίσει από πάνω μου πάλι η μικρή Αθηνούλα (με τα μικροαστικά δρομάκια και το αόρατο ψωροποτάμι της), χτύπησε την πόρτα μου νωρίτερα απ'ό,τι περίμενα (και δεν έφερε ούτε μια πάστα.)
"Πάμε!"
"Πάάάάμε!"
"ΠΑΜΕ!"
Εδώ και 3 μέρες, οι βαλίτσες μου ξελαρυγγιάζονται απ'τα πατάρια, να πετάξουμε λέει πάλι, μακριά. (Κυρίως ξελαρυγγιάζεται η μικρή μου, που, ως πιτσιρίκα, είναι και η πιο πεταχτούλα.)
Το σίγουρο είναι ένα.
Δεν έχω σε κανέναν να πάω κι από κανέναν να φύγω.
ΥΓ1
Τα ταξίδια θα πέσουν στα λεξοτανίλ.
ΥΓ2
Όμως αλήθεια τώρα, αν δεν χρειαστεί να με κοιτάξω σύντομα έτσι όπως είμαι στην φωτογραφία του διαβατηρίου μου, θα κρατήσω την αναπνοή μου ως το 80.
ΥΓ3
(Μπορώ ώς το 50).
ΥΓ4
Υπάρχει κάποιος να με περιμένει κάπου;
ΥΓ5
Μπα.
(Μπου.)
ΥΓ6
Κατάλαβες. (Αυτός που με περιμένει με περιμένει σε μια χώρα όπου φυτρώνουν μπαμπού.)
ΥΓ7
Ζηλέυω τον φίλο μου τον Κώστα υποπτεύομαι. Παράτησε την Ελβετία του για να κάνει τρίμηνο σαμπάτικαλ γύρο του κόσμου, αφήνοντας στην ντουλάπα του όλα τα κόρπορετ κοστούμια του (να γηροκομούν τις γραβάτες του). Ζενιάλ.
ΥΓ8
Πάντως, καλού κακού, κάντε το μπιντέ σας, γλυκές μου βαλιτσούλες, γιατί γιορτές πλησιάζουν, θα φύγουμε, δεν μπορεί, έχω μάλιστα έτοιμη τη λίστα με το τι θα φορτώσω στα καλογυμνασμένα σας μπρατσάκια.
ΥΓ9
Φωτογραφική μηχανή, όχι, δεν θα πάρω: αν εξαιρέσεις τις νεοϋρκέζες μου δεν έχω φωτό μου από ταξίδια -γιατί οι πόζες τύπου "εδώ εγώ χεράκι-χεράκι με τον πύργο του άιφελ" με θλίβουν (τρέχα γύρευε γιατί).
ΥΓ10
Θα πάρω όμως σίγουρα μια καλή γόμα μαζί μου. (Και θα βάλω στην τσέπη του παλτό μου και μερικές τελείες, ίσως και κανά δυο κόμματα.)
ΥΓ11
Θαυμαστικά θα βρω εκεί.
(Τα εγχώρια δεν είναι εποχής.)
:-)
Πώς βρέθηκε αυτό το γκρι πεζοδρόμιο φορεμένο σαν σφιχτό κολιέ γύρω από το λαιμό μου;
Πώς βρέθηκε η αγουροξυπνημένη ασχήμια της μικρογειτονιάς μου κολλημένη πάνω μου σαν φτηνό τατού τσιχλόφουσκας;
Και, κυρίως, πώς βρέθηκε αυτή η μυρωδιά συνοικιακής σουπερμαρκετίλας στα μαλλιά μου;
Όπως και να βρέθηκαν, η ανάγκη να ξεφλουδίσει από πάνω μου πάλι η μικρή Αθηνούλα (με τα μικροαστικά δρομάκια και το αόρατο ψωροποτάμι της), χτύπησε την πόρτα μου νωρίτερα απ'ό,τι περίμενα (και δεν έφερε ούτε μια πάστα.)
"Πάμε!"
"Πάάάάμε!"
"ΠΑΜΕ!"
Εδώ και 3 μέρες, οι βαλίτσες μου ξελαρυγγιάζονται απ'τα πατάρια, να πετάξουμε λέει πάλι, μακριά. (Κυρίως ξελαρυγγιάζεται η μικρή μου, που, ως πιτσιρίκα, είναι και η πιο πεταχτούλα.)
Το σίγουρο είναι ένα.
Δεν έχω σε κανέναν να πάω κι από κανέναν να φύγω.
ΥΓ1
Τα ταξίδια θα πέσουν στα λεξοτανίλ.
ΥΓ2
Όμως αλήθεια τώρα, αν δεν χρειαστεί να με κοιτάξω σύντομα έτσι όπως είμαι στην φωτογραφία του διαβατηρίου μου, θα κρατήσω την αναπνοή μου ως το 80.
ΥΓ3
(Μπορώ ώς το 50).
ΥΓ4
Υπάρχει κάποιος να με περιμένει κάπου;
ΥΓ5
Μπα.
(Μπου.)
ΥΓ6
Κατάλαβες. (Αυτός που με περιμένει με περιμένει σε μια χώρα όπου φυτρώνουν μπαμπού.)
ΥΓ7
Ζηλέυω τον φίλο μου τον Κώστα υποπτεύομαι. Παράτησε την Ελβετία του για να κάνει τρίμηνο σαμπάτικαλ γύρο του κόσμου, αφήνοντας στην ντουλάπα του όλα τα κόρπορετ κοστούμια του (να γηροκομούν τις γραβάτες του). Ζενιάλ.
ΥΓ8
Πάντως, καλού κακού, κάντε το μπιντέ σας, γλυκές μου βαλιτσούλες, γιατί γιορτές πλησιάζουν, θα φύγουμε, δεν μπορεί, έχω μάλιστα έτοιμη τη λίστα με το τι θα φορτώσω στα καλογυμνασμένα σας μπρατσάκια.
ΥΓ9
Φωτογραφική μηχανή, όχι, δεν θα πάρω: αν εξαιρέσεις τις νεοϋρκέζες μου δεν έχω φωτό μου από ταξίδια -γιατί οι πόζες τύπου "εδώ εγώ χεράκι-χεράκι με τον πύργο του άιφελ" με θλίβουν (τρέχα γύρευε γιατί).
ΥΓ10
Θα πάρω όμως σίγουρα μια καλή γόμα μαζί μου. (Και θα βάλω στην τσέπη του παλτό μου και μερικές τελείες, ίσως και κανά δυο κόμματα.)
ΥΓ11
Θαυμαστικά θα βρω εκεί.
(Τα εγχώρια δεν είναι εποχής.)
:-)
30 Νοε 2008
Νέα από το μέτωπο.
Οι περισσότερες συγκρούσεις με τον εαυτό μου είναι σφοδρές.
(Μετωπικές.)
Δεν είναι πως βρίσκομαι διαρκώς σε πόλεμο (με την εμφάνισή μου), αλλά το να είμαι αποδεκτή (άμα τη εμφανίσει) είναι καθημερινά στη λίστα.
(Κραγιόν, ρύζι, γάλα, καμπά.)
Κάπως σαν ν' ανήκω μόνιμα στα βλέμματα των περαστικών.
(Όποιος ανακάλυψε την ανασφάλεια, μπράβο, τον θαυμάζουμε, ήταν μέγας πρωτοπόρος -βλέπε ο πρώτος ανασφαλής.)
Τα βλέμματα των περαστικών είναι που με κάνουν να πιστεύω ότι το μάτι έχει δική του καρδιά.
(Πέτρα.)
Οι οφθαλμίατροι μάλιστα το ξέρουν, αλλά έχουν συνεννοηθεί (όχι μεταξύ τους -με τους καρδιολόγους και τους ψυχιάτρους) να μην το λένε.
Τα βλέμματα των περαστικών αποφασίζουν με ακρίβεια αν έχεις το δικαίωμα να κυκλοφορείς έξω χωρίς να προσβάλεις την αισθητική των δρόμων, προσπαθώντας να αναπαράγουν (ή όχι) το πρώτο βλέμμα "έγκρισης" που έλαβες ποτέ ως παιδί (αν αυτό ήταν γενναιόδωρο την πάτησες, ξεκαβάλα, δεν έχουν πέραση η ξιπασμένοι, αν ήταν μίζερο την πάτησες, ξεπέρασέ το, δεν έχουν πέραση οι κλάψες).
Το να διεκδικείς το σώμα σου πίσω από τα βλέμματα των περαστικών είναι πραγματικά πόλεμος -εμφύλιος προφανώς (κι αν θες να ξέρεις, τα "χαρακώματα" από εκεί βγαίνουν).
Το σώμα μου προσπάθησε να με προειδοποιήσει πολλές φορές (και μάλιστα από την αρχή), πως τα πράγματα θα είναι δύσκολα (στον τομέα αυτοαποδοχής), όταν μου ανακοίνωσε (ο καθρέφτης), ότι θα περιέχομαι πάντα σε δέρμα με σπέσιαλ εφέ (εμπριμέ).
Αρχικά (και ανέκαθεν), αυτό που το καθημερινό μάτι θα μπορούσε να το ονομάσει ευγενικά "φακίδες", για μένα δεν ήταν παρά μια διάσπαρτη αποικία από τρύπες (άλλοτε μικροσκοπικές τρυπίτσες κι άλλοτε φαρδιές και ξεχυλωμένες -ώστε να μπορεί, ανάλογα, να στάζει από μέσα μου ό,τι μικρό ή μεγάλο προσπαθόυσε να συγκρατήσει το δερμάτινο σουρωτηράκι μου, βλ. περηφάνεια, υπομονή, κλπ).
Για όποιον αναρωτιέται, αυτό που φαίνεται τώρα είναι οι τρύπες που επουλώθηκαν. (Η δουλειά ήταν πολλή -και όλη δική μου-, μάλιστα έχω αφήσει δυο τρεις τρύπες εδώ κι εκεί να βγαίνει φως το πρωί, τα βλέμματα των περαστικών άρχισαν από χόμπυ τα εμφράγματα, χειροκρότημα κονσέρβα, Έσσλιν ντουζ πουάν.)
Όχι ότι ΑΥΤΟΣ ο πόλεμος φτάνει ποτέ στο τέλος του για κανέναν -απόδειξη πως πριν λίγες μέρες παραπάτησα άσχημα και έκανα πως δεν συμβαίνει τίποτα.
Το σώμα μου προσπάθησε και πάλι να με προειδοποιήσει να πατάω στη γη με αποφασιστικό βήμα χωρίς να το βάζω στα πόδια από τον εαυτό μου, (χωρίς να κοιτάω αν με κοιτάνε), κι εγώ το παράκουσα.
Απόδειξη, για μια εβδομάδα, έκανα τρομερή προσπάθεια να περπατάω με χάρη στα τακούνια μου χωρίς να κουτσαίνω ή να φαίνεται πόσο πονάω (καθώς διεσχίζοντας δρόμο χτύπησα και τα δυο μου πόδια στην προσπάθεια αποφυγής σύγκρουσης με αυτοκίνητο -που οδηγούσε οδηγός εννιακοσίων ετών), θέλοντας (προφανώς), στο τέλος της εβδομάδας, να είμαι σε θέση να περπατάω κανονικά ώστε να επιβάλω στα (μη συνεργάσιμα αν ήταν στο χέρι τους) πόδια μου να με οδηγήσουν στη δερματολόγο μου (για λόγους βάνιτυ).
Η απόφαση να αφαιρέσω μια μικροσκοπική ελίτσα που είχα στο μέτωπο -κανένα βλέμμα περαστικού δεν την είχε προσέξει (μιλάμε για το τίποτα)-, δεν πάρθηκε απλά γιατί τελευταία μου ζήταγε ν' αργεί τα βράδια (βλ. άρχισε να μεγαλώνει).
(Προφανώς πάρθηκε επειδή, παρά τις επιμέρους νίκες μου, παραμένω -και με το τίποτα- αυστηρή.)
Δεν ήταν άσχημη πάντως. (Θα την ονόμαζα ευθαρσώς έως και μπίουτυμαρκ, άσε που ήταν πάντα εκεί στην ακρούλα της, γλυκούλα, ησυχούλα και σχεδόν κρυμμένη.)
(Θέε μου τι έκανα; Λες να μην έκανα επέμβαση ομορφιάς, αλλά ασχήμιας;)
Τώρα πάει.
(Και όμορφη ξόμορφη ήταν σίγουρα το πρώτο κομμάτι του εαυτού μου με το οποίο γεννήθηκα και μεγάλωσα και οικειοθελώς μπόρεσα και ξεφορτώθηκα -γιατί έτσι μου την κάρφωσε.)
Στη θέση της ελίτσας έχει μείνει κάτι σαν τρυπούλα (που από προχτές επουλώνεται, χωρίς -τι ανακούφιση- να καταβάλω την παραμικρή προσπάθεια).
Δεν ήταν άσχημη ξανατονίζω (η κομπλεξική).
Ο φίλος μου ο Μιχάλης μάλιστα είπε ότι ήταν η αντένα μου. (Το αισθητήριο μου, που από εκεί πήγαζε ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι, να εκλαμβάνω, και να μετατρέπω σε λέξεις ό,τι βλέπω, πράγμα που προφανώς έχασα πια. Μάλιστα είπε -πολύ ευγενικά και αστεία- ότι μόλις η ελία προσγειωθεί στον κάδο της δερματολόγου, ο κάδος θα αποκτήσει νοημοσύνη και θα ζητήσει μολύβι και χαρτί).
"Μην το κάνεις Έσσλιν."
(Τό'κανα.)
Πλήρωσα 100 ευρώ για να δω μια φορά ένα κομμάτι του εαυτού μου σε κάδο -μετά από δικό μου αίτημα.
Πλήρωσα 100 ευρώ για να δω κάδο να ζητάει μολύβι και χαρτί.
(Τα λεφτά μας πίσω.)
ΥΓ1
Φορ γιορ ίνφο, είμαι αλλεργική στην αναισθησία, η επέμβαση έγινε χωρίς -οπότε, ναι, πόνεσε παρά πολύ.
(Έχει τίμημα να έχεις καθαρό κούτελο.)
Όχι όσο τα χτυπημένα μου πόδια πάντως (όσο ήμουν πράκτικαλυ κουτσή).
Τα πόδια πονάνε πάντα περισσότερο (το τίμημα να προχωράς είναι πάντα βαρύτερο).
(Κανονικά, έτσι που το σκέφτομαι, έπρεπε να είναι σοφή μέχρι και η κουτσή μαρία -δεν ξέρω τι πήγε στραβά).
ΥΓ2
Η φράση "γιατί έτσι μου την κάρφωσε", που περιγράφει το γιατί προχώρησα στην αφαίρεση (της νοημοσύνης μου κατά τον Μιχάλη), περιγράφει απόλυτα και τη διαδικασία της μικροεπέμβασης (κάτι σαν να μου τρυπούσαν το μέτωπο για ένα δίλεπτο μ' ένα καυτο καρφί).
Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι, τώρα που το σκέφτομαι, ότι το να μην έχεις προφανή λόγο (όταν απλά έτσι στην καρφώνει) ενέχει τον κίδυνο τα πόδια σου να μην οδήγησαν ΕΣΕΝΑ στη δερματολόγο σου, αλλά την ελιά σου (η οποία ΑΥΤΗ έκλεισε το ραντεβού, για να σε αφαιρέσει από πίσω της).
ΥΓ3
ΑΟΥΤΣ!
ΥΓ4
Για τα πιο παραπάνω, όποιος πιστεύει ότι οι απόψεις μου ήταν αντιεπιστημονικές (βλέπε "το μάτι έχει δική του καρδιά"), ας μου κάνει μήνυση (ή μύηση σε άλλες θεωρίες).
ΥΓ5
Ή ας σταματήσει να χρησιμοποιεί την έκφραση "εγκάρδιο βλέμμα".
ΥΓ6
Σχετικά με τη λίστα "κραγιόν, ρύζι, γάλα, καμπά", και για όποιον κακεντρεχή δεν διάβασε ανάμεσα στις γραμμές και στις σωματικές μου χαραμάδες, ενημερώνω ότι το ρύζι με φουσκώνει (αλλεργική αντίδραση;) και το αποφεύγω χρόνια, στο γάλα έχω διαπιστωμένη δυσανεξία -οπότε ούτε να το δω, κι από καμπά ακόμη κι αν δεν ήμουν αλλεργική στο αλκοόλ, (που είμαι), δεν είναι της τάξης μου -οποτε ντου δε μαθ τι μένει (και γιατί) και αφήστε με να παίζω.
ΥΓ7
Μιλώντας για αλλεργίες, το να είσαι αλλεργικός στην αναισθησία (παντός τύπου), δεν είναι απαραίτητα όσο κακό ακούγεται (εκτός αν χρειαστεί να εγχειριστείς σοβαρά φαντάζομαι). Μπορείς να φανταστείς να είσαι αλλεργικός στην ευαισθησία; (Αν ναι, πήγαινε τη φαντασία σου για φτιάξιμο -αν δεν έχει λήξει η εγγύηση.)
ΥΓ8
Κατά τα πιο άλλα, φαντάζομαι να συμφωνείς, εκτός από τα βλέμματα των περαστικών, (πολλά περαστικά, με την ευκαιρία), το σώμα μας το διεκδικούν και οι δείκτες των ξένων χεριών (με τη δική τους καρδούλα πέτρα, όταν σηκώνονται να μας δείξουν, στην περίπτωση που έχουμε δέρμα πουά).
Ο "ξένος δάκτυλος" υποθέτω από εκεί βγαίνει.
(Τώρα ξέρετε και από που βγαίνει και το πατενταρισμένο "Kλείσιμο Mατιού" -κόντρα στα "ανοιχτά" μάτια των περαστικών.)
:-)
ΥΓ9
Την επόμενη φορά, αντί για πουά γίνεται να γεννηθώ ριγέ -που όσο να πεις θα ήταν πιο σικ και αλά μοντ;
(Μετωπικές.)
Δεν είναι πως βρίσκομαι διαρκώς σε πόλεμο (με την εμφάνισή μου), αλλά το να είμαι αποδεκτή (άμα τη εμφανίσει) είναι καθημερινά στη λίστα.
(Κραγιόν, ρύζι, γάλα, καμπά.)
Κάπως σαν ν' ανήκω μόνιμα στα βλέμματα των περαστικών.
(Όποιος ανακάλυψε την ανασφάλεια, μπράβο, τον θαυμάζουμε, ήταν μέγας πρωτοπόρος -βλέπε ο πρώτος ανασφαλής.)
Τα βλέμματα των περαστικών είναι που με κάνουν να πιστεύω ότι το μάτι έχει δική του καρδιά.
(Πέτρα.)
Οι οφθαλμίατροι μάλιστα το ξέρουν, αλλά έχουν συνεννοηθεί (όχι μεταξύ τους -με τους καρδιολόγους και τους ψυχιάτρους) να μην το λένε.
Τα βλέμματα των περαστικών αποφασίζουν με ακρίβεια αν έχεις το δικαίωμα να κυκλοφορείς έξω χωρίς να προσβάλεις την αισθητική των δρόμων, προσπαθώντας να αναπαράγουν (ή όχι) το πρώτο βλέμμα "έγκρισης" που έλαβες ποτέ ως παιδί (αν αυτό ήταν γενναιόδωρο την πάτησες, ξεκαβάλα, δεν έχουν πέραση η ξιπασμένοι, αν ήταν μίζερο την πάτησες, ξεπέρασέ το, δεν έχουν πέραση οι κλάψες).
Το να διεκδικείς το σώμα σου πίσω από τα βλέμματα των περαστικών είναι πραγματικά πόλεμος -εμφύλιος προφανώς (κι αν θες να ξέρεις, τα "χαρακώματα" από εκεί βγαίνουν).
Το σώμα μου προσπάθησε να με προειδοποιήσει πολλές φορές (και μάλιστα από την αρχή), πως τα πράγματα θα είναι δύσκολα (στον τομέα αυτοαποδοχής), όταν μου ανακοίνωσε (ο καθρέφτης), ότι θα περιέχομαι πάντα σε δέρμα με σπέσιαλ εφέ (εμπριμέ).
Αρχικά (και ανέκαθεν), αυτό που το καθημερινό μάτι θα μπορούσε να το ονομάσει ευγενικά "φακίδες", για μένα δεν ήταν παρά μια διάσπαρτη αποικία από τρύπες (άλλοτε μικροσκοπικές τρυπίτσες κι άλλοτε φαρδιές και ξεχυλωμένες -ώστε να μπορεί, ανάλογα, να στάζει από μέσα μου ό,τι μικρό ή μεγάλο προσπαθόυσε να συγκρατήσει το δερμάτινο σουρωτηράκι μου, βλ. περηφάνεια, υπομονή, κλπ).
Για όποιον αναρωτιέται, αυτό που φαίνεται τώρα είναι οι τρύπες που επουλώθηκαν. (Η δουλειά ήταν πολλή -και όλη δική μου-, μάλιστα έχω αφήσει δυο τρεις τρύπες εδώ κι εκεί να βγαίνει φως το πρωί, τα βλέμματα των περαστικών άρχισαν από χόμπυ τα εμφράγματα, χειροκρότημα κονσέρβα, Έσσλιν ντουζ πουάν.)
Όχι ότι ΑΥΤΟΣ ο πόλεμος φτάνει ποτέ στο τέλος του για κανέναν -απόδειξη πως πριν λίγες μέρες παραπάτησα άσχημα και έκανα πως δεν συμβαίνει τίποτα.
Το σώμα μου προσπάθησε και πάλι να με προειδοποιήσει να πατάω στη γη με αποφασιστικό βήμα χωρίς να το βάζω στα πόδια από τον εαυτό μου, (χωρίς να κοιτάω αν με κοιτάνε), κι εγώ το παράκουσα.
Απόδειξη, για μια εβδομάδα, έκανα τρομερή προσπάθεια να περπατάω με χάρη στα τακούνια μου χωρίς να κουτσαίνω ή να φαίνεται πόσο πονάω (καθώς διεσχίζοντας δρόμο χτύπησα και τα δυο μου πόδια στην προσπάθεια αποφυγής σύγκρουσης με αυτοκίνητο -που οδηγούσε οδηγός εννιακοσίων ετών), θέλοντας (προφανώς), στο τέλος της εβδομάδας, να είμαι σε θέση να περπατάω κανονικά ώστε να επιβάλω στα (μη συνεργάσιμα αν ήταν στο χέρι τους) πόδια μου να με οδηγήσουν στη δερματολόγο μου (για λόγους βάνιτυ).
Η απόφαση να αφαιρέσω μια μικροσκοπική ελίτσα που είχα στο μέτωπο -κανένα βλέμμα περαστικού δεν την είχε προσέξει (μιλάμε για το τίποτα)-, δεν πάρθηκε απλά γιατί τελευταία μου ζήταγε ν' αργεί τα βράδια (βλ. άρχισε να μεγαλώνει).
(Προφανώς πάρθηκε επειδή, παρά τις επιμέρους νίκες μου, παραμένω -και με το τίποτα- αυστηρή.)
Δεν ήταν άσχημη πάντως. (Θα την ονόμαζα ευθαρσώς έως και μπίουτυμαρκ, άσε που ήταν πάντα εκεί στην ακρούλα της, γλυκούλα, ησυχούλα και σχεδόν κρυμμένη.)
(Θέε μου τι έκανα; Λες να μην έκανα επέμβαση ομορφιάς, αλλά ασχήμιας;)
Τώρα πάει.
(Και όμορφη ξόμορφη ήταν σίγουρα το πρώτο κομμάτι του εαυτού μου με το οποίο γεννήθηκα και μεγάλωσα και οικειοθελώς μπόρεσα και ξεφορτώθηκα -γιατί έτσι μου την κάρφωσε.)
Στη θέση της ελίτσας έχει μείνει κάτι σαν τρυπούλα (που από προχτές επουλώνεται, χωρίς -τι ανακούφιση- να καταβάλω την παραμικρή προσπάθεια).
Δεν ήταν άσχημη ξανατονίζω (η κομπλεξική).
Ο φίλος μου ο Μιχάλης μάλιστα είπε ότι ήταν η αντένα μου. (Το αισθητήριο μου, που από εκεί πήγαζε ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι, να εκλαμβάνω, και να μετατρέπω σε λέξεις ό,τι βλέπω, πράγμα που προφανώς έχασα πια. Μάλιστα είπε -πολύ ευγενικά και αστεία- ότι μόλις η ελία προσγειωθεί στον κάδο της δερματολόγου, ο κάδος θα αποκτήσει νοημοσύνη και θα ζητήσει μολύβι και χαρτί).
"Μην το κάνεις Έσσλιν."
(Τό'κανα.)
Πλήρωσα 100 ευρώ για να δω μια φορά ένα κομμάτι του εαυτού μου σε κάδο -μετά από δικό μου αίτημα.
Πλήρωσα 100 ευρώ για να δω κάδο να ζητάει μολύβι και χαρτί.
(Τα λεφτά μας πίσω.)
ΥΓ1
Φορ γιορ ίνφο, είμαι αλλεργική στην αναισθησία, η επέμβαση έγινε χωρίς -οπότε, ναι, πόνεσε παρά πολύ.
(Έχει τίμημα να έχεις καθαρό κούτελο.)
Όχι όσο τα χτυπημένα μου πόδια πάντως (όσο ήμουν πράκτικαλυ κουτσή).
Τα πόδια πονάνε πάντα περισσότερο (το τίμημα να προχωράς είναι πάντα βαρύτερο).
(Κανονικά, έτσι που το σκέφτομαι, έπρεπε να είναι σοφή μέχρι και η κουτσή μαρία -δεν ξέρω τι πήγε στραβά).
ΥΓ2
Η φράση "γιατί έτσι μου την κάρφωσε", που περιγράφει το γιατί προχώρησα στην αφαίρεση (της νοημοσύνης μου κατά τον Μιχάλη), περιγράφει απόλυτα και τη διαδικασία της μικροεπέμβασης (κάτι σαν να μου τρυπούσαν το μέτωπο για ένα δίλεπτο μ' ένα καυτο καρφί).
Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι, τώρα που το σκέφτομαι, ότι το να μην έχεις προφανή λόγο (όταν απλά έτσι στην καρφώνει) ενέχει τον κίδυνο τα πόδια σου να μην οδήγησαν ΕΣΕΝΑ στη δερματολόγο σου, αλλά την ελιά σου (η οποία ΑΥΤΗ έκλεισε το ραντεβού, για να σε αφαιρέσει από πίσω της).
ΥΓ3
ΑΟΥΤΣ!
ΥΓ4
Για τα πιο παραπάνω, όποιος πιστεύει ότι οι απόψεις μου ήταν αντιεπιστημονικές (βλέπε "το μάτι έχει δική του καρδιά"), ας μου κάνει μήνυση (ή μύηση σε άλλες θεωρίες).
ΥΓ5
Ή ας σταματήσει να χρησιμοποιεί την έκφραση "εγκάρδιο βλέμμα".
ΥΓ6
Σχετικά με τη λίστα "κραγιόν, ρύζι, γάλα, καμπά", και για όποιον κακεντρεχή δεν διάβασε ανάμεσα στις γραμμές και στις σωματικές μου χαραμάδες, ενημερώνω ότι το ρύζι με φουσκώνει (αλλεργική αντίδραση;) και το αποφεύγω χρόνια, στο γάλα έχω διαπιστωμένη δυσανεξία -οπότε ούτε να το δω, κι από καμπά ακόμη κι αν δεν ήμουν αλλεργική στο αλκοόλ, (που είμαι), δεν είναι της τάξης μου -οποτε ντου δε μαθ τι μένει (και γιατί) και αφήστε με να παίζω.
ΥΓ7
Μιλώντας για αλλεργίες, το να είσαι αλλεργικός στην αναισθησία (παντός τύπου), δεν είναι απαραίτητα όσο κακό ακούγεται (εκτός αν χρειαστεί να εγχειριστείς σοβαρά φαντάζομαι). Μπορείς να φανταστείς να είσαι αλλεργικός στην ευαισθησία; (Αν ναι, πήγαινε τη φαντασία σου για φτιάξιμο -αν δεν έχει λήξει η εγγύηση.)
ΥΓ8
Κατά τα πιο άλλα, φαντάζομαι να συμφωνείς, εκτός από τα βλέμματα των περαστικών, (πολλά περαστικά, με την ευκαιρία), το σώμα μας το διεκδικούν και οι δείκτες των ξένων χεριών (με τη δική τους καρδούλα πέτρα, όταν σηκώνονται να μας δείξουν, στην περίπτωση που έχουμε δέρμα πουά).
Ο "ξένος δάκτυλος" υποθέτω από εκεί βγαίνει.
(Τώρα ξέρετε και από που βγαίνει και το πατενταρισμένο "Kλείσιμο Mατιού" -κόντρα στα "ανοιχτά" μάτια των περαστικών.)
:-)
ΥΓ9
Την επόμενη φορά, αντί για πουά γίνεται να γεννηθώ ριγέ -που όσο να πεις θα ήταν πιο σικ και αλά μοντ;
20 Νοε 2008
Πεθαίνω για μένα.
Αν υποψιαστώ ότι η χαρά και η θλίψη έχουν το ίδιο ακριβώς αίτιο, θα πεθάνω.
(Ενώ αν δεν το υποψιαστώ θα ζήσω ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.)
Μεταξύ μας, χωρίς (περιέργως) να θέλω να σοκάρω, υποψιάζομαι ότι θα πεθάνω έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν υποψιαστώ ή δεν υποψιαστώ, ό,τι κι αν κάνω ή δεν κάνω, και μάλιστα θα πεθάνω το ίδιο ακριβώς (δηλαδή με την ίδια ακριβώς πεθαντότητα) όποια μα όποια κι αν είναι καθημερινά η διάθεση ή οι σκέψεις μου, η υγεία ή το πρόγραμμά μου -είτε είμαι κάθε μέρα αισιόδοξη, είτε είμαι κάθε μέρα του θανατά, είτε έχω κόκκινα έιτε έχω άβαφα τα χείλη μου, (θα πεθάνω ακόμη κι αν την ώρα που είναι να συμβεί φοράω ντιόρ, ή δεν μου μένει χρόνος -γιατί έχω ραντεβού για μανικιούρ).
Πάντως την υποψία την υπογράφω: για μένα, χαρά και θλίψη έχουν το ίδιο ψυχαναλυτικό αίτιο -μοιάζει να επιβεβαιώνονται από το ίδιο ακριβώς δεδομένο: απ' το ότι έχεις επίγνωση (μια και δεν είσαι ελέφαντας ή μυρμήγκι αλλά έχεις ανθρώπινη αντίληψη) ότι δεν είσαι αθάνατος.
(Αν δεν το ξέρεις, πιθανόν εσύ που διαβάζεις ΕΙΣΑΙ ή ελέφαντας ή μυρμήγκι, γεγονός που, αν και στατιστικά ενδιαφέρον, με κάνει επίσης να πεθαίνω -στα γέλια.)
Δεν είναι πολύ διαμπερές και ευήλιο αυτό που γράφω, ευτυχώς όμως δεν χρειάζεται να δώσεις και τόση σημασία -το πιθανότερο δεν σε αφορά (απευθύνεται αποκλειστικά μόνο σε όσους πρόκειται να πεθάνουν.)
Και θα μου πεις εντάξει να πηγάζει από τον φόβο θανάτου η όποια εύκολη, αυτονόητη, μη παράδοξη, και αυτομάτως κατανοήτη θλίψη, αλλά ΚΑΙ η χαρά;
Μην κάνεις ότι δεν το ξέρεις.
Γνωρίζοντας πως όλα τελειώνουν, χωρίς απαραίτητα να το καταλαβαίνεις, νιώθεις την απίστευτη ευφορία της επιβεβαίωσης σαν άνθρωπος, καθώς καταφέρνεις, κάθε μέρα, παρά τη γνώση για τη μοίρα σου, να πηγαίνεις κόντρα σ' αυτήν την πληροφορία, αφού, ανά πάσα στιγμή, επιβάλλεσαι διαρκώς στον θάνατο: με το γέλιο σου, με το κέφι σου να σηκώνεσαι από το κρεβάτι, με την αφοσίωσή σου να εφευρίσκεις φάρμακα, με τη μανία σου να παράγεις αντιρυτιδικές κρέμες, με την τάση σου να κατακτάς άλλους θνητούς, και με τη συνήθειά σου να κατασκευάζεις χριστούς (action figures με ανθρώπινη μορφή, γένια κλπ) που ΟΦΕΙΛΟΥΝ να ανασταίνονται –πατώντας τον θάνατο θανάτω όλη μέρα (κυρίως ώρες καταστημάτων).
Όσον αφορά στην χαρά δηλαδή, με λογάκια απλά, αυτή πηγάζει από το παράδοξο του να έχεις την όρεξη να δίνεις νόημα στη ζωή σου -κάνοντας φίλγκουντ πράγματα (όπως ποδήλατο, κέηκ, και σεξ).
Κάτι μας είπα. Που το παράδοξο να αντλείς χαρά από το ποδήλατο, το κέηκ και το σεξ;
Μα εξήγησα: στο ότι θα μπορούσες κάλλιστα να μην κάνεις τίποτα για να δίνεις νόημα στη ζωή σου, αφοσιωμένος στην προπόνηση πένθους για τον πιο κοντινό σου άνθρωπο (εσένα -τι δεν κατάλαβες;).
Παρεπιμτόντως, δεν πρέπει να διάλεξα τυχαία τις παραπάνω "ασχολίες": για να ζήσεις βασικά χρειάζεσαι απλά αναπαραγωγή και τροφή (σεξ και κέηκ), ενώ το ποδήλατο εκτελεί χρεή μεταφοράς (ως μεταφορικό μέσο που είναι), υπονοώντας όσα σου κάνουν τη ζωή....χμ....τρένο.
Ζεις (μαθαίνω).
Και μάλιστα ζεις ΣΑΝ το ότι θα πεθάνεις να είναι το ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ που θα σου συμβεί (στη ζωή σου).
Πας στο κομμμωτήριο, στο γυμναστήριο, στο σουπερμάρκετ, στην Ακρόπολη, στο μπαλέτο, στην όπερα, στο ΙΚΑ, στο Τόκυο, στο περίπτερο. Πολεμάς όλη μέρα το αναπόφευκτο, διαβάζοντας βιβλία, παρασκευάζοντας ή καταναλώνοντας προπαρασκευασμένο πολιτισμό, πηγαίνοντας σχολείο, αγοράζοντας μακ, ακούγοντας φοίβο, πίνοντας σόγια, αποφεύγοντας τα σόγια, αγαπώντας την καλή σου ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, επενδύοντας χρόνια και χρήματα σε γνώσεις και εμπειρίες.
Δεν λέω τίποτα απ'όλα αυτά με ισοπεδωτική, ειρωνική (ή μηδενιστική) διάθεση, σαν να υπονοώ (ή να προτείνω) ότι όλα είναι μάταια -το ΑΚΡΙΒΩΣ αντίθετο: χαίρομαι που η γνώση κι ο φόβος για τον θάνατο μας έχουν κάνει τόσο δραστήριους, τόσο δημιουργικούς, τόσο επιλεκτικούς, και τόσο... χαρούμενους -χαίρομαι που ο έμφυτος και ασυνείδητος σεβασμός για αυτήν τη θλιβερή και μοιραία πληροφορία μάς δίνει χαρά, μας ενεργοποιεί, μας καθιστά πολύ ζωντανότερους από το πόσο ζωντανοί είμαστε.
Αν δεν γνωρίζαμε ότι θα πεθάνουμε δυσκολεύομαι να εντοπίσω από που θα αντλούσαμε χαρά για τη ζωή.
(Όποιος πει από το ποδήλατο, το κέηκ και το σεξ, απλά αυθαδιάζει.)
Και δεν λέω πως είναι διαρκώς ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ αυτή η φαινομενικά παράδοξη άντληση χαράς από τη γνώση θανάτου.
Αναφέρομαι σε αυτό που καθιστά την χαρά χαρούμενη: στην αυτόματη ικανότητα να θάβουμε τη γνώση τού τέλους μας με όλα τα χαρούμενα που κάνουμε. (Στο θαύμα τού να καταφέρνουμε να αγνοούμε εν γνώση μας αυτό που εν γνώση μας δεν αγνοούμε καθόλου.)
Στο αντίθετο από το συνηθισμένο θέλω να καταλήξω: η ζωή δεν είναι μάταιη επειδή κάποτε τελειώνει, αλλά εντελώς γεμάτη νόημα ΕΞΑΙΤΙΑΣ του τέλους της.
Χωρίς θάνατο δεν θα ψηνόμασταν να κάνουμε και πολλά, (σίγουρα θα ψήναμε πολύ λιγότερα -αν όχι καθόλου- κέηκ), η χαρά θα ήταν γελοία περιττή, δεν θα είχε τίποτα να πολεμήσει ή να εξισοροπήσει (και θα έβγαινε στη σύνταξη).
Καταλήξαμε νομίζω. Οπότε, από τώρα, όσοι θνητοί όλο και πιο συνειδητά χαρούμενοι (και, ναι, με καταλάβατε, δεν λέω ΤΙΠΟΤΑ καινούργιο, απλά το λέω πολυλογώντας και αποφεύγοντας τεχνηέντως μπανάλ προτροπές του τύπου "να ζείτε κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία" ).
Αλλά θα το ρωτήσω.
Γιατί, αν όντως ο άνθρωπος καταφέρνει και αντλεί δύναμη να ζει, να δημιουργεί και συχνά να μεγαλουργεί όχι απλώς ΠΑΡΑ αλλά ΕΞΑΙΤΙΑΣ της γνώσης για το τέλος του, τελικά δεν το παίρνει πάνω του, δεν το χαίρεται με ΟΛΟ του το είναι, με χάρη και ανωτερότητα;
Γιατί είναι τόσο δυστυχισμένος καθημερινά που ζει; -δηλαδή τόσο μα τόσο αχάριστος που δεν έχει πεθάνει ακόμη;
Μα ούτε αυτό είναι καινούργιο.
Παρά τη γνώση του, τη συνειδητοποίησή του, και το ανακουφιστικό κατόρθωμά του να ξεχνιέται που δεν είναι αθάνατος και να ζει ΛΕΣ και είναι, δυστυχώς παραμένει πάντα ανήλικος απέναντι σ΄ αυτή τη γνώση, (για αυτό και πάντα μουτρωμένος σαν να του έχουν κρύψει τη σοκολάτα του στο πάνω ράφι), καθώς παρά την ικανότητα να σηκώνεται από το κρεβάτι κάθε πρωί, αρνείται να αποδεχτεί ότι αυτή του η επίγνωση τον αφορά προσωπικά (και δεν αφορά μόνο τους Άλλους).
Θα μπορούσε να πει: "ωραία λοιπόν, θα πεθάνω, το ξέρω, το αποδέχομαι, και μέχρι να συμβεί θα κάνω τη γνώση δύναμη, θα κάνω τα πάντα για να είμαι ευτυχισμένος και να περνάω καλά, σαν να μην συμβαίνει τίποτα".
Αλλά επιλέγει και λέει : "ωραία λοιπόν, θα πεθάνω, το δέχομαι, αλλά μέχρι να συμβεί θα κάνω πως το ξέχασα, θα κάνω ό,τι μπορώ για να ξεγελάσω τον θάνατο, κι αυτός στο τέλος να δεις θα με ξεχάσει μπακ, γιατί εγώ είμαι άνθρωπος, δεν είμαι ελέφαντας ή μυρμήγκι, μορφώνομαι, πάω ταξίδια, ζω ζωηρά, ζωικά, ζωτικά και ζωντανά, και αφού ζω θα σας δείξω εγώ τι εστί ζωντανότητα, θα δείτε εσείς τι θα πάθετε και ποιος την έχει πιο μεγάλη, και σιγά μην πεθάνω ΕΓΩ, εγώ είμαι όμορφος, εγώ είμαι έξυπνος, κάνω γιόγκα εγώ, ΕΓΩ είμαι ΕΓΩ, δεν είμαι ο γείτονας -μόνο ο διπλανός στρατιώτης πεθαίνει, εγώ είμαι ο πρωταγωνιστής, κι ο πρωταγωνιστής του εγώ μου δεν πεθαίνει ποτέ".
Όλοι έχουν από έναν.
Και λέγεται ναρκισσιμός. (Έγω έχω τρεις κούτες στο σπίτι -η μια από τόσο παλιά που ίσως έχει λήξει.)
Το συνώνυμο της κατά φαντασίαν αθανασίας.
ΑΥΤΟ είναι που σε τρώει (άνθρωπέ μου).
Ο έρωτάς σου για σένα.
Αυτό που πρωτοένιωσες μικρός όταν σε κοίταζε η μητέρα σου επιβεβαιώνοντάς σου ότι είσαι το μοναδικέστερο πλάσμα στη γη. (Τι; Δεν είσαι;)
Αυτό που έκτοτε σε κάνει να θέλεις να χαράζεις το όνομα σου σε κορμούς δέντρους γράφοντας ότι ήσουν κι εσύ εκεί.
Αυτό που σε κάνει να ονομάζεις το blog σου ΕΣΣΛΙΝ ΕΣΣΛΙΝ, λες και σε λένε Έσσλιν επί δύο (που μεταξύ μας Κατερίνα σε λένε -αλλά όόόόχι, το Έσσλιν είναι καλύτερο γιατί εσύ ΕΙΣΑΙ η Έσσλιν και φυσικά ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ, λες και είσαι μόνη σου, που να σου πω και κάτι; ΜΟΝΗ ΣΟΥ ΕΙΣΑΙ -το μοναδική σε μάρανε.)
Η αγάπη μου για τον εαυτό μου (αρκετά με σένα) ξεκινάει από πολύ παλιά -και είναι πολύ μεγάλη (σαν αφίσα της βόνταφον).
Όμως τελευταία με κατάλαβα καλά, (παραγνωριστήκαμε), και θέλω να χωρίσουμε.
Θέλω να προχωρήσω χωρίς το τέλειο εμένα μου -να με αφήσουμε ήσυχη (κι εγώ και η τελειότητά μου -ήσυχη να ζήσω σαν κάποιος που πριν πεθάνει θα ζήσει βλέποντας πέρα από τη μύτη του).
Πώς είναι να αγαπάς τον θνητό εαυτό σου περισσότερο από την αθάνατη εικόνα σου;
Aν δεν γλυστρήσει ολοκληρωτικά από πάνω μου το ΕΓΩ μου, αν δεν ξεγαντζωθεί από πάνω μου η κομπλεξική σκιά μου (η πάντα πίσω μου -μη τυχόν και με αφήσει μόνη όταν πέφτει πάνω μου το φως), δεν θα το μάθουμε "ποτέ".
(Μπάμερ!)
ΥΓ1
Αν εσύ που διαβάζεις τελικά ΕΙΣΑΙ ελέφαντας ή μυρμήγκι που βρήκες ίντερνετ;
ΥΓ2
Αν είσαι ελέφαντας πάντως, μπράβο, ΕΣΥ την έχεις σίγουρα πιο μεγάλη -αλλά πρόσεξε καλά (στη φαντασία μου σε πατάει και σε λιώνει το μυρμήγκι.)
ΥΓ3
Αν νιώθεις πτώμα μετά από ανάγνωση τέτοιου κειμένου, λυπάμαι που σε πέθανα.
ΥΓ4
Τέλος, για να καταλάβω και τι είπα στην ουσία του κειμένου αρκετά παραπάνω, μια ερώτηση: αν η χαρά μας να επιβαλλόμαστε στον θάνατο εξανεμίζεται από το ναρκισσισμό μας (αντί να ενισχύεται), και -κυρίως- αν δεν καταφέρνει να είναι διαρκώς συνειδητή, μας κάνει κάκο;
ΥΓ5
Α την ασυνείδητη!
:-)
(Ενώ αν δεν το υποψιαστώ θα ζήσω ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.)
Μεταξύ μας, χωρίς (περιέργως) να θέλω να σοκάρω, υποψιάζομαι ότι θα πεθάνω έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν υποψιαστώ ή δεν υποψιαστώ, ό,τι κι αν κάνω ή δεν κάνω, και μάλιστα θα πεθάνω το ίδιο ακριβώς (δηλαδή με την ίδια ακριβώς πεθαντότητα) όποια μα όποια κι αν είναι καθημερινά η διάθεση ή οι σκέψεις μου, η υγεία ή το πρόγραμμά μου -είτε είμαι κάθε μέρα αισιόδοξη, είτε είμαι κάθε μέρα του θανατά, είτε έχω κόκκινα έιτε έχω άβαφα τα χείλη μου, (θα πεθάνω ακόμη κι αν την ώρα που είναι να συμβεί φοράω ντιόρ, ή δεν μου μένει χρόνος -γιατί έχω ραντεβού για μανικιούρ).
Πάντως την υποψία την υπογράφω: για μένα, χαρά και θλίψη έχουν το ίδιο ψυχαναλυτικό αίτιο -μοιάζει να επιβεβαιώνονται από το ίδιο ακριβώς δεδομένο: απ' το ότι έχεις επίγνωση (μια και δεν είσαι ελέφαντας ή μυρμήγκι αλλά έχεις ανθρώπινη αντίληψη) ότι δεν είσαι αθάνατος.
(Αν δεν το ξέρεις, πιθανόν εσύ που διαβάζεις ΕΙΣΑΙ ή ελέφαντας ή μυρμήγκι, γεγονός που, αν και στατιστικά ενδιαφέρον, με κάνει επίσης να πεθαίνω -στα γέλια.)
Δεν είναι πολύ διαμπερές και ευήλιο αυτό που γράφω, ευτυχώς όμως δεν χρειάζεται να δώσεις και τόση σημασία -το πιθανότερο δεν σε αφορά (απευθύνεται αποκλειστικά μόνο σε όσους πρόκειται να πεθάνουν.)
Και θα μου πεις εντάξει να πηγάζει από τον φόβο θανάτου η όποια εύκολη, αυτονόητη, μη παράδοξη, και αυτομάτως κατανοήτη θλίψη, αλλά ΚΑΙ η χαρά;
Μην κάνεις ότι δεν το ξέρεις.
Γνωρίζοντας πως όλα τελειώνουν, χωρίς απαραίτητα να το καταλαβαίνεις, νιώθεις την απίστευτη ευφορία της επιβεβαίωσης σαν άνθρωπος, καθώς καταφέρνεις, κάθε μέρα, παρά τη γνώση για τη μοίρα σου, να πηγαίνεις κόντρα σ' αυτήν την πληροφορία, αφού, ανά πάσα στιγμή, επιβάλλεσαι διαρκώς στον θάνατο: με το γέλιο σου, με το κέφι σου να σηκώνεσαι από το κρεβάτι, με την αφοσίωσή σου να εφευρίσκεις φάρμακα, με τη μανία σου να παράγεις αντιρυτιδικές κρέμες, με την τάση σου να κατακτάς άλλους θνητούς, και με τη συνήθειά σου να κατασκευάζεις χριστούς (action figures με ανθρώπινη μορφή, γένια κλπ) που ΟΦΕΙΛΟΥΝ να ανασταίνονται –πατώντας τον θάνατο θανάτω όλη μέρα (κυρίως ώρες καταστημάτων).
Όσον αφορά στην χαρά δηλαδή, με λογάκια απλά, αυτή πηγάζει από το παράδοξο του να έχεις την όρεξη να δίνεις νόημα στη ζωή σου -κάνοντας φίλγκουντ πράγματα (όπως ποδήλατο, κέηκ, και σεξ).
Κάτι μας είπα. Που το παράδοξο να αντλείς χαρά από το ποδήλατο, το κέηκ και το σεξ;
Μα εξήγησα: στο ότι θα μπορούσες κάλλιστα να μην κάνεις τίποτα για να δίνεις νόημα στη ζωή σου, αφοσιωμένος στην προπόνηση πένθους για τον πιο κοντινό σου άνθρωπο (εσένα -τι δεν κατάλαβες;).
Παρεπιμτόντως, δεν πρέπει να διάλεξα τυχαία τις παραπάνω "ασχολίες": για να ζήσεις βασικά χρειάζεσαι απλά αναπαραγωγή και τροφή (σεξ και κέηκ), ενώ το ποδήλατο εκτελεί χρεή μεταφοράς (ως μεταφορικό μέσο που είναι), υπονοώντας όσα σου κάνουν τη ζωή....χμ....τρένο.
Ζεις (μαθαίνω).
Και μάλιστα ζεις ΣΑΝ το ότι θα πεθάνεις να είναι το ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ που θα σου συμβεί (στη ζωή σου).
Πας στο κομμμωτήριο, στο γυμναστήριο, στο σουπερμάρκετ, στην Ακρόπολη, στο μπαλέτο, στην όπερα, στο ΙΚΑ, στο Τόκυο, στο περίπτερο. Πολεμάς όλη μέρα το αναπόφευκτο, διαβάζοντας βιβλία, παρασκευάζοντας ή καταναλώνοντας προπαρασκευασμένο πολιτισμό, πηγαίνοντας σχολείο, αγοράζοντας μακ, ακούγοντας φοίβο, πίνοντας σόγια, αποφεύγοντας τα σόγια, αγαπώντας την καλή σου ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, επενδύοντας χρόνια και χρήματα σε γνώσεις και εμπειρίες.
Δεν λέω τίποτα απ'όλα αυτά με ισοπεδωτική, ειρωνική (ή μηδενιστική) διάθεση, σαν να υπονοώ (ή να προτείνω) ότι όλα είναι μάταια -το ΑΚΡΙΒΩΣ αντίθετο: χαίρομαι που η γνώση κι ο φόβος για τον θάνατο μας έχουν κάνει τόσο δραστήριους, τόσο δημιουργικούς, τόσο επιλεκτικούς, και τόσο... χαρούμενους -χαίρομαι που ο έμφυτος και ασυνείδητος σεβασμός για αυτήν τη θλιβερή και μοιραία πληροφορία μάς δίνει χαρά, μας ενεργοποιεί, μας καθιστά πολύ ζωντανότερους από το πόσο ζωντανοί είμαστε.
Αν δεν γνωρίζαμε ότι θα πεθάνουμε δυσκολεύομαι να εντοπίσω από που θα αντλούσαμε χαρά για τη ζωή.
(Όποιος πει από το ποδήλατο, το κέηκ και το σεξ, απλά αυθαδιάζει.)
Και δεν λέω πως είναι διαρκώς ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ αυτή η φαινομενικά παράδοξη άντληση χαράς από τη γνώση θανάτου.
Αναφέρομαι σε αυτό που καθιστά την χαρά χαρούμενη: στην αυτόματη ικανότητα να θάβουμε τη γνώση τού τέλους μας με όλα τα χαρούμενα που κάνουμε. (Στο θαύμα τού να καταφέρνουμε να αγνοούμε εν γνώση μας αυτό που εν γνώση μας δεν αγνοούμε καθόλου.)
Στο αντίθετο από το συνηθισμένο θέλω να καταλήξω: η ζωή δεν είναι μάταιη επειδή κάποτε τελειώνει, αλλά εντελώς γεμάτη νόημα ΕΞΑΙΤΙΑΣ του τέλους της.
Χωρίς θάνατο δεν θα ψηνόμασταν να κάνουμε και πολλά, (σίγουρα θα ψήναμε πολύ λιγότερα -αν όχι καθόλου- κέηκ), η χαρά θα ήταν γελοία περιττή, δεν θα είχε τίποτα να πολεμήσει ή να εξισοροπήσει (και θα έβγαινε στη σύνταξη).
Καταλήξαμε νομίζω. Οπότε, από τώρα, όσοι θνητοί όλο και πιο συνειδητά χαρούμενοι (και, ναι, με καταλάβατε, δεν λέω ΤΙΠΟΤΑ καινούργιο, απλά το λέω πολυλογώντας και αποφεύγοντας τεχνηέντως μπανάλ προτροπές του τύπου "να ζείτε κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία" ).
Αλλά θα το ρωτήσω.
Γιατί, αν όντως ο άνθρωπος καταφέρνει και αντλεί δύναμη να ζει, να δημιουργεί και συχνά να μεγαλουργεί όχι απλώς ΠΑΡΑ αλλά ΕΞΑΙΤΙΑΣ της γνώσης για το τέλος του, τελικά δεν το παίρνει πάνω του, δεν το χαίρεται με ΟΛΟ του το είναι, με χάρη και ανωτερότητα;
Γιατί είναι τόσο δυστυχισμένος καθημερινά που ζει; -δηλαδή τόσο μα τόσο αχάριστος που δεν έχει πεθάνει ακόμη;
Μα ούτε αυτό είναι καινούργιο.
Παρά τη γνώση του, τη συνειδητοποίησή του, και το ανακουφιστικό κατόρθωμά του να ξεχνιέται που δεν είναι αθάνατος και να ζει ΛΕΣ και είναι, δυστυχώς παραμένει πάντα ανήλικος απέναντι σ΄ αυτή τη γνώση, (για αυτό και πάντα μουτρωμένος σαν να του έχουν κρύψει τη σοκολάτα του στο πάνω ράφι), καθώς παρά την ικανότητα να σηκώνεται από το κρεβάτι κάθε πρωί, αρνείται να αποδεχτεί ότι αυτή του η επίγνωση τον αφορά προσωπικά (και δεν αφορά μόνο τους Άλλους).
Θα μπορούσε να πει: "ωραία λοιπόν, θα πεθάνω, το ξέρω, το αποδέχομαι, και μέχρι να συμβεί θα κάνω τη γνώση δύναμη, θα κάνω τα πάντα για να είμαι ευτυχισμένος και να περνάω καλά, σαν να μην συμβαίνει τίποτα".
Αλλά επιλέγει και λέει : "ωραία λοιπόν, θα πεθάνω, το δέχομαι, αλλά μέχρι να συμβεί θα κάνω πως το ξέχασα, θα κάνω ό,τι μπορώ για να ξεγελάσω τον θάνατο, κι αυτός στο τέλος να δεις θα με ξεχάσει μπακ, γιατί εγώ είμαι άνθρωπος, δεν είμαι ελέφαντας ή μυρμήγκι, μορφώνομαι, πάω ταξίδια, ζω ζωηρά, ζωικά, ζωτικά και ζωντανά, και αφού ζω θα σας δείξω εγώ τι εστί ζωντανότητα, θα δείτε εσείς τι θα πάθετε και ποιος την έχει πιο μεγάλη, και σιγά μην πεθάνω ΕΓΩ, εγώ είμαι όμορφος, εγώ είμαι έξυπνος, κάνω γιόγκα εγώ, ΕΓΩ είμαι ΕΓΩ, δεν είμαι ο γείτονας -μόνο ο διπλανός στρατιώτης πεθαίνει, εγώ είμαι ο πρωταγωνιστής, κι ο πρωταγωνιστής του εγώ μου δεν πεθαίνει ποτέ".
Όλοι έχουν από έναν.
Και λέγεται ναρκισσιμός. (Έγω έχω τρεις κούτες στο σπίτι -η μια από τόσο παλιά που ίσως έχει λήξει.)
Το συνώνυμο της κατά φαντασίαν αθανασίας.
ΑΥΤΟ είναι που σε τρώει (άνθρωπέ μου).
Ο έρωτάς σου για σένα.
Αυτό που πρωτοένιωσες μικρός όταν σε κοίταζε η μητέρα σου επιβεβαιώνοντάς σου ότι είσαι το μοναδικέστερο πλάσμα στη γη. (Τι; Δεν είσαι;)
Αυτό που έκτοτε σε κάνει να θέλεις να χαράζεις το όνομα σου σε κορμούς δέντρους γράφοντας ότι ήσουν κι εσύ εκεί.
Αυτό που σε κάνει να ονομάζεις το blog σου ΕΣΣΛΙΝ ΕΣΣΛΙΝ, λες και σε λένε Έσσλιν επί δύο (που μεταξύ μας Κατερίνα σε λένε -αλλά όόόόχι, το Έσσλιν είναι καλύτερο γιατί εσύ ΕΙΣΑΙ η Έσσλιν και φυσικά ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ, λες και είσαι μόνη σου, που να σου πω και κάτι; ΜΟΝΗ ΣΟΥ ΕΙΣΑΙ -το μοναδική σε μάρανε.)
Η αγάπη μου για τον εαυτό μου (αρκετά με σένα) ξεκινάει από πολύ παλιά -και είναι πολύ μεγάλη (σαν αφίσα της βόνταφον).
Όμως τελευταία με κατάλαβα καλά, (παραγνωριστήκαμε), και θέλω να χωρίσουμε.
Θέλω να προχωρήσω χωρίς το τέλειο εμένα μου -να με αφήσουμε ήσυχη (κι εγώ και η τελειότητά μου -ήσυχη να ζήσω σαν κάποιος που πριν πεθάνει θα ζήσει βλέποντας πέρα από τη μύτη του).
Πώς είναι να αγαπάς τον θνητό εαυτό σου περισσότερο από την αθάνατη εικόνα σου;
Aν δεν γλυστρήσει ολοκληρωτικά από πάνω μου το ΕΓΩ μου, αν δεν ξεγαντζωθεί από πάνω μου η κομπλεξική σκιά μου (η πάντα πίσω μου -μη τυχόν και με αφήσει μόνη όταν πέφτει πάνω μου το φως), δεν θα το μάθουμε "ποτέ".
(Μπάμερ!)
ΥΓ1
Αν εσύ που διαβάζεις τελικά ΕΙΣΑΙ ελέφαντας ή μυρμήγκι που βρήκες ίντερνετ;
ΥΓ2
Αν είσαι ελέφαντας πάντως, μπράβο, ΕΣΥ την έχεις σίγουρα πιο μεγάλη -αλλά πρόσεξε καλά (στη φαντασία μου σε πατάει και σε λιώνει το μυρμήγκι.)
ΥΓ3
Αν νιώθεις πτώμα μετά από ανάγνωση τέτοιου κειμένου, λυπάμαι που σε πέθανα.
ΥΓ4
Τέλος, για να καταλάβω και τι είπα στην ουσία του κειμένου αρκετά παραπάνω, μια ερώτηση: αν η χαρά μας να επιβαλλόμαστε στον θάνατο εξανεμίζεται από το ναρκισσισμό μας (αντί να ενισχύεται), και -κυρίως- αν δεν καταφέρνει να είναι διαρκώς συνειδητή, μας κάνει κάκο;
ΥΓ5
Α την ασυνείδητη!
:-)
10 Νοε 2008
Ανελεύθερος χρόνος.
"Λυπάμαι."
"Δεν έχω χρόνο να γράψω σήμερα" -θα έγραφα, αν πάλι δεν έγραφα σήμερα.
(Και θα ήταν ψέμα.)
Ώς άεργη γραφέας, έχω τόσο χρόνο κάθε μου σήμερα, που, αν δεν φαγωθεί όλος μέσα σε μια μέρα, μπορώ να τον βάλω σε τάπερ (περάστε αύριο ή μεθαύριο να τον φάμε μαζί).
Και ξέρετε, σε τι κατέληξα, ύστερα από ΑΚΡΙΒΩΣ δύο χρόνια (σαν σήμερα παραιτήθηκα) ελεύθερου χρόνου;
Την απάτη.
Ο χρόνος ούτε περνάει, ούτε κυλάει. Ούτε τρέχει, ούτε χάνεται.
Ο χρόνος χωράει -δεν είναι παρά χώρος (με σωστότερη του δευτερολέπτου μονάδα μέτρησης το κυβικό εκατοστό).
"Δεν έχω χρόνο για σένα" σημαίνει απλά "δεν σε χωράει η ζωή μου, γιατί προτιμώ να χωρέσω κάτι άλλο ή κάποιον άλλον σε αυτήν -που, παρά τις υποχρεώσεις μου, χωράει."
Γιατί με αυτόν που σου αρέσει συμβαίνει το εξής:
Αν σου αρέσει, σου αρέσει ακόμη κι αν σκαλίζει τη μύτη του.
(Αν δεν σου αρέσει, δεν σου αρέσει ακόμη κι αν σου φέρνει λουλούδια.)
Αν σου πουν ξανά "λυπάμαι, δεν έχω χρόνο να σε δω", εσύ να ακούς μπιτουήν δε λάινς τη φράση "λυπάμαι, έχω πάρα πολύ χρόνο να σε δω -αλλά προτιμώ να δω κάποιον που σκαλίζει τη μύτη του".
Χρόνο έχω (σε όλους τους χρόνους) πάντα -έχω, είχα, θα έχω, και αν ΗΘΕΛΑ να έχω θα... είχα έχει.
Το βλέπω καθαρά τώρα, που έχω, όχι επειδή τώρα έχω, αλλά επειδή καταλαβαίνω αναδρομικά το πώς φερόμουν όταν δήθεν δεν είχα: o χρόνος ορίζεται πάντα από την επιθυμία (αν δεν θέλετε να τον μετράμε με κυβικά εκατοστά, όπως πρότεινα, ως χώρο, ας τον μετράμε με κομμένες ανάσες -ως λαχτάρα).
Δεν υπάρχει μη ελεύθερος χρόνος -κατασκευάζεται (προφανώς σε ένα εργοστάσιο που παλιά έφτιαχνε καραμέλες).
Κατασκευάζεται ως η απόλυτη δικαιολογία-καραμέλα από τους μη ελέυθερους ανθρώπους που για κάποιον γουάτ δε φακ λόγο επιλέγουν -συχνά- να ζουν μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο, μικρό σαν ασανσέρ -επιλέγοντας μικρή (στενόχωρη) ζωή, με συνεχή ενοχλητικά πάνω-κάτω (και ξένα χέρια να πατάνε τα κουμπιά).
Όταν δεν έχω ελεύθερο χρόνο λέω ψέματα στον εαυτό μου (ότι μου αρέσει να ζω σε ασανσέρ).
Η δικαιολογία φούστα-μπλούζα "είμαι κουρασμένος" δε, βρίσκω να είναι ανόητη, αν έχει να κάνει με σωματική κούραση, γιατί δεν μου έχει συμβεί ποτε να μην ξεκουραστώ με 8 ώρες ύπνου -η σωματική κούραση ως δια μαγείας βγαίνει νοκάουτ από την ψυχική ξεκούραση (που έχει κάτι μπράτσα να).
Η αλήθεια είναι, αν έχει να κάνει με ψυχική κούραση, κανείς ύπνος (ειδικά ο και καλά του δικαίου) δεν σε ξεκουράζει, όση ώρα κι αν "διαρκέσει" -η πιο καλή απόδειξη ότι ο χρόνος είναι χώρος, μια και αν διακοσμήσεις το χώρο σου σωστά (με ένα ωραίο λαμπατέρ, μια ωραία συρταριέρα κι έναν πραγματικά ωραίο άνθρωπο), τότε έχεις χρόνο πάντα (για τον ωραίο άνθρωπο): χωράτε μια χαρά στο σύμπαν (και στα όποια γειτονικά σύμπαντα) και, το ακόμη πιο ωραίο, χωράτε μια χαρά και στο ασανσέρ ακόμη (μοιάζει ευρύχωρο σαν γήπεδο, και η πορεία από το υπόγειο στον πέμπτο δεν πα να διαρκεί 80 μέρες).
Όταν δεν έχω χρόνο βασικά δεν έχω χώρο. Το δωμάτιό μου είναι μονόκλινο, το κρεββάτι μου έχει τις διαστάσεις του κρεββατιού της μπάρμπι, η καρδιά μου μικρή (σαν καρδιά πλεϊμομπίλ) -τώρα που το σκέφτομαι, όταν δεν έχω χρόνο παίζω σαν παιδί -και μάλιστα μόνη μου. Παίζω με τον εαυτό μου.
(Όχι σεξουαλικά ρε πρόστυχοι.)
Τώρα. Ύστερα από όλο αυτό το συνειρμό, αν θα βρω το κουράγιο να μην ξαναπώ ποτέ "δεν έχω χρόνο", τι να πω;
(Ο χρόνος θα δείξει.)
Αλλά είμαι βέβαιη. Όταν δεν έχουμε χρόνο για κάποιον, δεν θέλουμε να τον κρατήσουμε.
Ή μάλλον θέλουμε.
Σε απόσταση.
ΥΓ1
Δεν ξέρω τι είναι ο χρόνος, μια ιδέα πέταξα, ούτε ξέρω ποιος τον επινόησε. Πιθανότατα κάποιος σνομπάκιας τεμπέλης και εκκεντρικός ελβετός που αντί να γίνει κάτι απλό και λαϊκό, (φερειπείν αρτοποιός), για να βγάζει το ψωμί του, εφήυρε το ρολόι.
Μην ανησυχείς πάντως. Παρότι οι περισσότερες σκέψεις μου για τα πράγματα προκύπτουν ανορθόδοξα, δεν πρόκειται να σου πω -παράδειγμα- ότι αν φοράς ρολόι είσαι ρατσιστής (επειδή σνομπάρεις το επάγγελμα τού αρτοποιού).
Αντίθετα, θα σου πω ότι αν φοράς ρολόι μάλλον συμφωνείς μαζί μου: ο χρόνος είναι στο χέρι σου.
YΓ2
Μιλώντας για χρόνο, μην παραλείψω να πω ότι, απ΄ όλους τους χρόνους, ο πιο "αυτό που βλέπεις είναι" είναι μόνο ένας.
Ο Ενεστώτας.
Λίγο ξεχασιάρης, (μην τον ρωτήσεις τι έφαγε χτες), λίγο έφηβος, (ζει μόνο για το σήμερα), λίγο απαισιόδοξος (το αύριο είναι μακριά) -αλλά πάντως ό,τι σου λέει το λέει στα ίσα.
Να τον προτιμάτε. (Είναι ευρύχωρος.)
ΥΓ3
Ο συντελεσμένος μέλλοντας είναι ο πιο παρθένος (σε ζώδιο), κρατάει πάντα ξεσκονόπανο (τα θέλει όλα εν τάξει), θέλει να ξέρει ότι πάντα μα πάντα κάτι θα ΕΧΕΙ γίνει, κάτι θα έχει τακτοποιηθεί και ολοκληρωθεί (με επιτυχία ή όχι δεν έχει σημασία) -πρέπει να είναι μάλλον γυναίκα (και προφανώς σε εμμηνόπαυση).
(Να τον προτιμάτε αν θέλετε τον χώρο σας ξεσκονισμένο.)
ΥΓ4
Ενώ μετά, (μεταξύ άλλων προφανώς), έρχεται και ο πλέον αντιπαθητικός όλων.
Ο Αόριστος.
Ο χρόνος τού κατά δήλωση τετελεσμένου (και αόριστου) κάποτε: του κάποτε που κάτι, κάπως, και -προφανώς- κάποτε, έγινε (και κατά τη γνώμη ΤΟΥ τελείωσε), ο χρόνος που πεισματικά (σε ένα ανελέητο τρίο με την Τελεία και την Πάυλα) επιμένει να ΝΟΜΙΖΕΙ ότι όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα που μου έχουν συμβεί, συνέβησαν αποκλειστικά στο αγύριστο παρελθόν.
(Γεννήθηκα. Περπάτησα. Μίλησα. Ζωγράφισα. Τραγούδησα. Έγραψα. Γέλασα. Σπούδασα. Δούλεψα. Ερωτεύτηκα.)
Μίστερ Αόριστε.
Άκου.
Θεωρώ τους παρελθοντικούς χρόνους, στους οποίους ανήκεις... πώς να το πω;
Ξεπερασμένους.
Είσαι ο χρόνος που με ευκολία θα παρακαλούσα σεμνά και ευγενικά να πας να συνουσιαστείς -και μετά να μας αδειάσεις τη γωνιά, αφήνοντάς με να χρησιμοποιώ όλα ανεξαιρέτως τα ρήματα σε όποιον χρόνο θέλω, ξανά και ξανά. Όταν αδειάσεις μάλιστα τη γωνιά, αν θες κάντο επ'αορίστου χρόνου, να μου τη γεμίσει κάποιος διακοσμητικά συμπαθέστερος επιτέλους, λόγου χάρη ο αναβλητικός μεν αλλά υποσχόμενος Μέλλοντας (με μια ωραιότατη κομόντα).
ΥΓ5
Μην χρησιμοποιείτε συχνά αόριστους χρόνους που έχουν περάσει.
ΥΓ6
Αν θέλετε να δίνετε χώρο συχνά σε κάτι που έχει περάσει, δεν έχω τι να πω.
ΥΓ7
Περαστικά σας;
:-)
"Δεν έχω χρόνο να γράψω σήμερα" -θα έγραφα, αν πάλι δεν έγραφα σήμερα.
(Και θα ήταν ψέμα.)
Ώς άεργη γραφέας, έχω τόσο χρόνο κάθε μου σήμερα, που, αν δεν φαγωθεί όλος μέσα σε μια μέρα, μπορώ να τον βάλω σε τάπερ (περάστε αύριο ή μεθαύριο να τον φάμε μαζί).
Και ξέρετε, σε τι κατέληξα, ύστερα από ΑΚΡΙΒΩΣ δύο χρόνια (σαν σήμερα παραιτήθηκα) ελεύθερου χρόνου;
Την απάτη.
Ο χρόνος ούτε περνάει, ούτε κυλάει. Ούτε τρέχει, ούτε χάνεται.
Ο χρόνος χωράει -δεν είναι παρά χώρος (με σωστότερη του δευτερολέπτου μονάδα μέτρησης το κυβικό εκατοστό).
"Δεν έχω χρόνο για σένα" σημαίνει απλά "δεν σε χωράει η ζωή μου, γιατί προτιμώ να χωρέσω κάτι άλλο ή κάποιον άλλον σε αυτήν -που, παρά τις υποχρεώσεις μου, χωράει."
Γιατί με αυτόν που σου αρέσει συμβαίνει το εξής:
Αν σου αρέσει, σου αρέσει ακόμη κι αν σκαλίζει τη μύτη του.
(Αν δεν σου αρέσει, δεν σου αρέσει ακόμη κι αν σου φέρνει λουλούδια.)
Αν σου πουν ξανά "λυπάμαι, δεν έχω χρόνο να σε δω", εσύ να ακούς μπιτουήν δε λάινς τη φράση "λυπάμαι, έχω πάρα πολύ χρόνο να σε δω -αλλά προτιμώ να δω κάποιον που σκαλίζει τη μύτη του".
Χρόνο έχω (σε όλους τους χρόνους) πάντα -έχω, είχα, θα έχω, και αν ΗΘΕΛΑ να έχω θα... είχα έχει.
Το βλέπω καθαρά τώρα, που έχω, όχι επειδή τώρα έχω, αλλά επειδή καταλαβαίνω αναδρομικά το πώς φερόμουν όταν δήθεν δεν είχα: o χρόνος ορίζεται πάντα από την επιθυμία (αν δεν θέλετε να τον μετράμε με κυβικά εκατοστά, όπως πρότεινα, ως χώρο, ας τον μετράμε με κομμένες ανάσες -ως λαχτάρα).
Δεν υπάρχει μη ελεύθερος χρόνος -κατασκευάζεται (προφανώς σε ένα εργοστάσιο που παλιά έφτιαχνε καραμέλες).
Κατασκευάζεται ως η απόλυτη δικαιολογία-καραμέλα από τους μη ελέυθερους ανθρώπους που για κάποιον γουάτ δε φακ λόγο επιλέγουν -συχνά- να ζουν μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο, μικρό σαν ασανσέρ -επιλέγοντας μικρή (στενόχωρη) ζωή, με συνεχή ενοχλητικά πάνω-κάτω (και ξένα χέρια να πατάνε τα κουμπιά).
Όταν δεν έχω ελεύθερο χρόνο λέω ψέματα στον εαυτό μου (ότι μου αρέσει να ζω σε ασανσέρ).
Η δικαιολογία φούστα-μπλούζα "είμαι κουρασμένος" δε, βρίσκω να είναι ανόητη, αν έχει να κάνει με σωματική κούραση, γιατί δεν μου έχει συμβεί ποτε να μην ξεκουραστώ με 8 ώρες ύπνου -η σωματική κούραση ως δια μαγείας βγαίνει νοκάουτ από την ψυχική ξεκούραση (που έχει κάτι μπράτσα να).
Η αλήθεια είναι, αν έχει να κάνει με ψυχική κούραση, κανείς ύπνος (ειδικά ο και καλά του δικαίου) δεν σε ξεκουράζει, όση ώρα κι αν "διαρκέσει" -η πιο καλή απόδειξη ότι ο χρόνος είναι χώρος, μια και αν διακοσμήσεις το χώρο σου σωστά (με ένα ωραίο λαμπατέρ, μια ωραία συρταριέρα κι έναν πραγματικά ωραίο άνθρωπο), τότε έχεις χρόνο πάντα (για τον ωραίο άνθρωπο): χωράτε μια χαρά στο σύμπαν (και στα όποια γειτονικά σύμπαντα) και, το ακόμη πιο ωραίο, χωράτε μια χαρά και στο ασανσέρ ακόμη (μοιάζει ευρύχωρο σαν γήπεδο, και η πορεία από το υπόγειο στον πέμπτο δεν πα να διαρκεί 80 μέρες).
Όταν δεν έχω χρόνο βασικά δεν έχω χώρο. Το δωμάτιό μου είναι μονόκλινο, το κρεββάτι μου έχει τις διαστάσεις του κρεββατιού της μπάρμπι, η καρδιά μου μικρή (σαν καρδιά πλεϊμομπίλ) -τώρα που το σκέφτομαι, όταν δεν έχω χρόνο παίζω σαν παιδί -και μάλιστα μόνη μου. Παίζω με τον εαυτό μου.
(Όχι σεξουαλικά ρε πρόστυχοι.)
Τώρα. Ύστερα από όλο αυτό το συνειρμό, αν θα βρω το κουράγιο να μην ξαναπώ ποτέ "δεν έχω χρόνο", τι να πω;
(Ο χρόνος θα δείξει.)
Αλλά είμαι βέβαιη. Όταν δεν έχουμε χρόνο για κάποιον, δεν θέλουμε να τον κρατήσουμε.
Ή μάλλον θέλουμε.
Σε απόσταση.
ΥΓ1
Δεν ξέρω τι είναι ο χρόνος, μια ιδέα πέταξα, ούτε ξέρω ποιος τον επινόησε. Πιθανότατα κάποιος σνομπάκιας τεμπέλης και εκκεντρικός ελβετός που αντί να γίνει κάτι απλό και λαϊκό, (φερειπείν αρτοποιός), για να βγάζει το ψωμί του, εφήυρε το ρολόι.
Μην ανησυχείς πάντως. Παρότι οι περισσότερες σκέψεις μου για τα πράγματα προκύπτουν ανορθόδοξα, δεν πρόκειται να σου πω -παράδειγμα- ότι αν φοράς ρολόι είσαι ρατσιστής (επειδή σνομπάρεις το επάγγελμα τού αρτοποιού).
Αντίθετα, θα σου πω ότι αν φοράς ρολόι μάλλον συμφωνείς μαζί μου: ο χρόνος είναι στο χέρι σου.
YΓ2
Μιλώντας για χρόνο, μην παραλείψω να πω ότι, απ΄ όλους τους χρόνους, ο πιο "αυτό που βλέπεις είναι" είναι μόνο ένας.
Ο Ενεστώτας.
Λίγο ξεχασιάρης, (μην τον ρωτήσεις τι έφαγε χτες), λίγο έφηβος, (ζει μόνο για το σήμερα), λίγο απαισιόδοξος (το αύριο είναι μακριά) -αλλά πάντως ό,τι σου λέει το λέει στα ίσα.
Να τον προτιμάτε. (Είναι ευρύχωρος.)
ΥΓ3
Ο συντελεσμένος μέλλοντας είναι ο πιο παρθένος (σε ζώδιο), κρατάει πάντα ξεσκονόπανο (τα θέλει όλα εν τάξει), θέλει να ξέρει ότι πάντα μα πάντα κάτι θα ΕΧΕΙ γίνει, κάτι θα έχει τακτοποιηθεί και ολοκληρωθεί (με επιτυχία ή όχι δεν έχει σημασία) -πρέπει να είναι μάλλον γυναίκα (και προφανώς σε εμμηνόπαυση).
(Να τον προτιμάτε αν θέλετε τον χώρο σας ξεσκονισμένο.)
ΥΓ4
Ενώ μετά, (μεταξύ άλλων προφανώς), έρχεται και ο πλέον αντιπαθητικός όλων.
Ο Αόριστος.
Ο χρόνος τού κατά δήλωση τετελεσμένου (και αόριστου) κάποτε: του κάποτε που κάτι, κάπως, και -προφανώς- κάποτε, έγινε (και κατά τη γνώμη ΤΟΥ τελείωσε), ο χρόνος που πεισματικά (σε ένα ανελέητο τρίο με την Τελεία και την Πάυλα) επιμένει να ΝΟΜΙΖΕΙ ότι όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα που μου έχουν συμβεί, συνέβησαν αποκλειστικά στο αγύριστο παρελθόν.
(Γεννήθηκα. Περπάτησα. Μίλησα. Ζωγράφισα. Τραγούδησα. Έγραψα. Γέλασα. Σπούδασα. Δούλεψα. Ερωτεύτηκα.)
Μίστερ Αόριστε.
Άκου.
Θεωρώ τους παρελθοντικούς χρόνους, στους οποίους ανήκεις... πώς να το πω;
Ξεπερασμένους.
Είσαι ο χρόνος που με ευκολία θα παρακαλούσα σεμνά και ευγενικά να πας να συνουσιαστείς -και μετά να μας αδειάσεις τη γωνιά, αφήνοντάς με να χρησιμοποιώ όλα ανεξαιρέτως τα ρήματα σε όποιον χρόνο θέλω, ξανά και ξανά. Όταν αδειάσεις μάλιστα τη γωνιά, αν θες κάντο επ'αορίστου χρόνου, να μου τη γεμίσει κάποιος διακοσμητικά συμπαθέστερος επιτέλους, λόγου χάρη ο αναβλητικός μεν αλλά υποσχόμενος Μέλλοντας (με μια ωραιότατη κομόντα).
ΥΓ5
Μην χρησιμοποιείτε συχνά αόριστους χρόνους που έχουν περάσει.
ΥΓ6
Αν θέλετε να δίνετε χώρο συχνά σε κάτι που έχει περάσει, δεν έχω τι να πω.
ΥΓ7
Περαστικά σας;
:-)
04 Νοε 2008
Συναισθηματικό μπότοξ.
Υπάρχει ένα τόσο κακομούτσουνο δευτερόλεπτο που δεν θα το καλούσες με τίποτα επίσκεψη στο σπίτι σου.
Αδιαφορεί προαποφασισμένο.
(Και έρχεται.)
Ακάλεστο ξεακάλεστο και κατά κανόνα τις πιο απρόσμενες ώρες, περνάει (παρέα με την κακόγουστη όρεξή του), κατρακυλάει απ' το καντράν τού φθηνού του seiko, ανοίγει το θλιβερά φαρδύ στόμα του και καταπίνει όσο χρόνο τού καπνίσει (παράδειγμα είκοσι μέρες, τριανταπέντε χρόνια, ή ολόκληρους τρεις μήνες).
Δηλαδή ολόκληρους ανθρώπους.
Πώς φέρεσαι εσύ, τότε, σε ένα τόσο απάνθρωπο δευτερόλεπτο;
Τρέχεις να το προλάβεις υποθέτω.
Το πιάνεις απ' το λαιμό, κλωτσάς από εκδίκηση το ξεχυλωμένο παμφάγο στομάχι του, (να μάθει αυτό), -μα τι νόημα έχει; Μόλις πέρασε. Πάει. Χώνεψέ το.
Αυτά τα δευτερόλεπτα ένα δευτερόλεπτο πριν έρθουν δεν είχαν έρθει, και μόλις έχουν περάσει έχουν μόλις περάσει -γι' αυτό και μόλις έρχονται (και κυρίως μόλις περνάνε) ξενοικιάζεται η λογική.
Το να εξαφανιστεί μια ολόκληρη ηλικία μέσα σε ένα δευτερόλεπτο (γιατί έτσι μοιάζει όταν φεύγει κάποιος μέσα σ'ένα τσαφ -σαν να καταργούνται ξαφνικά κάποιες ηλικίες) είναι μια πληροφορία τόσο ακραία και τόσο παράταιρη που δεν ξέρεις σε ποιο ράφι της λογικής να την ακουμπήσεις, όταν στην πασάρουν.
"Τι εννοείτε δεν υπάρχει πια; "
"Μα αφού υπήρχε."
"Δεν το χωράει το μυαλό μου" σκέφτεσαι.
(Τι παράλογα ανάποδο ο μεγαλύτερος πια χώρος να μη χωράει λιγότερα, κι εκεί που πριν χωρούσε άνετα 15 ανθρώπους ξαφνικά να καλείται να χωρέσει 14 -κι όμως να αδυνατεί).
Τι κακόγουστα ανάποδο η απουσία να πιάνει μεγαλύτερο χώρο στο μυαλό απ' την παρουσία.
ΥΓ1
Δεν θυμάμαι να έχω ακούσει ποτέ πιο τραγική είδηση από τον ατυχή θάνατο ενός μωρού λίγων μηνών.
ΥΓ2
Νιώθω πως είναι πραγματικά θηριώδης ντροπή να προσπαθείς να κάνεις εικόνα τα πρόσωπα των τραγικών γονιών -πώς άλλωστε να συμπαρασταθείς σε δυο αόρατους, ποια στενόχωρη σκέψη σου να προσποιηθεί ότι χωράει το ογκώδες, το αυθεντικό, το πηχτό τίποτα;
Η λύπη που αυτόματα νιώθεις είναι σπασμωδική (ρίχνει κλωτσιές εδώ κι εκεί), και γελοία: δεν έχεις το δικαίωμα να λυπηθείς, (ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ για να λυπάσαι ρε γελοίε ζωντανέ ενήλικε;), δεν έχεις το δικαίωμα να στερήσεις ούτε ένα δευτερόλεπτο θλίψης από τους ανθρώπους που τα ζουν όλα ανάποδα, φέρνοντας τον κόσμο στο μωρό για τόσο λίγο.
(Υποθέτω, πως μια στιγμή σαν κι αυτή, μια στιγμή που δεν καταργείται απλώς η ηλικία του μωρού αλλά και ολόκληρη η παιδική ηλικία του γονιού, δεν έχεις δικαίωμα να πενθήσεις, εσύ, ο ξένος, ξένα πράγματα -θα ήταν κλοπή.)
ΥΓ3
Ενώ το πιο γελοίο και απαίσιο από όλα είναι πως θα περίμενες αλλιώς να είναι τα πράγματα -αλλιώς στα μάθανε τα μαθηματικά τόσα χρόνια για τις αναλογιές, μικρό το μωρό, μικρό το κακό, μικρούλα η ζωή, μικρούλης ο θάνατος.
(Μικρούλης είσαι και φαίνεσαι.)
ΥΓ4
Μη έχοντας παιδί, νιώθω εκ των πραγμάτων στο περιθώριο της χαράς.
Μη έχοντας παιδί που έφυγε από τη ζωή νιώθω στο πιο βλάσφημο επίκεντρό της.
Πώς να συμπαρασταθώ, πώς να παραστήσω την ψέυτικη μαμά, όπως όταν ήμουν μικρή; Δεν μπορώ -σαν να μίκρυνα κι άλλο. (Πόσο περισσότερο μάλιστα με μικραίνουν -σκέφτομαι- όλες οι λέξεις που τόσο ναρκισσιστικά στήνω πλάι πλάι η άσχετη.)
ΥΓ5
Όταν είναι κάτι πολύ όμορφο δεν τολμάμε να πιστέψουμε ότι είναι αληθινό -μην σπάσει.
("Τι όμορφο", λέμε. "Σαν ψέυτικο." )
Τι να πεις για το πηχτό άσχημο όταν πάνε ανάποδα τα πράγματα;
(Κάτι ανάποδο υποθέτω.)
"Τι άσχημο."
"Σαν αληθινό."
ΥΓ6
Όταν ήμουν μικρή νόμιζα ότι η πλαστική έβγαινε από το πλαστικό -όχι με την έννοια τού "πλάθω", αλλά με την χοντροκομμένη έννοια τού παίρνω ένα πλαστικό βυζί και το κοτσάρω σταυροβελονιά στη θέση τού αληθινού -κι αυτό γίνεται "σαν αληθινό".
ΥΓ7
Λίγο βυζί εδώ, λίγη λεύκανση πιο πάνω, λίγο λίφτινγκ πιο κει -μέχρι και τη φύση μπορείς να διορθώσεις τεχνητά.
Γιατί όχι το συναίσθημα;
ΥΓ8
(Σαν αληθινό θα ήταν.)
ΥΓ9
Τελικά μια χαρά νιώθω.
Μια χαρά πολυέστερ, κοκκαλωμένη -σαν να γύρισε μόλις από συνεδρεία μπότοξ.
Αδιαφορεί προαποφασισμένο.
(Και έρχεται.)
Ακάλεστο ξεακάλεστο και κατά κανόνα τις πιο απρόσμενες ώρες, περνάει (παρέα με την κακόγουστη όρεξή του), κατρακυλάει απ' το καντράν τού φθηνού του seiko, ανοίγει το θλιβερά φαρδύ στόμα του και καταπίνει όσο χρόνο τού καπνίσει (παράδειγμα είκοσι μέρες, τριανταπέντε χρόνια, ή ολόκληρους τρεις μήνες).
Δηλαδή ολόκληρους ανθρώπους.
Πώς φέρεσαι εσύ, τότε, σε ένα τόσο απάνθρωπο δευτερόλεπτο;
Τρέχεις να το προλάβεις υποθέτω.
Το πιάνεις απ' το λαιμό, κλωτσάς από εκδίκηση το ξεχυλωμένο παμφάγο στομάχι του, (να μάθει αυτό), -μα τι νόημα έχει; Μόλις πέρασε. Πάει. Χώνεψέ το.
Αυτά τα δευτερόλεπτα ένα δευτερόλεπτο πριν έρθουν δεν είχαν έρθει, και μόλις έχουν περάσει έχουν μόλις περάσει -γι' αυτό και μόλις έρχονται (και κυρίως μόλις περνάνε) ξενοικιάζεται η λογική.
Το να εξαφανιστεί μια ολόκληρη ηλικία μέσα σε ένα δευτερόλεπτο (γιατί έτσι μοιάζει όταν φεύγει κάποιος μέσα σ'ένα τσαφ -σαν να καταργούνται ξαφνικά κάποιες ηλικίες) είναι μια πληροφορία τόσο ακραία και τόσο παράταιρη που δεν ξέρεις σε ποιο ράφι της λογικής να την ακουμπήσεις, όταν στην πασάρουν.
"Τι εννοείτε δεν υπάρχει πια; "
"Μα αφού υπήρχε."
"Δεν το χωράει το μυαλό μου" σκέφτεσαι.
(Τι παράλογα ανάποδο ο μεγαλύτερος πια χώρος να μη χωράει λιγότερα, κι εκεί που πριν χωρούσε άνετα 15 ανθρώπους ξαφνικά να καλείται να χωρέσει 14 -κι όμως να αδυνατεί).
Τι κακόγουστα ανάποδο η απουσία να πιάνει μεγαλύτερο χώρο στο μυαλό απ' την παρουσία.
ΥΓ1
Δεν θυμάμαι να έχω ακούσει ποτέ πιο τραγική είδηση από τον ατυχή θάνατο ενός μωρού λίγων μηνών.
ΥΓ2
Νιώθω πως είναι πραγματικά θηριώδης ντροπή να προσπαθείς να κάνεις εικόνα τα πρόσωπα των τραγικών γονιών -πώς άλλωστε να συμπαρασταθείς σε δυο αόρατους, ποια στενόχωρη σκέψη σου να προσποιηθεί ότι χωράει το ογκώδες, το αυθεντικό, το πηχτό τίποτα;
Η λύπη που αυτόματα νιώθεις είναι σπασμωδική (ρίχνει κλωτσιές εδώ κι εκεί), και γελοία: δεν έχεις το δικαίωμα να λυπηθείς, (ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ για να λυπάσαι ρε γελοίε ζωντανέ ενήλικε;), δεν έχεις το δικαίωμα να στερήσεις ούτε ένα δευτερόλεπτο θλίψης από τους ανθρώπους που τα ζουν όλα ανάποδα, φέρνοντας τον κόσμο στο μωρό για τόσο λίγο.
(Υποθέτω, πως μια στιγμή σαν κι αυτή, μια στιγμή που δεν καταργείται απλώς η ηλικία του μωρού αλλά και ολόκληρη η παιδική ηλικία του γονιού, δεν έχεις δικαίωμα να πενθήσεις, εσύ, ο ξένος, ξένα πράγματα -θα ήταν κλοπή.)
ΥΓ3
Ενώ το πιο γελοίο και απαίσιο από όλα είναι πως θα περίμενες αλλιώς να είναι τα πράγματα -αλλιώς στα μάθανε τα μαθηματικά τόσα χρόνια για τις αναλογιές, μικρό το μωρό, μικρό το κακό, μικρούλα η ζωή, μικρούλης ο θάνατος.
(Μικρούλης είσαι και φαίνεσαι.)
ΥΓ4
Μη έχοντας παιδί, νιώθω εκ των πραγμάτων στο περιθώριο της χαράς.
Μη έχοντας παιδί που έφυγε από τη ζωή νιώθω στο πιο βλάσφημο επίκεντρό της.
Πώς να συμπαρασταθώ, πώς να παραστήσω την ψέυτικη μαμά, όπως όταν ήμουν μικρή; Δεν μπορώ -σαν να μίκρυνα κι άλλο. (Πόσο περισσότερο μάλιστα με μικραίνουν -σκέφτομαι- όλες οι λέξεις που τόσο ναρκισσιστικά στήνω πλάι πλάι η άσχετη.)
ΥΓ5
Όταν είναι κάτι πολύ όμορφο δεν τολμάμε να πιστέψουμε ότι είναι αληθινό -μην σπάσει.
("Τι όμορφο", λέμε. "Σαν ψέυτικο." )
Τι να πεις για το πηχτό άσχημο όταν πάνε ανάποδα τα πράγματα;
(Κάτι ανάποδο υποθέτω.)
"Τι άσχημο."
"Σαν αληθινό."
ΥΓ6
Όταν ήμουν μικρή νόμιζα ότι η πλαστική έβγαινε από το πλαστικό -όχι με την έννοια τού "πλάθω", αλλά με την χοντροκομμένη έννοια τού παίρνω ένα πλαστικό βυζί και το κοτσάρω σταυροβελονιά στη θέση τού αληθινού -κι αυτό γίνεται "σαν αληθινό".
ΥΓ7
Λίγο βυζί εδώ, λίγη λεύκανση πιο πάνω, λίγο λίφτινγκ πιο κει -μέχρι και τη φύση μπορείς να διορθώσεις τεχνητά.
Γιατί όχι το συναίσθημα;
ΥΓ8
(Σαν αληθινό θα ήταν.)
ΥΓ9
Τελικά μια χαρά νιώθω.
Μια χαρά πολυέστερ, κοκκαλωμένη -σαν να γύρισε μόλις από συνεδρεία μπότοξ.
30 Οκτ 2008
Μπλα.
Μπλα μπλα μπλα, μπλα!
Μπλα; Μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα (μπλα μπλα μπλα -μπλα).
Μπλά.
ΥΓ1
Μπλα.
ΥΓ2
Μπλα μπλα.
ΥΓ3
Μόλις συνέβη κάτι αν καταλάβατε.
Από αυτά που σε κάνουν να ξεχνάς τις λέξεις.
(Κάτι τις κάνει να μοιάζουν όλες ίδιες.)
Μπλα; Μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα (μπλα μπλα μπλα -μπλα).
Μπλά.
ΥΓ1
Μπλα.
ΥΓ2
Μπλα μπλα.
ΥΓ3
Μόλις συνέβη κάτι αν καταλάβατε.
Από αυτά που σε κάνουν να ξεχνάς τις λέξεις.
(Κάτι τις κάνει να μοιάζουν όλες ίδιες.)
Μιλάμε, δεν το πιστεύω.
Ας πούμε χθες.
Ή προχθές.
(Δεν κάνει διαφορά.)
Βάζεις το κλειδί στην πόρτα, μπαίνεις στο σαλόνι σου (και σαρπράιζ).
Ποιος σε περιμένει (μη γελάσεις) στον καναπέ, λέγοντάς σου πως έτσι πέρασε -να τα πείτε;
Ο ΘΕΟΣ.
(Μα τω Θεώ.)
Φορώντας μάλιστα μπουρνούζι (το βρήκε να κρέμεται στο μπάνιο), και καπνίζοντας πούρο.
Κι εσύ... τότε... τι πιστεύεις ότι γίνεται -μέσα σε όλη αυτήν την απίστευτη κατάσταση- με όλη τη δυνατή έμφαση στο ρήμα ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ;
Τι του λες;
Τι τον ρωτάς;
(Και κυρίως πώς του ζητάς να φύγει -μην αργήσεις στο ραντεβού με αυτόν που είχες ως τότε για θεό;)
Μακάρι νά' ξερες.
Γιατί έτσι γίνεται: η στιγμή που έρχεσαι αντιμέτωπος με όσα πίστευες και δεν πίστευες σε βρίσκει πάντα απροετοίμαστο, (ερχόμενη ακάλεστη τις πιο άσχετες ώρες -λες και το κάνει επίτηδες, η αφεόβοφη, να σε βρει με το μπουρνούζι).
Δεν ξέρω να ξέρετε.
Δεν ξέρω τι θα πίστευα (αν ρωτάτε εμένα) αν δεν είχα βρει έτοιμο αυτό που μου είπαν να πιστεύω όταν με βάφτισαν (και μ' έμαθαν να κουνάω το χέρι μου τρεις φορές στο προαύλιο πριν το μάθημα -πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά).
Πιστεύω όμως (με βεβαιότητα) ότι ΟΛΟΙ κάτι πιστεύουν.
Κυρίως -μάλιστα- αυτοί που δηλώνουν αγκνόστικ (μια και αυτοί είναι οι πιο τρυφεροί, οι πιο ανήσυχοι από όλους, πιστεύοντας ότι τίποτα δεν είναι τακτοποιημένο.)
Πιστεύω, πως σε κάθε μέρος της γης, για κοινωνικούς, σίγουρα εθνικούς, και είμαι σίγουρη και για απλά τυχαίους λόγους (γεωγραφικούς ας πούμε), κατά βάθος όλοι πιστεύουμε αυτά που έγραφε το εκάστοτε βιβλίο θρησκευτικών μας.
Ακόμη κι αν δεν τα πιστεύουμε, δεν έχουμε καταφέρει να τα διαγράψουμε από τη μνήμη μας, ή να πάψουμε να τσαντιζόμαστε που κάποιοι τα πιστεύουν (άρα, δεν έχουμε απελευθερωθεί ΑΠΟ τας γραφάς ούτε λεπτό).
Θέλω να πω, κανείς (στην ηλικία δημοτικού) δεν μπήκε στον πειρασμό να αμφισβητήσει το βιβλίο των θρησκευτικών.
(Έτσι πιστεύω τουλάχιστον.)
Κι όταν πια το έκανε, αν το έκανε, ποτέ δεν μπόρεσε να διαγράψει οριστικά όσα του είχαν κάποτε περάσει στον σκληρό του δίσκο.
Ανεξαιρέτως όλοι, ακόμη και οι φύσει πιο αντιδραστικοί, (αυτοί που τότε ζωγράφιζαν τα δέντρα γαλάζια και σήμερα δηλώνουν θέσει άθεοι), κάποτε διάβασαν ή άκουσαν το σενάριο (το κοντινό στο δάγκωμα του μήλου έχει αποτυπωθεί σε κάθε ανεξαιρέτως μυαλό), και, αναλόγως, είτε το πίστεψαν ως έχει, είτε πίστεψαν ότι κάποιος τους δουλεύει.
(Κάτι πίστεψαν πάντως.)
Κι αυτό που σίγουρα έγινε τότε είναι πως όλοι μα όλοι, (συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικά άθεων), έμαθαν μπάι ντιφόλτ τι θα πει πειρασμός (και το ότι οδηγεί σε τιμωρία) -άρα γαλουχήθηκαν εξαρχής μέσα στο φόβο.
Ενώ, ταυτόχρονα, το πιο σημαντικό, βρέθηκαν αναγκαστικά αντιμέτωποι με το να διαχειριστούν την εξοντωτική ανάγκη που οι ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΙ από εμάς άνθρωποι μάς κληροδότησαν, χωρίς να μπουν στον κόπο να μας ρωτήσουν (αν δεχόμαστε τη βαριά κληρονομιά).
Δηλαδή την ανάγκη να λυθεί η απορία, από που ερχόμαστε, γιατί υπάρχουμε και που πάμε.
Ανεξαιρέτως όλοι, άρχισαν από μικροί να ΠΡΕΠΕΙ να αναρωτιούνται για όλα αυτά τα θεμελιωδώς υπαρξιακά ζητήματα, και σίγουρα άρχισαν αυτόματα να ΠΡΕΠΕΙ να ξέρουν τα πρέπει, να πρέπει κάτι να πιστεύουν, κάτι να φοβούνται, κάτι να δέονται, κάτι να προσμένουν -σε κάτι να προσεύχονται.
Και το απόλυτα βέβαιο;
Αν δεν είχαμε βρει προκάτ θρησκείες θα κατασκευάζαμε δικές μας.
(Εγώ θα ίδρυα την αίρεση των Μπιλμαρεϊστών.)
Γιατί η θρησκεία τι είναι -αν όχι ανθρώπινη κατασκευή;
Μήπως κάτι που αποδεικνύεται επιστημονικά;
Κάτι που επειδή δεν αποδεικνύεται επιστημονικά χωνεύεται βολικά-βολικά κάτω από την προσταγή "πίστευε και μη ερέυνα";
Πιστεύω ο κάθε άνθρωπος κατασκέυασε τον προσωπικό του Θεό (βγάζοντάς τον από κουτί -σαν αεροπλανάκι μοντελισμού) απλά για να μην χάσει αυτό που... ο Θεός του έδωσε πριν τον κατασκευάσει (δηλαδή τα λογικά του, παγιδευμένος σε κύκλο σαν αυτόν -χωρίς αρχή).
ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ έναν Θεό, για να έχει να λέει "Θεέ μου" (όταν θα νιώθει φόβο θανάτου -ή θα βλέπει μια γκόμενα σαν την Μπελούτσι).
Χρειάστηκε σίγουρα κάτι (που στο μεταξύ συμφώνησε με ψηφοφορία να το πει Θεό).
Χρειάστηκε κάτι να πιστεύει τελοςπάντων, ώστε κάπως όλα να τακτοποιηθούν (έστω χωρίς έρευνα ή πολλές εξηγήσεις, κάπως αυτόματα, ώστε να μη χάσει το μυαλό του, αλλά και να του μένει χρόνος και για άλλες θρησκείες -τύπου παναθηναϊκός, ολυμπιακός, άεκ.)
Αυτό μάλιστα που μου κάνει εντύπωση (έχοντας πια δει πόσος φόβος κυκλοφορεί εκεί έξω και κυρίως εκεί μέσα) είναι το πως και ΔΕΝ γεννιούνται με τα κιλά εντελώς νέες θρησκείες, συνεχώς, ανά δευτερόλεπτο, να ξορκίζουν τους μοντέρνους φόβους μοντέρνα, (εγώ ήδη σκέφτηκα πεντέξι όσο γράφω), κι έχουμε κολλήσει στα ίδια και στα ίδια. (Οπότε μάλλον μιλάμε για φόβο περπέτσουαλ -γατζωμένο πάνω μας πιο σφιχτά κι από το δέρμα μας.)
Πρόσφατα, ενδιαφέρθηκα (χόμπυ πες το) και διάβασα για τον Μπόυκγιμαν (τους μάρτυρες του Ιεχωβά).
Αυτοί λέει δεν το λένε Θεό τον Θεό, γιατί η λέξη Θεός είναι ιδιότητα, κάτι σαν επάγγλεμα, και του έχουν όνομα (Ιεχωβάς), και το πιο θεμελιώδες πράγμα που πιστεύουν είναι ότι "μόνο οι ζωντανοί γνωρίζουν τι τους γίνεται, οι πεθαμένοι δεν έχουν ιδέα, η ψυχή ΔΕΝ είναι αθάνατη".
Το αναφέρω γιατί νομίζω ότι πιθανόν ΑΥΤΟ είναι που ορίζει το τι πιστεύει ο καθένας: το αν η ψυχή είναι αθάνατη.
(Το τι είναι ψυχή δεν έχω πολύ χρόνο να το μαγειρέψω τώρα -ας το πάρουμε ντελίβερι.)
Δεν ξέρω τι είναι ψυχή.
Αν ήξερα πιθανόν να ήξερα και ποιο είναι το νόημα της ζωής.
Δεν ξέρω ποιο είναι το νόημα της ζωής.
(Ούτε του θανάτου -φοβάμαι.)
Πιστεύω η ζωή εμπεριέχει τον εαυτό της (άρα και το νόημα της).
(Για τον θανατό θα σας πω προφανώς στο "ρε-έσσλιν-έσσλιν-που-πήγες;").
ΥΓ1
Αν θέλετε πάντως να ξέρετε τι πιστέυω θα σας πω ότι πιστεύω στο Καλό.
(Στο καλό μέσα μας διευκρινίζω, όχι έξω μας, εξού κι όταν το ψάχνω δεν κοιτάω στον ουρανό -κάτω από το πουλόβερ μου κοιτάω).
ΥΓ2
Αν έπεφτε στα χέρια μου κουτί με Θεό ντούιτ γιορσέλφ, πιθανόν να του έβαζα πέος και κραγιόν.
(Θέε μου, τι βλάσφημη -θα πείτε.)
Εξού και ήδη νιώθω την ανάγκη να μετανοήσω, και, για να πιάσει (να τον πείσω αν κοιτάει), παρακαλώ κάντε με εικόνα να λέω το πατερημών, να κάνω το σταυρό μου, να λέω σχώρα μου παναγιάμου, και να πηγαίνω να ανάβω μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι μου (συν τα τακούνια).
ΥΓ3
Δεν φοβάμαι και τόσο πάντως.
ΘΕΛΩ να πιστεύω ότι ο καλός Θεός μου (Το Καλό) έχει χιούμορ.
Για να κάνει τόσα δεινά, για να μην έχει αφήσει κανένα περιθώριο να μπορεί ο άνθρωπος να κατασκευάσει τον Απόλυτα Στοργικό Θεό καθ'εικόνα κι ομοίωσή του (αφού δεν υπάρχει Απόλυτα Στοργικός Άνθρωπος), αλλά (παρόλα αυτά) να μου επιτρέπει να τον ονομάζω "Το Καλό", έχει σίγουρα χιούμορ.
(Δεν είμαι ρεαλίστρια. Το ξέρω. "Το Καλό" τα έχει κάνει σκατά, παιδάκια πεινάνε, άνθρωποι πεθαίνουν νέοι, τα φάρμακά μου με πονάνε στο στομάχι, αλλά το να έχεις πίστη -γενικά- βοηθαέι.)
(Κλείσιμο ματιού.)
ΥΓ4
Δοθείσης ευκαιρίας (κλεισίματος ματιού και θέματος), θέλω επίσης και να σας ομολογήσω μια ιστορία αρκετά ώς πάρα πολύ προσωπική.
Καταρχήν (αν θέλετε το πιστεύετε), έχω μια εικόνα της παναγίας στην κουζίνα μου (είμαι σίγουρη ότι τις αρέσουν οι τηγανιτές πατάτες), άρα κάπως... την πάω ρε παιδί μου -απόδειξη όταν μπαίνω στα αεροπλάνα (που λίγο τα φοβάμαι), ακολουθώ ένα ρίτσουαλ μαζί της (κλείνω τα μάτια και την κατασκευάζω εικόνα να με κοιτάει και να μου κλείνει το μάτι μπακ -τύπου "ριλάξ κοπελιά, καθαρίζω εγώ").
Κατά τα άλλα, όσον αφορά στη σχέση μου με την Παναγία, (μέχρι να καταλήξω περί Αυτής εν γένει), νομίζω πως Την χειρίζομαι όπως με βολεύει, (και είναι κιόλας ίσως πολύπλοκο και περιττό να εξηγήσω την ακριβή σχέση μου μαζί Της).
Σίγουρα, πάντως, κι αυτό καταθέτω, με ανακουφίζει που εκτός από "Το Καλό" (που στην τελική είναι ουδέτερο), έχω κλέψει ιδέες κι έχω κατασκευάσει και βερσιόν σε θηλυκό, (μια δική μου εκδοχή Παναγίας τέλος πάντων -βλέπε κλείσιμο ματιού στο αεροπλάνο κλπ).
Αυτό που θέλω να πω είναι πως πριν λίγους μήνες, για να μην χαλάσω το χατήρι της μαμάς μου (η οποία -παρότι είναι κορίτσίστικη και μοντέρνα και φοράει τοντς και λουιβιτόν και φίρστενμπεργκ- διατηρεί την αυστηρά κλάσικ σχέση με τη δική της παναγία, την ευρείας κατανάλωσης, την ώρες εκκλησίας κλπ), μέχρι να βγουν Οι Εξετάσεις Μου, και για έναν μήνα πριν καταπιώ τα σμαρτ χιμοθέραπι εμενέμς μου, την άφησα να βάλει το κουτί που τα περιείχε να κάνει παρέα με μια εικονίτσα.
"Για να τα ευλογήσει". (Αν έχεις το Θεό σου -δε τσίζινες.)
Ε, λοιπόν, εσύ (που κάνεις τον έξυπνο και ξενέρωσες), όταν φοβάσαι, δέχεσαι αυτό που δέχονται όλοι να ξέρεις.
Δεν θες ο φόβος σου να είναι κατασκευασμένος σαν τη θρησκεία σου -δηλαδή μόνο για πάρτη σου. (Αλλά γιουνιβέρσαλ.)
(Δεν πα να σε πει τσίζι όποιος θέλει.)
Είχα μόνο μία επιλογή λοιπόν -όταν δεν πέτυχε η θεραπεία-, να χάσω την (εν γένει, κατάλαβες) πίστη μου.
Τη στιγμή όμως που προσπάθησε να με κυριεύσει η (διαβολεμένη) σκέψη ότι τελικά με εγκατέλειψε και δεν με βοήθησε η φιλενάδα μου, (παρά τα κλεισίματα κλαμμένου ματιού), προτίμησα να σκεφτώ ότι ΦΥΣΙΚΑ και με βοήθησε.
Με βοήθησε από το να συνεχίσω να κάνω μια θεραπεία που δεν θα έβγαζε πουθενά.
Ξέρω. Τσίζι.
(Αλλά άσε τα ψόφια: το να έχεις πίστη στο φωτεινό κομμάτι του παζλ είναι αδύνατον να μην σε συγκινεί.)
ΥΓ5
Αλλά και το θεματάκι με την ψυχή παραπάνω -δύσκολο να μη σε απασχολεί.
Οι χριστιανοί ορθόδοξοι πιστέυουμε στην αθανασία της, οι βουδιστές στο συνεχές απντέιτ μέχρι τη νιρβάνα. Και λοιπά.
Αυτοί που πιστεύουν ότι η ψυχή πεθαίνει, δηλαδή είναι ύλη (γιατί για να πεθαίνει προφανώς για αυτούς αναγνωρίζεται ως αισθητηριακά εντοπιζόμενη χημεία, δηλαδή ύλη), καλά το έχουν κατασκευάσει του λόγου τους νομίζω (να μην έχουν άγχος τι ψυχή θα παραδώσουν).
Αυτό που δεν γίνεται να μη σου τη σπάει είναι η υποκρισία της πλειοψηφίας των ανθρώπων εκείνων που έχουν συμφωνήσει να πιστεύουν πως "όχι, δεν μπορεί, όλη αυτή η ενέργεια, η ψυχή, θα συνεχίζεται" -και που τάχα μου κάνουν ό,τι μπορούν για να πεθάνουν ως "ψυχούλες".
(Τι βλασφήμια να είναι ΤΟΣΟ θρήσκοι -κι όταν γυρίσουμε να τους κοιτάξουμε να τους βλέπουμε ήδη, πριν κάν πεθάνουν, τόσο ψυχικά ακατοίκητους.)
ΥΓ6
Όσες φορές μου έχουν κάνει στη ζωή μου την ερώτηση "εσύ τι πιστεύεις;", εύχομαι (ή προσέυχομαι) να εννοούν τι πιστεύω για το νέο τραγούδι των ρέιντιοχεντ -ή για την τρύπα του όζοντος. (Αν πρέπει με το ζόρι η ερώτηση να είναι επί θρησκευτικών, ας είναι έστω για το νέο κούρεμα της Γυναίκας Του Σαϊεντολόγου).
ΥΓ7
Ευτυχώς, τις περισσότερες φορές έτσι είναι -η θρησκεία είναι κάπως ντεμοντέ (κουρεύεται ακόμη στον Άγγελο στην πλατεία), οπότε εντάξει: λίγοι θα σε ρωτήσουν τι (κυριολεκτικά) πιστεύεις.
ΥΓ8
Για να είσαι προετοιμασμένος να δεχτείς κι εσύ το Θεό σπίτι σου, φρόντισε να έχεις αγοράσει ουδέτερο μπουρνούζι, σε εκρού ή άσπρο, (να βρει να βάλει ο χριστιανός), γιατί μέχρι να διαπιστωθεί το φύλο του, το ροζ ή το γαλάζιο θα ήταν γυφτιά από μέρους σου.
ΥΓ9
Αν πιστεύεις κι εσύ ότι το Θεός είναι επάγγελμα, επειδή το όνομα Ιεχωβάς χρειάζεται έμπλαστρο (είναι πιασμένο), δώστου κάποιο άλλο. Προσωπικά, προτείνω το Στέφανος.
ΥΓ10
(Από το Φωτοστέφανος.)
ΥΓ11
Το Μήτσος θα το απέφευγα.
ΥΓ12
(Αν πάλι έχει χιούμορ, τύπου "Oh my Dog", πες τον Αζόρ.)
ΥΓ13
Μιλώντας για χιούμορ, όπως έχω γράψει και παλιότερα πιστεύω ότι ακόμη κι αν καταλήξουμε στο ότι πρώτον υπάρχει Θεός και δέυτερον ξέρουμε ποιος είναι και που μένει (μας συστήθηκε τη μέρα που φόρεσε το μπουρνούζι μας, και μας έδωσε το ημέηλ του), η πιο βασανιστική ερώτηση, η απόλυτη ερώτηση παγίδα ακόμη και για τον πιο διαβασμένο πιστό, είναι το "ποιος δημιούργησε τον Θεό" (με πιο αστεία απάντηση αυτή του Ιακωβίδη: "ο Θεός είναι αυτοδημιούργητος").
Στην δική μου περίπτωση πάντως (που ο Θεός είναι "Το Καλό"), σας αποκαλύπτω ότι τον δημιούργησε το μόνο πράγμα που έχω μέχρι σήμερα εντοπίσει ως αυτοδημιούργητο.
Ο έρωτας βρε.
(Ο κάπως σαρωτικός, ο αυτοκαταναλωτικός, ο που εμπεριέχεται, ο κάπως πίστευε και μη ερέυνα για όλα -για μένα, για σένα, για τα πουλάκια, για τις μελισσούλες.)
ΥΓ14
Κλείνοντας, επειδή ίσως διαβάσατε πράγματα που σας ενόχλησαν ή που δεν σας αφορούν, (κάπως τζιζ, ή κάπως τυρένια και καλαμποκίσια), ΖΗΤΩ ΤΑΠΕΙΝΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ ΣΑΣ.
Aν και το είχα ήδη σώσει πιστεύω.
(Με το ΘΕΪΚΟ μου χιούμορ.)
Κι εσύ που κοροϊδεύεις, αν δεν θες να πας στην κόλαση (ή ακόμη χειρότερα να σου καεί το βίντεο), στείλε το λινκ του μπλογκ μου σε εκατό ανθρώπους.
ΥΓ15
Ή σε όσους πιστεύεις.-
Ή προχθές.
(Δεν κάνει διαφορά.)
Βάζεις το κλειδί στην πόρτα, μπαίνεις στο σαλόνι σου (και σαρπράιζ).
Ποιος σε περιμένει (μη γελάσεις) στον καναπέ, λέγοντάς σου πως έτσι πέρασε -να τα πείτε;
Ο ΘΕΟΣ.
(Μα τω Θεώ.)
Φορώντας μάλιστα μπουρνούζι (το βρήκε να κρέμεται στο μπάνιο), και καπνίζοντας πούρο.
Κι εσύ... τότε... τι πιστεύεις ότι γίνεται -μέσα σε όλη αυτήν την απίστευτη κατάσταση- με όλη τη δυνατή έμφαση στο ρήμα ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ;
Τι του λες;
Τι τον ρωτάς;
(Και κυρίως πώς του ζητάς να φύγει -μην αργήσεις στο ραντεβού με αυτόν που είχες ως τότε για θεό;)
Μακάρι νά' ξερες.
Γιατί έτσι γίνεται: η στιγμή που έρχεσαι αντιμέτωπος με όσα πίστευες και δεν πίστευες σε βρίσκει πάντα απροετοίμαστο, (ερχόμενη ακάλεστη τις πιο άσχετες ώρες -λες και το κάνει επίτηδες, η αφεόβοφη, να σε βρει με το μπουρνούζι).
Δεν ξέρω να ξέρετε.
Δεν ξέρω τι θα πίστευα (αν ρωτάτε εμένα) αν δεν είχα βρει έτοιμο αυτό που μου είπαν να πιστεύω όταν με βάφτισαν (και μ' έμαθαν να κουνάω το χέρι μου τρεις φορές στο προαύλιο πριν το μάθημα -πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά).
Πιστεύω όμως (με βεβαιότητα) ότι ΟΛΟΙ κάτι πιστεύουν.
Κυρίως -μάλιστα- αυτοί που δηλώνουν αγκνόστικ (μια και αυτοί είναι οι πιο τρυφεροί, οι πιο ανήσυχοι από όλους, πιστεύοντας ότι τίποτα δεν είναι τακτοποιημένο.)
Πιστεύω, πως σε κάθε μέρος της γης, για κοινωνικούς, σίγουρα εθνικούς, και είμαι σίγουρη και για απλά τυχαίους λόγους (γεωγραφικούς ας πούμε), κατά βάθος όλοι πιστεύουμε αυτά που έγραφε το εκάστοτε βιβλίο θρησκευτικών μας.
Ακόμη κι αν δεν τα πιστεύουμε, δεν έχουμε καταφέρει να τα διαγράψουμε από τη μνήμη μας, ή να πάψουμε να τσαντιζόμαστε που κάποιοι τα πιστεύουν (άρα, δεν έχουμε απελευθερωθεί ΑΠΟ τας γραφάς ούτε λεπτό).
Θέλω να πω, κανείς (στην ηλικία δημοτικού) δεν μπήκε στον πειρασμό να αμφισβητήσει το βιβλίο των θρησκευτικών.
(Έτσι πιστεύω τουλάχιστον.)
Κι όταν πια το έκανε, αν το έκανε, ποτέ δεν μπόρεσε να διαγράψει οριστικά όσα του είχαν κάποτε περάσει στον σκληρό του δίσκο.
Ανεξαιρέτως όλοι, ακόμη και οι φύσει πιο αντιδραστικοί, (αυτοί που τότε ζωγράφιζαν τα δέντρα γαλάζια και σήμερα δηλώνουν θέσει άθεοι), κάποτε διάβασαν ή άκουσαν το σενάριο (το κοντινό στο δάγκωμα του μήλου έχει αποτυπωθεί σε κάθε ανεξαιρέτως μυαλό), και, αναλόγως, είτε το πίστεψαν ως έχει, είτε πίστεψαν ότι κάποιος τους δουλεύει.
(Κάτι πίστεψαν πάντως.)
Κι αυτό που σίγουρα έγινε τότε είναι πως όλοι μα όλοι, (συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικά άθεων), έμαθαν μπάι ντιφόλτ τι θα πει πειρασμός (και το ότι οδηγεί σε τιμωρία) -άρα γαλουχήθηκαν εξαρχής μέσα στο φόβο.
Ενώ, ταυτόχρονα, το πιο σημαντικό, βρέθηκαν αναγκαστικά αντιμέτωποι με το να διαχειριστούν την εξοντωτική ανάγκη που οι ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΙ από εμάς άνθρωποι μάς κληροδότησαν, χωρίς να μπουν στον κόπο να μας ρωτήσουν (αν δεχόμαστε τη βαριά κληρονομιά).
Δηλαδή την ανάγκη να λυθεί η απορία, από που ερχόμαστε, γιατί υπάρχουμε και που πάμε.
Ανεξαιρέτως όλοι, άρχισαν από μικροί να ΠΡΕΠΕΙ να αναρωτιούνται για όλα αυτά τα θεμελιωδώς υπαρξιακά ζητήματα, και σίγουρα άρχισαν αυτόματα να ΠΡΕΠΕΙ να ξέρουν τα πρέπει, να πρέπει κάτι να πιστεύουν, κάτι να φοβούνται, κάτι να δέονται, κάτι να προσμένουν -σε κάτι να προσεύχονται.
Και το απόλυτα βέβαιο;
Αν δεν είχαμε βρει προκάτ θρησκείες θα κατασκευάζαμε δικές μας.
(Εγώ θα ίδρυα την αίρεση των Μπιλμαρεϊστών.)
Γιατί η θρησκεία τι είναι -αν όχι ανθρώπινη κατασκευή;
Μήπως κάτι που αποδεικνύεται επιστημονικά;
Κάτι που επειδή δεν αποδεικνύεται επιστημονικά χωνεύεται βολικά-βολικά κάτω από την προσταγή "πίστευε και μη ερέυνα";
Πιστεύω ο κάθε άνθρωπος κατασκέυασε τον προσωπικό του Θεό (βγάζοντάς τον από κουτί -σαν αεροπλανάκι μοντελισμού) απλά για να μην χάσει αυτό που... ο Θεός του έδωσε πριν τον κατασκευάσει (δηλαδή τα λογικά του, παγιδευμένος σε κύκλο σαν αυτόν -χωρίς αρχή).
ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ έναν Θεό, για να έχει να λέει "Θεέ μου" (όταν θα νιώθει φόβο θανάτου -ή θα βλέπει μια γκόμενα σαν την Μπελούτσι).
Χρειάστηκε σίγουρα κάτι (που στο μεταξύ συμφώνησε με ψηφοφορία να το πει Θεό).
Χρειάστηκε κάτι να πιστεύει τελοςπάντων, ώστε κάπως όλα να τακτοποιηθούν (έστω χωρίς έρευνα ή πολλές εξηγήσεις, κάπως αυτόματα, ώστε να μη χάσει το μυαλό του, αλλά και να του μένει χρόνος και για άλλες θρησκείες -τύπου παναθηναϊκός, ολυμπιακός, άεκ.)
Αυτό μάλιστα που μου κάνει εντύπωση (έχοντας πια δει πόσος φόβος κυκλοφορεί εκεί έξω και κυρίως εκεί μέσα) είναι το πως και ΔΕΝ γεννιούνται με τα κιλά εντελώς νέες θρησκείες, συνεχώς, ανά δευτερόλεπτο, να ξορκίζουν τους μοντέρνους φόβους μοντέρνα, (εγώ ήδη σκέφτηκα πεντέξι όσο γράφω), κι έχουμε κολλήσει στα ίδια και στα ίδια. (Οπότε μάλλον μιλάμε για φόβο περπέτσουαλ -γατζωμένο πάνω μας πιο σφιχτά κι από το δέρμα μας.)
Πρόσφατα, ενδιαφέρθηκα (χόμπυ πες το) και διάβασα για τον Μπόυκγιμαν (τους μάρτυρες του Ιεχωβά).
Αυτοί λέει δεν το λένε Θεό τον Θεό, γιατί η λέξη Θεός είναι ιδιότητα, κάτι σαν επάγγλεμα, και του έχουν όνομα (Ιεχωβάς), και το πιο θεμελιώδες πράγμα που πιστεύουν είναι ότι "μόνο οι ζωντανοί γνωρίζουν τι τους γίνεται, οι πεθαμένοι δεν έχουν ιδέα, η ψυχή ΔΕΝ είναι αθάνατη".
Το αναφέρω γιατί νομίζω ότι πιθανόν ΑΥΤΟ είναι που ορίζει το τι πιστεύει ο καθένας: το αν η ψυχή είναι αθάνατη.
(Το τι είναι ψυχή δεν έχω πολύ χρόνο να το μαγειρέψω τώρα -ας το πάρουμε ντελίβερι.)
Δεν ξέρω τι είναι ψυχή.
Αν ήξερα πιθανόν να ήξερα και ποιο είναι το νόημα της ζωής.
Δεν ξέρω ποιο είναι το νόημα της ζωής.
(Ούτε του θανάτου -φοβάμαι.)
Πιστεύω η ζωή εμπεριέχει τον εαυτό της (άρα και το νόημα της).
(Για τον θανατό θα σας πω προφανώς στο "ρε-έσσλιν-έσσλιν-που-πήγες;").
ΥΓ1
Αν θέλετε πάντως να ξέρετε τι πιστέυω θα σας πω ότι πιστεύω στο Καλό.
(Στο καλό μέσα μας διευκρινίζω, όχι έξω μας, εξού κι όταν το ψάχνω δεν κοιτάω στον ουρανό -κάτω από το πουλόβερ μου κοιτάω).
ΥΓ2
Αν έπεφτε στα χέρια μου κουτί με Θεό ντούιτ γιορσέλφ, πιθανόν να του έβαζα πέος και κραγιόν.
(Θέε μου, τι βλάσφημη -θα πείτε.)
Εξού και ήδη νιώθω την ανάγκη να μετανοήσω, και, για να πιάσει (να τον πείσω αν κοιτάει), παρακαλώ κάντε με εικόνα να λέω το πατερημών, να κάνω το σταυρό μου, να λέω σχώρα μου παναγιάμου, και να πηγαίνω να ανάβω μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι μου (συν τα τακούνια).
ΥΓ3
Δεν φοβάμαι και τόσο πάντως.
ΘΕΛΩ να πιστεύω ότι ο καλός Θεός μου (Το Καλό) έχει χιούμορ.
Για να κάνει τόσα δεινά, για να μην έχει αφήσει κανένα περιθώριο να μπορεί ο άνθρωπος να κατασκευάσει τον Απόλυτα Στοργικό Θεό καθ'εικόνα κι ομοίωσή του (αφού δεν υπάρχει Απόλυτα Στοργικός Άνθρωπος), αλλά (παρόλα αυτά) να μου επιτρέπει να τον ονομάζω "Το Καλό", έχει σίγουρα χιούμορ.
(Δεν είμαι ρεαλίστρια. Το ξέρω. "Το Καλό" τα έχει κάνει σκατά, παιδάκια πεινάνε, άνθρωποι πεθαίνουν νέοι, τα φάρμακά μου με πονάνε στο στομάχι, αλλά το να έχεις πίστη -γενικά- βοηθαέι.)
(Κλείσιμο ματιού.)
ΥΓ4
Δοθείσης ευκαιρίας (κλεισίματος ματιού και θέματος), θέλω επίσης και να σας ομολογήσω μια ιστορία αρκετά ώς πάρα πολύ προσωπική.
Καταρχήν (αν θέλετε το πιστεύετε), έχω μια εικόνα της παναγίας στην κουζίνα μου (είμαι σίγουρη ότι τις αρέσουν οι τηγανιτές πατάτες), άρα κάπως... την πάω ρε παιδί μου -απόδειξη όταν μπαίνω στα αεροπλάνα (που λίγο τα φοβάμαι), ακολουθώ ένα ρίτσουαλ μαζί της (κλείνω τα μάτια και την κατασκευάζω εικόνα να με κοιτάει και να μου κλείνει το μάτι μπακ -τύπου "ριλάξ κοπελιά, καθαρίζω εγώ").
Κατά τα άλλα, όσον αφορά στη σχέση μου με την Παναγία, (μέχρι να καταλήξω περί Αυτής εν γένει), νομίζω πως Την χειρίζομαι όπως με βολεύει, (και είναι κιόλας ίσως πολύπλοκο και περιττό να εξηγήσω την ακριβή σχέση μου μαζί Της).
Σίγουρα, πάντως, κι αυτό καταθέτω, με ανακουφίζει που εκτός από "Το Καλό" (που στην τελική είναι ουδέτερο), έχω κλέψει ιδέες κι έχω κατασκευάσει και βερσιόν σε θηλυκό, (μια δική μου εκδοχή Παναγίας τέλος πάντων -βλέπε κλείσιμο ματιού στο αεροπλάνο κλπ).
Αυτό που θέλω να πω είναι πως πριν λίγους μήνες, για να μην χαλάσω το χατήρι της μαμάς μου (η οποία -παρότι είναι κορίτσίστικη και μοντέρνα και φοράει τοντς και λουιβιτόν και φίρστενμπεργκ- διατηρεί την αυστηρά κλάσικ σχέση με τη δική της παναγία, την ευρείας κατανάλωσης, την ώρες εκκλησίας κλπ), μέχρι να βγουν Οι Εξετάσεις Μου, και για έναν μήνα πριν καταπιώ τα σμαρτ χιμοθέραπι εμενέμς μου, την άφησα να βάλει το κουτί που τα περιείχε να κάνει παρέα με μια εικονίτσα.
"Για να τα ευλογήσει". (Αν έχεις το Θεό σου -δε τσίζινες.)
Ε, λοιπόν, εσύ (που κάνεις τον έξυπνο και ξενέρωσες), όταν φοβάσαι, δέχεσαι αυτό που δέχονται όλοι να ξέρεις.
Δεν θες ο φόβος σου να είναι κατασκευασμένος σαν τη θρησκεία σου -δηλαδή μόνο για πάρτη σου. (Αλλά γιουνιβέρσαλ.)
(Δεν πα να σε πει τσίζι όποιος θέλει.)
Είχα μόνο μία επιλογή λοιπόν -όταν δεν πέτυχε η θεραπεία-, να χάσω την (εν γένει, κατάλαβες) πίστη μου.
Τη στιγμή όμως που προσπάθησε να με κυριεύσει η (διαβολεμένη) σκέψη ότι τελικά με εγκατέλειψε και δεν με βοήθησε η φιλενάδα μου, (παρά τα κλεισίματα κλαμμένου ματιού), προτίμησα να σκεφτώ ότι ΦΥΣΙΚΑ και με βοήθησε.
Με βοήθησε από το να συνεχίσω να κάνω μια θεραπεία που δεν θα έβγαζε πουθενά.
Ξέρω. Τσίζι.
(Αλλά άσε τα ψόφια: το να έχεις πίστη στο φωτεινό κομμάτι του παζλ είναι αδύνατον να μην σε συγκινεί.)
ΥΓ5
Αλλά και το θεματάκι με την ψυχή παραπάνω -δύσκολο να μη σε απασχολεί.
Οι χριστιανοί ορθόδοξοι πιστέυουμε στην αθανασία της, οι βουδιστές στο συνεχές απντέιτ μέχρι τη νιρβάνα. Και λοιπά.
Αυτοί που πιστεύουν ότι η ψυχή πεθαίνει, δηλαδή είναι ύλη (γιατί για να πεθαίνει προφανώς για αυτούς αναγνωρίζεται ως αισθητηριακά εντοπιζόμενη χημεία, δηλαδή ύλη), καλά το έχουν κατασκευάσει του λόγου τους νομίζω (να μην έχουν άγχος τι ψυχή θα παραδώσουν).
Αυτό που δεν γίνεται να μη σου τη σπάει είναι η υποκρισία της πλειοψηφίας των ανθρώπων εκείνων που έχουν συμφωνήσει να πιστεύουν πως "όχι, δεν μπορεί, όλη αυτή η ενέργεια, η ψυχή, θα συνεχίζεται" -και που τάχα μου κάνουν ό,τι μπορούν για να πεθάνουν ως "ψυχούλες".
(Τι βλασφήμια να είναι ΤΟΣΟ θρήσκοι -κι όταν γυρίσουμε να τους κοιτάξουμε να τους βλέπουμε ήδη, πριν κάν πεθάνουν, τόσο ψυχικά ακατοίκητους.)
ΥΓ6
Όσες φορές μου έχουν κάνει στη ζωή μου την ερώτηση "εσύ τι πιστεύεις;", εύχομαι (ή προσέυχομαι) να εννοούν τι πιστεύω για το νέο τραγούδι των ρέιντιοχεντ -ή για την τρύπα του όζοντος. (Αν πρέπει με το ζόρι η ερώτηση να είναι επί θρησκευτικών, ας είναι έστω για το νέο κούρεμα της Γυναίκας Του Σαϊεντολόγου).
ΥΓ7
Ευτυχώς, τις περισσότερες φορές έτσι είναι -η θρησκεία είναι κάπως ντεμοντέ (κουρεύεται ακόμη στον Άγγελο στην πλατεία), οπότε εντάξει: λίγοι θα σε ρωτήσουν τι (κυριολεκτικά) πιστεύεις.
ΥΓ8
Για να είσαι προετοιμασμένος να δεχτείς κι εσύ το Θεό σπίτι σου, φρόντισε να έχεις αγοράσει ουδέτερο μπουρνούζι, σε εκρού ή άσπρο, (να βρει να βάλει ο χριστιανός), γιατί μέχρι να διαπιστωθεί το φύλο του, το ροζ ή το γαλάζιο θα ήταν γυφτιά από μέρους σου.
ΥΓ9
Αν πιστεύεις κι εσύ ότι το Θεός είναι επάγγελμα, επειδή το όνομα Ιεχωβάς χρειάζεται έμπλαστρο (είναι πιασμένο), δώστου κάποιο άλλο. Προσωπικά, προτείνω το Στέφανος.
ΥΓ10
(Από το Φωτοστέφανος.)
ΥΓ11
Το Μήτσος θα το απέφευγα.
ΥΓ12
(Αν πάλι έχει χιούμορ, τύπου "Oh my Dog", πες τον Αζόρ.)
ΥΓ13
Μιλώντας για χιούμορ, όπως έχω γράψει και παλιότερα πιστεύω ότι ακόμη κι αν καταλήξουμε στο ότι πρώτον υπάρχει Θεός και δέυτερον ξέρουμε ποιος είναι και που μένει (μας συστήθηκε τη μέρα που φόρεσε το μπουρνούζι μας, και μας έδωσε το ημέηλ του), η πιο βασανιστική ερώτηση, η απόλυτη ερώτηση παγίδα ακόμη και για τον πιο διαβασμένο πιστό, είναι το "ποιος δημιούργησε τον Θεό" (με πιο αστεία απάντηση αυτή του Ιακωβίδη: "ο Θεός είναι αυτοδημιούργητος").
Στην δική μου περίπτωση πάντως (που ο Θεός είναι "Το Καλό"), σας αποκαλύπτω ότι τον δημιούργησε το μόνο πράγμα που έχω μέχρι σήμερα εντοπίσει ως αυτοδημιούργητο.
Ο έρωτας βρε.
(Ο κάπως σαρωτικός, ο αυτοκαταναλωτικός, ο που εμπεριέχεται, ο κάπως πίστευε και μη ερέυνα για όλα -για μένα, για σένα, για τα πουλάκια, για τις μελισσούλες.)
ΥΓ14
Κλείνοντας, επειδή ίσως διαβάσατε πράγματα που σας ενόχλησαν ή που δεν σας αφορούν, (κάπως τζιζ, ή κάπως τυρένια και καλαμποκίσια), ΖΗΤΩ ΤΑΠΕΙΝΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ ΣΑΣ.
Aν και το είχα ήδη σώσει πιστεύω.
(Με το ΘΕΪΚΟ μου χιούμορ.)
Κι εσύ που κοροϊδεύεις, αν δεν θες να πας στην κόλαση (ή ακόμη χειρότερα να σου καεί το βίντεο), στείλε το λινκ του μπλογκ μου σε εκατό ανθρώπους.
ΥΓ15
Ή σε όσους πιστεύεις.-
28 Οκτ 2008
Επέτειος του "Ωχ".
28η σήμερα (μέρα που είναι), δηλώνω ότι δυσκολεύομαι να γιορτάζω σκέτο το "όχι" (ή σκέτο το "ναι" μεταξύ μας).
(Προτιμώ να πω "δεν ξέρω, δεν απαντώ").
Αν με ρωτήσεις για παράδειγμα αν σ'αγαπώ (κι εγώ όντως σ'αγαπώ), δεν είμαι σίγουρη ότι θα μπορώ (ή θα είναι σωστό) να πω "ναι".
Κυρίως επειδή αν φτάσεις στο σημείο που χρειάζεται να με ρωτήσεις να σου επιβεβαιώσω αν σε αγαπώ, προφανώς δεν σε έχω κάνει: άλφα να το καταλάβεις, βήτα να το απολαύσεις, ή, γάμα, (pun intended), φτάσαμε πια στο σημείο που σου έδωσα το δικαίωμα να πιστεύεις πως ΩΧ.
Γιατί άραγε μου συμβαίνει αυτό -να μην μπορώ να πω σκέτο "όχι" ή σκέτο "ναι" (δίνοντας χώρο στο σκέτο "ωχ");
(Δεν ξέρω, δεν απαντώ.)
Να μια απίθανη πιθανή εξήγηση.
Οι λέξεις, που κολυμπάνε ανυπόμονες μέσα στο στόμα μου, κρατιούνται σφιχτά η μία με την άλλη, σε πηχτές φράσεις, σαν ομάδα: αρνούνται να αφήσουν τα χεράκια και να δοκιμάσουν να επιπλεύσουν μονολεκτικές, (προφανώς δεν φοράνε μπρατσάκια και φοβούνται μην μου τις πνίξεις) -οπότε και βρίσκουν καταφύγιο μέσα σε μεγάλες παραγράφους.
Φοράνε γυναικεία βλέπεις (δηλαδή μίνι έμφαση, μάξι δράμα, περμανάντ θαυμαστικά, και φανατικά "βαμμένες" σαν μακριά νύχια απορίες).
ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ (θέλω να πω.)
Και θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω.
Δεν είμαι πόλος μπαταρίας (κι ας είμαι φορτισμένη.)
Δεν είμαι ούτε αρνητική (όχι, δεν είμαι) ούτε θετική (ναι, δεν είμαι).
Είμαι απλά αυτό που (δεν) φαντάζεσαι.
ΕΙΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ.
Και, φορώντας σουτιέν, όντας δηλαδή το αναποφάσιστο φύλο που κατοχύρωσε την υστερία ως οφίσιαλ επιλογή συμπεριφοράς (ύστερος είναι η επιστημονική ονομασία της μήτρας, ντου δε γκραμμάτικαλ μαθ γιορσέλφ), θέλω απλά να απαντήσω όπως θέλω εγώ: δηλαδή κάπως οχιναί, κάπως κοριτσίστικα (εμπριμέ) -κι αν μου πεις "απάντησέ μου με ένα σκέτο ναι ή όχι", νιώθω ότι θέλεις απλά να σου απαντήσω μονόχρωμα, με λέξεις δικές σου (που αφήνουν γένια), νιώθω ότι θέλεις να ακούσεις αυτό που έχεις ήδη προαποφασίσει ΕΣΥ ότι περιμένεις (το δικό ΣΟΥ ναι ή όχι), νιώθω, κοινώς, σαν απλά να θέλεις να με ακούσεις να επιβεβαιώνω τη δική ΣΟΥ εκδοχή (απλώς με τη δική μου χροιά).
(Σαν να μη θέλεις να ακούσεις το ΝΟΗΜΑ των δύο εναλλακτικών λέξεων, αλλά τον ΗΧΟ τους με γυναικεία φωνή.)
ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ.
(Φίου!)
Και να σου πω και κάτι;
Όντας αυτός που φοράει τα παντελόνια, όταν μου ζητάς να σου πω "ναι ή όχι" εσύ μια χαρά καλά κάνεις.
ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΙΟ.
("Και τα πράγματα είναι πάντα άσπρο-μαύρο", πετάγεται σαρκαστικά ο δικηγόρος του ξέρεις ποιού -με επιχείρημα πως το γκρι, το πράσινο, το μπλε ή το κίτρινο δεν έχουν ακόμη καταργηθεί.)
Βλέπεις από την άλλη (υπάρχει πάντα κάποια άλλη), όσο και να έχεις δίκιο εσύ, εγώ, ούσα γυναίκα, επιστρατεύω και σου λέω -επιτόπου- την εξής φράση:
"Τις ασπρόμαυρες λέξεις ξέρει να τις χειρίζεται μόνο η βωβή πρωταγωνίστρια."
(Δικό μου.)
"Αν με βλέπεις ως τέτοια, τη μέρα που μου ζήτησες το τηλέφωνό μου είχαν απεργία τα κριτήρια."
(Δικό μου.)
"Ζούμε τη μάχη των δύο καθόλου φίλων".
(Δικό μου.)
Με άλλα λόγια...
ΣΟΥ ΚΑΝΩ ΤΗΝ ΕΞΥΠΝΗ.
(Δεν το κάνω επίτηδες που δεν βγάζεις νόημα.)
ΕΙΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ.
Σου κάνω αυτήν που δεν δέχεται το "ναι ή όχι" σαν απάντηση, αυτήν που βρίσκει αμφότερες αυτές τις λέξεις ασφυσκτικές, σαν να φοράνε γραβάτα (δεμένη κόμπο σε λαιμό), ή να έχουν (όντως) γένια -και να γρατζουνάνε, αυτήν που μέσα σ' όοοοολες τις λέξεις εντοπίζει (και επιλέγει να χρησιμοποιεί) τις λιγότερο μονολεκτικές.
"Ναι ή όχι" μπορώ να σου απαντήσω μόνο αν με ρωτήσεις πράγματα που αντικειμενικά απαντιούνται -παράδειγμα αν με ρωτήσεις αν βρέχει- πράγμα δυστυχώς αδιάφορο για τη σχέση (ακόμη κι όταν γίνονται όλα μούσκεμα.)
Βρέχει δεν βρέχει, φοράω σουτιέν, φοράς παντελόνι -δεν συννενοούμαστε κατά κανόνα.
Αυτό που θέλω να πω πάντως είναι ότι αντιλαμβάνομαι πως (για σένα) εγώ είμαι αυτή που τα έχει κάνει όλα μούσκεμα τελικά, και, όντας ανοιχτή να χρεωθώ όλο το λάθος, θέλω να πάψουμε να φτάνουμε στα άκρα (και απλά θέλω να ξέρεις ότι το "ναι ή 'οχι" μάλλον δεν θα βοηθήσει, γιατί όσο τα ζητάς, μού ακούγονται αμφότερα οριστικά, ακραία, μια φαύλη τρέλλα).
Πρέπει μάλιστα να καταλάβεις ότι ειδικά το να πάρω την ευθύνη τού "όχι" (της πιο επαναστατικής απάντησης από τις δύο -που συχνά είναι και η λιγότερο παρεξηγήσιμη) με δυσκολεύει ιδιαίτερα.
Πες παράδειγμα ότι θέλεις να με ρωτήσεις αν θέλω να φύγεις. (Και θέλω.)
Με ρωτάς λοιπόν:
-Να μείνω;
Κι εγώ μη μπορώντας να πω όχι (απλά μη μπορώντας -γιατί δεν μου φαίνεται ολοκληρωμένο σαν απάντηση/εξήγηση), αλλά και για να μην είμαι ψεύτρα, δεν λέω "όχι" -και, λέγοντας αλήθεια, απαντώ με ένα: "μη ναι".
(Που ακούγεται σαν "μεί νε".)
Ε!
Μπέρδεμα ρε αδερφέ.
(Αδερφός μου είσαι ρε ανώμαλε τόση ώρα;)
Τέλος πάντων.
Εγώ θα το δεχτώ. Φταίω.
Και το δέχομαι γιατί είμαι αντιφεμινίστρια (δερ άι σεντ ιτ), και τη μέρα που κατάλαβα ότι φταίω για όλα εγώ, δηλαδή εγώ ως παγκόσμιο είδος εν γένει, (εγώ το Απλό Σύνθετο Κοριτσάκι), κατάλαβα (ταυτόχρονα), με τρόμο, ότι δεν μπορώ και να λύσω το πρόβλημα που δημιούργησα (ανά τους αιώνες).
Διότι αν όντως το πρόβλημα λύνεται με ένα σκέτο "ναι ή όχι" σε κάθε ερώτηση (γιατί εκεί καταλήγουμε), απλά δες το και δέξου το κι εσύ.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΛΥΣΩ.
Τα έκανα όλα τόσο μεθοδικά -και ήρθαν έτσι τα πράγματα, που, ενώ εγώ σου απέσπασα το δικαίωμα να μπαίνω μέχρι και στα παπούτσια σου (κυριολεκτικά) και να φοράω μέχρι και τα παντελόνια σου (κυριολεκτικά), και, (λόγω αυτής μου της "κατάκτησης"), αυτοβαφτίστηκα χειραφετημένη και ισότιμη, εσύ δυσκολεύεσαι να βρεις γόβες σε 45 ή σουτιέν που να σου κάνει.
Και πες ότι βρίσκεις δηλαδή. Το θέμα παραμένει: εγώ φοράω ΚΑΙ σουτιέν ΚΑΙ παντελόνια πια. Δεν μπορείς να μπεις στη θέση μου χωρίς να σε πούνε αδερφή.
(Αδερφή είσαι μωρή ανώμαλη τόση ώρα;)
Τι ύπουλα που λειτούργησε προς όφελός μου όλο το σύμπαν.
(Εγώ χειραφετημένη κι εσύ αδερφή.)
Κι όταν το πρόβλημα έχει ύπουλη βάση ξέρεις τι συμβαίνει.
(ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΛΥΣΩ.)
Αλλά έχει σημασία ποιος φταίει -εδώ που φτάσαμε;
ΟΟΟΟΟΟΟΧΙ!
Και δεν το λέω επειδή φταίω εγώ και θέλω να κρύψω όλη τη σκόνη που δημιουργώ κάτω από το χαλί σου.
Το λέω γιατί η ώρα της γενικής καθαριότητας μόλις ήρθε, έφερε και φοντάν: μπήκε χειμώνας (καιρός για δύο), ώρα να τινάξουμε μαζί τα χαλιά -εγώ (με την ανατομικά επιβεβαιωμένη μπλα μπλα υστερία μου) κι εσύ (με την απλότητά σου).
ΥΓ1
Αν ο τρόπος να φύγει η εν λόγω σκόνη μου είναι να συζητήσουμε για ώρες, μήνες και χρόνια πέρα από το σκέτο "ναι ή όχι" που εύλογα προτείνεις (και που εμένα τόσο με στενεύει εδώ στο στήθος), μην τρελλαθούμε: δεν το πιστεύω -όπως εύχομαι να φάνηκε.
ΥΓ2
Πιστεύω πολύ στο σκέτο "ναι ή όχι", ίσως και στη σιωπή ακόμη -εύχομαι να φάνηκε έστω ανάμεσα στις γραμμές-, και πραγματικά μακάρι.
Μακάρι να μπορούσα να σκεφτώ (και να απαντάω) σαν άντρας. (Δεν μπορώ.)
Από την άλλη... αυτό περί βωβής πρωταγωνίστριας (εκεί που ήθελα, σου θυμιζω, να σε βγάλω μονόχρωμο και απλοϊκό -να σου αντιστοιχούν μονόχρωμα βωβά θηλυκά) δεν ήταν μια πολύ ωραία στιγμή του κειμένου;
ΥΓ3
Υπάρχει λύση στο αν θα συναντηθούμε ποτέ οι δυο μας; Αν μπορείς να απαντήσεις ΣΚΕΤΟ "ναι ή όχι", και μετά να δείξεις εγκράτεια (σιωπή), παραδέξου το: δεν είσαι εγώ.
Οπότε (αν θες) άκου τι κάνω εγώ, για να μην τρελλαθώ: δέχομαι ότι φταίω, δέχομαι ότι εδώ που φτάσαμε θα το λουστώ, δεν μπορώ με τίποτα να το αλλάξω, δέχομαι ότι έχεις άλλους κώδικες από μένα, και, κυρίως δέχομαι πως η μόνη ίσως χρυσή λύση (τομής) είναι να δεχτούμε τη διαφορετικότητά μας και να συμφιλιωθούμε κάπου στη μέση -εκεί που δεν έχει σημασία ποιος φταίει.
Πρέπει πάντα κάποιος να φταίει.
(Έχω αρχίσει ήδη να βαριέμαι -αν ναι.)
Η άποψη μου είναι ότι δυο άνθρωποι ΜΠΟΡΟΥΝ να ανέβουν στο ίδιο τρένο, να κάνουν την ίδια διαδρομή και να κατέβουν στο ίδιο τέρμα.
Αυτό δεν τους υποχρεώνει να κοιτάνε το ίδιο τοπίο -ας κοιτάει ο ένας τον ουρανό, κι ο άλλος τη λίμνη, ο αέρας και το νερό είναι το ίδιο χρήσιμα υποθέτω.
(Αρκεί να πηγαίνουν στην ίδια κατεύθυνση.)
ΥΓ4
Αρκετά μικρότερη, είχα βάλει στη τσέπη ένος αγοριού μου, σε ανύποπτο χρόνο, ένα χαρτάκι πάνω στο οποιο είχα γράψει τη λέξη "ΝΑΙ" (τι γλυκιά άσχετη που ήμουν τότε). Όταν το βρήκε και με ρώτησε περί αυτού, του είχα πει ότι ό,τι κι αν θέλει να με ρωτάει (ακόμη κι όταν λείπω) η απάντηση μου θα είναι πάντα αυτή, δηλαδή "ΝΑΙ", αρκεί να κάνει τις σωστές ερωτήσεις.
ΥΓ6
Έπεσα στην ίδια μου την παγίδα (δεν θέλετε να ξέρετε, δεν θέλω να πω), μη έχοντας ακόμη γνωρίσει τι θα πει γυναίκα. Με τις γυναίκες δεν υπάρχουν ποτέ σωστές αντρικές ερωτήσεις. Οι μόνες σωστές ερωτήσεις προέρχονται αποκλειστικά από γυναίκες -παράδειγμα: "είμαι όμορφη;", "έχω παχύνει;"- κι έχουν προαποφασισμένες απαντήσεις. (Το ξέρω από τότε, ότι φταίμε εμείς.)
ΥΓ7
Ένα μεγάλο συγγνώμη σε όλα τα αγόρια. (Είστε αθώοι για όλα. Σας λατρεύουμε.)
ΥΓ9
(Αν και αυτό περί βωβής πρωταγωνίστριας γαμάτο ήταν.)
ΥΓ10
Ζητώ (ο τόνος στο ωμέγα) το "ΝΑΙ" μου.
ΥΓ11
Και μέχρι να το βρω, ζήτω το "ΩΧ" μου.
ΥΓ12
Είσαι να το μοιραστούμε;
ΥΓ13
Δεν ξέρεις.
ΥΓ14
Δεν απαντάς.
(Οπότε τα βρήκαμε.)
:-)
(Αν πάντως το μοιραστούμε, θες εσύ το "Χ" -να διαγράφεις- να κρατήσω εγώ το "Ω" -να κάνω την έκπληκτη;)
(Προτιμώ να πω "δεν ξέρω, δεν απαντώ").
Αν με ρωτήσεις για παράδειγμα αν σ'αγαπώ (κι εγώ όντως σ'αγαπώ), δεν είμαι σίγουρη ότι θα μπορώ (ή θα είναι σωστό) να πω "ναι".
Κυρίως επειδή αν φτάσεις στο σημείο που χρειάζεται να με ρωτήσεις να σου επιβεβαιώσω αν σε αγαπώ, προφανώς δεν σε έχω κάνει: άλφα να το καταλάβεις, βήτα να το απολαύσεις, ή, γάμα, (pun intended), φτάσαμε πια στο σημείο που σου έδωσα το δικαίωμα να πιστεύεις πως ΩΧ.
Γιατί άραγε μου συμβαίνει αυτό -να μην μπορώ να πω σκέτο "όχι" ή σκέτο "ναι" (δίνοντας χώρο στο σκέτο "ωχ");
(Δεν ξέρω, δεν απαντώ.)
Να μια απίθανη πιθανή εξήγηση.
Οι λέξεις, που κολυμπάνε ανυπόμονες μέσα στο στόμα μου, κρατιούνται σφιχτά η μία με την άλλη, σε πηχτές φράσεις, σαν ομάδα: αρνούνται να αφήσουν τα χεράκια και να δοκιμάσουν να επιπλεύσουν μονολεκτικές, (προφανώς δεν φοράνε μπρατσάκια και φοβούνται μην μου τις πνίξεις) -οπότε και βρίσκουν καταφύγιο μέσα σε μεγάλες παραγράφους.
Φοράνε γυναικεία βλέπεις (δηλαδή μίνι έμφαση, μάξι δράμα, περμανάντ θαυμαστικά, και φανατικά "βαμμένες" σαν μακριά νύχια απορίες).
ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ (θέλω να πω.)
Και θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω.
Δεν είμαι πόλος μπαταρίας (κι ας είμαι φορτισμένη.)
Δεν είμαι ούτε αρνητική (όχι, δεν είμαι) ούτε θετική (ναι, δεν είμαι).
Είμαι απλά αυτό που (δεν) φαντάζεσαι.
ΕΙΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ.
Και, φορώντας σουτιέν, όντας δηλαδή το αναποφάσιστο φύλο που κατοχύρωσε την υστερία ως οφίσιαλ επιλογή συμπεριφοράς (ύστερος είναι η επιστημονική ονομασία της μήτρας, ντου δε γκραμμάτικαλ μαθ γιορσέλφ), θέλω απλά να απαντήσω όπως θέλω εγώ: δηλαδή κάπως οχιναί, κάπως κοριτσίστικα (εμπριμέ) -κι αν μου πεις "απάντησέ μου με ένα σκέτο ναι ή όχι", νιώθω ότι θέλεις απλά να σου απαντήσω μονόχρωμα, με λέξεις δικές σου (που αφήνουν γένια), νιώθω ότι θέλεις να ακούσεις αυτό που έχεις ήδη προαποφασίσει ΕΣΥ ότι περιμένεις (το δικό ΣΟΥ ναι ή όχι), νιώθω, κοινώς, σαν απλά να θέλεις να με ακούσεις να επιβεβαιώνω τη δική ΣΟΥ εκδοχή (απλώς με τη δική μου χροιά).
(Σαν να μη θέλεις να ακούσεις το ΝΟΗΜΑ των δύο εναλλακτικών λέξεων, αλλά τον ΗΧΟ τους με γυναικεία φωνή.)
ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ.
(Φίου!)
Και να σου πω και κάτι;
Όντας αυτός που φοράει τα παντελόνια, όταν μου ζητάς να σου πω "ναι ή όχι" εσύ μια χαρά καλά κάνεις.
ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΙΟ.
("Και τα πράγματα είναι πάντα άσπρο-μαύρο", πετάγεται σαρκαστικά ο δικηγόρος του ξέρεις ποιού -με επιχείρημα πως το γκρι, το πράσινο, το μπλε ή το κίτρινο δεν έχουν ακόμη καταργηθεί.)
Βλέπεις από την άλλη (υπάρχει πάντα κάποια άλλη), όσο και να έχεις δίκιο εσύ, εγώ, ούσα γυναίκα, επιστρατεύω και σου λέω -επιτόπου- την εξής φράση:
"Τις ασπρόμαυρες λέξεις ξέρει να τις χειρίζεται μόνο η βωβή πρωταγωνίστρια."
(Δικό μου.)
"Αν με βλέπεις ως τέτοια, τη μέρα που μου ζήτησες το τηλέφωνό μου είχαν απεργία τα κριτήρια."
(Δικό μου.)
"Ζούμε τη μάχη των δύο καθόλου φίλων".
(Δικό μου.)
Με άλλα λόγια...
ΣΟΥ ΚΑΝΩ ΤΗΝ ΕΞΥΠΝΗ.
(Δεν το κάνω επίτηδες που δεν βγάζεις νόημα.)
ΕΙΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ.
Σου κάνω αυτήν που δεν δέχεται το "ναι ή όχι" σαν απάντηση, αυτήν που βρίσκει αμφότερες αυτές τις λέξεις ασφυσκτικές, σαν να φοράνε γραβάτα (δεμένη κόμπο σε λαιμό), ή να έχουν (όντως) γένια -και να γρατζουνάνε, αυτήν που μέσα σ' όοοοολες τις λέξεις εντοπίζει (και επιλέγει να χρησιμοποιεί) τις λιγότερο μονολεκτικές.
"Ναι ή όχι" μπορώ να σου απαντήσω μόνο αν με ρωτήσεις πράγματα που αντικειμενικά απαντιούνται -παράδειγμα αν με ρωτήσεις αν βρέχει- πράγμα δυστυχώς αδιάφορο για τη σχέση (ακόμη κι όταν γίνονται όλα μούσκεμα.)
Βρέχει δεν βρέχει, φοράω σουτιέν, φοράς παντελόνι -δεν συννενοούμαστε κατά κανόνα.
Αυτό που θέλω να πω πάντως είναι ότι αντιλαμβάνομαι πως (για σένα) εγώ είμαι αυτή που τα έχει κάνει όλα μούσκεμα τελικά, και, όντας ανοιχτή να χρεωθώ όλο το λάθος, θέλω να πάψουμε να φτάνουμε στα άκρα (και απλά θέλω να ξέρεις ότι το "ναι ή 'οχι" μάλλον δεν θα βοηθήσει, γιατί όσο τα ζητάς, μού ακούγονται αμφότερα οριστικά, ακραία, μια φαύλη τρέλλα).
Πρέπει μάλιστα να καταλάβεις ότι ειδικά το να πάρω την ευθύνη τού "όχι" (της πιο επαναστατικής απάντησης από τις δύο -που συχνά είναι και η λιγότερο παρεξηγήσιμη) με δυσκολεύει ιδιαίτερα.
Πες παράδειγμα ότι θέλεις να με ρωτήσεις αν θέλω να φύγεις. (Και θέλω.)
Με ρωτάς λοιπόν:
-Να μείνω;
Κι εγώ μη μπορώντας να πω όχι (απλά μη μπορώντας -γιατί δεν μου φαίνεται ολοκληρωμένο σαν απάντηση/εξήγηση), αλλά και για να μην είμαι ψεύτρα, δεν λέω "όχι" -και, λέγοντας αλήθεια, απαντώ με ένα: "μη ναι".
(Που ακούγεται σαν "μεί νε".)
Ε!
Μπέρδεμα ρε αδερφέ.
(Αδερφός μου είσαι ρε ανώμαλε τόση ώρα;)
Τέλος πάντων.
Εγώ θα το δεχτώ. Φταίω.
Και το δέχομαι γιατί είμαι αντιφεμινίστρια (δερ άι σεντ ιτ), και τη μέρα που κατάλαβα ότι φταίω για όλα εγώ, δηλαδή εγώ ως παγκόσμιο είδος εν γένει, (εγώ το Απλό Σύνθετο Κοριτσάκι), κατάλαβα (ταυτόχρονα), με τρόμο, ότι δεν μπορώ και να λύσω το πρόβλημα που δημιούργησα (ανά τους αιώνες).
Διότι αν όντως το πρόβλημα λύνεται με ένα σκέτο "ναι ή όχι" σε κάθε ερώτηση (γιατί εκεί καταλήγουμε), απλά δες το και δέξου το κι εσύ.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΛΥΣΩ.
Τα έκανα όλα τόσο μεθοδικά -και ήρθαν έτσι τα πράγματα, που, ενώ εγώ σου απέσπασα το δικαίωμα να μπαίνω μέχρι και στα παπούτσια σου (κυριολεκτικά) και να φοράω μέχρι και τα παντελόνια σου (κυριολεκτικά), και, (λόγω αυτής μου της "κατάκτησης"), αυτοβαφτίστηκα χειραφετημένη και ισότιμη, εσύ δυσκολεύεσαι να βρεις γόβες σε 45 ή σουτιέν που να σου κάνει.
Και πες ότι βρίσκεις δηλαδή. Το θέμα παραμένει: εγώ φοράω ΚΑΙ σουτιέν ΚΑΙ παντελόνια πια. Δεν μπορείς να μπεις στη θέση μου χωρίς να σε πούνε αδερφή.
(Αδερφή είσαι μωρή ανώμαλη τόση ώρα;)
Τι ύπουλα που λειτούργησε προς όφελός μου όλο το σύμπαν.
(Εγώ χειραφετημένη κι εσύ αδερφή.)
Κι όταν το πρόβλημα έχει ύπουλη βάση ξέρεις τι συμβαίνει.
(ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΛΥΣΩ.)
Αλλά έχει σημασία ποιος φταίει -εδώ που φτάσαμε;
ΟΟΟΟΟΟΟΧΙ!
Και δεν το λέω επειδή φταίω εγώ και θέλω να κρύψω όλη τη σκόνη που δημιουργώ κάτω από το χαλί σου.
Το λέω γιατί η ώρα της γενικής καθαριότητας μόλις ήρθε, έφερε και φοντάν: μπήκε χειμώνας (καιρός για δύο), ώρα να τινάξουμε μαζί τα χαλιά -εγώ (με την ανατομικά επιβεβαιωμένη μπλα μπλα υστερία μου) κι εσύ (με την απλότητά σου).
ΥΓ1
Αν ο τρόπος να φύγει η εν λόγω σκόνη μου είναι να συζητήσουμε για ώρες, μήνες και χρόνια πέρα από το σκέτο "ναι ή όχι" που εύλογα προτείνεις (και που εμένα τόσο με στενεύει εδώ στο στήθος), μην τρελλαθούμε: δεν το πιστεύω -όπως εύχομαι να φάνηκε.
ΥΓ2
Πιστεύω πολύ στο σκέτο "ναι ή όχι", ίσως και στη σιωπή ακόμη -εύχομαι να φάνηκε έστω ανάμεσα στις γραμμές-, και πραγματικά μακάρι.
Μακάρι να μπορούσα να σκεφτώ (και να απαντάω) σαν άντρας. (Δεν μπορώ.)
Από την άλλη... αυτό περί βωβής πρωταγωνίστριας (εκεί που ήθελα, σου θυμιζω, να σε βγάλω μονόχρωμο και απλοϊκό -να σου αντιστοιχούν μονόχρωμα βωβά θηλυκά) δεν ήταν μια πολύ ωραία στιγμή του κειμένου;
ΥΓ3
Υπάρχει λύση στο αν θα συναντηθούμε ποτέ οι δυο μας; Αν μπορείς να απαντήσεις ΣΚΕΤΟ "ναι ή όχι", και μετά να δείξεις εγκράτεια (σιωπή), παραδέξου το: δεν είσαι εγώ.
Οπότε (αν θες) άκου τι κάνω εγώ, για να μην τρελλαθώ: δέχομαι ότι φταίω, δέχομαι ότι εδώ που φτάσαμε θα το λουστώ, δεν μπορώ με τίποτα να το αλλάξω, δέχομαι ότι έχεις άλλους κώδικες από μένα, και, κυρίως δέχομαι πως η μόνη ίσως χρυσή λύση (τομής) είναι να δεχτούμε τη διαφορετικότητά μας και να συμφιλιωθούμε κάπου στη μέση -εκεί που δεν έχει σημασία ποιος φταίει.
Πρέπει πάντα κάποιος να φταίει.
(Έχω αρχίσει ήδη να βαριέμαι -αν ναι.)
Η άποψη μου είναι ότι δυο άνθρωποι ΜΠΟΡΟΥΝ να ανέβουν στο ίδιο τρένο, να κάνουν την ίδια διαδρομή και να κατέβουν στο ίδιο τέρμα.
Αυτό δεν τους υποχρεώνει να κοιτάνε το ίδιο τοπίο -ας κοιτάει ο ένας τον ουρανό, κι ο άλλος τη λίμνη, ο αέρας και το νερό είναι το ίδιο χρήσιμα υποθέτω.
(Αρκεί να πηγαίνουν στην ίδια κατεύθυνση.)
ΥΓ4
Αρκετά μικρότερη, είχα βάλει στη τσέπη ένος αγοριού μου, σε ανύποπτο χρόνο, ένα χαρτάκι πάνω στο οποιο είχα γράψει τη λέξη "ΝΑΙ" (τι γλυκιά άσχετη που ήμουν τότε). Όταν το βρήκε και με ρώτησε περί αυτού, του είχα πει ότι ό,τι κι αν θέλει να με ρωτάει (ακόμη κι όταν λείπω) η απάντηση μου θα είναι πάντα αυτή, δηλαδή "ΝΑΙ", αρκεί να κάνει τις σωστές ερωτήσεις.
ΥΓ6
Έπεσα στην ίδια μου την παγίδα (δεν θέλετε να ξέρετε, δεν θέλω να πω), μη έχοντας ακόμη γνωρίσει τι θα πει γυναίκα. Με τις γυναίκες δεν υπάρχουν ποτέ σωστές αντρικές ερωτήσεις. Οι μόνες σωστές ερωτήσεις προέρχονται αποκλειστικά από γυναίκες -παράδειγμα: "είμαι όμορφη;", "έχω παχύνει;"- κι έχουν προαποφασισμένες απαντήσεις. (Το ξέρω από τότε, ότι φταίμε εμείς.)
ΥΓ7
Ένα μεγάλο συγγνώμη σε όλα τα αγόρια. (Είστε αθώοι για όλα. Σας λατρεύουμε.)
ΥΓ9
(Αν και αυτό περί βωβής πρωταγωνίστριας γαμάτο ήταν.)
ΥΓ10
Ζητώ (ο τόνος στο ωμέγα) το "ΝΑΙ" μου.
ΥΓ11
Και μέχρι να το βρω, ζήτω το "ΩΧ" μου.
ΥΓ12
Είσαι να το μοιραστούμε;
ΥΓ13
Δεν ξέρεις.
ΥΓ14
Δεν απαντάς.
(Οπότε τα βρήκαμε.)
:-)
(Αν πάντως το μοιραστούμε, θες εσύ το "Χ" -να διαγράφεις- να κρατήσω εγώ το "Ω" -να κάνω την έκπληκτη;)
25 Οκτ 2008
Πράντα βέρσους Πράδο.
Πόδια έχετε;
(Μη γελάτε.)
Να ξέρετε ότι το αυτό είναι μεγάλο δώρο -δεν έχουν όλοι.
Τα πόδια είναι σαν -σαν την αγάπη ας πούμε. (Σε προχωράνε μπροστά ή πίσω.)
Αν έχεις πόδια δεν χρειάζεται να έχεις τίποτα άλλο, κι αν δεν έχεις πόδια δεν έχει και τόση σημασία τι άλλο έχεις.
(Tελοσπάντων όπου πόδια αγάπη -αλλά καταλαβαίνετε.)
Καταρχήν, αν έχεις πόδια μπορείς και να το βάλεις (στ'αυτά που έχεις) -κι αυτό είναι δώρο ινάφ από μόνο του.
Ούτε εγώ είχα καταλάβει πόσο σημαντικά σημαντικό είναι να έχεις πόδια, μέχρι που το κατάλαβα χωρίς να το καταλάβω, (δηλαδή αυτόματα), μέσω του μόνου τρόπου που υπάρχει να καταλαβαίνεις πραγματικά πράγματα (δηλαδή μέσω ενός πικραστείου διαλόγου):
-Γαμώτο θέλω να πάρω εκείνα τα απίστευτα Πράντα στην Καλογήρου.
-Στην Καλογήρου; Μα γιατί να πάρεις Πράντα στην Καλογήρου; (Γενέθλια έχει;)
-Μμμμμ, χα χα, έλα ρε Έσσλιν, σοβαρά....κάνουν ένα νοίκι σχεδόν -τι να κάνω;
-Να σκεφτείς ότι κάποιοι δεν έχουν καν πόδια.
Όχι ότι θα ισχυριστώ ότι δεν είναι ωραία Τα Πράντα. (Ή ο κυνισμός.)
Μια χαρά είναι o κυνισμός. (Και τα Πράντα.)
(Άσε που κάνουν την ίδια δουλειά τις στιγμές που πιχί από φόβο, έρωτα, κλπ, σου κόβονται τα πόδια -βοηθώντας σε να σου κόβονται με στυλ.)
Πρόσφατα (σόουοφ αλέρτ), που είχα πεταχτεί στο σόχο (γωνία μπρόντγουεη με πρινς, απέναντι από το ντην εντ ντελούκα), όταν μπήκα στην Πράντα, δεν μου περίσσεψε καθόλου χρόνος να σκεφτώ φιλοσοφικά γύρω από την παπουτσότητα και να κάνω την έξυπνη (σχετικά με το αν χρειαζόμαστε λάξαρι) -μια και ήμουν πολύ απασχολημένη με το να έχω το στόμα μου ανοιχτό.
Καταρχήν, βλέποντας τα εκπληκτικά παπούτσια, νιώθεις να σε κυριεύει η πηχτή βλάσφημη ανάγκη να ήσουν σαρανταποδαρούσα. Ενώ, για την ιστορία, το εν λόγω φλάγκσιπ στορ (στο ντάουντάουν νιουγιόρκ) είναι ένα αρχιτεκτονικό θαύμα (μαστ λάντμαρκ βίζιτ κάθε φορά), σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Ρεεμ Κούλασσ. (Πόσα μάτια να έχουν οι σαρανταποδαρούσες;)
Μπαίνεις μέσα (με δυστυχώς μόνο δύο πόδια, προφανές κατασκευαστικό λάθος) και αυτόματα τα χέρια σου (εκνευρισμένα που δεν είναι πόδια) δίνουν εντολή στη λαίμαργη ντίτζιταλ να καταβροχθίσει ό,τι λεπτομέρεια προλάβει -λες και δεν έχεις μπει Στην Πράντα αλλά Στο Πράδο.
-"Pictures are not allowed miss" (με ενημέρωσε άγρια, και για πολλοστή ομολογώ φορά -λες και προστάτευε την καπέλα σιστίνα), ένας τρίμετρος όχι λευκός άντρας (το τρίμετρος σκυλάραπας δεν θα ήταν κομιλφό),
Τον κοίταξα με το πιο ζαχαρωτό βλέμμα μου (δεν έπιασε), λέγοντας: "oh, please, just one, you know... for me... there is The Prado in Madrid and there is The Prada in New York... Ιt totally feels like a museum to me..."
-"Yeah yeah, to most people. Now hide the camera miss."
-"Kala nteeeeeh".
Πάντως εγώ το εννοώ, (αμαρτία εξομολογουμένη), κι ας μην είμαι ορκισμένη γενικά σόπερ: βλέποντας τα παπούτσια, σε κυριεύει μια εσωτερική γκουέρνικα να μπεις να τα ποδοπατήσεις όλα -κηρύσοντας εφάπαξ πόλεμο σε ό,τι σου βγάζει την πίστη (δηλαδή στην πιστωτική σου).
Όχι ότι αγόρασα τίποτα από εκεί: προτίμησα και μπήκα διαγωνίως απέναντι, στο ντιν εντ ντελούκα (για τραγανά κούκις), ενώ (για να κάνω και τη σόπινγκ γκάιντεςς), πιο κείθε έχει ένα βικτόριας σίκρετ (αν είστε βλαχάρες και φοράτε τέτοια), και πιο δώθε έναν ιερό ναό (άπλστορ).
Το "αλληγορικό" δίλλημα Πράντα ή Πράδο πάντως (θλιβερή ρέπλικα της επιφανειακής και παπουτσωμένης Γυναίκας Εξωφύλου ή νατουρέλ "τεθλιμμένη" και "ξυπόλυτα" Σκεπτόμενη Ευρωπαία) γενικά πολύ με απασχολεί.
Ή μήπως δεν τίθεται θέμα;
Αν έπρεπε να πάρω θέση και να διαλέξω ανάμεσα στο σουπερφίσιαλ και στο ουσιώδες, στην ντουλάπα και στην κουλτούρα, στο σπιρίτσουαλ και στο λαξζούριους, τι θα διάλεγα;
Πιθανόν να έκανα τη χαριτωμένη (και τη φευγάτη) απαντώντας ότι βασικά είμαι υπέρ της κουλτούρας, φροντίζοντας όμως σίγουρα να προσέξεις τις κόκκινες σόλες στις γόβες μου καθώς θα έφευγα (κι από εκεί βγαίνει μάλλον και το κουλτούρα να φύγουμε.)
Υποκρισία;
'Η αλλιώς ένα ό,τι με βολεύει ανά στιγμή ίματζ τύπου "λίγο από όλα" ;
Ξέρω κι εγώ; Μήπως και στις δυο περιπτώσεις μιλάμε για το ίδιο πράγμα (για εμπόριο από φίρμες;)
Χμ.
Πάντως εμένα οι φίρμες, αν μιλάμε για αυτό, κατά κανόνα με ενοχλούν.
(Ή μήπως όχι;)
Κοίτα.
Αν με χαϊδεψεις επί τούτου με το ρόλεξ χέρι σου, θα είμαι ευγενής και θα το υποστώ, αλλά, ως κορίτσι του μη γελάς παρακαλώ πνεύματος, το σπονσοναρισμένο σου χάδι δεν είναι αυτό που θα με κρατήσει (αγκαλιά μετά).
Από την άλλη, θα πήγαινα ευχαρίστως για κάμπινγκ, ως νατουρέλ κορίτσι που μπορεί να ζήσει τη φύση του με φυσικότητα, αρκεί να υπήρχε αντίσκηνο γκούτσι ή χημική τουαλέτα λουιβιτόν.
Δεν θα καταλήξω διπλωματικά (εύκολα και πρόχειρα) στο ότι είμαι καχύποπτη με όλα, ή, για να το δω θετικά, ότι μου αρέσει το γενικευμένο μιξ εντ ματς και το κορέκτνες του παν μέτρον άριστον σε όλα, (και μάλλον όχι, δεν θα δοκίμαζα εύκολα σουβλάκι με γουαζάμπι) αλλά θέλω κάπου να καταλήξω.
Γενικά μιλώντας.
Γιατί βλέπουμε παντού ταμπέλες και άλλες ταμπέλες τις σνομπάρουμε κι άλλες τις υιοθετούμε;
Γιατί άλλες μέρες θα ντραπώ αν με πετύχεις μέσα σε μπουτίκ κι άλλες σε μουσείο;
Σε μια στιγμή που δεν μπορείς να καταλάβεις τις ξεκάθαρες προθέσεις της ταμπελότητας, το ενοχλητικό αυτό ζήτημα παραμένει σαν το υπό εξαφάνιση μυαλό (ανοιχτό).
Αλήθεια.
Όσο δεν ξέρω αν είναι πιο τίμιο να γράφει απέξω πράντα και να πουλάει ρούχα και παπούτσια ή να γράφει απέξω πράδο και να πουλάει μούρη και συναίσθημα, δυσκολεύομαι να διατυπώσω άποψη πάνω στις ταμπέλες.
Σπαστικές είναι.
Αλλά εντάξει μωρέ κιόλας.
(Και είμαι απόλυτη σε αυτό.)
:-)
ΥΓ1
Πρόσφατα σε μια εκδήλωση τέχνης μια κοπέλα φορούσε ένα αντικειμενικά όμορφο φόρεμα (πιο όμορφο από τους πίνακες της έκθεσης -κι όπως αποδείχτηκε ακριβότερο).
Το σχολίασα με θαυμασμό, σε μια κοινή μας φίλη ("ωραίο φόρεμα φοράει η φιλενάδα μας σήμερα"), η οποία (αντί σχολίου) φρόντισε να με ενημερώσει: μπαλενσιάγκα.
Αμέσως σκέφτηκα:
Σε κάποιους θα φαινόταν φυσιολογικό να είναι θεατές στην παραπάνω παρτίδα μποξ (όπου η φράση "όμορφο φόρεμα" βγήκε νόκαουτ από τη λέξη "μπαλενσιάγκα"), τόσο φυσιολογικό που ξαφνικά ένιωσα πως ένας διάλογος από σκέτες μάρκες, μπροστά σε μέτριους πίνακες ζωγραφικής θα ήταν εντελώς νορμάλ.
Φαντάσου εμείς, οι κάτοικοι των ρούχων, να λείπαμε ξαφνικά, και να πήγαιναν αυτά μόνα τους από εδώ κι απο εκεί, σχολείο, δουλειά, διακοπές, ή σε εκθέσεις ζωγραφικής, και να πιάνανε για λογαριασμό μας την κουβέντα (ισχυριζόμενα ότι διαβάζουν Μάρκες).
ΥΓ2
Κάνει λίγο πτώση κριτηρίου γύρω από το τι είναι νορμάλ σχετικά με τα παραπάνω ή μόνο εγώ κρυώνω;
ΥΓ3
Για άλλη μια φορά ξέρω ότι από αλλού ξεκίνησα κι αλλού έφτασα -ή δεν έφτασα. Δεν φαντάζομαι να πειράζει.
Υποθέτω (και εύχομαι) να ξέρετε ότι αυτό υπό κάπα σίγμα έτσι λειτουργεί: ΦΥΣΙΚΑ και από αλλού ξεκινάς κι αλλού πας, (φτάσεις δεν φτάσεις), στο τέλος -αλλιώς μένεις κι εκεί που είσαι (τι κουράζεσαι;).
ΥΓ4
Αλλά για να μην νιώσετε εξαπατημένοι μένω στο θέμα δένοντάς το με το αρχικό ΦΛΕΓΟΝ και ΜΕΓΑ -βγάλσιμο γλώσσας- ζήτημα: αυτό με τα πόδια και τα παπούτσια.
Όταν ήμουν μικρή, τα αγαπημένα μου υποδήματα ήταν τα αόρατα (και μετά τα βατραχοπέδιλα). Μόνο ξυπόλυτη (ή ντυμένη γοργονάκι) αισθανόμουν παιδί (δηλαδή καλά). Δεν θυμάμαι να είχαν φίρμα οι πατούσες μου (αν και δεν είχα κοιτάξει από κάτω είναι η αλήθεια).
Γενικά, οι σπόνσορες έπεσαν αρκετά αργότερα στην αντίληψή μου (και ταυτόχρονα στην εκτίμησή μου) νοικιάζοντας σταδιακά όλα τα πράγματα γύρω μου, τα αντικείμενα, τις απόψεις, τα παπούτσια, τα μουσεία, και -τι κρίμα- την ελευθερία μου να περπατάω ξυπόλυτη.
ΥΓ5
(Πόδια και παπούτσια και λοιπά. Μάλιστα.)
Λοιπόν δεν ξέρω.
Το να πατάς στη γη δεν είναι απαραίτητα επιθυμητό ή καλό (αυτό το συμφωνούμε).
Αλλά και σύμφωνα με τα παραπάνω τις περισσότερες στιγμές στο επιβάλουν -και συχνότερα σε κατευθύνουν (έχει πολλές ταμπέλες πάντως αν χαθείς).
Τι να πω;
Καλώς ή κακώς τις στιγμές αυτές θα την πατήσεις (τη γη). Και θα χρειάζεσαι παπούτσια.
ΥΓ6
Επίλεξε τουλάχιστον να πατάς όσο πατάει η γάτα. (Και για την περίσταση, φόρα μίου-μίου.)
ΥΓ7
Τελικά τώρα που το σκέφτομαι, τα πιο χρήσιμα από όλα τα παπούτσια (όσον αφορά στο θέμα με τις πανταχού παρούσες ταμπέλες) είναι αυτά που τα γράφεις όλα σ'αυτά. (Δηλαδή τα παλιά σου).
ΥΓ8
Αλλά αρκετά με ένα θέμα που σε κάνει όντως να πατάς στη γη.
Οπότε, αντιός.
Ή μάλλον πιο εντός θέματος.
(Σαγιονάρα.)
...
(Μη γελάτε.)
Να ξέρετε ότι το αυτό είναι μεγάλο δώρο -δεν έχουν όλοι.
Τα πόδια είναι σαν -σαν την αγάπη ας πούμε. (Σε προχωράνε μπροστά ή πίσω.)
Αν έχεις πόδια δεν χρειάζεται να έχεις τίποτα άλλο, κι αν δεν έχεις πόδια δεν έχει και τόση σημασία τι άλλο έχεις.
(Tελοσπάντων όπου πόδια αγάπη -αλλά καταλαβαίνετε.)
Καταρχήν, αν έχεις πόδια μπορείς και να το βάλεις (στ'αυτά που έχεις) -κι αυτό είναι δώρο ινάφ από μόνο του.
Ούτε εγώ είχα καταλάβει πόσο σημαντικά σημαντικό είναι να έχεις πόδια, μέχρι που το κατάλαβα χωρίς να το καταλάβω, (δηλαδή αυτόματα), μέσω του μόνου τρόπου που υπάρχει να καταλαβαίνεις πραγματικά πράγματα (δηλαδή μέσω ενός πικραστείου διαλόγου):
-Γαμώτο θέλω να πάρω εκείνα τα απίστευτα Πράντα στην Καλογήρου.
-Στην Καλογήρου; Μα γιατί να πάρεις Πράντα στην Καλογήρου; (Γενέθλια έχει;)
-Μμμμμ, χα χα, έλα ρε Έσσλιν, σοβαρά....κάνουν ένα νοίκι σχεδόν -τι να κάνω;
-Να σκεφτείς ότι κάποιοι δεν έχουν καν πόδια.
Όχι ότι θα ισχυριστώ ότι δεν είναι ωραία Τα Πράντα. (Ή ο κυνισμός.)
Μια χαρά είναι o κυνισμός. (Και τα Πράντα.)
(Άσε που κάνουν την ίδια δουλειά τις στιγμές που πιχί από φόβο, έρωτα, κλπ, σου κόβονται τα πόδια -βοηθώντας σε να σου κόβονται με στυλ.)
Πρόσφατα (σόουοφ αλέρτ), που είχα πεταχτεί στο σόχο (γωνία μπρόντγουεη με πρινς, απέναντι από το ντην εντ ντελούκα), όταν μπήκα στην Πράντα, δεν μου περίσσεψε καθόλου χρόνος να σκεφτώ φιλοσοφικά γύρω από την παπουτσότητα και να κάνω την έξυπνη (σχετικά με το αν χρειαζόμαστε λάξαρι) -μια και ήμουν πολύ απασχολημένη με το να έχω το στόμα μου ανοιχτό.
Καταρχήν, βλέποντας τα εκπληκτικά παπούτσια, νιώθεις να σε κυριεύει η πηχτή βλάσφημη ανάγκη να ήσουν σαρανταποδαρούσα. Ενώ, για την ιστορία, το εν λόγω φλάγκσιπ στορ (στο ντάουντάουν νιουγιόρκ) είναι ένα αρχιτεκτονικό θαύμα (μαστ λάντμαρκ βίζιτ κάθε φορά), σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Ρεεμ Κούλασσ. (Πόσα μάτια να έχουν οι σαρανταποδαρούσες;)
Μπαίνεις μέσα (με δυστυχώς μόνο δύο πόδια, προφανές κατασκευαστικό λάθος) και αυτόματα τα χέρια σου (εκνευρισμένα που δεν είναι πόδια) δίνουν εντολή στη λαίμαργη ντίτζιταλ να καταβροχθίσει ό,τι λεπτομέρεια προλάβει -λες και δεν έχεις μπει Στην Πράντα αλλά Στο Πράδο.
-"Pictures are not allowed miss" (με ενημέρωσε άγρια, και για πολλοστή ομολογώ φορά -λες και προστάτευε την καπέλα σιστίνα), ένας τρίμετρος όχι λευκός άντρας (το τρίμετρος σκυλάραπας δεν θα ήταν κομιλφό),
Τον κοίταξα με το πιο ζαχαρωτό βλέμμα μου (δεν έπιασε), λέγοντας: "oh, please, just one, you know... for me... there is The Prado in Madrid and there is The Prada in New York... Ιt totally feels like a museum to me..."
-"Yeah yeah, to most people. Now hide the camera miss."
-"Kala nteeeeeh".
Πάντως εγώ το εννοώ, (αμαρτία εξομολογουμένη), κι ας μην είμαι ορκισμένη γενικά σόπερ: βλέποντας τα παπούτσια, σε κυριεύει μια εσωτερική γκουέρνικα να μπεις να τα ποδοπατήσεις όλα -κηρύσοντας εφάπαξ πόλεμο σε ό,τι σου βγάζει την πίστη (δηλαδή στην πιστωτική σου).
Όχι ότι αγόρασα τίποτα από εκεί: προτίμησα και μπήκα διαγωνίως απέναντι, στο ντιν εντ ντελούκα (για τραγανά κούκις), ενώ (για να κάνω και τη σόπινγκ γκάιντεςς), πιο κείθε έχει ένα βικτόριας σίκρετ (αν είστε βλαχάρες και φοράτε τέτοια), και πιο δώθε έναν ιερό ναό (άπλστορ).
Το "αλληγορικό" δίλλημα Πράντα ή Πράδο πάντως (θλιβερή ρέπλικα της επιφανειακής και παπουτσωμένης Γυναίκας Εξωφύλου ή νατουρέλ "τεθλιμμένη" και "ξυπόλυτα" Σκεπτόμενη Ευρωπαία) γενικά πολύ με απασχολεί.
Ή μήπως δεν τίθεται θέμα;
Αν έπρεπε να πάρω θέση και να διαλέξω ανάμεσα στο σουπερφίσιαλ και στο ουσιώδες, στην ντουλάπα και στην κουλτούρα, στο σπιρίτσουαλ και στο λαξζούριους, τι θα διάλεγα;
Πιθανόν να έκανα τη χαριτωμένη (και τη φευγάτη) απαντώντας ότι βασικά είμαι υπέρ της κουλτούρας, φροντίζοντας όμως σίγουρα να προσέξεις τις κόκκινες σόλες στις γόβες μου καθώς θα έφευγα (κι από εκεί βγαίνει μάλλον και το κουλτούρα να φύγουμε.)
Υποκρισία;
'Η αλλιώς ένα ό,τι με βολεύει ανά στιγμή ίματζ τύπου "λίγο από όλα" ;
Ξέρω κι εγώ; Μήπως και στις δυο περιπτώσεις μιλάμε για το ίδιο πράγμα (για εμπόριο από φίρμες;)
Χμ.
Πάντως εμένα οι φίρμες, αν μιλάμε για αυτό, κατά κανόνα με ενοχλούν.
(Ή μήπως όχι;)
Κοίτα.
Αν με χαϊδεψεις επί τούτου με το ρόλεξ χέρι σου, θα είμαι ευγενής και θα το υποστώ, αλλά, ως κορίτσι του μη γελάς παρακαλώ πνεύματος, το σπονσοναρισμένο σου χάδι δεν είναι αυτό που θα με κρατήσει (αγκαλιά μετά).
Από την άλλη, θα πήγαινα ευχαρίστως για κάμπινγκ, ως νατουρέλ κορίτσι που μπορεί να ζήσει τη φύση του με φυσικότητα, αρκεί να υπήρχε αντίσκηνο γκούτσι ή χημική τουαλέτα λουιβιτόν.
Δεν θα καταλήξω διπλωματικά (εύκολα και πρόχειρα) στο ότι είμαι καχύποπτη με όλα, ή, για να το δω θετικά, ότι μου αρέσει το γενικευμένο μιξ εντ ματς και το κορέκτνες του παν μέτρον άριστον σε όλα, (και μάλλον όχι, δεν θα δοκίμαζα εύκολα σουβλάκι με γουαζάμπι) αλλά θέλω κάπου να καταλήξω.
Γενικά μιλώντας.
Γιατί βλέπουμε παντού ταμπέλες και άλλες ταμπέλες τις σνομπάρουμε κι άλλες τις υιοθετούμε;
Γιατί άλλες μέρες θα ντραπώ αν με πετύχεις μέσα σε μπουτίκ κι άλλες σε μουσείο;
Σε μια στιγμή που δεν μπορείς να καταλάβεις τις ξεκάθαρες προθέσεις της ταμπελότητας, το ενοχλητικό αυτό ζήτημα παραμένει σαν το υπό εξαφάνιση μυαλό (ανοιχτό).
Αλήθεια.
Όσο δεν ξέρω αν είναι πιο τίμιο να γράφει απέξω πράντα και να πουλάει ρούχα και παπούτσια ή να γράφει απέξω πράδο και να πουλάει μούρη και συναίσθημα, δυσκολεύομαι να διατυπώσω άποψη πάνω στις ταμπέλες.
Σπαστικές είναι.
Αλλά εντάξει μωρέ κιόλας.
(Και είμαι απόλυτη σε αυτό.)
:-)
ΥΓ1
Πρόσφατα σε μια εκδήλωση τέχνης μια κοπέλα φορούσε ένα αντικειμενικά όμορφο φόρεμα (πιο όμορφο από τους πίνακες της έκθεσης -κι όπως αποδείχτηκε ακριβότερο).
Το σχολίασα με θαυμασμό, σε μια κοινή μας φίλη ("ωραίο φόρεμα φοράει η φιλενάδα μας σήμερα"), η οποία (αντί σχολίου) φρόντισε να με ενημερώσει: μπαλενσιάγκα.
Αμέσως σκέφτηκα:
Σε κάποιους θα φαινόταν φυσιολογικό να είναι θεατές στην παραπάνω παρτίδα μποξ (όπου η φράση "όμορφο φόρεμα" βγήκε νόκαουτ από τη λέξη "μπαλενσιάγκα"), τόσο φυσιολογικό που ξαφνικά ένιωσα πως ένας διάλογος από σκέτες μάρκες, μπροστά σε μέτριους πίνακες ζωγραφικής θα ήταν εντελώς νορμάλ.
Φαντάσου εμείς, οι κάτοικοι των ρούχων, να λείπαμε ξαφνικά, και να πήγαιναν αυτά μόνα τους από εδώ κι απο εκεί, σχολείο, δουλειά, διακοπές, ή σε εκθέσεις ζωγραφικής, και να πιάνανε για λογαριασμό μας την κουβέντα (ισχυριζόμενα ότι διαβάζουν Μάρκες).
ΥΓ2
Κάνει λίγο πτώση κριτηρίου γύρω από το τι είναι νορμάλ σχετικά με τα παραπάνω ή μόνο εγώ κρυώνω;
ΥΓ3
Για άλλη μια φορά ξέρω ότι από αλλού ξεκίνησα κι αλλού έφτασα -ή δεν έφτασα. Δεν φαντάζομαι να πειράζει.
Υποθέτω (και εύχομαι) να ξέρετε ότι αυτό υπό κάπα σίγμα έτσι λειτουργεί: ΦΥΣΙΚΑ και από αλλού ξεκινάς κι αλλού πας, (φτάσεις δεν φτάσεις), στο τέλος -αλλιώς μένεις κι εκεί που είσαι (τι κουράζεσαι;).
ΥΓ4
Αλλά για να μην νιώσετε εξαπατημένοι μένω στο θέμα δένοντάς το με το αρχικό ΦΛΕΓΟΝ και ΜΕΓΑ -βγάλσιμο γλώσσας- ζήτημα: αυτό με τα πόδια και τα παπούτσια.
Όταν ήμουν μικρή, τα αγαπημένα μου υποδήματα ήταν τα αόρατα (και μετά τα βατραχοπέδιλα). Μόνο ξυπόλυτη (ή ντυμένη γοργονάκι) αισθανόμουν παιδί (δηλαδή καλά). Δεν θυμάμαι να είχαν φίρμα οι πατούσες μου (αν και δεν είχα κοιτάξει από κάτω είναι η αλήθεια).
Γενικά, οι σπόνσορες έπεσαν αρκετά αργότερα στην αντίληψή μου (και ταυτόχρονα στην εκτίμησή μου) νοικιάζοντας σταδιακά όλα τα πράγματα γύρω μου, τα αντικείμενα, τις απόψεις, τα παπούτσια, τα μουσεία, και -τι κρίμα- την ελευθερία μου να περπατάω ξυπόλυτη.
ΥΓ5
(Πόδια και παπούτσια και λοιπά. Μάλιστα.)
Λοιπόν δεν ξέρω.
Το να πατάς στη γη δεν είναι απαραίτητα επιθυμητό ή καλό (αυτό το συμφωνούμε).
Αλλά και σύμφωνα με τα παραπάνω τις περισσότερες στιγμές στο επιβάλουν -και συχνότερα σε κατευθύνουν (έχει πολλές ταμπέλες πάντως αν χαθείς).
Τι να πω;
Καλώς ή κακώς τις στιγμές αυτές θα την πατήσεις (τη γη). Και θα χρειάζεσαι παπούτσια.
ΥΓ6
Επίλεξε τουλάχιστον να πατάς όσο πατάει η γάτα. (Και για την περίσταση, φόρα μίου-μίου.)
ΥΓ7
Τελικά τώρα που το σκέφτομαι, τα πιο χρήσιμα από όλα τα παπούτσια (όσον αφορά στο θέμα με τις πανταχού παρούσες ταμπέλες) είναι αυτά που τα γράφεις όλα σ'αυτά. (Δηλαδή τα παλιά σου).
ΥΓ8
Αλλά αρκετά με ένα θέμα που σε κάνει όντως να πατάς στη γη.
Οπότε, αντιός.
Ή μάλλον πιο εντός θέματος.
(Σαγιονάρα.)
...
21 Οκτ 2008
Πρόσκληση σε πάρτη.
"Αγαπημένη Έζελιν-Λέσλιν-Έλλσιν-Όπως-Και-Να-Σε-Λένε-Δεν-Έχει-Σημασία-Αφόυ-Εγώ-Βασικά-Για-Χαλάκι-Εξώπορτας-Σε-Θέλω, γεια σου, τι κάνεις; Μόλις έχω φορέσει τις πενταβρώμικες γαλότσες μου, τις τίγκα στη συναισθηματική λάσπη και στα περιΠτώματα του παρελθόντος μου και θέλω με μεγάλη χαρά να σε καλέσω στην πάρτη μου, όπου θα έρθεις γεμάτη προσδοκίες, καλοντυμένη, να μου κάνεις δώρο τον εαυτό σου για όσο σε χρειαστώ (μέχρι να σκουπίσω τις γαλότσες πάνω σου στην εξώπορτα και μετά να φύγω σαν παρτάκ....εεεεε..... κύριος). Εύχομαι να έρθεις."
Κι εσύ -εννοείται- πως θα πας.
Γιατί η πραγματική πρόσκληση που λαμβάνεις γράφει:
"Έσσλιν, πεθαίνω για πάρτη σου. Έλα να σε κάνω πριγκίπισσά μου."
Κι ενώ ξέρεις να διακρίνεις μια αποτυχημένη πάρτη (αντί για ροκ μουσική παίζει το ίδιο τροπάριο) κι ενώ ξέρεις ότι όλο αυτό το πριγκιπικό έπρεπε να πιάνει μέχρι να γίνεις δεκαεφτά, το πολύ δεκαοχτώ, το βλέπεις να πιάνει μέχρι και στα εβδομήντα ακόμη (άσε που τότε το τροπάριο θα σου στέκει όντως για μουσική).
Hint.
(Το "κρυφτό" και το "κυνηγητό" που σε μάθανε να παίζεις από μικρός σε καταδίκασε -ως ανθρώπινο εν γένει είδος- για πάντα, φυτεύοντας στο εύφορο υποσυνείδητο χωματάκι σου την εντολή "να διασκεδάζεις μόνο όταν κρύβεσαι ή κυνηγάς: να χαίρεσαι μόνο όσο δεν σε βρίσκουν και μόνο μέχρι να πιάσεις μέχρι και τον τελευταίο άπιαστο". Για την πάρτη σου, πάντα. Να συνηθίζεις.)
Κι όταν κλείνει η (κρύψου και τρέχα) παρένθεση, το πιάνουμε από εκεί που το αφήσαμε και πέφτει η ερώτηση: και πώς το βλέπεις εσύ (κοριτσάκι και καλά), να φαντάζει ακόμη και στα εβδομήντα γοητευτικό το εν λόγω παρτάκι της πάρτης;
Η απάντηση πάντα με στεναχωρεί, (κυρίως γιατί παραμένει αμετανόητα άψητη), αλλά θα την δώσω (κι αν ήδη έχεις αρχίσει να βαριέσαι με το πως ρέει το κείμενο, μείνε, πιο κάτω έχει σεξ -που απλά δεν ήθελα να σου σερβίρω απότομα).
Γυρισμένη λοιπόν πλάτη στο δεκαπέντε, στο δεκαοχτώ, στο εικοσιδύο, στο εικοσιεφτά, στο τριάντα, στο τριανταδύο, στο με πιάσατε νομίζω, τα νούμερα που βλέπω να με περιμένουν μπροστά ντυμένα με τη ρομπίτσα τους -αν διακρίνω καλά- είναι ένα τριανταεφτά, ένα σαρανταέξι, ένα πενηντατέσσερα κι ένα εξηνταοχτώ.
Ε!
Αυτά τα νούμερα βλέπω (που μου πέφτουν λίγο φαρδιά και μπόλικα στη μέση να πεις), για αυτά μιλάω.
(Θα μπορούσα βέβαια να γυρίσω την πλάτη στα θεόρατα νούμερα, να γυρίσω να κοιτάω τα μικρά, τα περασμένα, τα πίσω -αλλά νομίζω ότι όταν λένε ότι καλό είναι να έχεις πισινές δεν αναφέρονται σε αγύμναστες προσδοκίες -ότι πουχού σε λίγα χρόνια θα κλείσεις τα τριανταδύο και μετά τα εικοσιοχτώ και λοιπά).
Κι ερχόμαστε στο σεξ.
Σοβαρά.
Γιατί δεν έκανα σεξ χτες το βράδυ, μη όντας εβδομήντα;
(Ίσως περιμένω να τα κλείσω πρώτα.)
Σοβαρά.
Πείτε μου ΕΝΑΝ φάκινγκ (ή τελικά ΜΗ φάκινγκ) λόγο.
Να σας πω εγώ.
Γιατί όσο δεν κοιτάς γκες γουάτ την πάρτη σου, δίνεις χώρο και χρόνο σε όσους κοιτάνε τη δική τους.
Η πάρτη έχει τόσα να σου κερδίσει που όποιος είναι έξυπνος και θέλει να πλουτίσει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο να αφήσει τώρα κάτω τα μολύβια του (τι άλλη δουλειά υπάρχει;), να φύγει από τη δουλειά του και να τρέξει να κατοχυρώσει την πάρτη για πατέντα.
Δεν έκανα σεξ γιατί αντί να κοιτάω την πάρτη μου (πιάστε το επιτέλους), κοιτάω απέναντι (εκείνον τον νόστιμο που κοιτάει την το πιάσατε).
Αλλά αξίζει να σας πω πώς ξεκίνησε όλη αυτή η σκέψη (περί μοναξιάς ουσιαστικά).
Περπατάω χτες στην Πατριάρχου και ξαφνικά βλέπω ένα αποτρόπαιο θέαμα, τόσο αποτρόπαιο που γυρίζω το κεφάλι μου από την άλλη, ντροπιασμένη.
Ένα χυδαίο ζευγάρι.
Τι νομίζετε ότι έκανε στη μέση του δρόμου ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΤΙΚΑ;
ΦΙΛΙΟΤΑΝ.
Και που το λέω, ντρέπομαι.
ΦΙΛΙΟΤΑΝ.
Και μάλιστα...ντρέπομαι αλλά θα το πω κι αυτό..... φιλιόταν ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΕΝΟ ΤΡΥΦΕΡΑ. Φιλιόταν σαν να μην υπήρχει κανείς γύρω, γλυκά και απλά.
Συμφωνώ μαζί σας.
ΑΙΣΧΟΣ!!!!
Είχα καιρό να δω δυο ανθρώπους να φιλιούνται στον δρόμο.
Σαν εξωγήνοι ήταν.
Μπορεί και να ήταν κιόλας.
(Δείχναν ευτυχισμένοι, οπότε σίγουρα.)
Δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξη.
(Και το γεγονός ότι δεν έκανα σεξ χθες το βράδυ δεν βοηθάει.)
Αλλά πολύ φοβάμαι πως σε λίγο θα είναι τόσο πασέ, τόσο ντεκλασέ, και γενικά τόσο μπανάλ, και ίσως σιγά σιγά και τόσο περιττό να φιλιέσαι απλά και γλυκά στον δρόμο, (και μετά να κάνεις απλά και γλυκά σεξ), που δεν θα είναι ντροπή για μια κοπέλα να μείνει έγκυος και να μην ξέρει ποιος είναι ο πατέρας, αλλά να μείνει έγκυος και να ξέρει.
Άει στο καλό.
Δεν θέλω να βλέπω ανθρώπους να φιλιούνται γλυκά στον δρόμο και να μοιάζουν από άλλο πλανήτη.
Μπερδεύομαι.
ΞΑΦΝΙΚΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΤΗ ΤΟΥΣ ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΕ ΕΧΟΥΝ ΜΑΘΕΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ.
(Και το γεγονός ότι η απάντηση στο αν έκανα σεξ χτες το βράδυ επιθυμώ να είναι ΝΑΙ -μέχρι τα πιο θεόρατα γενέθλιά μου- είναι ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑ.)
Αν έκανες σεξ χθες το βράδυ τζάμπα διάβασες ως εδώ.
Κορόιδο.
(Τελικά δεν καταλαβαίνω, έκανες δεν έκανες σεξ κορόιδο σε έβγαλα;)
Αν σε λένε Ζαφόλια και είσαι ξανθιά, πρέπει να είσαι η κοπέλα που μιλούσα χτες στο τηλέφωνο -και ξέρεις πολύ καλά τι έκανες προχθές το βράδυ.
Όταν, μιλώντας χτες, αναπτύξαμε την ισοπεδωτική θεωρία (εξαιτίας μου, το ομολογώ) που διαπιστώνει ότι "όλοι για την πάρτη τους είναι πια σε αυτόν τον κόσμο", εγώ ένιωσα όπως πάντα όταν κάνω γενικεύσεις, δηλαδή σαν Σούπερ Γκόμενα Από Την Ελασσόνα Με Ροζ Νταντελένιο Σουτιέν (άντε να σε ποθήσει κανείς με ροζ νταντελένιο σουτιέν), και τρόμαξα λίγο που σκέφτομαι έτσι, και αντί να κάνω (έστω στην Ελασσόνα) σεξ μιλάω για σεξ, κι αντί να κάνω σεξ κάνω βόλτες στην Πατριάρχου και βλέπω ανθρώπους να φιλιούνται, κι αντί να κάνω σεξ δεν κάνω σεξ. (Οπότε και είπα να γράψω σήμερα κάτι σχετικό για να το ξορκίσω.)
Μετά ευτυχώς, ναι, εσύ Ζαφόλια, με επανέφερες στην πραγματικότητα ρωτώντας με αν ξέρω που έχω την Αφροδίτη μου, γιατί μάλλον εκεί είναι το ήσσον (και το ελασσόν) πρόβλημα.
Δεν μου έφτανε που είμαι υδροχόος (ο Ιακωβίδης τον υδροχόο τον λέει -εύστοχα- νεροχύτη), έχω και την Αφροδίτη μου στον Υδροχόο.
Τι το ήθελες και μου είπες να το ψάξω;
Αν την έχεις λέει στον υδροχόο είσαι ένας άνθρωπος ανεξάρτητος, αποστασιοποιημένος και καταδικασμένος να ψάχνει το γιατί είναι όλοι για την πάρτη τους (αντί να είναι σπίτι σου στην Ελασσόνα, να κάνετε ομαδικό σεξ).
ΥΓ1
Τι με έπιασε με αυτήν την Ελασσόνα, ούτε ξέρω που πέφτει.
ΥΓ2
Ίσως επηρεάστηκα από την κριτική ενός φίλου για την ταινία του Γούντυ με το σέξυ τρίο Τζοχάνσον-Μπαρδέμ-Κρουζ ("Βίκι Κριστίνα Μπαρσελόνα", ή, κατά τον φίλο πάντα, "Λίτσα Τασία Ελασσόνα").
ΥΓ3
Θα το δω αύριο (και θα σας πω).
ΥΓ4
Αναρωτιέμαι πάντως, μια και μιλάγαμε για πατέντες, γιατί να μην πατεντάρει κάποιος (εγώ έχω δουλειά δεν προλαβαίνω σήμερα), αντί την "πάρτη", την "αγκαλιά" και το "αβίαστο σ'αγαπώ". (Δεν θα βγάλει λεφτά άι γκες;)
ΥΓ5
Αγκαλιά.
ΥΓ6
Αβιάστο σ'αγαπώ.
ΥΓ7
Που πληρώνω;
(Αν είσαι ο Πανούσης πες Νταλάρας, τώρα που γυρίζει.)
ΥΓ8
Το μόνο σεξ που βρίσκεις απλόχερα τελικά είναι αυτό που απαυτώνει τα όνειρά σου. Ρε γαμώτο κρίμα είναι, τα όνειρα τα απαυτωμένα, τα ντροπιασμένα, θέλουν να απαλλαγούν από ό,τι όμορφο τόλμησαν και φαντάστηκαν, κι αρχίζουν μόνα τους τις πρόχειρες εκτρώσεις όπου τύχει (στο σουπερμάρκετ, στο πεζοδρόμιο, έξω από το έβερεστ, και λοιπά).
ΥΓ9
Πάλι πικρά τελείωσα.
Υ10
Τελείωσα πάντως εγώ.
ΥΓ11
Εύχομαι να σου άρεσε όσο και μένα.
:-)
Κι εσύ -εννοείται- πως θα πας.
Γιατί η πραγματική πρόσκληση που λαμβάνεις γράφει:
"Έσσλιν, πεθαίνω για πάρτη σου. Έλα να σε κάνω πριγκίπισσά μου."
Κι ενώ ξέρεις να διακρίνεις μια αποτυχημένη πάρτη (αντί για ροκ μουσική παίζει το ίδιο τροπάριο) κι ενώ ξέρεις ότι όλο αυτό το πριγκιπικό έπρεπε να πιάνει μέχρι να γίνεις δεκαεφτά, το πολύ δεκαοχτώ, το βλέπεις να πιάνει μέχρι και στα εβδομήντα ακόμη (άσε που τότε το τροπάριο θα σου στέκει όντως για μουσική).
Hint.
(Το "κρυφτό" και το "κυνηγητό" που σε μάθανε να παίζεις από μικρός σε καταδίκασε -ως ανθρώπινο εν γένει είδος- για πάντα, φυτεύοντας στο εύφορο υποσυνείδητο χωματάκι σου την εντολή "να διασκεδάζεις μόνο όταν κρύβεσαι ή κυνηγάς: να χαίρεσαι μόνο όσο δεν σε βρίσκουν και μόνο μέχρι να πιάσεις μέχρι και τον τελευταίο άπιαστο". Για την πάρτη σου, πάντα. Να συνηθίζεις.)
Κι όταν κλείνει η (κρύψου και τρέχα) παρένθεση, το πιάνουμε από εκεί που το αφήσαμε και πέφτει η ερώτηση: και πώς το βλέπεις εσύ (κοριτσάκι και καλά), να φαντάζει ακόμη και στα εβδομήντα γοητευτικό το εν λόγω παρτάκι της πάρτης;
Η απάντηση πάντα με στεναχωρεί, (κυρίως γιατί παραμένει αμετανόητα άψητη), αλλά θα την δώσω (κι αν ήδη έχεις αρχίσει να βαριέσαι με το πως ρέει το κείμενο, μείνε, πιο κάτω έχει σεξ -που απλά δεν ήθελα να σου σερβίρω απότομα).
Γυρισμένη λοιπόν πλάτη στο δεκαπέντε, στο δεκαοχτώ, στο εικοσιδύο, στο εικοσιεφτά, στο τριάντα, στο τριανταδύο, στο με πιάσατε νομίζω, τα νούμερα που βλέπω να με περιμένουν μπροστά ντυμένα με τη ρομπίτσα τους -αν διακρίνω καλά- είναι ένα τριανταεφτά, ένα σαρανταέξι, ένα πενηντατέσσερα κι ένα εξηνταοχτώ.
Ε!
Αυτά τα νούμερα βλέπω (που μου πέφτουν λίγο φαρδιά και μπόλικα στη μέση να πεις), για αυτά μιλάω.
(Θα μπορούσα βέβαια να γυρίσω την πλάτη στα θεόρατα νούμερα, να γυρίσω να κοιτάω τα μικρά, τα περασμένα, τα πίσω -αλλά νομίζω ότι όταν λένε ότι καλό είναι να έχεις πισινές δεν αναφέρονται σε αγύμναστες προσδοκίες -ότι πουχού σε λίγα χρόνια θα κλείσεις τα τριανταδύο και μετά τα εικοσιοχτώ και λοιπά).
Κι ερχόμαστε στο σεξ.
Σοβαρά.
Γιατί δεν έκανα σεξ χτες το βράδυ, μη όντας εβδομήντα;
(Ίσως περιμένω να τα κλείσω πρώτα.)
Σοβαρά.
Πείτε μου ΕΝΑΝ φάκινγκ (ή τελικά ΜΗ φάκινγκ) λόγο.
Να σας πω εγώ.
Γιατί όσο δεν κοιτάς γκες γουάτ την πάρτη σου, δίνεις χώρο και χρόνο σε όσους κοιτάνε τη δική τους.
Η πάρτη έχει τόσα να σου κερδίσει που όποιος είναι έξυπνος και θέλει να πλουτίσει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο να αφήσει τώρα κάτω τα μολύβια του (τι άλλη δουλειά υπάρχει;), να φύγει από τη δουλειά του και να τρέξει να κατοχυρώσει την πάρτη για πατέντα.
Δεν έκανα σεξ γιατί αντί να κοιτάω την πάρτη μου (πιάστε το επιτέλους), κοιτάω απέναντι (εκείνον τον νόστιμο που κοιτάει την το πιάσατε).
Αλλά αξίζει να σας πω πώς ξεκίνησε όλη αυτή η σκέψη (περί μοναξιάς ουσιαστικά).
Περπατάω χτες στην Πατριάρχου και ξαφνικά βλέπω ένα αποτρόπαιο θέαμα, τόσο αποτρόπαιο που γυρίζω το κεφάλι μου από την άλλη, ντροπιασμένη.
Ένα χυδαίο ζευγάρι.
Τι νομίζετε ότι έκανε στη μέση του δρόμου ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΤΙΚΑ;
ΦΙΛΙΟΤΑΝ.
Και που το λέω, ντρέπομαι.
ΦΙΛΙΟΤΑΝ.
Και μάλιστα...ντρέπομαι αλλά θα το πω κι αυτό..... φιλιόταν ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΕΝΟ ΤΡΥΦΕΡΑ. Φιλιόταν σαν να μην υπήρχει κανείς γύρω, γλυκά και απλά.
Συμφωνώ μαζί σας.
ΑΙΣΧΟΣ!!!!
Είχα καιρό να δω δυο ανθρώπους να φιλιούνται στον δρόμο.
Σαν εξωγήνοι ήταν.
Μπορεί και να ήταν κιόλας.
(Δείχναν ευτυχισμένοι, οπότε σίγουρα.)
Δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξη.
(Και το γεγονός ότι δεν έκανα σεξ χθες το βράδυ δεν βοηθάει.)
Αλλά πολύ φοβάμαι πως σε λίγο θα είναι τόσο πασέ, τόσο ντεκλασέ, και γενικά τόσο μπανάλ, και ίσως σιγά σιγά και τόσο περιττό να φιλιέσαι απλά και γλυκά στον δρόμο, (και μετά να κάνεις απλά και γλυκά σεξ), που δεν θα είναι ντροπή για μια κοπέλα να μείνει έγκυος και να μην ξέρει ποιος είναι ο πατέρας, αλλά να μείνει έγκυος και να ξέρει.
Άει στο καλό.
Δεν θέλω να βλέπω ανθρώπους να φιλιούνται γλυκά στον δρόμο και να μοιάζουν από άλλο πλανήτη.
Μπερδεύομαι.
ΞΑΦΝΙΚΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΤΗ ΤΟΥΣ ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΕ ΕΧΟΥΝ ΜΑΘΕΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ.
(Και το γεγονός ότι η απάντηση στο αν έκανα σεξ χτες το βράδυ επιθυμώ να είναι ΝΑΙ -μέχρι τα πιο θεόρατα γενέθλιά μου- είναι ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑ.)
Αν έκανες σεξ χθες το βράδυ τζάμπα διάβασες ως εδώ.
Κορόιδο.
(Τελικά δεν καταλαβαίνω, έκανες δεν έκανες σεξ κορόιδο σε έβγαλα;)
Αν σε λένε Ζαφόλια και είσαι ξανθιά, πρέπει να είσαι η κοπέλα που μιλούσα χτες στο τηλέφωνο -και ξέρεις πολύ καλά τι έκανες προχθές το βράδυ.
Όταν, μιλώντας χτες, αναπτύξαμε την ισοπεδωτική θεωρία (εξαιτίας μου, το ομολογώ) που διαπιστώνει ότι "όλοι για την πάρτη τους είναι πια σε αυτόν τον κόσμο", εγώ ένιωσα όπως πάντα όταν κάνω γενικεύσεις, δηλαδή σαν Σούπερ Γκόμενα Από Την Ελασσόνα Με Ροζ Νταντελένιο Σουτιέν (άντε να σε ποθήσει κανείς με ροζ νταντελένιο σουτιέν), και τρόμαξα λίγο που σκέφτομαι έτσι, και αντί να κάνω (έστω στην Ελασσόνα) σεξ μιλάω για σεξ, κι αντί να κάνω σεξ κάνω βόλτες στην Πατριάρχου και βλέπω ανθρώπους να φιλιούνται, κι αντί να κάνω σεξ δεν κάνω σεξ. (Οπότε και είπα να γράψω σήμερα κάτι σχετικό για να το ξορκίσω.)
Μετά ευτυχώς, ναι, εσύ Ζαφόλια, με επανέφερες στην πραγματικότητα ρωτώντας με αν ξέρω που έχω την Αφροδίτη μου, γιατί μάλλον εκεί είναι το ήσσον (και το ελασσόν) πρόβλημα.
Δεν μου έφτανε που είμαι υδροχόος (ο Ιακωβίδης τον υδροχόο τον λέει -εύστοχα- νεροχύτη), έχω και την Αφροδίτη μου στον Υδροχόο.
Τι το ήθελες και μου είπες να το ψάξω;
Αν την έχεις λέει στον υδροχόο είσαι ένας άνθρωπος ανεξάρτητος, αποστασιοποιημένος και καταδικασμένος να ψάχνει το γιατί είναι όλοι για την πάρτη τους (αντί να είναι σπίτι σου στην Ελασσόνα, να κάνετε ομαδικό σεξ).
ΥΓ1
Τι με έπιασε με αυτήν την Ελασσόνα, ούτε ξέρω που πέφτει.
ΥΓ2
Ίσως επηρεάστηκα από την κριτική ενός φίλου για την ταινία του Γούντυ με το σέξυ τρίο Τζοχάνσον-Μπαρδέμ-Κρουζ ("Βίκι Κριστίνα Μπαρσελόνα", ή, κατά τον φίλο πάντα, "Λίτσα Τασία Ελασσόνα").
ΥΓ3
Θα το δω αύριο (και θα σας πω).
ΥΓ4
Αναρωτιέμαι πάντως, μια και μιλάγαμε για πατέντες, γιατί να μην πατεντάρει κάποιος (εγώ έχω δουλειά δεν προλαβαίνω σήμερα), αντί την "πάρτη", την "αγκαλιά" και το "αβίαστο σ'αγαπώ". (Δεν θα βγάλει λεφτά άι γκες;)
ΥΓ5
Αγκαλιά.
ΥΓ6
Αβιάστο σ'αγαπώ.
ΥΓ7
Που πληρώνω;
(Αν είσαι ο Πανούσης πες Νταλάρας, τώρα που γυρίζει.)
ΥΓ8
Το μόνο σεξ που βρίσκεις απλόχερα τελικά είναι αυτό που απαυτώνει τα όνειρά σου. Ρε γαμώτο κρίμα είναι, τα όνειρα τα απαυτωμένα, τα ντροπιασμένα, θέλουν να απαλλαγούν από ό,τι όμορφο τόλμησαν και φαντάστηκαν, κι αρχίζουν μόνα τους τις πρόχειρες εκτρώσεις όπου τύχει (στο σουπερμάρκετ, στο πεζοδρόμιο, έξω από το έβερεστ, και λοιπά).
ΥΓ9
Πάλι πικρά τελείωσα.
Υ10
Τελείωσα πάντως εγώ.
ΥΓ11
Εύχομαι να σου άρεσε όσο και μένα.
:-)
19 Οκτ 2008
Κάπου κάπου διάβασα.
Όπως ξαναείπα (με άλλα λόγια) στο χτεσινό έντρυ ("λάθος νούμερο"), το να χρησιμοποιείς συχνά τη φράση "κάπου διάβασα" σε κατατάσει διαπαντώς στη λίστα Αυτών Που Διαβάζουν -κερδίζοντάς σου δύο πράγματα.
Γκλάμουρ και ανευθυνότητα.
Ταυτόχρονα βέβαια, φρόντισα και ομόλογησα πως εγώ δεν διαβάζω πολύ συχνά, αλλά κάπου-κάπου.
(Εξ'ού και το "κάπου κάπου διάβασα").
Γκλάμουρ και ανευθυνότητα.
Με άλλα λόγια: αίγλη (είσαι διαβασμένος όσο νά'ναι) και ανεμελιά (δεν παίρνεις την ευθύνη των απόψεών σου: την παίρνουν οι άλλοι -οι αυτοί που "κάπου έγραψαν").
Η λέξη γκλάμουρ, ετυμολογικά, (κάπου διάβασα), βγήκε λέει από τη λέξη γκράμαρ (γραμματική, όμπβιουσλι), και, (ως γκράμουρ αλλά χάριν ευφωνίας γκλάμουρ), όριζε αρχικά την αίγλη του γραμματιζούμενου (ενώ μετέπειτα την αίγλη ζαππείου, δηλαδή την αίγλη την κάπως σινιέ, αυτού που μπορεί να κάνει σπελ λέξεις όπως blahnik, vuitton και proenza παύλα schouler).
:-)
"Κάπου διάβασα."
Το απόλυτο καταφύγιο του γραμματιζούμενου (που κάπου κάπου παέι στο ζάππειο ντυμένος φιρμάτα).
Μεταξύ μας, εγώ χρησιμοποιώ τη φράση για ανεμελιά, σε συνομωσ-υνεννόηση με τη φαντασία μου, για να αποποιούμαστε την ευθύνη της (όταν αυτά που κάπου κάπου γράφω δεν είναι δικά της προϊόντα -όπως οφείλει ιδανικά- αλλά δανεικά).
Τι να κάνει; Μία είναι. Μερικές φορές ξυπνάει ασοβάτιστη, με κεφάλι ντεπόν (και μάτια με σκαλωσιές).
Ζηλεύω να ξέρετε.
Το να διαβάζεις κάπου είναι σαφώς καλύτερο από το να διαβάζεις κάπου κάπου (αρκετά με αυτό το αστείο, κάπου διάβασα ότι όποιος επαναλαμβάνεται στερείται φαντασίας).
-Εσύ που διαβάζεις;
-Κάπου.
Χα χα.
(Άμα διαβάζεις στη Βαρκελώνη ή στο Σαν Φρανσίσκο ζηλεύω διπλά -και δυστυχώς καθόλου δίπλα.)
Αλλά το εννοώ. Ζηλεύω. Απλά αν διάβαζα περισσότερο θα είχα έλλειψη χρόνου και δεν θα έγραφα τίποτα (μάλιστα κάπου διάβασα ότι δεν πρωτοτυπώ -όσοι γράφουν συχνά αρνούνται να διαβάζουν πολύ).
Προσωπικά, για να το εμπεδώσουμε όλοι μαζί, όταν διαβάζω πολύ απλά ζηλεύω πολύ -ζηλεύω που γράφουν άλλοι πρώτοι, πριν από μένα, αυτά που η παγκόσμια έμπνευση υπαγορεύει (κι όποιος προλάβει).
Τη μέρα δε που μας μιλούσε για τα παλίμψηστα (πριν εξακοσατόσα χρόνια ο καθηγητής μου ο Δημηρούλης), είχα πάθει υποσυσφιξιακή αντιμετατωπιστική κατάθλιψη.
Όμως εγώ άλλο θέλω να πω σήμερα.
Θέλω να πω πόσο με βολεύει το να μπορεί η φαντασία μου όχι απλώς να ξεφεύγει και να φεύγει, αλλά και να καταφεύγει (κάπου-κάπου) στο τρυκ τού να έχει διαβάσει (κάπου αλλού) αυτά που θέλει να πει (κάπου εδώ).
Το αποδεικνύω μέχρι να πεις τρία.
"Τρία."
(Μόλις επινόησα τη φωνή σου.)
Και με σαρδόνια ελευθερία λοιπόν, δηλώνω ότι κάπου διάβασα ότι μου λείπεις.
Κάπου διάβασα ότι θέλω να καθίσουμε πλάι πλάι στον καναπέ έτσι απλά για να μιλάμε.
ΥΓ1
Κι όλα τα παραπάνω όντως τα διάβασα κάπου, απλά (και σόρρυ αν σας το χαλάσω), όχι κάπου τυχαία -αλλά σε ημερολόγιό μου (που σιγά μην πω ποιας χρονιάς).
ΥΓ2
(Kάπου διάβασα ότι δεν γίνεται να σε αφορούν τα πάντα για πάντα.)
ΥΓ3
Πληροφοριακά, έχω εφτά ημερολόγια, εφτά χρόνων, ούμπερ γραμμένα, σελίδα-σελίδα, (μαντέψτε με τι είδους ανατριχιαστικές λεπτομέρειες).
ΥΓ4
Στέη τιούντ προτείνω: μπορεί να αρχίσω να τα κυκλοφορώ κι αυτά (περιεχόμενο, Κάρτλαντ, σκηνοθεσία, Φώσκολος).
ΥΓ5
Αλλά επειδή δεν είναι καθόλου αστείο το συγκεκριμμένο έντρυ, κι εσύ γελάς, (ακούω γέλια), για να κλείσω, μην ξεχάσω να πω ότι κάπως κάπου κάποτε διάβασα τα πιο όμορφα πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ.
ΥΓ6
Στα φέησμπουκ στάτους του.
(Έεεεεεεεελα, έεεεελα, πλάκα κάνω.)
Στα μάτια του.
ΥΓ7
(Και με αυτά δεν την κάνεις την πλάκα. Την παθαίνεις.)
Κλείσμο ματιού (αυτή τη στιγμή βαμμένου με σκιά σανέλ, χρυσοκαφέ, τη μόνη σκιά που επιτρέπω να σκιάζει το βλέμμα μου).
Έσσλιν Κατ
Γκλάμουρ και ανευθυνότητα.
Ταυτόχρονα βέβαια, φρόντισα και ομόλογησα πως εγώ δεν διαβάζω πολύ συχνά, αλλά κάπου-κάπου.
(Εξ'ού και το "κάπου κάπου διάβασα").
Γκλάμουρ και ανευθυνότητα.
Με άλλα λόγια: αίγλη (είσαι διαβασμένος όσο νά'ναι) και ανεμελιά (δεν παίρνεις την ευθύνη των απόψεών σου: την παίρνουν οι άλλοι -οι αυτοί που "κάπου έγραψαν").
Η λέξη γκλάμουρ, ετυμολογικά, (κάπου διάβασα), βγήκε λέει από τη λέξη γκράμαρ (γραμματική, όμπβιουσλι), και, (ως γκράμουρ αλλά χάριν ευφωνίας γκλάμουρ), όριζε αρχικά την αίγλη του γραμματιζούμενου (ενώ μετέπειτα την αίγλη ζαππείου, δηλαδή την αίγλη την κάπως σινιέ, αυτού που μπορεί να κάνει σπελ λέξεις όπως blahnik, vuitton και proenza παύλα schouler).
:-)
"Κάπου διάβασα."
Το απόλυτο καταφύγιο του γραμματιζούμενου (που κάπου κάπου παέι στο ζάππειο ντυμένος φιρμάτα).
Μεταξύ μας, εγώ χρησιμοποιώ τη φράση για ανεμελιά, σε συνομωσ-υνεννόηση με τη φαντασία μου, για να αποποιούμαστε την ευθύνη της (όταν αυτά που κάπου κάπου γράφω δεν είναι δικά της προϊόντα -όπως οφείλει ιδανικά- αλλά δανεικά).
Τι να κάνει; Μία είναι. Μερικές φορές ξυπνάει ασοβάτιστη, με κεφάλι ντεπόν (και μάτια με σκαλωσιές).
Ζηλεύω να ξέρετε.
Το να διαβάζεις κάπου είναι σαφώς καλύτερο από το να διαβάζεις κάπου κάπου (αρκετά με αυτό το αστείο, κάπου διάβασα ότι όποιος επαναλαμβάνεται στερείται φαντασίας).
-Εσύ που διαβάζεις;
-Κάπου.
Χα χα.
(Άμα διαβάζεις στη Βαρκελώνη ή στο Σαν Φρανσίσκο ζηλεύω διπλά -και δυστυχώς καθόλου δίπλα.)
Αλλά το εννοώ. Ζηλεύω. Απλά αν διάβαζα περισσότερο θα είχα έλλειψη χρόνου και δεν θα έγραφα τίποτα (μάλιστα κάπου διάβασα ότι δεν πρωτοτυπώ -όσοι γράφουν συχνά αρνούνται να διαβάζουν πολύ).
Προσωπικά, για να το εμπεδώσουμε όλοι μαζί, όταν διαβάζω πολύ απλά ζηλεύω πολύ -ζηλεύω που γράφουν άλλοι πρώτοι, πριν από μένα, αυτά που η παγκόσμια έμπνευση υπαγορεύει (κι όποιος προλάβει).
Τη μέρα δε που μας μιλούσε για τα παλίμψηστα (πριν εξακοσατόσα χρόνια ο καθηγητής μου ο Δημηρούλης), είχα πάθει υποσυσφιξιακή αντιμετατωπιστική κατάθλιψη.
Όμως εγώ άλλο θέλω να πω σήμερα.
Θέλω να πω πόσο με βολεύει το να μπορεί η φαντασία μου όχι απλώς να ξεφεύγει και να φεύγει, αλλά και να καταφεύγει (κάπου-κάπου) στο τρυκ τού να έχει διαβάσει (κάπου αλλού) αυτά που θέλει να πει (κάπου εδώ).
Το αποδεικνύω μέχρι να πεις τρία.
"Τρία."
(Μόλις επινόησα τη φωνή σου.)
Και με σαρδόνια ελευθερία λοιπόν, δηλώνω ότι κάπου διάβασα ότι μου λείπεις.
Κάπου διάβασα ότι θέλω να καθίσουμε πλάι πλάι στον καναπέ έτσι απλά για να μιλάμε.
ΥΓ1
Κι όλα τα παραπάνω όντως τα διάβασα κάπου, απλά (και σόρρυ αν σας το χαλάσω), όχι κάπου τυχαία -αλλά σε ημερολόγιό μου (που σιγά μην πω ποιας χρονιάς).
ΥΓ2
(Kάπου διάβασα ότι δεν γίνεται να σε αφορούν τα πάντα για πάντα.)
ΥΓ3
Πληροφοριακά, έχω εφτά ημερολόγια, εφτά χρόνων, ούμπερ γραμμένα, σελίδα-σελίδα, (μαντέψτε με τι είδους ανατριχιαστικές λεπτομέρειες).
ΥΓ4
Στέη τιούντ προτείνω: μπορεί να αρχίσω να τα κυκλοφορώ κι αυτά (περιεχόμενο, Κάρτλαντ, σκηνοθεσία, Φώσκολος).
ΥΓ5
Αλλά επειδή δεν είναι καθόλου αστείο το συγκεκριμμένο έντρυ, κι εσύ γελάς, (ακούω γέλια), για να κλείσω, μην ξεχάσω να πω ότι κάπως κάπου κάποτε διάβασα τα πιο όμορφα πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ.
ΥΓ6
Στα φέησμπουκ στάτους του.
(Έεεεεεεεελα, έεεεελα, πλάκα κάνω.)
Στα μάτια του.
ΥΓ7
(Και με αυτά δεν την κάνεις την πλάκα. Την παθαίνεις.)
Κλείσμο ματιού (αυτή τη στιγμή βαμμένου με σκιά σανέλ, χρυσοκαφέ, τη μόνη σκιά που επιτρέπω να σκιάζει το βλέμμα μου).
Έσσλιν Κατ
18 Οκτ 2008
Λάθος νούμερο.
Μην μπείτε στον κόπο να με πάρετε τηλέφωνο σήμερα -το νούμερο θα βγει αυτό που καταλάβατε.
(Έχει βλάβη η σωστότητα από χτες.)
Μην με πάρετε τέτοια ώρα (παρότι μεσημέρι) -θα κοιμάμαι μέρες τώρα. Το ρολόι άρχισε τα λάθη κι αυτό (νούμερα μετράει, τι περίμενες;) σκάλωσε σε κάτι ξημερώματα -μάλλον χάλασαν τα δευτερόλεπτα.
(Τα ξέχασα εκτός ψυγείου.)
Κάτι έπαθε, άκουσα, (μεταξύ άλλων νούμερων) και το 25.
(Ωχ! Πάνε μέχρι και τα χριστούγεννα -σύντομα τα βλέπω κινητή γιορτή: να μετακομίζουν σε καμμιά νεόχτιστη εβδομάδα απέναντι.)
Σοβαρά όμως τώρα.
Φαντάσου να ξυπνήσεις μια μέρα περιτριγυρισμένος πράγματι από λάθος (αμέτρητα μάλιστα) νούμερα -λάθος νούμερα που σε περιφρονούν, που σε κοιτούν λανθασμένα, και κάπως μετρημένα (σαν να μην μετράς).
(Λάθος το νούμερο του σπιτιού σου, λάθος το νούμερο των ανθρώπων γύρω σου, λάθος το νούμερο του αγαπημένου ρούχου σου.)
Υποθέτω το μόνο σωστό νούμερο εκείνη τη στιγμή θα είναι το ένα -στα πλαίσια της αυτοκατανάλωσης.
"Κάπου διάβασα" κάποια στιγμή ένα παραμύθι με ένα προβατάκι που δεν μπορούσε με τίποτα λέει να κοιμηθεί και για να κοιμηθεί κάποιος του πρότεινε να μετρήσει αυτό που κατάλαβες (προβατάκια).
(Για την ιστορία, του φάνηκε καλή ιδέα, άρχισε όντως να τα μετράει, αλλά για πολλή ώρα δεν γινόταν τίποτα, μέχρι τη μαγική στιγμή που του ήρθε ιδέα στο μέτρημα να συμπεριλάβει τον εαυτό του.)
Λογικό.
Αν το ένα σου το αντιμετωπίζεις για καιρό σαν λάθος νούμερο, (και δίνεις πιο σημασία σε όλα τα πιο νούμερα γύρω σου), και δεν το λογαριάζεις, ε, εντάξει, το ένα (μην το βλέπεις έτσι μικρούλι και λίγο πρόβατο), θα μουτρώσει και θα σκουντάει τα σεντόνια σου-κι άντε μετά να κοιμηθείς τα βράδια σε κρεββάτι ένα ογδόντα επί δύο (τα πιο λάθος νούμερα συχνά).
Πιστεύω ότι το ένα μας πρέπει πολύ να το αγαπάμε (πριν αρχίσουμε να αγαπάμε το δύο μας): να το σαπουνίζουμε καθημερινά (να φεύγει από πάνω του κάθε λεκές ανασφάλειας), να κάνουμε νήμα στα δοντάκια του (να φεύγουν τα ξένα σώματα), φροντίδες τέτοιες -απλές (όχι ρόκετ σάιενς).
Αυτό τώρα μου θυμίζει κάτι που "κάπου διάβασα" σε ένα άλλο παραμύθι (βιβλίο ψυχολογίας), που έλεγε ότι για να αρχίσουμε να ζούμε μια ζωή που την εγκρίνουμε εμείς (αυτό φτάνει λέει), πρέπει να σταματήσουμε να αναζητάμε την έγκριση στα λόγια και στα βλέμματα των άλλων. (Δεν χρειάζεσαι κανένα άλλο νούμερο να εγκρίνει το ένα σου.)
Το τελικό συμπέρασμα;
Είσαι νούμερο ένα.
(Σεβάσου την πρωτιά σου που και που -όσο κι αν στην υπονομεύουν.)
ΥΓ1
'Ολα αυτά με τα προβατάκια και την καταπάτηση της ανάγκης για έγκριση, αν προσέξατε, "κάπου τα διάβασα". Όταν "κάπου τα διάβασες" έχεις καθαρίσει. Καταρχήν κάπου τα διάβασες -άρα διαβάζεις, άρα είσαι ιντελεκτουέλ (και σε κάποιους πιάνει). Κατά δεύτερον, φίου, δεν είναι δικές σου οι απόψεις σου -γλυτώνεις το βάρος (να είναι δικές σου.)
ΥΓ2
Στο υστερόγραφο νούμερο δύο κολλάει να πω ότι (αν θυμάμαι καλά) ένα κι ένα κάνει δύο.
ΥΓ3
Το λέω γιατί κάποιοι άνθρωποι πιστέυουν στο άλλο μισό (αντί στο άλλο ένα), δηλαδή στο έτερον ήμισυ -και έτσι δεν γίνεται δουλειά. (Άσε που δεν υπάρχει και υστερόγραφο νούμερο μισό -να σας ημιβολέψει.)
ΥΓ4
Σοβαρά τώρα. Μεταξύ μας είμαστε. Γίνεται δουλειά αν ξεκινάς με την παραδοχή ότι είσαι μισός; Κι αν (ακόμη χειρότερα) έχεις κάποιον δίπλα σου να σου θυμίζει (και να σου επιβάλλει) συνέχεια τη μισότητά σου;
ΥΓ5
Ένας είσαι. Και το άλλο "μισό" σου σού αξίζει να είναι μόνο το άλλο "ένα" σου.
ΥΓ6
Κοίτα. Το άλλο ένα σου (χα χα, να στο ξαναεξηγήσω γιατί είναι πολύ απλή η θεωρία για να την καταλάβεις αμέσως) είναι αυτό που σε βλέπει ως (το έπιασες), ένα: αυτό που σέβεται το ένα σου, που πολεμάει μαζί σου (συμμαχικά) τον μεγαλύτερο εχθρό σου, το χειρότερο που μπορείς να περιφέρεσαι σε αυτή τη ζωή (δηλαδή μισός, δηλαδή μίσος).
ΥΓ7
Το άλλο ένα σου δεν θέλει να ρουφήξει το μισό οξυγόνο σου αν κατάλαβες (έχει ολόκληρο δικό του).
Επιπλέον, το άλλο ένα σου συμφωνεί με το υστερόγραφο νούμερο 4 και -παραφράζοντάς το- πιστεύει ότι δουλειά γίνεται μόνο αν έχεις κάποιον δίπλα σου να σου θυμίζει (και να σου επιβάλλει) συνέχεια την ολότητά σου (που, αφού από τα ένα βγαίνει, αν θες πες την και... ενότητα).
ΥΓ8
Αν πάλι είσαι άνθρωπος ξεροκέφαλος, και δεν θες να είσαι το εν λόγω γενναιόδωρο ένα, το ένα το ζευγαρίσιο, (δηλαδή το ένα το δύο αν κατάλαβες), και αν (τελοςπάντων) ψάχνεις αυτό που σε μεγάλωσαν οι διαφημίσεις να ψάχνεις (το έτερο ΗΜΙΣΥ σου το κέρατό μου και την επανάληψή μου μέσα), δημοκρατία έχουμε.
Απλά πρόσεξε καλά (τι φρούτα θα βάλεις στο κοκτέηλ).
Αν βάλεις ετερώνυμα φρούτα (μισά πάντα), ΜΙΣΟ πορτοκάλι και ΜΙΣΟ ανανά ας πούμε, πλάκα θα έχει, αλλά για λίγο. (Ενώ αν βάλεις ομώνυμα, ένα μισό πορτοκάλι και ένα μισό πορτοκάλι θα βγάλεις χυμό όσο να πεις διαχρονικότερο.)
ΥΓ9
Εκτός αν πιστεύεις ακόμη ότι τα ετερώνυμα έλκονται.
(ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ, πλάκα έχεις.)
ΥΓ10
Αλλά για να γυρίσω στο τζούσι κομμάτι (στο χυμό), εγώ δεν λέω να βάλεις διαφορετικά φρούτα, ίδια να βάλεις, (δεν ήταν αυτό το θέμα μας, τα ομώνυμα) απλά κατάλαβες: μη βάλεις ΜΙΣΟ και ΜΙΣΟ, βάλε ένα κι ένα -βάλε δύο (να γεμίσει και ολόκληρο το ποτήρι).
ΥΓ11
Στην τελική κάνει και τίμιο και διαχρονικό σλογκανάκι αν το σκεφτείς ("αυτό το ζευγάρι είναι ένα κι ένα").
ΥΓ12
Άσε που ποτέ δεν παίχτηκε διαφήμιση να προτείνει ΜΙΣΟ ποτήρι χυμό.
ΥΓ13
Εγώ πάντως, για να τελειώνουμε, το έταιρον ήμισυ δεν το λέω έταιρον (το λέω παράταιρον).
ΥΓ14
Το ήμισυ είναι λάθος νούμερο. (Να το... μισείτε.)
ΥΓ15
Κι αυτό ΔΕΝ "κάπου το διάβασα" (δικό μου είναι).
(Ώρα να ομολογήσω ότι διαβάζω μεν, αλλά δεν διαβάζω πολύ -γράφω πολύ, για να εξηγούμαστε μια και καλή- οπότε να μην με ακούτε πάρα πολύ ευλαβικά, γιατί, μέσω εμού, αντί για διαβασμένοι μπορεί να καταλήξετε γραμμένοι -να σας γράφουν.)
Η πραγματικότητα είναι πως ώρες ώρες δεν χρειάζεται να ψάχνεις ούτε το μισό σου, ούτε το ολόκληρό σου, ούτε το ένα σου, ούτε το εικοσίδύο σου (πήγε τόσο;), αλλά απλά τα κλειδιά (κατά προτίμηση του αυτοκινήτου) σου -και να φεύγεις.
Ένα ένα είσαι εδώ;
Μπα.
(Μπου.)
:-Ρ
(Έχει βλάβη η σωστότητα από χτες.)
Μην με πάρετε τέτοια ώρα (παρότι μεσημέρι) -θα κοιμάμαι μέρες τώρα. Το ρολόι άρχισε τα λάθη κι αυτό (νούμερα μετράει, τι περίμενες;) σκάλωσε σε κάτι ξημερώματα -μάλλον χάλασαν τα δευτερόλεπτα.
(Τα ξέχασα εκτός ψυγείου.)
Κάτι έπαθε, άκουσα, (μεταξύ άλλων νούμερων) και το 25.
(Ωχ! Πάνε μέχρι και τα χριστούγεννα -σύντομα τα βλέπω κινητή γιορτή: να μετακομίζουν σε καμμιά νεόχτιστη εβδομάδα απέναντι.)
Σοβαρά όμως τώρα.
Φαντάσου να ξυπνήσεις μια μέρα περιτριγυρισμένος πράγματι από λάθος (αμέτρητα μάλιστα) νούμερα -λάθος νούμερα που σε περιφρονούν, που σε κοιτούν λανθασμένα, και κάπως μετρημένα (σαν να μην μετράς).
(Λάθος το νούμερο του σπιτιού σου, λάθος το νούμερο των ανθρώπων γύρω σου, λάθος το νούμερο του αγαπημένου ρούχου σου.)
Υποθέτω το μόνο σωστό νούμερο εκείνη τη στιγμή θα είναι το ένα -στα πλαίσια της αυτοκατανάλωσης.
"Κάπου διάβασα" κάποια στιγμή ένα παραμύθι με ένα προβατάκι που δεν μπορούσε με τίποτα λέει να κοιμηθεί και για να κοιμηθεί κάποιος του πρότεινε να μετρήσει αυτό που κατάλαβες (προβατάκια).
(Για την ιστορία, του φάνηκε καλή ιδέα, άρχισε όντως να τα μετράει, αλλά για πολλή ώρα δεν γινόταν τίποτα, μέχρι τη μαγική στιγμή που του ήρθε ιδέα στο μέτρημα να συμπεριλάβει τον εαυτό του.)
Λογικό.
Αν το ένα σου το αντιμετωπίζεις για καιρό σαν λάθος νούμερο, (και δίνεις πιο σημασία σε όλα τα πιο νούμερα γύρω σου), και δεν το λογαριάζεις, ε, εντάξει, το ένα (μην το βλέπεις έτσι μικρούλι και λίγο πρόβατο), θα μουτρώσει και θα σκουντάει τα σεντόνια σου-κι άντε μετά να κοιμηθείς τα βράδια σε κρεββάτι ένα ογδόντα επί δύο (τα πιο λάθος νούμερα συχνά).
Πιστεύω ότι το ένα μας πρέπει πολύ να το αγαπάμε (πριν αρχίσουμε να αγαπάμε το δύο μας): να το σαπουνίζουμε καθημερινά (να φεύγει από πάνω του κάθε λεκές ανασφάλειας), να κάνουμε νήμα στα δοντάκια του (να φεύγουν τα ξένα σώματα), φροντίδες τέτοιες -απλές (όχι ρόκετ σάιενς).
Αυτό τώρα μου θυμίζει κάτι που "κάπου διάβασα" σε ένα άλλο παραμύθι (βιβλίο ψυχολογίας), που έλεγε ότι για να αρχίσουμε να ζούμε μια ζωή που την εγκρίνουμε εμείς (αυτό φτάνει λέει), πρέπει να σταματήσουμε να αναζητάμε την έγκριση στα λόγια και στα βλέμματα των άλλων. (Δεν χρειάζεσαι κανένα άλλο νούμερο να εγκρίνει το ένα σου.)
Το τελικό συμπέρασμα;
Είσαι νούμερο ένα.
(Σεβάσου την πρωτιά σου που και που -όσο κι αν στην υπονομεύουν.)
ΥΓ1
'Ολα αυτά με τα προβατάκια και την καταπάτηση της ανάγκης για έγκριση, αν προσέξατε, "κάπου τα διάβασα". Όταν "κάπου τα διάβασες" έχεις καθαρίσει. Καταρχήν κάπου τα διάβασες -άρα διαβάζεις, άρα είσαι ιντελεκτουέλ (και σε κάποιους πιάνει). Κατά δεύτερον, φίου, δεν είναι δικές σου οι απόψεις σου -γλυτώνεις το βάρος (να είναι δικές σου.)
ΥΓ2
Στο υστερόγραφο νούμερο δύο κολλάει να πω ότι (αν θυμάμαι καλά) ένα κι ένα κάνει δύο.
ΥΓ3
Το λέω γιατί κάποιοι άνθρωποι πιστέυουν στο άλλο μισό (αντί στο άλλο ένα), δηλαδή στο έτερον ήμισυ -και έτσι δεν γίνεται δουλειά. (Άσε που δεν υπάρχει και υστερόγραφο νούμερο μισό -να σας ημιβολέψει.)
ΥΓ4
Σοβαρά τώρα. Μεταξύ μας είμαστε. Γίνεται δουλειά αν ξεκινάς με την παραδοχή ότι είσαι μισός; Κι αν (ακόμη χειρότερα) έχεις κάποιον δίπλα σου να σου θυμίζει (και να σου επιβάλλει) συνέχεια τη μισότητά σου;
ΥΓ5
Ένας είσαι. Και το άλλο "μισό" σου σού αξίζει να είναι μόνο το άλλο "ένα" σου.
ΥΓ6
Κοίτα. Το άλλο ένα σου (χα χα, να στο ξαναεξηγήσω γιατί είναι πολύ απλή η θεωρία για να την καταλάβεις αμέσως) είναι αυτό που σε βλέπει ως (το έπιασες), ένα: αυτό που σέβεται το ένα σου, που πολεμάει μαζί σου (συμμαχικά) τον μεγαλύτερο εχθρό σου, το χειρότερο που μπορείς να περιφέρεσαι σε αυτή τη ζωή (δηλαδή μισός, δηλαδή μίσος).
ΥΓ7
Το άλλο ένα σου δεν θέλει να ρουφήξει το μισό οξυγόνο σου αν κατάλαβες (έχει ολόκληρο δικό του).
Επιπλέον, το άλλο ένα σου συμφωνεί με το υστερόγραφο νούμερο 4 και -παραφράζοντάς το- πιστεύει ότι δουλειά γίνεται μόνο αν έχεις κάποιον δίπλα σου να σου θυμίζει (και να σου επιβάλλει) συνέχεια την ολότητά σου (που, αφού από τα ένα βγαίνει, αν θες πες την και... ενότητα).
ΥΓ8
Αν πάλι είσαι άνθρωπος ξεροκέφαλος, και δεν θες να είσαι το εν λόγω γενναιόδωρο ένα, το ένα το ζευγαρίσιο, (δηλαδή το ένα το δύο αν κατάλαβες), και αν (τελοςπάντων) ψάχνεις αυτό που σε μεγάλωσαν οι διαφημίσεις να ψάχνεις (το έτερο ΗΜΙΣΥ σου το κέρατό μου και την επανάληψή μου μέσα), δημοκρατία έχουμε.
Απλά πρόσεξε καλά (τι φρούτα θα βάλεις στο κοκτέηλ).
Αν βάλεις ετερώνυμα φρούτα (μισά πάντα), ΜΙΣΟ πορτοκάλι και ΜΙΣΟ ανανά ας πούμε, πλάκα θα έχει, αλλά για λίγο. (Ενώ αν βάλεις ομώνυμα, ένα μισό πορτοκάλι και ένα μισό πορτοκάλι θα βγάλεις χυμό όσο να πεις διαχρονικότερο.)
ΥΓ9
Εκτός αν πιστεύεις ακόμη ότι τα ετερώνυμα έλκονται.
(ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ, πλάκα έχεις.)
ΥΓ10
Αλλά για να γυρίσω στο τζούσι κομμάτι (στο χυμό), εγώ δεν λέω να βάλεις διαφορετικά φρούτα, ίδια να βάλεις, (δεν ήταν αυτό το θέμα μας, τα ομώνυμα) απλά κατάλαβες: μη βάλεις ΜΙΣΟ και ΜΙΣΟ, βάλε ένα κι ένα -βάλε δύο (να γεμίσει και ολόκληρο το ποτήρι).
ΥΓ11
Στην τελική κάνει και τίμιο και διαχρονικό σλογκανάκι αν το σκεφτείς ("αυτό το ζευγάρι είναι ένα κι ένα").
ΥΓ12
Άσε που ποτέ δεν παίχτηκε διαφήμιση να προτείνει ΜΙΣΟ ποτήρι χυμό.
ΥΓ13
Εγώ πάντως, για να τελειώνουμε, το έταιρον ήμισυ δεν το λέω έταιρον (το λέω παράταιρον).
ΥΓ14
Το ήμισυ είναι λάθος νούμερο. (Να το... μισείτε.)
ΥΓ15
Κι αυτό ΔΕΝ "κάπου το διάβασα" (δικό μου είναι).
(Ώρα να ομολογήσω ότι διαβάζω μεν, αλλά δεν διαβάζω πολύ -γράφω πολύ, για να εξηγούμαστε μια και καλή- οπότε να μην με ακούτε πάρα πολύ ευλαβικά, γιατί, μέσω εμού, αντί για διαβασμένοι μπορεί να καταλήξετε γραμμένοι -να σας γράφουν.)
Η πραγματικότητα είναι πως ώρες ώρες δεν χρειάζεται να ψάχνεις ούτε το μισό σου, ούτε το ολόκληρό σου, ούτε το ένα σου, ούτε το εικοσίδύο σου (πήγε τόσο;), αλλά απλά τα κλειδιά (κατά προτίμηση του αυτοκινήτου) σου -και να φεύγεις.
Ένα ένα είσαι εδώ;
Μπα.
(Μπου.)
:-Ρ
15 Οκτ 2008
Χαρούμενη χρυσή πρωτοχρονιά.
"Σαν τα πουκάμισα".
Ίσως αυτός να ήταν καλύτερος τίτλος για αυτό το κείμενο.
(Θα επανέλθω.)
Αν και όχι απαραίτητα καλύτερος τίτλος από το ψέμα νούμερο ένα που συχνά όλοι λέμε (στο πουκάμισο νούμερο τάδε), όταν λέμε: "Τα λέμε...".
(Και δεν επανερχόμαστε.)
Για να τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, καταρχήν πρέπει να ξέρουμε από που αρχίζουν.
Αλλά σιγά μην ξέρουμε ποιος έκανε την αρχή (γενικά, για όλα).
Ξύπνησα λοιπόν το πρωί (να μια τσαπατσούλικη υποψία αρχής) και είδα να αιωρείται πάνω από το κρεβάτι μου το γνωστό παραθυράκι τής "μέρας κοπάνας", που ανάβει απροειδοποίητα στο πάνω μέρος τής "οθόνης" μου, 2 με 3 φορές τον χρόνο, (με στόχο να με ρουφήξει).
Ανοίγω λοιπόν τα μάτια, και σκέφτομαι τα κλασικά: "σήμερα δεν θέλω με τίποτα να πάω στη δουλειά, θα πάρω να πω ότι μου έφαγε ο σκύλος την εργασία, ότι έχω να πάω στον γυναικολόγο, ότι έχει τρία μέτρα χιόνι στην οδό μου, (όπως πάντα κάτι θα βρω).
Και μετά (τσουπ), σκέφτομαι και τρελλαίνομαι ότι είμαι ένα τίποτα πλέον (δεν έχω καν γραμματέα πια), δεν έχω από τίποτα να το βάλω στα πόδια (από τίποτα να την κοπανήσω).
Και αναρωτιέμαι.
Όταν (ακόμη κι από βαρεμάρα ή ανάγκη για σκανταλιά) αισθάνεσαι έντονη την επιθυμιά να την κοπανήσεις από κάπου αλλά δεν έχεις από που, τι κάνεις για να μην τρελλαθείς;
(Όποιος απάντησε "καλό σεξ έσσλιν", αουτς, πρωτοτύπησε, μπράβο.)
Όχι, αλήθεια.
(Είναι κουραστικό να μεταφέρεις μια άδεια βαλίτσα.)
Γιατί να μην υπάρχει μια εταιρία τύπου ΣΚΟΤΟΥΡΑ ΕΠΕ, να σου επιβάλει ντεντλάινς, να σου κατασκευάζει προβλήματα (για κάθε λύση που σαφώς -αλλά και σα φως- έχεις πια βρει), να σε κάνει να νιώθεις ότι μόλις έχεις τσακωθεί τρελλά με τον αγαπημένο σου, να σε κάνει υφιστάμενο ενός (παγκόσμιου πάντα) μαλάκα, να σε κάνει ανγχωμένο τάργκετ γρουπ, και τέλος πάντων να σου προμηθεύει μια ατζέντα μονμπλάν ασφυκτικά παχουλή (σαν τη θεία σου), γεμάτη ραντεβού -μεταξύ άλλων και με τον προέδρογλου, και με τον οδοντίατρο (που έχεις να πας από το 1978), και με τον κτηνίατρο (για τη γάτα σου που δεν έχεις), αλλά και με την παχουλή θεία σου, (που δεν ξέρει τι είναι το μονμπλάν).
Δεν ανησυχώ για τίποτα.
(Κι αυτό είναι το μόνο που με κάνει να ανησυχώ.)
Πρέπει απλά να μην ξεχνάω να αναπνέω αν το σκεφτείς (αλλά ευτυχώς αυτό είναι σαν το ποδήλατο, οπότε όποιος είπε πριν "καλό σεξ έσσλιν" να το πάρει πίσω και να μου ευχηθεί "καλό ποδήλατο" -που είναι ακριβώς το ίδιο λένε, αλλά πιο κλάσσυ.)
Χτες ανέβηκα και κατέβηκα πάλι την Τεμπέλης. (Όχι με ποδήλατο δυστυχώς.)
Και ναι.
Έτσι λέμε εμείς την Πεντέλης, εμείς, (ο σοβαρός και ο αστείος εαυτός μου) που πάμε καθεμέρα επίσκεψη στον φίλο μας Γιώργο Ιακωβίδη (εμπνευστή της φράσης να εξηγούμαστε) για να ανησυχήσουμε με την ανησυχητική κατάσταση του να μην ανησυχείς παρότι δεν δουλεύεις, (και δεν παράγεις ανησυχητικά πολλά χρήματα).
(Κάπου εδώ, το φτηνό μου κειμενογραφικό παρελθόν -που μπαίνει συνήθως από τα αριστερά της οθόνης-, αν έβρισκε τον λόγο θα έπαιρνε τον λόγο και θα έλεγε ότι αν δεν δουλεύεις δεν δουλεύεσαι κιόλας -για να ανησυχείς-, αλλά δεν βρίσκει κανένα λόγο πια.)
Όταν δεν δουλεύεις είναι κάθε μέρα Σάββατο (-ή αλλιώς Έβδομη).
"Σάββατο σήμερα, θα βρεθούμε;" (Το ούμπερ αστείο σου, Γιώργο, κάθε Δεύτερα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, το οποίο υιοθέτησα κι εγώ όταν έκρινα ότι το αστείο Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Έκτη, Έβδομη, Όγδοη, δεν ειρωνευόταν το ίδιο εύστοχα την παντελή έλλειψη σημασίας γύρω από το τι μέρα είναι σήμερα).
Ισοπέδωσες μέχρι και το γκλαμ του ΠουΣουΚου ρε.
(Με το δικό ΣουΣουΣου γκλαμ.)
Ε, λοιπόν, εγώ σας λέω, στιγμές-στιγμές κόλαση όταν δεν έχει Δευτέρα η εβδομάδα.
Ναι, το ξέρω ακούγεται γελοίο (αν καταφέρει δηλαδή να ακουστεί τίποτα πίσω από τα πολλά και φωναχτά "άσε μας ρε έσσλιν στο ντεντλάην μας").
Αλλά στιγές-στιγμές θες επειγόντως τη Δευτέρα σου (να έρθει να σε βάλει σε πρόγραμμα, εκτελώντας χρεή εβδομαδιαίας πρωτοχρονιάς).
Αυτό είναι.
Όταν είναι κάθε μέρα Σάββατο, είναι κάθε μέρα Πρωτοχρονιά.
(Δηλαδή λίστα.)
Όταν είναι κάθε μέρα Σάββατο η ΣΚΟΤΟΥΡΑ ΕΠΕ χάνει κέρδη (όσο δεν ιδρύεται.)
Σπίκινγκ οβ (ιδέες για νέες επιχειρηματικές κινήσεις), μία από τις πλέον αν-ανησυχητικές συζητήσεις χθες βράδυ (σχεδόν τέρμα Τεμπέλης και δεξιά), είχε να κάνει με τον Θεό. (Όχι τον Μπόουι ή τον Μάρεϋ αυτή τη φορά.)
Κι όταν μιλάς με κάποιον που αν έβαζε υποψηφιότητα για Θεός θα τον ψήφιζα, ή μάλλον (βρήκα καλύτερο) κάποιον που δεν έχει τον Θεό του, θα ακούσεις σίγουρα κάτι αστείο (για αυτό και ανοίγεις τη συζήτηση).
Το αστείο ήταν ότι ο Θεός -και για να κάνει κλικ ο συνειρμός, ξεκαθαρίζω ότι μιλώντας για επιχειρήσεις ποιον άλλον θα σκεφτείς; τον απόλυτο μπίζνεσμαν, (κλικ), δεν έχει ούτε μπαμπά να τον σπονσο-νεποτάρει, ούτε αφεντικό.
Είναι αυτοδημιούργητος (ο χριστιανός).
Ε, εμείς δεν είμαστε.
Ανεβαίνουμε την Τεμπέλης και τρώμε τα έτοιμα.
(Έχει και καλό ντελίβερι η περιοχή.)
Αλλά όσο ριλάξινγκ κι αν ακούγεται, όταν είναι κάθε μέρα Πρωτοχρονιά, (επανέρχομαι) πάει το χέρι του από μόνο να ετοιμάσει λίστες.
Τις (φ)λεγόμενες (από μένα) "λίστες τού ΠΙΟ".
"Φέτος (δηλαδή σήμερα) θα είμαι ΠΙΟ απαυτό."
(Και ΠΙΟ αποτάλλο.)
Μια κούραση. Μια ΠΙΟ κούραση από ποτέ. (Να μην έχεις με τι να κουραστείς ΠΙΟ πολύ και να μπαίνεις στη διαδικασία να νιώθεις τύψεις που δεν μπορεί να γίνεις ΠΙΟ έσσλιν έσσλιν είσαι αλλού.)
(Στο ΠΙΟ αχάριστο ποστ σου.)
Ε!
Πώς να μην θέλεις να την κοπανήσεις όταν δεν έχεις από που ΠΙΟ να την κοπανήσεις -όταν δεν έχεις καν γάτα, λέμε, να σε τρέχει στους γιατρούς (από το να τρέχεις χωρίς γάτα.)
ΥΓ1
Άν έχεις γάτα και εξακολουθείς και νιώθεις ταύτιση με όσα διάβασες, για να με πείσεις να την μετονομάσεις Μαρμότα (το προτείνω).
ΥΓ2
Το τρύκι χυδαίο κολπάκι-υπόσχεση στην αρχή του ποστ (το "σαν τα πουκάμισα") εκτέλεσε χρέη μάρκετινγκ (για να σας κρατήσω μέχρι να έρθει το και καλά τζούσι παρτ με τους γκόμενους). Όχι ότι δεν θα επανέλθω δηλαδή -όπως υποσχέθηκα. Πρόμις. (Πιθανόν αύριο, ή μεθαύριο, κάποιο Σάββατο τελοςπάντων, θα μιλήσω για εναλλαγή συντρόφων, χυλόπιτες, δικαιολογίες τύπου ταλέμε, κλπ -γιατί όχι;)
ΥΓ3
Α, και που είσαι; Θεέ; Μπράβο σου ρε, πολύ έξυπνο το τρυκάκι σου να είσαι αυτοδημιούργητος (και να μην αφήνεις περιθώριο για αμφισβήτηση στο πίστευε και μη ερεύνα), κάνοντάς με, στιγμές-στιγμές, να ξυπνάω και να κυνηγάω την ουρά μου (σαν γάτα).
ΥΓ4
Δεν έχω γάτα λέμε.
(Πήριοντ.)
ΥΓ5
Αν τώρα, αναγνώστες μου, προς το τέλος του ξεχυλωμένου μου ποστ, έχετε εκνευριστεί που δεν έχετε γάτα ή δεν είστε αυτοδημιούργητοι οπότε και δουλεύετε πολύ σκληρά -και μέσα στην σκληρότητα έχετε χάσει την ικανότητα να εκτιμάτε μια καλή μεσοεβδομαδιένια ΤΡΟΜΠΑ-, νομίζω ότι μόλις βρήκα λόγο να ανησυχώ.
ΥΓ6
(Είναι κρίμα να μην εκτιμάται μια καλή τρόμπα.)
ΥΓ7
............Μπορείτε βέβαια, (αν σας έβγαλα από το πρόγραμμά σας) να μου τα ψάλετε.
ΥΓ8
Προτιμήστε τα κάλαντα (μέρα που είναι).
ΥΓ9
Αν πάλι, εσύ (γιατί σιγά μην είστε και πάρα πολλοί) ξέρεις να εκτιμάς μια ΠΚΤ (Πραγματικά Καλή Τρόμπα), τι να πω;
ΥΓ10
Γάτα είσαι;
Ίσως αυτός να ήταν καλύτερος τίτλος για αυτό το κείμενο.
(Θα επανέλθω.)
Αν και όχι απαραίτητα καλύτερος τίτλος από το ψέμα νούμερο ένα που συχνά όλοι λέμε (στο πουκάμισο νούμερο τάδε), όταν λέμε: "Τα λέμε...".
(Και δεν επανερχόμαστε.)
Για να τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, καταρχήν πρέπει να ξέρουμε από που αρχίζουν.
Αλλά σιγά μην ξέρουμε ποιος έκανε την αρχή (γενικά, για όλα).
Ξύπνησα λοιπόν το πρωί (να μια τσαπατσούλικη υποψία αρχής) και είδα να αιωρείται πάνω από το κρεβάτι μου το γνωστό παραθυράκι τής "μέρας κοπάνας", που ανάβει απροειδοποίητα στο πάνω μέρος τής "οθόνης" μου, 2 με 3 φορές τον χρόνο, (με στόχο να με ρουφήξει).
Ανοίγω λοιπόν τα μάτια, και σκέφτομαι τα κλασικά: "σήμερα δεν θέλω με τίποτα να πάω στη δουλειά, θα πάρω να πω ότι μου έφαγε ο σκύλος την εργασία, ότι έχω να πάω στον γυναικολόγο, ότι έχει τρία μέτρα χιόνι στην οδό μου, (όπως πάντα κάτι θα βρω).
Και μετά (τσουπ), σκέφτομαι και τρελλαίνομαι ότι είμαι ένα τίποτα πλέον (δεν έχω καν γραμματέα πια), δεν έχω από τίποτα να το βάλω στα πόδια (από τίποτα να την κοπανήσω).
Και αναρωτιέμαι.
Όταν (ακόμη κι από βαρεμάρα ή ανάγκη για σκανταλιά) αισθάνεσαι έντονη την επιθυμιά να την κοπανήσεις από κάπου αλλά δεν έχεις από που, τι κάνεις για να μην τρελλαθείς;
(Όποιος απάντησε "καλό σεξ έσσλιν", αουτς, πρωτοτύπησε, μπράβο.)
Όχι, αλήθεια.
(Είναι κουραστικό να μεταφέρεις μια άδεια βαλίτσα.)
Γιατί να μην υπάρχει μια εταιρία τύπου ΣΚΟΤΟΥΡΑ ΕΠΕ, να σου επιβάλει ντεντλάινς, να σου κατασκευάζει προβλήματα (για κάθε λύση που σαφώς -αλλά και σα φως- έχεις πια βρει), να σε κάνει να νιώθεις ότι μόλις έχεις τσακωθεί τρελλά με τον αγαπημένο σου, να σε κάνει υφιστάμενο ενός (παγκόσμιου πάντα) μαλάκα, να σε κάνει ανγχωμένο τάργκετ γρουπ, και τέλος πάντων να σου προμηθεύει μια ατζέντα μονμπλάν ασφυκτικά παχουλή (σαν τη θεία σου), γεμάτη ραντεβού -μεταξύ άλλων και με τον προέδρογλου, και με τον οδοντίατρο (που έχεις να πας από το 1978), και με τον κτηνίατρο (για τη γάτα σου που δεν έχεις), αλλά και με την παχουλή θεία σου, (που δεν ξέρει τι είναι το μονμπλάν).
Δεν ανησυχώ για τίποτα.
(Κι αυτό είναι το μόνο που με κάνει να ανησυχώ.)
Πρέπει απλά να μην ξεχνάω να αναπνέω αν το σκεφτείς (αλλά ευτυχώς αυτό είναι σαν το ποδήλατο, οπότε όποιος είπε πριν "καλό σεξ έσσλιν" να το πάρει πίσω και να μου ευχηθεί "καλό ποδήλατο" -που είναι ακριβώς το ίδιο λένε, αλλά πιο κλάσσυ.)
Χτες ανέβηκα και κατέβηκα πάλι την Τεμπέλης. (Όχι με ποδήλατο δυστυχώς.)
Και ναι.
Έτσι λέμε εμείς την Πεντέλης, εμείς, (ο σοβαρός και ο αστείος εαυτός μου) που πάμε καθεμέρα επίσκεψη στον φίλο μας Γιώργο Ιακωβίδη (εμπνευστή της φράσης να εξηγούμαστε) για να ανησυχήσουμε με την ανησυχητική κατάσταση του να μην ανησυχείς παρότι δεν δουλεύεις, (και δεν παράγεις ανησυχητικά πολλά χρήματα).
(Κάπου εδώ, το φτηνό μου κειμενογραφικό παρελθόν -που μπαίνει συνήθως από τα αριστερά της οθόνης-, αν έβρισκε τον λόγο θα έπαιρνε τον λόγο και θα έλεγε ότι αν δεν δουλεύεις δεν δουλεύεσαι κιόλας -για να ανησυχείς-, αλλά δεν βρίσκει κανένα λόγο πια.)
Όταν δεν δουλεύεις είναι κάθε μέρα Σάββατο (-ή αλλιώς Έβδομη).
"Σάββατο σήμερα, θα βρεθούμε;" (Το ούμπερ αστείο σου, Γιώργο, κάθε Δεύτερα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, το οποίο υιοθέτησα κι εγώ όταν έκρινα ότι το αστείο Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Έκτη, Έβδομη, Όγδοη, δεν ειρωνευόταν το ίδιο εύστοχα την παντελή έλλειψη σημασίας γύρω από το τι μέρα είναι σήμερα).
Ισοπέδωσες μέχρι και το γκλαμ του ΠουΣουΚου ρε.
(Με το δικό ΣουΣουΣου γκλαμ.)
Ε, λοιπόν, εγώ σας λέω, στιγμές-στιγμές κόλαση όταν δεν έχει Δευτέρα η εβδομάδα.
Ναι, το ξέρω ακούγεται γελοίο (αν καταφέρει δηλαδή να ακουστεί τίποτα πίσω από τα πολλά και φωναχτά "άσε μας ρε έσσλιν στο ντεντλάην μας").
Αλλά στιγές-στιγμές θες επειγόντως τη Δευτέρα σου (να έρθει να σε βάλει σε πρόγραμμα, εκτελώντας χρεή εβδομαδιαίας πρωτοχρονιάς).
Αυτό είναι.
Όταν είναι κάθε μέρα Σάββατο, είναι κάθε μέρα Πρωτοχρονιά.
(Δηλαδή λίστα.)
Όταν είναι κάθε μέρα Σάββατο η ΣΚΟΤΟΥΡΑ ΕΠΕ χάνει κέρδη (όσο δεν ιδρύεται.)
Σπίκινγκ οβ (ιδέες για νέες επιχειρηματικές κινήσεις), μία από τις πλέον αν-ανησυχητικές συζητήσεις χθες βράδυ (σχεδόν τέρμα Τεμπέλης και δεξιά), είχε να κάνει με τον Θεό. (Όχι τον Μπόουι ή τον Μάρεϋ αυτή τη φορά.)
Κι όταν μιλάς με κάποιον που αν έβαζε υποψηφιότητα για Θεός θα τον ψήφιζα, ή μάλλον (βρήκα καλύτερο) κάποιον που δεν έχει τον Θεό του, θα ακούσεις σίγουρα κάτι αστείο (για αυτό και ανοίγεις τη συζήτηση).
Το αστείο ήταν ότι ο Θεός -και για να κάνει κλικ ο συνειρμός, ξεκαθαρίζω ότι μιλώντας για επιχειρήσεις ποιον άλλον θα σκεφτείς; τον απόλυτο μπίζνεσμαν, (κλικ), δεν έχει ούτε μπαμπά να τον σπονσο-νεποτάρει, ούτε αφεντικό.
Είναι αυτοδημιούργητος (ο χριστιανός).
Ε, εμείς δεν είμαστε.
Ανεβαίνουμε την Τεμπέλης και τρώμε τα έτοιμα.
(Έχει και καλό ντελίβερι η περιοχή.)
Αλλά όσο ριλάξινγκ κι αν ακούγεται, όταν είναι κάθε μέρα Πρωτοχρονιά, (επανέρχομαι) πάει το χέρι του από μόνο να ετοιμάσει λίστες.
Τις (φ)λεγόμενες (από μένα) "λίστες τού ΠΙΟ".
"Φέτος (δηλαδή σήμερα) θα είμαι ΠΙΟ απαυτό."
(Και ΠΙΟ αποτάλλο.)
Μια κούραση. Μια ΠΙΟ κούραση από ποτέ. (Να μην έχεις με τι να κουραστείς ΠΙΟ πολύ και να μπαίνεις στη διαδικασία να νιώθεις τύψεις που δεν μπορεί να γίνεις ΠΙΟ έσσλιν έσσλιν είσαι αλλού.)
(Στο ΠΙΟ αχάριστο ποστ σου.)
Ε!
Πώς να μην θέλεις να την κοπανήσεις όταν δεν έχεις από που ΠΙΟ να την κοπανήσεις -όταν δεν έχεις καν γάτα, λέμε, να σε τρέχει στους γιατρούς (από το να τρέχεις χωρίς γάτα.)
ΥΓ1
Άν έχεις γάτα και εξακολουθείς και νιώθεις ταύτιση με όσα διάβασες, για να με πείσεις να την μετονομάσεις Μαρμότα (το προτείνω).
ΥΓ2
Το τρύκι χυδαίο κολπάκι-υπόσχεση στην αρχή του ποστ (το "σαν τα πουκάμισα") εκτέλεσε χρέη μάρκετινγκ (για να σας κρατήσω μέχρι να έρθει το και καλά τζούσι παρτ με τους γκόμενους). Όχι ότι δεν θα επανέλθω δηλαδή -όπως υποσχέθηκα. Πρόμις. (Πιθανόν αύριο, ή μεθαύριο, κάποιο Σάββατο τελοςπάντων, θα μιλήσω για εναλλαγή συντρόφων, χυλόπιτες, δικαιολογίες τύπου ταλέμε, κλπ -γιατί όχι;)
ΥΓ3
Α, και που είσαι; Θεέ; Μπράβο σου ρε, πολύ έξυπνο το τρυκάκι σου να είσαι αυτοδημιούργητος (και να μην αφήνεις περιθώριο για αμφισβήτηση στο πίστευε και μη ερεύνα), κάνοντάς με, στιγμές-στιγμές, να ξυπνάω και να κυνηγάω την ουρά μου (σαν γάτα).
ΥΓ4
Δεν έχω γάτα λέμε.
(Πήριοντ.)
ΥΓ5
Αν τώρα, αναγνώστες μου, προς το τέλος του ξεχυλωμένου μου ποστ, έχετε εκνευριστεί που δεν έχετε γάτα ή δεν είστε αυτοδημιούργητοι οπότε και δουλεύετε πολύ σκληρά -και μέσα στην σκληρότητα έχετε χάσει την ικανότητα να εκτιμάτε μια καλή μεσοεβδομαδιένια ΤΡΟΜΠΑ-, νομίζω ότι μόλις βρήκα λόγο να ανησυχώ.
ΥΓ6
(Είναι κρίμα να μην εκτιμάται μια καλή τρόμπα.)
ΥΓ7
............Μπορείτε βέβαια, (αν σας έβγαλα από το πρόγραμμά σας) να μου τα ψάλετε.
ΥΓ8
Προτιμήστε τα κάλαντα (μέρα που είναι).
ΥΓ9
Αν πάλι, εσύ (γιατί σιγά μην είστε και πάρα πολλοί) ξέρεις να εκτιμάς μια ΠΚΤ (Πραγματικά Καλή Τρόμπα), τι να πω;
ΥΓ10
Γάτα είσαι;
13 Οκτ 2008
Γδύσε την κούκλα.
Μόλις αποφάσισα ότι το αντίθετο του έρωτα είναι η απουσία επιθυμίας να δεις μια γυναίκα ντυμένη.
Το αποφάσισα ερχόμενη από της Ελένης σπίτι, ερχόμενη αντιμέτωπη και με τα εφτά αιδοία της Τζούλιας Αλεξανδράτου (στα ισάριθμα εξώφυλα, στα ισάριθμα περίπτερα).
Δεν γινόταν να μην πέσει (σε βαριά κατάθλιψη) το μάτι μου.
(Βέβαια από κόμπλεξ το λέω, που δεν είμαι όμορφη σαν την Τζόυλια -το βλέπω, δεν μου τελείωσε ο καθρέφτης).
Αλλά αλήθεια, (και ας αφήσουμε το κόμπλεξ μου στη φασαρία του): εγώ τη λυπήθηκα με τα πέντε τέυχη βυζάκια της τα χάρτινα φατσακάρτα, 2,90 κατά μέσο όρο το τέυχος -τα βυζάκια τα προς το παρόν αξεφύλιστα (αλλά τα σύντομα ξεφυλισμένα, μόλις 2,90 ευρώ μετά.)
Ε, μπορεί για αυτό να το λένε "περιοδικό" το περιοδικό στην τελική, κι όχι ας πούμε "διαχρονικό": επειδή δεν μιλάει για πράγματα διαχρονικά (όπως τα ντυμένα στήθη), αλλά για πράγματα ας ευχηθούμε περιοδικά (όπως τα γδυμένα ήθη).
Γι' αυτό και ευχαριστώ και τα τρία αρσενικά αδέρφια μου, που μου έκαναν τη χάρη και σνόμπαραν τα σωστά χρωμοσώματα τη σωστή στιγμή -και βγήκα κοριτσάκι- γιατί αν "γυναίκα που μετράει σήμερα" είναι αυτή που το αναπαραγωγικό της σύστημα ήρθε στο κόσμο όπως το γέννησε το φώτοσοπ, (ή το γυαλί), δεν πρέπει να έχει πλάκα (ή σασπένς) να είσαι άντρας.
Εγώ αν ήμουν άντρας θα ήθελα να μην δω ποτέ στήθος. Μόνο να πιάνω. Γιατί το στήθος όταν το κοιτάς νομίζει ότι παίζει θέατρο.
Αν ήμουν άντρας δεν θα ήθελα να δω το αληθινό κορίτσι μου στην τηλεόραση ή στα περιοδικά. Γιατί όταν βλέπεις ένα κορίτσι στην τηλεόραση ή στα περιοδικά απλώς το παρακολουθείς, ενώ το κορίτσι που θα θες να ξυπνάει το πρωί δίπλα σου (όταν σκουντάς επίτηδες το όνειρό της -να ξυπνήσει να σου πει καλημέρα με τη φυσική της φωνούλα) απλώς το παρα-ακολουθείς.
(Για αυτό κι αν ήμουν άντρας θα μου
άρεσε ο στίχος του Δεληβοριά που λέει:
"αυτοί που είναι συνέχεια στην τηλεόραση,
νομίζοντας πως μόνο εκεί κοιτάς εσύ,
ας μείνουν στου γυαλιού τους τη γωνίτσα,
θα παω και θα τους κλέψω τα κορίτσια".)
Αν ήμουν άντρας τέτοια κορίτσια θα ήθελα -λίγο ντεμοντέ (εποχής "ντύσε την κούκλα"), λίγο κορίτσια που τα κλέβεις.
Κορίτσια που δεν δέχονται να ξεφυλιστούν (αστεία αυτή η παρήχηση τελικά), γνωρίζοντας ότι λίγες σελίδες πιο κάτω από τη μέση (όλα κάτω από τη μέση) τα αστέρια έχουν αποκλειστική χρήση να προβλέπουν τα ερωτικά του τοξότη ή του αιγόκερου.
Που αν δεν τα βλέπεις συνέχεια γυμνά θα θες να τα ντύσεις όλο και με πιο πολλά πέπλα, μην τυχόν και τα ανακαλύψεις πολύ γρήγορα.
Που θα ζηλεύεις το ίδιο σου τον εαυτό που έχεις ακόμη μπροστά σου το λύσιμο του γρίφου τους.
Αν ήμουν άντρας, το υπογράφω: και εφτά πέη να είχα, δεν θα ήθελα το κορίτσι μου να έχει εφτά -χάρτινα ή γυάλινα- αιδοία.
Αν ήμουν άντρας.
Αν ήμουν άντρας λέει.
Λες και ξέρω εγώ τι θα πει έρωτας ενός άντρα προς μία γυναία.
Πράγματι: λόγω της τρομερής μου αναπηρίας -μου κόψαν το (μόλις ένα) πέος μου όταν ήμουν πολύ μικρούλα, δεν δικαιούμαι να μιλάω.
ΥΓ1
Ε οπότε ας το βουλώσω -κι εσείς τρέξτε και γδυθείτε κι άλλο.
ΥΓ2
Εγώ προειδοποίησα πάντως.
Ο έρωτας ντύνει.
Με το πολύ γυμνό που βλέπει θα πάψει να είναι τυφλός.
(Και δεν θέλουμε να συμβεί αυτό.)
ΥΓ3
Όχι ότι τον θέλουμε και εντελώς τυφλό δηλαδή -αλλά μη στερέψει και το "κλείσιμο ματιού".
:-)
Το αποφάσισα ερχόμενη από της Ελένης σπίτι, ερχόμενη αντιμέτωπη και με τα εφτά αιδοία της Τζούλιας Αλεξανδράτου (στα ισάριθμα εξώφυλα, στα ισάριθμα περίπτερα).
Δεν γινόταν να μην πέσει (σε βαριά κατάθλιψη) το μάτι μου.
(Βέβαια από κόμπλεξ το λέω, που δεν είμαι όμορφη σαν την Τζόυλια -το βλέπω, δεν μου τελείωσε ο καθρέφτης).
Αλλά αλήθεια, (και ας αφήσουμε το κόμπλεξ μου στη φασαρία του): εγώ τη λυπήθηκα με τα πέντε τέυχη βυζάκια της τα χάρτινα φατσακάρτα, 2,90 κατά μέσο όρο το τέυχος -τα βυζάκια τα προς το παρόν αξεφύλιστα (αλλά τα σύντομα ξεφυλισμένα, μόλις 2,90 ευρώ μετά.)
Ε, μπορεί για αυτό να το λένε "περιοδικό" το περιοδικό στην τελική, κι όχι ας πούμε "διαχρονικό": επειδή δεν μιλάει για πράγματα διαχρονικά (όπως τα ντυμένα στήθη), αλλά για πράγματα ας ευχηθούμε περιοδικά (όπως τα γδυμένα ήθη).
Γι' αυτό και ευχαριστώ και τα τρία αρσενικά αδέρφια μου, που μου έκαναν τη χάρη και σνόμπαραν τα σωστά χρωμοσώματα τη σωστή στιγμή -και βγήκα κοριτσάκι- γιατί αν "γυναίκα που μετράει σήμερα" είναι αυτή που το αναπαραγωγικό της σύστημα ήρθε στο κόσμο όπως το γέννησε το φώτοσοπ, (ή το γυαλί), δεν πρέπει να έχει πλάκα (ή σασπένς) να είσαι άντρας.
Εγώ αν ήμουν άντρας θα ήθελα να μην δω ποτέ στήθος. Μόνο να πιάνω. Γιατί το στήθος όταν το κοιτάς νομίζει ότι παίζει θέατρο.
Αν ήμουν άντρας δεν θα ήθελα να δω το αληθινό κορίτσι μου στην τηλεόραση ή στα περιοδικά. Γιατί όταν βλέπεις ένα κορίτσι στην τηλεόραση ή στα περιοδικά απλώς το παρακολουθείς, ενώ το κορίτσι που θα θες να ξυπνάει το πρωί δίπλα σου (όταν σκουντάς επίτηδες το όνειρό της -να ξυπνήσει να σου πει καλημέρα με τη φυσική της φωνούλα) απλώς το παρα-ακολουθείς.
(Για αυτό κι αν ήμουν άντρας θα μου
άρεσε ο στίχος του Δεληβοριά που λέει:
"αυτοί που είναι συνέχεια στην τηλεόραση,
νομίζοντας πως μόνο εκεί κοιτάς εσύ,
ας μείνουν στου γυαλιού τους τη γωνίτσα,
θα παω και θα τους κλέψω τα κορίτσια".)
Αν ήμουν άντρας τέτοια κορίτσια θα ήθελα -λίγο ντεμοντέ (εποχής "ντύσε την κούκλα"), λίγο κορίτσια που τα κλέβεις.
Κορίτσια που δεν δέχονται να ξεφυλιστούν (αστεία αυτή η παρήχηση τελικά), γνωρίζοντας ότι λίγες σελίδες πιο κάτω από τη μέση (όλα κάτω από τη μέση) τα αστέρια έχουν αποκλειστική χρήση να προβλέπουν τα ερωτικά του τοξότη ή του αιγόκερου.
Που αν δεν τα βλέπεις συνέχεια γυμνά θα θες να τα ντύσεις όλο και με πιο πολλά πέπλα, μην τυχόν και τα ανακαλύψεις πολύ γρήγορα.
Που θα ζηλεύεις το ίδιο σου τον εαυτό που έχεις ακόμη μπροστά σου το λύσιμο του γρίφου τους.
Αν ήμουν άντρας, το υπογράφω: και εφτά πέη να είχα, δεν θα ήθελα το κορίτσι μου να έχει εφτά -χάρτινα ή γυάλινα- αιδοία.
Αν ήμουν άντρας.
Αν ήμουν άντρας λέει.
Λες και ξέρω εγώ τι θα πει έρωτας ενός άντρα προς μία γυναία.
Πράγματι: λόγω της τρομερής μου αναπηρίας -μου κόψαν το (μόλις ένα) πέος μου όταν ήμουν πολύ μικρούλα, δεν δικαιούμαι να μιλάω.
ΥΓ1
Ε οπότε ας το βουλώσω -κι εσείς τρέξτε και γδυθείτε κι άλλο.
ΥΓ2
Εγώ προειδοποίησα πάντως.
Ο έρωτας ντύνει.
Με το πολύ γυμνό που βλέπει θα πάψει να είναι τυφλός.
(Και δεν θέλουμε να συμβεί αυτό.)
ΥΓ3
Όχι ότι τον θέλουμε και εντελώς τυφλό δηλαδή -αλλά μη στερέψει και το "κλείσιμο ματιού".
:-)
09 Οκτ 2008
35 Οκτωβρίου.
Χρειάζομαι μια μέρα -μια μέρα που ούτε υπήρξε ούτε υπάρχει ούτε θα υπάρξει, να την περάσουμε μαζί, οι δυο μας.
Αυτή τη μέρα μπορώ να την πλάσω (σαν κουλουράκι σοκολάτας), ό,τι ώρα μου πεις, στο μυαλό μου: την επιθυμώ τόσο πολύ που ήδη θυμάμαι με λεπτομέρειες πως (δεν) έγινε-χωρίς καν να την έχω ζήσει.
Στο αποδεικνύω αν θες.
Να.
Στέκεσαι δίπλα μου κιόλας. Σου βάζω εγώ το χρώμα που μου αρέσει στα μάτια σου, επιλέγω εγώ τη χροιά της φωνής σου, επινοώ τη μυρωδιά που έχει η επιδερμίδα σου, σου βγάζω από το κεφάλι σου όποια πραγματική ανάμνηση και όποια υποχρέωση ή επιθυμία σε κρατάει μακριά μου, σου εγκαθιστώ το λειτουργικό μου (και βέβαια, σου φοράω ό,τι ρούχο θέλω εγώ, και -στο τέλος της μέρας- μου χαρίζω το πουλόβερ σου.)
Το γκρι πουλόβερ σου.
Πόσο στοργικά θέλω να με αγκαλιάζει με τα μανίκια του, δηλαδή με τα υποκατάστατα χέρια σου, όταν εσύ θα φεύγεις (γιατί θα φεύγεις πάλι, ακόμη δεν ηρθες καλά-καλά, γιατί έτσι πάει: σιγά μη δεν φεύγεις).
Σε έφτιαξα.
Δεν ανήκεις σε καμμία.
Δεν θυμάσαι τίποτα.
Δεν σου λείπει κανείς.
Δεν μου λες ποτέ ψέματα.
Προσωπικά δεν γνωρίζω καν ποιος είσαι, αλλά σαν κι εσένα δεν έχω αγαπήσει κανέναν ακόμη. Αν είχα το τηλέφωνό σου θα σε έπαιρνα να στο πω αυτό, γιατί είναι σπουδαίο, και μπορεί να βγαίναμε για καφέ, κι ας είμαι αλλεργική στην καφεϊνη σου, και μέσα στα πρώτα είκοσι λεπτά να έβρισκες κάτι ενδιαφέρον πάνω μου, κάτι αληθινό, (αν έχω), κάτι να σου αρέσει, (αν έχω), και να με έπλαθες κι εσύ στο μπροστά σου, να με θυμόσουν κι εσύ ακριβώς όπως θα ήμουν δίπλα σου -αν σταθώ ποτέ.
ΥΓ1
Αν θες κι εσύ να περάσουμε αυτήν τη φανταστική μέρα μαζί, στις 35 Οκτωβρίου το απόγευμα πάρε με τηλέφωνο (αν το έχεις), μήπως και πάψουμε να συνεχίζουμε να μην υπάρχουμε ακόμη.
ΥΓ2
Μα...... τι ωραία που σου μιλάω. Φαντάσου να σε ήξερα κιόλας. Ή απλά φαντάσου να σε ξέρω και να ντρέπομαι να σου αποκαλύψω ποιος είσαι.
ΥΓ3
Γιατί έτσι πάει. Ο άλλος μάς αποκαλύπτει πάντα ποιος είμαστε, σα δε ντρέπεται (το "σα" ως χρονικός προσδιορισμός -σαν "όταν").
ΥΓ4
Αλλά μπα. (Δεν σε έχω γνωρίσει καν ακόμη.)
ΥΓ5
(Όσο θα ήθελα δηλαδή.)
ΥΓ6
Όσο για τις σχέσεις εξαποστάσεως, στις οποίες ξαφνικά καταλήγει η τσουλήθρα μου, τελικά δεν είναι γεωγραφικό το ζήτημα. Είτε μένεις ας πούμε στο Τόκυο, είτε ας πούμε στη Βαρκελώνη, είτε ας πούμε στα Εξάρχεια, η εγγύτητα αναγνωρίζει τα χιλιοστά σαν χιλιόμετρα συχνά -το ίδιο μακριά μου είσαι.
ΥΓ7
Κι όσο πιο κοντά μάλιστα μένεις, αλλά όχι μαζί μου, τόσο πιο μακριά μοιάζει.
Αυτή τη μέρα μπορώ να την πλάσω (σαν κουλουράκι σοκολάτας), ό,τι ώρα μου πεις, στο μυαλό μου: την επιθυμώ τόσο πολύ που ήδη θυμάμαι με λεπτομέρειες πως (δεν) έγινε-χωρίς καν να την έχω ζήσει.
Στο αποδεικνύω αν θες.
Να.
Στέκεσαι δίπλα μου κιόλας. Σου βάζω εγώ το χρώμα που μου αρέσει στα μάτια σου, επιλέγω εγώ τη χροιά της φωνής σου, επινοώ τη μυρωδιά που έχει η επιδερμίδα σου, σου βγάζω από το κεφάλι σου όποια πραγματική ανάμνηση και όποια υποχρέωση ή επιθυμία σε κρατάει μακριά μου, σου εγκαθιστώ το λειτουργικό μου (και βέβαια, σου φοράω ό,τι ρούχο θέλω εγώ, και -στο τέλος της μέρας- μου χαρίζω το πουλόβερ σου.)
Το γκρι πουλόβερ σου.
Πόσο στοργικά θέλω να με αγκαλιάζει με τα μανίκια του, δηλαδή με τα υποκατάστατα χέρια σου, όταν εσύ θα φεύγεις (γιατί θα φεύγεις πάλι, ακόμη δεν ηρθες καλά-καλά, γιατί έτσι πάει: σιγά μη δεν φεύγεις).
Σε έφτιαξα.
Δεν ανήκεις σε καμμία.
Δεν θυμάσαι τίποτα.
Δεν σου λείπει κανείς.
Δεν μου λες ποτέ ψέματα.
Προσωπικά δεν γνωρίζω καν ποιος είσαι, αλλά σαν κι εσένα δεν έχω αγαπήσει κανέναν ακόμη. Αν είχα το τηλέφωνό σου θα σε έπαιρνα να στο πω αυτό, γιατί είναι σπουδαίο, και μπορεί να βγαίναμε για καφέ, κι ας είμαι αλλεργική στην καφεϊνη σου, και μέσα στα πρώτα είκοσι λεπτά να έβρισκες κάτι ενδιαφέρον πάνω μου, κάτι αληθινό, (αν έχω), κάτι να σου αρέσει, (αν έχω), και να με έπλαθες κι εσύ στο μπροστά σου, να με θυμόσουν κι εσύ ακριβώς όπως θα ήμουν δίπλα σου -αν σταθώ ποτέ.
ΥΓ1
Αν θες κι εσύ να περάσουμε αυτήν τη φανταστική μέρα μαζί, στις 35 Οκτωβρίου το απόγευμα πάρε με τηλέφωνο (αν το έχεις), μήπως και πάψουμε να συνεχίζουμε να μην υπάρχουμε ακόμη.
ΥΓ2
Μα...... τι ωραία που σου μιλάω. Φαντάσου να σε ήξερα κιόλας. Ή απλά φαντάσου να σε ξέρω και να ντρέπομαι να σου αποκαλύψω ποιος είσαι.
ΥΓ3
Γιατί έτσι πάει. Ο άλλος μάς αποκαλύπτει πάντα ποιος είμαστε, σα δε ντρέπεται (το "σα" ως χρονικός προσδιορισμός -σαν "όταν").
ΥΓ4
Αλλά μπα. (Δεν σε έχω γνωρίσει καν ακόμη.)
ΥΓ5
(Όσο θα ήθελα δηλαδή.)
ΥΓ6
Όσο για τις σχέσεις εξαποστάσεως, στις οποίες ξαφνικά καταλήγει η τσουλήθρα μου, τελικά δεν είναι γεωγραφικό το ζήτημα. Είτε μένεις ας πούμε στο Τόκυο, είτε ας πούμε στη Βαρκελώνη, είτε ας πούμε στα Εξάρχεια, η εγγύτητα αναγνωρίζει τα χιλιοστά σαν χιλιόμετρα συχνά -το ίδιο μακριά μου είσαι.
ΥΓ7
Κι όσο πιο κοντά μάλιστα μένεις, αλλά όχι μαζί μου, τόσο πιο μακριά μοιάζει.
08 Οκτ 2008
Εκτελούνται μεταφορές (και παρομοιώσεις).
Αναρωτιέμαι.
Πόσες μετακομίσεις να μας αντιστοιχούν κατά κεφαλήν;
Το λέω γιατί σήμερα ξύπνησα χωρίς κεφάλι, λες και είχε μετακομίσει -λες και όλα τα περιεχόμενά του, όλα τα όργανα-σφουγγάρια της πραγματικότητας που επιλέγω, (τα μάτια, το στόμα, η μύτη και το μυαλό μου), να “αφαιρέθηκαν” κάπου τη νύχτα (και να ξέχασαν να γυρίσουν για δουλειά).
Η φορά που έφυγα από το σπίτι που μεγάλωσα δεν πιάνεται. Οπότε, μετακομίσεις (με την έννοια τυλίγω ποτήρια και βάζω σε κούτες βιβλία και κατσαρόλες) δεν έχω κάνει ποτέ –και το μόνο που έχω πακετάρει και μεταφέρει (από εδώ εκεί και από εκεί εδώ) είναι το σώμα μου (ταξιδεύοντας), και οι λέξεις μου.
Πιθανόν να μου είναι πιο ενδιαφέρον να βάζω τη ζωή μου σε βαλίτσες, αντί σε κούτες -ή κουτάκια. (Και τα μεταφορικά δικά μου -μεταφορικά μιλώντας.)
Πιθανόν, ταυτόχρονα, η ανάγκη μου για οικειότητα, δηλαδή η ανάγκη μου να επιστρέφω γρήγορα στην μητρίδα -ναι, στην μητρίδα, δεν έχω πατρίδα αποφασίζω- είναι μεγαλύτερη από την επιθυμία μου για μόνιμη φυγή.
Πιθανόν.
Και θα ακουστεί σαν δήλωση ανθρώπου παραιτημένου, φοβιτσιάρη και άτολμου, (όποια αναμάρτητη πέτρα σας βολεύει σηκώστε), αλλά χαίρομαι που συμβαίνει αυτό: αέρινη ξεαέρινη (υδροχόος), από μια άποψη νιώθω και πολύ χωμάτινη -μου αρέσει να ανήκω στο έδαφος που πατάω, να γραπώνονται οι φλέβες μου σαν ρίζες στη γη και στα πατώματά μου, σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη που αγαπώ -στους ανθρώπους μου, στο σπίτι μου, παλιότερα στη δουλειά μου.
Έχουν υπάρξει στιγμές που αυτό δεν ήταν ούτε δημιουργικό, ούτε υγιές, το να κοροϊδεύω τον εαυτό μου, επιτρέποντας σε άλλα “κτίρια” (πέραν του σπιτιού μου) να με πείθουν πως με φιλοξενούν και με αγκαλιάζουν με σπιτίσια αγκαλιά –αλλά πάλι, αν θέλεις να ανήκεις, να ανήκεις αλλού, παράδειγμα στη δουλειά σου, σόρυ, δερ ιζ ε πράις: βαφτίζεις τη δουλειά σου σπίτι σου, και γλυτώνεις το λαϊφστάιλ “δουλειά-σπίτι/σπίτι-δουλεια” μετατρέποντάς το σε “σπίτι-σπίτι/σπίτι-σπίτι”. (Φαινόμενο της οικειοθελούς ιδρυματοποίησης, γελοίε, μαλάκα, θύμα, ηλίθιε.)
Όμως το παράξενο δεν το είπα ακόμη.
(Το βλέπετε και μόνοι σας.)
Αντιφάσκω -σχεδόν ενοχλητικά.
Γιατί:
Ενώ μου αρέσει να ανήκω για τα καλά, μου αρέσει και να το βάζω στα πόδια στα ξαφνικά. Ενώ θέλω να μη χρωστάω και να μη νοικιάζω τίποτα (αλλά όλα να τα κατέχω) είμαι κατά της ιδιοκτησίας -εν γένει.
Ενώ θέλω να έχω Το Σπίτι Μου, θέλω και να μπορώ να εγκαταλείψω τη χώρα (χωρίς να αφήσω πίσω μου τίποτα που να του ανήκω -χωρίς παράδειγμα να επιτρέπω στην κουζίνα ή στη ντουλάπα μου να με κρατάνε πίσω με τη γκρίνια τους), μέσα στο επόμενο μισάωρο.
(Ο χρόνος αρχίζει από τώρα.)
Ενώ θέλω να έχω πατρίδα εφευρίσκω τη λιγότερο αυστηρή εκδοχή της -τη μητρίδα-, και καθαρίζω.
(Δοκιμάστε το. Όταν αντιφάσκεις είσαι απέραντος, δεν ανήκεις σε καμμία, αλλά και ταυτόχρονα ανήκεις σε όλες σου τις θεωρίες: οποία πρόστυχη πονηριά.)
Αλλά για μετακομίσεις λέγαμε -καταστάσεις που ενώ σηματοδοτούν συνήθως μια καινούργια αρχή, και κανονικά θα έπρεπε να σκάνε χαμόγελο (και όχι να σκάνε), συχνά κρατάνε χαρτομάντηλο.
(Σνιφ.)
Δεν έχω κάνει.
Εκτός από αυτήν προ διετίας, που ξεκίνησε το αέναο σαμπάτικαλ, και μια μέρα μάζεψα τα πράγματά μου κι απομακρύνθηκα από το βελούδινο ποδόγυρο της δουλειάς μου, μηχανικά, θέλοντας και μη-θέλοντας, με ένα συναίσθημα τύπου “φευγομένω”, συγκεντρώνοντας όλα τα μικροκόρπορετ κριέτιβ “επιπλάκια” μου σε ένα άχρωμο χαρτόκουτο (που ποτέ δεν σκάλισα κι απλά τοποθέτησα ανέγγιχτο στο πατάρι). Προφανώς πόνεσε στην αρχή. (Πονάει η καισαρική.)
Και αυτές τις μέρες το νιώθουν κι όλοι όσοι άφησα πίσω, αφού στην παλιά μου εταιριά, την παλιοεταιρία μου, η παλιά μου οικογένεια -δεν θα πω η παλιοπαρέα μου γιατί αυτή κατά 95% χαζ ολρέντι λεφτ δε μπίλντινγκ (σε ανύποπτο χρόνο), μετακομίζει, ξεκοιλιάζοντας εντελώς το κτίριο της μπολντ στη Γραβιάς και Γρανικού γωνία, (αλλάζοντας περιοχή).
Τι νιώθουν τα παλιά κτίρια όταν τα αδειάζουμε; Το συγκεκριμμένο παλιό κτίριο ούτε θέλω να ξέρω τι νιώθει, καθώς το εγκαταλείπουν τα σωθικά του, και πάνω από όλα η ψυχή του. Δεν το φαντάζομαι τόσο σαν λείψανο -όμως, μόνο κάπως ξεμωραμένο -να αντιστέκεται, (εκνευρισμένο για τα βιαστικά γηρατειά του), να επιλέγει να μη θυμάται τίποτα, να έχει μετατραπεί σε μικρό νεογέννητο ανήμπορο κτιριάκι, μη μπορώντας να ξεγαντζωθεί από τις υπέροχες αναμνήσεις της κόκκινης μοκέτας του (μιας μοκέτας που έχει διασκεδάσει όσο καμμιά μοκέτα έβερ -έχοντας ακούσει έξυπνα, όμορφα πράγματα, έχοντας ποδοπατηθεί από έξυπνους, όμορφους ανθρώπους).
Στον καινούργιο χώρο, καμμιά έξυπνη λέξη δεν έχει ακόμη αντηχηθεί, φαντάζομαι μπετόν, κρύσταλλα, υλικά προς το παρόν κοιμισμένα, γεμάτα άνγχος και "ζήλια" για τα παλιά μπετά που κάπως είχαν καταφέρει να ζήσουν τόσο έντονα –πριν βασιλέψουν…
Δεν ξέρω βρε γιατί είναι δύσκολες οι μετακομίσεις. (Αν διαβάζεις για να βγάλεις συμπέρασμα.)
Αλλά όντας πάνω πάνω στην τσουλήθρα, γιατί να μην τσουλήσω στην μεταφορά μου, τολμώντας μια μαύρη σκέψη και μιλώντας για μια πιθανή εκδοχή εξήγησης (μιλώντας δηλαδή για τα “προσεχώς” ξαφνικά, άουτ οφ δε μπλου εντ δε μωβ); Όποιος δεν θέλει να ξέρει τι πιστεύω ότι γίνεται παρακάτω στο σενάριο ας πεταχτεί για εφημερίδα κι ας γυρίσει σε κανένα τριήμερο (που θα έχω αναστηθεί και θα μιλάω για γκόμενους, κραγιόν και μανόλο μπλάνικ).
Φυσικά και είναι δύσκολο να κουνάς μαντήλια.
Είσαι το μόνο έμβιο με συνείδηση (και θυμό, και άρνηση) που κάποια στιγμή θα τα πακετάρεις όλα για τα καλά -και πόσο ομιγκόντ εκνευριστική είναι η μηγνώση του τόπου μετακόμισης (το κόνσεπτ μετακόμιση σε άγνωστο προορισμό).
Ώπα. Μισό λεπτό. Προειδοποίησα ότι θα κάνω την τσουλήθρα, αλλά μου ήρθε κι εμένα βαρύ (από εκεί που μιλούσαμε για μια απλή μετακόμιση να φτάνουμε να μιλάμε για θάνατο –και μάλιστα με ύφος “ξέρω εγώ, καλέ εγώ θα σας πω”).
Μα…… δεν είναι άγνωστος -θα ισχυριστώ- ο θάνατος: το να μην υπάρχεις, δηλαδή.
Πριν γεννηθούμε δεν υπήρχαμε. Αρά έχουμε ήδη υπάρξει σε κατάσταση που δεν υπήρχαμε (αφού πριν γεννηθούμε μας συνέβαινε ακριβώς αυτό που θα πάθουμε και αφού πάψουμε να υπάρχουμε).
(Το ξαναλέω, για εμπέδωση -κι εσείς κάντε “ααα!”, σαν να το ακούτε για πρώτη φορά παρακαλώ).
Η ζωή είναι η γέμιση στο σάντουιτς. Δεν υπήρχαμε πριν υπάρξουμε.
(Μόνο το σαλάμι υπάρχει.)
(Άρα γουή χαβ μπιν “δερ” μπιφόρ, και "ξερόυμε" τι θα πει “δεν υπάρχω”, και -οπότε- κατάλαβες. Δεν φοβόμαστε το θάνατο βασικά: αυτό που μας την σπάει είναι που απλά δεν θυμόμαστε τι ακριβώς νοσταλγούμε.)
Στην τελική τι ανησυχούμε;
(Είναι το τελευταίο που θα μας συμβεί...)
Αλλά πωπώ, πτώμα νιώθω ξαφνικά. (Πολύ βαριές οι κούτες.)
Ο λόγος που είμαι κατά της ιδιοκτησίας (χα χα χα, γυροσκοπικός συνειρμός) είναι ότι ξέρω ότι όταν εγώ μετακομίσω το σπίτι μου κι ό,τι μου ανήκει δεν θα μετακομίσει, αλλά θα ζήσει να μη με θυμάται (κάποιος άλλος μέσα του).
Απαράδεκτο. Δηλαδή, κάποιος άλλος θα δει εκείνα τα βρακιά τα ροζ που πουλάει σε πεντάδα το μάρκς εντ σπένσερ και που δεν βλέπονται με τίποτα, αλλά είναι βολικά, όταν είναι βολικά –κι εγώ αυτό θα πρέπει να το διαχειριστώ κουλ!;
(Εκδικείται το λάθος βρακί. Έπρεπε να το ξέρω.)
Όσα λιγότερα σου ανήκουν, τόσο λιγότερα θα συνεχίσουν να υπάρχουν ερήμην σου, εκθέτοντάς σε στην κοινωνία.
Για αυτό μην νιώθετε ότι αφήνετε πίσω κάτι που υπήρχε. Νέα αρχή ροκς εντ ρολς.
Και ο λόγος (για να ολοκληρωθεί και η αντίφαση όμως, που, αν και κατά της ιδιοκτησίας, θέλω να ανήκω) είναι όχι επειδή είμαι ένα μικρό γλυκούλι ανθρωπάκι που θέλει να του χαϊδεύει τα μαλλάκια η κοινωνική συνθήκη, η ασφάλεια και το σέιφτι νετ: αλλά ένα ανθρωπάκι που θέλει να του καλλιεργείται συνεχώς η ιν ντιναϊαλ ψευδαίσθηση της αιώνιας ύπαρξης.
Για αυτό, ξαναλέω, νιώστε ότι δεν αφήνετε πίσω τίποτα. Νέα αρχή ροκς εντ ρολς.
Καμμία αντίφαση. Απλά το ίδιο με άλλα λόγια είναι.
(Ευτυχώς που υπάρχουν και τα φέησμπουκ στάτους των άλλων, γιατί αποτελούν το καλύτερο επίχειρημά μου, σχετικά με το ότι θέλουν να νιώθουν φευγάτοι αλλά βασικά να ανήκουν ΟΛΟΙ, δεν πα να το παίζουν βαγκαμπόν και ζαμανφού. “Είμαι στο Λονδίνο”, “έχω πονοκέφαλο”, “είμαι στο ροκενρόλ”, “σιγά μην πάω στα ερμής αγουόρντς”, “δεν πάω πουθενά, εδώ θα μείνω”, κλπ.)
ΥΓ1
Φτιάχτηκα τώρα, θα ξαναγυρίσω στην ιδιοκτησία και στη μετακόμιση πάλι, με ένα προσωπικό δεδομένο (άσχετα με το ό,τι το έχεις δεδομένο σε διαψεύδει.) Πληροφορία σημαντική είναι ότι πέρσυ αφέθηκα χωρίς φόβο στο να νιώσω σπίτι μου (πες το μίνι μετακόμιση), για κάποιους σεβαστούς μήνες, το σπίτι μου μισό πλανήτη μακριά (15 ώρες με το αεροπλάνο, 8 ώρες με το τηλέφωνο).
Κι αφότου γύρισα συμβαίνει το εξής.
Το παλτό μου κοιμάται ακόμη (μοναχικό) στην κρεμαστρούλα του, στη ντουλάπα “μου” στη Μιννεάπολη.
Το λυπάμαι το μαύρο (με τα χρυσά φερμουαράκια του που κανέις δεν του ανοιγοκλείνει με στοργή).
Έφυγε να κάνει τη ζωή του στα εξωτερικά με τις καλύτερες των προοπτικών, μαύρο μεν σε χρώμα, αλλά σε διάθεση κόκκινο, νομίζοντας ότι του ανήκω κι ότι θα το υπηρετώ νυχθημερόν (κουβαλώντας το στους ώμους μου και πηγαίνοντάς το σε χίλια μέρη), νομίζοντας ότι θα το κάνω να νιώθει σημαντικό -με το να με ζεσταίνει και να με προστατεύει.
Κι εγώ η άκαρδη: το πήγα από εδώ, το έφερα απο εκεί, (που δεν το έφερα δηλαδή, αυτό λέμε), και στο τέλος-τέλος το άφησα ξεκρέμαστο στη ντουλάπα του το μαύρο.
(Εύχομαι ο Ιωάννης να έχει κρεμάσει δίπλα του κανένα ωραίο μπουφάν, να τα έχουν φτιάξει και να έχουν κάνει και όμορφα ζακετάκια.)
Πώς να μυρίζει αυτή τη στιγμή το παλτό μου -που πήγα και του μετακόμισα χωρίς να το ρωτήσω; Πώς μυρίζει ένα θυμωμένο παλτό; Μυρίζει ακόμα σανέλ ο γιακάς του, μετά τη μετακόμιση; Έχει ακόμη στην τσέπη του το εισητήριο από εκείνο το σούπερ έργο με τη Τζούντι Ντέντς που είδα –πριν τη επαναμετακόμιση;
Πολύ μούβινγκ, έτσι;
Δεν είναι τυχαίο που η λέξη “μούβινγκ”, (ιν ίνγκλις, οφκόρς, και ως απαρέμφατο ή ως επίθετο εναλλάξ), εκτελεί ΚΑΙ μεταφορές (σημαίνοντας “μετακομίζειν”) ΚΑΙ παρομοιώσεις (σημαίνοντας “συγκινητικό”).
Μα τι λέμε τόση ώρα; Το αυτό.
Μετακόμιση και συγκίνηση πάνε πακέτο.
Και, για παρηγοριά, και αντιπερισπασμό, το πακέτο περιέχει πάντα αυτό το διαφανές πλαστικό υλικό περιτύλιξης ασφαλείας, το “μπάμπλ ραπ” -με τα μπλίστερς που τα σπας και κάνουν παφ παφ: για να περνάει χαρούμενα η ώρα, ασφαλώς, (και να μη θυμηθείς να στεναχωρεθείς.)
ΥΓ2
Πάντα φαίνονται άσχετα κάποια υστερόγραφά μου (είναι κόλπο για να κάνουν ανσάμπλ με το ό,τι άσχετο έχει προηγηθεί), σο χίαρ καμς ενάδερουαν στην εν λόγω συλλογή των ασχετοσχετικών: συζητούσα λοιπόν με τον γιατρό νούμερο εικοσιπέντε (τον μαρκήσιο) περί ανεξήγητων ιατρικών φαινομένων (όπως είναι η ζωή).
Του είπα ότι νιώθω ιδιαίτερα θνητή -και για αυτό ευγνώμων που ξυπνάω το πρωί, και ανοίγω ματάκια, και κουνάω χέρια πόδια, συνειδητοποιώντας όλο αυτό το δώρο, όλο αυτό το δύσκολο έργο, όλη αυτή την αλυσιδωτή ροή ενέργειας που απαιτείται για να λειτουργεί το εργοστασιάκι μου (πες το σώμα).
Καρδιά, υγρά, μύες, αναπνοές, μηχανισμοί, ορμόνες, μπήξε, δείξε, όλα ρολόι -κι όλο αυτό 24 ώρες τικτάκ κάθε μέρα.
Είναι τρομαχτικό (καταλήξαμε). Σχεδόν να είναι πιο “λογικό” να μην υπάρχει κάποιος, να είναι πιο "φυσική" κατάσταση το να πατηθεί το off από το να γίνονται με βεβαιότητα όλες αυτές οι αδιάκοπες και απίστευτης σύλληψης λειτουργίες.
Αλλά γίνονται γαμώτο.
(Γιούπι.)
Κάνοντας τη μη-ζωή μια κατάσταση που η "νεαρή" μας αλλαζονεία δεν μπορεί να χωνέψει με τίποτα ακόμη. (Φίου!)
Για αυτό (ώρα για μελί μελό) να χαίρεστε που ξυπνάτε το πρωί και που έχετε να πάτε στην όποια μετακόμιση, και μην πάτε με μισή καρδιά, γιατί με μισή καρδιά ούτε λειτουργεί το εργοστασιάκι όυτε γίνεται δουλειά.
ΥΓ3
“Γιατρε; Ξύπνησα με κεφάλι σε μετακόμιση. Είναι σοβαρο;”
ΥΓ4
“Μέχρι νέο τέρας (να σε στοιχειώσει), όχι -μην ανησυχείς.“
ΥΓ5
Κατάλαβα. (Δεν υπάρχει όριο στις κατά κεφαλήν μετακομίσεις.)
ΥΓ6
Αλλά πάλι, χάθηκε να μετακομίσει κάτι άλλο μου, πουχού το σώμα μου αντί το κεφάλι μου;
(Αν και... προφανώς μόνο έτσι εκτελούνται, στο κάθε μου απόσπασμα, ωραίες μεταφορές -και παρωμοιώσεις, και λοιπά.)
Καλό δρόμο.
Πόσες μετακομίσεις να μας αντιστοιχούν κατά κεφαλήν;
Το λέω γιατί σήμερα ξύπνησα χωρίς κεφάλι, λες και είχε μετακομίσει -λες και όλα τα περιεχόμενά του, όλα τα όργανα-σφουγγάρια της πραγματικότητας που επιλέγω, (τα μάτια, το στόμα, η μύτη και το μυαλό μου), να “αφαιρέθηκαν” κάπου τη νύχτα (και να ξέχασαν να γυρίσουν για δουλειά).
Η φορά που έφυγα από το σπίτι που μεγάλωσα δεν πιάνεται. Οπότε, μετακομίσεις (με την έννοια τυλίγω ποτήρια και βάζω σε κούτες βιβλία και κατσαρόλες) δεν έχω κάνει ποτέ –και το μόνο που έχω πακετάρει και μεταφέρει (από εδώ εκεί και από εκεί εδώ) είναι το σώμα μου (ταξιδεύοντας), και οι λέξεις μου.
Πιθανόν να μου είναι πιο ενδιαφέρον να βάζω τη ζωή μου σε βαλίτσες, αντί σε κούτες -ή κουτάκια. (Και τα μεταφορικά δικά μου -μεταφορικά μιλώντας.)
Πιθανόν, ταυτόχρονα, η ανάγκη μου για οικειότητα, δηλαδή η ανάγκη μου να επιστρέφω γρήγορα στην μητρίδα -ναι, στην μητρίδα, δεν έχω πατρίδα αποφασίζω- είναι μεγαλύτερη από την επιθυμία μου για μόνιμη φυγή.
Πιθανόν.
Και θα ακουστεί σαν δήλωση ανθρώπου παραιτημένου, φοβιτσιάρη και άτολμου, (όποια αναμάρτητη πέτρα σας βολεύει σηκώστε), αλλά χαίρομαι που συμβαίνει αυτό: αέρινη ξεαέρινη (υδροχόος), από μια άποψη νιώθω και πολύ χωμάτινη -μου αρέσει να ανήκω στο έδαφος που πατάω, να γραπώνονται οι φλέβες μου σαν ρίζες στη γη και στα πατώματά μου, σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη που αγαπώ -στους ανθρώπους μου, στο σπίτι μου, παλιότερα στη δουλειά μου.
Έχουν υπάρξει στιγμές που αυτό δεν ήταν ούτε δημιουργικό, ούτε υγιές, το να κοροϊδεύω τον εαυτό μου, επιτρέποντας σε άλλα “κτίρια” (πέραν του σπιτιού μου) να με πείθουν πως με φιλοξενούν και με αγκαλιάζουν με σπιτίσια αγκαλιά –αλλά πάλι, αν θέλεις να ανήκεις, να ανήκεις αλλού, παράδειγμα στη δουλειά σου, σόρυ, δερ ιζ ε πράις: βαφτίζεις τη δουλειά σου σπίτι σου, και γλυτώνεις το λαϊφστάιλ “δουλειά-σπίτι/σπίτι-δουλεια” μετατρέποντάς το σε “σπίτι-σπίτι/σπίτι-σπίτι”. (Φαινόμενο της οικειοθελούς ιδρυματοποίησης, γελοίε, μαλάκα, θύμα, ηλίθιε.)
Όμως το παράξενο δεν το είπα ακόμη.
(Το βλέπετε και μόνοι σας.)
Αντιφάσκω -σχεδόν ενοχλητικά.
Γιατί:
Ενώ μου αρέσει να ανήκω για τα καλά, μου αρέσει και να το βάζω στα πόδια στα ξαφνικά. Ενώ θέλω να μη χρωστάω και να μη νοικιάζω τίποτα (αλλά όλα να τα κατέχω) είμαι κατά της ιδιοκτησίας -εν γένει.
Ενώ θέλω να έχω Το Σπίτι Μου, θέλω και να μπορώ να εγκαταλείψω τη χώρα (χωρίς να αφήσω πίσω μου τίποτα που να του ανήκω -χωρίς παράδειγμα να επιτρέπω στην κουζίνα ή στη ντουλάπα μου να με κρατάνε πίσω με τη γκρίνια τους), μέσα στο επόμενο μισάωρο.
(Ο χρόνος αρχίζει από τώρα.)
Ενώ θέλω να έχω πατρίδα εφευρίσκω τη λιγότερο αυστηρή εκδοχή της -τη μητρίδα-, και καθαρίζω.
(Δοκιμάστε το. Όταν αντιφάσκεις είσαι απέραντος, δεν ανήκεις σε καμμία, αλλά και ταυτόχρονα ανήκεις σε όλες σου τις θεωρίες: οποία πρόστυχη πονηριά.)
Αλλά για μετακομίσεις λέγαμε -καταστάσεις που ενώ σηματοδοτούν συνήθως μια καινούργια αρχή, και κανονικά θα έπρεπε να σκάνε χαμόγελο (και όχι να σκάνε), συχνά κρατάνε χαρτομάντηλο.
(Σνιφ.)
Δεν έχω κάνει.
Εκτός από αυτήν προ διετίας, που ξεκίνησε το αέναο σαμπάτικαλ, και μια μέρα μάζεψα τα πράγματά μου κι απομακρύνθηκα από το βελούδινο ποδόγυρο της δουλειάς μου, μηχανικά, θέλοντας και μη-θέλοντας, με ένα συναίσθημα τύπου “φευγομένω”, συγκεντρώνοντας όλα τα μικροκόρπορετ κριέτιβ “επιπλάκια” μου σε ένα άχρωμο χαρτόκουτο (που ποτέ δεν σκάλισα κι απλά τοποθέτησα ανέγγιχτο στο πατάρι). Προφανώς πόνεσε στην αρχή. (Πονάει η καισαρική.)
Και αυτές τις μέρες το νιώθουν κι όλοι όσοι άφησα πίσω, αφού στην παλιά μου εταιριά, την παλιοεταιρία μου, η παλιά μου οικογένεια -δεν θα πω η παλιοπαρέα μου γιατί αυτή κατά 95% χαζ ολρέντι λεφτ δε μπίλντινγκ (σε ανύποπτο χρόνο), μετακομίζει, ξεκοιλιάζοντας εντελώς το κτίριο της μπολντ στη Γραβιάς και Γρανικού γωνία, (αλλάζοντας περιοχή).
Τι νιώθουν τα παλιά κτίρια όταν τα αδειάζουμε; Το συγκεκριμμένο παλιό κτίριο ούτε θέλω να ξέρω τι νιώθει, καθώς το εγκαταλείπουν τα σωθικά του, και πάνω από όλα η ψυχή του. Δεν το φαντάζομαι τόσο σαν λείψανο -όμως, μόνο κάπως ξεμωραμένο -να αντιστέκεται, (εκνευρισμένο για τα βιαστικά γηρατειά του), να επιλέγει να μη θυμάται τίποτα, να έχει μετατραπεί σε μικρό νεογέννητο ανήμπορο κτιριάκι, μη μπορώντας να ξεγαντζωθεί από τις υπέροχες αναμνήσεις της κόκκινης μοκέτας του (μιας μοκέτας που έχει διασκεδάσει όσο καμμιά μοκέτα έβερ -έχοντας ακούσει έξυπνα, όμορφα πράγματα, έχοντας ποδοπατηθεί από έξυπνους, όμορφους ανθρώπους).
Στον καινούργιο χώρο, καμμιά έξυπνη λέξη δεν έχει ακόμη αντηχηθεί, φαντάζομαι μπετόν, κρύσταλλα, υλικά προς το παρόν κοιμισμένα, γεμάτα άνγχος και "ζήλια" για τα παλιά μπετά που κάπως είχαν καταφέρει να ζήσουν τόσο έντονα –πριν βασιλέψουν…
Δεν ξέρω βρε γιατί είναι δύσκολες οι μετακομίσεις. (Αν διαβάζεις για να βγάλεις συμπέρασμα.)
Αλλά όντας πάνω πάνω στην τσουλήθρα, γιατί να μην τσουλήσω στην μεταφορά μου, τολμώντας μια μαύρη σκέψη και μιλώντας για μια πιθανή εκδοχή εξήγησης (μιλώντας δηλαδή για τα “προσεχώς” ξαφνικά, άουτ οφ δε μπλου εντ δε μωβ); Όποιος δεν θέλει να ξέρει τι πιστεύω ότι γίνεται παρακάτω στο σενάριο ας πεταχτεί για εφημερίδα κι ας γυρίσει σε κανένα τριήμερο (που θα έχω αναστηθεί και θα μιλάω για γκόμενους, κραγιόν και μανόλο μπλάνικ).
Φυσικά και είναι δύσκολο να κουνάς μαντήλια.
Είσαι το μόνο έμβιο με συνείδηση (και θυμό, και άρνηση) που κάποια στιγμή θα τα πακετάρεις όλα για τα καλά -και πόσο ομιγκόντ εκνευριστική είναι η μηγνώση του τόπου μετακόμισης (το κόνσεπτ μετακόμιση σε άγνωστο προορισμό).
Ώπα. Μισό λεπτό. Προειδοποίησα ότι θα κάνω την τσουλήθρα, αλλά μου ήρθε κι εμένα βαρύ (από εκεί που μιλούσαμε για μια απλή μετακόμιση να φτάνουμε να μιλάμε για θάνατο –και μάλιστα με ύφος “ξέρω εγώ, καλέ εγώ θα σας πω”).
Μα…… δεν είναι άγνωστος -θα ισχυριστώ- ο θάνατος: το να μην υπάρχεις, δηλαδή.
Πριν γεννηθούμε δεν υπήρχαμε. Αρά έχουμε ήδη υπάρξει σε κατάσταση που δεν υπήρχαμε (αφού πριν γεννηθούμε μας συνέβαινε ακριβώς αυτό που θα πάθουμε και αφού πάψουμε να υπάρχουμε).
(Το ξαναλέω, για εμπέδωση -κι εσείς κάντε “ααα!”, σαν να το ακούτε για πρώτη φορά παρακαλώ).
Η ζωή είναι η γέμιση στο σάντουιτς. Δεν υπήρχαμε πριν υπάρξουμε.
(Μόνο το σαλάμι υπάρχει.)
(Άρα γουή χαβ μπιν “δερ” μπιφόρ, και "ξερόυμε" τι θα πει “δεν υπάρχω”, και -οπότε- κατάλαβες. Δεν φοβόμαστε το θάνατο βασικά: αυτό που μας την σπάει είναι που απλά δεν θυμόμαστε τι ακριβώς νοσταλγούμε.)
Στην τελική τι ανησυχούμε;
(Είναι το τελευταίο που θα μας συμβεί...)
Αλλά πωπώ, πτώμα νιώθω ξαφνικά. (Πολύ βαριές οι κούτες.)
Ο λόγος που είμαι κατά της ιδιοκτησίας (χα χα χα, γυροσκοπικός συνειρμός) είναι ότι ξέρω ότι όταν εγώ μετακομίσω το σπίτι μου κι ό,τι μου ανήκει δεν θα μετακομίσει, αλλά θα ζήσει να μη με θυμάται (κάποιος άλλος μέσα του).
Απαράδεκτο. Δηλαδή, κάποιος άλλος θα δει εκείνα τα βρακιά τα ροζ που πουλάει σε πεντάδα το μάρκς εντ σπένσερ και που δεν βλέπονται με τίποτα, αλλά είναι βολικά, όταν είναι βολικά –κι εγώ αυτό θα πρέπει να το διαχειριστώ κουλ!;
(Εκδικείται το λάθος βρακί. Έπρεπε να το ξέρω.)
Όσα λιγότερα σου ανήκουν, τόσο λιγότερα θα συνεχίσουν να υπάρχουν ερήμην σου, εκθέτοντάς σε στην κοινωνία.
Για αυτό μην νιώθετε ότι αφήνετε πίσω κάτι που υπήρχε. Νέα αρχή ροκς εντ ρολς.
Και ο λόγος (για να ολοκληρωθεί και η αντίφαση όμως, που, αν και κατά της ιδιοκτησίας, θέλω να ανήκω) είναι όχι επειδή είμαι ένα μικρό γλυκούλι ανθρωπάκι που θέλει να του χαϊδεύει τα μαλλάκια η κοινωνική συνθήκη, η ασφάλεια και το σέιφτι νετ: αλλά ένα ανθρωπάκι που θέλει να του καλλιεργείται συνεχώς η ιν ντιναϊαλ ψευδαίσθηση της αιώνιας ύπαρξης.
Για αυτό, ξαναλέω, νιώστε ότι δεν αφήνετε πίσω τίποτα. Νέα αρχή ροκς εντ ρολς.
Καμμία αντίφαση. Απλά το ίδιο με άλλα λόγια είναι.
(Ευτυχώς που υπάρχουν και τα φέησμπουκ στάτους των άλλων, γιατί αποτελούν το καλύτερο επίχειρημά μου, σχετικά με το ότι θέλουν να νιώθουν φευγάτοι αλλά βασικά να ανήκουν ΟΛΟΙ, δεν πα να το παίζουν βαγκαμπόν και ζαμανφού. “Είμαι στο Λονδίνο”, “έχω πονοκέφαλο”, “είμαι στο ροκενρόλ”, “σιγά μην πάω στα ερμής αγουόρντς”, “δεν πάω πουθενά, εδώ θα μείνω”, κλπ.)
ΥΓ1
Φτιάχτηκα τώρα, θα ξαναγυρίσω στην ιδιοκτησία και στη μετακόμιση πάλι, με ένα προσωπικό δεδομένο (άσχετα με το ό,τι το έχεις δεδομένο σε διαψεύδει.) Πληροφορία σημαντική είναι ότι πέρσυ αφέθηκα χωρίς φόβο στο να νιώσω σπίτι μου (πες το μίνι μετακόμιση), για κάποιους σεβαστούς μήνες, το σπίτι μου μισό πλανήτη μακριά (15 ώρες με το αεροπλάνο, 8 ώρες με το τηλέφωνο).
Κι αφότου γύρισα συμβαίνει το εξής.
Το παλτό μου κοιμάται ακόμη (μοναχικό) στην κρεμαστρούλα του, στη ντουλάπα “μου” στη Μιννεάπολη.
Το λυπάμαι το μαύρο (με τα χρυσά φερμουαράκια του που κανέις δεν του ανοιγοκλείνει με στοργή).
Έφυγε να κάνει τη ζωή του στα εξωτερικά με τις καλύτερες των προοπτικών, μαύρο μεν σε χρώμα, αλλά σε διάθεση κόκκινο, νομίζοντας ότι του ανήκω κι ότι θα το υπηρετώ νυχθημερόν (κουβαλώντας το στους ώμους μου και πηγαίνοντάς το σε χίλια μέρη), νομίζοντας ότι θα το κάνω να νιώθει σημαντικό -με το να με ζεσταίνει και να με προστατεύει.
Κι εγώ η άκαρδη: το πήγα από εδώ, το έφερα απο εκεί, (που δεν το έφερα δηλαδή, αυτό λέμε), και στο τέλος-τέλος το άφησα ξεκρέμαστο στη ντουλάπα του το μαύρο.
(Εύχομαι ο Ιωάννης να έχει κρεμάσει δίπλα του κανένα ωραίο μπουφάν, να τα έχουν φτιάξει και να έχουν κάνει και όμορφα ζακετάκια.)
Πώς να μυρίζει αυτή τη στιγμή το παλτό μου -που πήγα και του μετακόμισα χωρίς να το ρωτήσω; Πώς μυρίζει ένα θυμωμένο παλτό; Μυρίζει ακόμα σανέλ ο γιακάς του, μετά τη μετακόμιση; Έχει ακόμη στην τσέπη του το εισητήριο από εκείνο το σούπερ έργο με τη Τζούντι Ντέντς που είδα –πριν τη επαναμετακόμιση;
Πολύ μούβινγκ, έτσι;
Δεν είναι τυχαίο που η λέξη “μούβινγκ”, (ιν ίνγκλις, οφκόρς, και ως απαρέμφατο ή ως επίθετο εναλλάξ), εκτελεί ΚΑΙ μεταφορές (σημαίνοντας “μετακομίζειν”) ΚΑΙ παρομοιώσεις (σημαίνοντας “συγκινητικό”).
Μα τι λέμε τόση ώρα; Το αυτό.
Μετακόμιση και συγκίνηση πάνε πακέτο.
Και, για παρηγοριά, και αντιπερισπασμό, το πακέτο περιέχει πάντα αυτό το διαφανές πλαστικό υλικό περιτύλιξης ασφαλείας, το “μπάμπλ ραπ” -με τα μπλίστερς που τα σπας και κάνουν παφ παφ: για να περνάει χαρούμενα η ώρα, ασφαλώς, (και να μη θυμηθείς να στεναχωρεθείς.)
ΥΓ2
Πάντα φαίνονται άσχετα κάποια υστερόγραφά μου (είναι κόλπο για να κάνουν ανσάμπλ με το ό,τι άσχετο έχει προηγηθεί), σο χίαρ καμς ενάδερουαν στην εν λόγω συλλογή των ασχετοσχετικών: συζητούσα λοιπόν με τον γιατρό νούμερο εικοσιπέντε (τον μαρκήσιο) περί ανεξήγητων ιατρικών φαινομένων (όπως είναι η ζωή).
Του είπα ότι νιώθω ιδιαίτερα θνητή -και για αυτό ευγνώμων που ξυπνάω το πρωί, και ανοίγω ματάκια, και κουνάω χέρια πόδια, συνειδητοποιώντας όλο αυτό το δώρο, όλο αυτό το δύσκολο έργο, όλη αυτή την αλυσιδωτή ροή ενέργειας που απαιτείται για να λειτουργεί το εργοστασιάκι μου (πες το σώμα).
Καρδιά, υγρά, μύες, αναπνοές, μηχανισμοί, ορμόνες, μπήξε, δείξε, όλα ρολόι -κι όλο αυτό 24 ώρες τικτάκ κάθε μέρα.
Είναι τρομαχτικό (καταλήξαμε). Σχεδόν να είναι πιο “λογικό” να μην υπάρχει κάποιος, να είναι πιο "φυσική" κατάσταση το να πατηθεί το off από το να γίνονται με βεβαιότητα όλες αυτές οι αδιάκοπες και απίστευτης σύλληψης λειτουργίες.
Αλλά γίνονται γαμώτο.
(Γιούπι.)
Κάνοντας τη μη-ζωή μια κατάσταση που η "νεαρή" μας αλλαζονεία δεν μπορεί να χωνέψει με τίποτα ακόμη. (Φίου!)
Για αυτό (ώρα για μελί μελό) να χαίρεστε που ξυπνάτε το πρωί και που έχετε να πάτε στην όποια μετακόμιση, και μην πάτε με μισή καρδιά, γιατί με μισή καρδιά ούτε λειτουργεί το εργοστασιάκι όυτε γίνεται δουλειά.
ΥΓ3
“Γιατρε; Ξύπνησα με κεφάλι σε μετακόμιση. Είναι σοβαρο;”
ΥΓ4
“Μέχρι νέο τέρας (να σε στοιχειώσει), όχι -μην ανησυχείς.“
ΥΓ5
Κατάλαβα. (Δεν υπάρχει όριο στις κατά κεφαλήν μετακομίσεις.)
ΥΓ6
Αλλά πάλι, χάθηκε να μετακομίσει κάτι άλλο μου, πουχού το σώμα μου αντί το κεφάλι μου;
(Αν και... προφανώς μόνο έτσι εκτελούνται, στο κάθε μου απόσπασμα, ωραίες μεταφορές -και παρωμοιώσεις, και λοιπά.)
Καλό δρόμο.
06 Οκτ 2008
Το α-ποθημένο.
Η έκφραση "έχω πάει με Χ άντρες" -όπου Χ ίσον ένα νουμεράκι που για γκούχου-γκούχου λόγους θα μείνει για πάντα μονοψήφιο (μην και φανούν ούτε λίγοι ούτε πολλοί) μου είναι αντιπαθής -καθώς, πέραν του ότι ηχεί βήτα μην πω γάμα (και κυριολεκτήσω), είναι ΚΑΙ ανόητη.
Που ακριβώς δηλαδή πήγα με όλους αυτούς τους τάχα μου μονοψήφιους ούτε λίγο ούτε πολύ άντρες;
Γιατί, όπου και να πήγα, στο τέλος γύρισα.
Γιατί γύρισα; (Ειδικα μάλιστα από εκεί που πήγα με αυτούς που τουλάχιστον μόλις τους πρωτοείδα "έμεινα".)
Βρίσκομαι στην εκκίνηση πάλι (όπως κάθε 3-4 χρόνια).
Άρα να μια αποδεκτή απάντηση: πιθανώς πήγα από εκεί που ήρθα.
Δηλαδή πουθενά.
Κάποιος είπε πρόσφατα, όβερ σούσι, κάτι που με έβαλε σε σκέψεις -όπως κάθε απλή σοφία. "Μια γυναίκα δεν ξεχνάει ποτέ αυτούς με τους οποίους ΠΗΓΕ, κι ένας άντρας δεν ξεχνάει ποτέ αυτές με τις οποίες ΔΕΝ πήγε."
Άκου να δεις, ε;
(Χμ!)
Γεγονός είναι ότι οι άντρες θέλετε να γονιμοποιήσετε το σύμπαν. Αποτελεί μονολιθική εντολή του dna σας να διαιωνίσετε το είδος εις τον αιώνα τον απαξάπαντα, να βγουν παντού γύρω νέα καθ'ομοίωση συμπαντάκια να κουνάνε χέρια πόδια, -πράγμα απολύτως (βιο)λογικό. (Κι άμα κάποια σας ξεφύγει μπαίνει στη λίστα "απωθημένο".)
Εμείς τα κοριτσάκια από την άλλη, ψοφάμε να κυοφορήσουμε τον απόγονο του λίντερ οφ δε πακ -ώστε το είδος να διαιωνιστεί με γερά γονίδια -που αν γίνεται να φοράνε και οντεμάρ πιγκέ. (Κι αν κάποιος μας κάτσει καλά και φύγει μάς κάθεται για τα καλά -στη λίστα απωθημένο.)
Κατάλαβες.
Ανθρώπινη φύση. Μας θέλετε όλες, θέλουμε τον καλύτερο.
Σας ανήκουν όλες, μας ανήκει δε ουάν.
Σας μένουν απωθημένο αυτές που ποτέ δεν κατακτήσατε (και σας τις πρόλαβαν άλλοι), μας μένουν απωθημένο αυτοί που μας κατέκτησαν (και μετά τους πήραν άλλες).
Ε, αφού το λύσαμε, αυτά για σήμερα.
Αλλά, να πω εγώ κάτι;
Μπο Ρινγκ. (Με ύφος Τζον Στίουαρτ.)
Είμαστε αμφότεροι βαρετοί τύποι, μποϋζ εντ γκερλς, με όλα τα απωθημενάκια μας και τις δικαιολογιούλες μας επειδή ακόμη δεν έχουμε βρει αυτό που ψάχνουμε και βγάζουμε το μυαλό μας βόλτα στο ανθισμένο πάρκο της μυθοποίησης (τίγκα στα μπαομπάμπ).
Γιου νόου γουάτ;
Δεν έχει σημασία αν κατουράει όρθιο ή καθιστό -είτε θηλυκού είτε αρσενικού γένους, το απωθημένο έχει πολύ πετυχημένο όνομα.
Με απωθεί.
(Και ένα κι ένα πάντα δύο έκανε.)
Οπότε μέχρι να εφευρεθεί τανγκό για έναν, αν κάποιος αποτελεί απωθημένο (όντας είτε πρώην είτε άπιαστο όνειρο) είναι γιατί έτσι το θελήσαμε εμείς ή γιατί έτσι θέλησε μόνος του, οπότε προφανώς είναι πρωήν ή άπιαστο όνειρο για κάποιον γουατέβα λόγο, που θα έπρεπε να μας έκανε να κλείνουμε τις υποθέσεις μας και να κοιτάμε μπροστά (αν βέβαια έχουμε βγάλει το δημοτικό -οπότε αν είσαι κάτω από 10 μη διαβάζεις τσάμπα, και, ναι, υπάρχει αη-βασίλης.)
Βέβαια, ναι, ναι, ξέρω τι θα μου πέιτε, σε κάποια πράγματα δεν χωράει η λογική, κάποιες φορές η μυθοποίηση αλατίζει γλυκά τις πληγές που μας προκαλούν οι εν λόγω αποσκευές μας (που οι ίδιοι ετοιμάζουμε), και τέλος πάντων η μυθοποίηση είναι και λίγο σέξυ, μπλα μπλα μπλα, και λίγο ρομαντικοτέτοια και -ένιχού- τα πράγματα δεν είναι έτσι απλά όπως τα λέω, γιατί στο κάτω κάτω "ιτς κόμπλικέιτιντ" -πράγμα που είναι και στάτους στο φέησμπουκ, άρα κάτι έγκυρο και ρισπέκταμπλ :-)
Ε, αφού το λύσαμε, αυτά για σήμερα.
Αλλά, να πω εγώ κάτι;
Μπο Ρινγκ.
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα εννοείται (εγώ η ξύπνια) πάνω στο θέμα που άνοιξα -δεν θα προσποιηθώ το αντίθετο. (Και μάλιστα χαίρομαι και αφάνταστα για αυτό, όχι μόνο για το ντεφινίσιον του μπλις, αλλά γιατί έχει πιο πλάκα έτσι -να παραμένεις αδιάβαστος παρά την αδιάκοπη μελέτη. Απλά βαριέμαι -πειράζει;)
(Ακούστηκε ένα "ναι" στο βάθος.)
Όμως ειλικρινά: πιστεύω ότι στο θέμα σχέσεις, ανά πάσα στιγμή, το μόνο που μετράει είναι το τι μας συμβαίνει τώρα, αυτήν την στιγμή -που μόλις πέρασε- γιατί το τώρα είναι η πιο ασφαλής γέφυρα προς το τι πρόκειται να μας συμβεί στο (άμεσο ας ευχηθούμε) μέλλον.
Όχι ότι όσοι πέρασαν δεν ακούμπησαν (εκτός αν ήταν ξένο εκείνο το χέρι κάτω από τη μπλούζα μου).
Είμαστε το σύνολο των επιλογών μας (καθώς και, αποτέλεσμα συγκυριών) -άρα είμαστε κατά ένα τεράστιο ποσοστό παρελθόν, δεν λέω όχι: απλά αυτό που λέω είναι ότι στο παρελθόν "είμασταν", στο παρόν "είμαστε", στο μέλλον "θα είμαστε".
Οπότε διαλέξτε χρόνο -να "υπήρχατε", να "υπάρχετε" ή να "υπάρξετε".
"Στο μυαλό μας το απωθημένο μπορεί να μυθοποιηθεί σε ενοχλητικό βαθμό".
Φακ ιτ μωρέ.
(Κυριολεκτώ.)
Άμα έχετε σκελετούς στις ντουλάπες σας, τώρα που θα κατεβάσετε τα μάλλινα, ευκαιρία είναι. Πείτε τους (αφού τους ρωτήσετε τι τάξη πάνε και τους πείτε πω πω πως ψήλωσαν) να καταπιούν τη ληγμένη βαπόνα λεβάντας (που ακούγεται και γκουρμέ).
Εγώ θα το προσπαθήσω -πρόμις.
Γιατί καταλήγω.
Όταν δυο άνθρωποι θέλουν να είναι μαζί, είναι.
Ρίξε μια ματιά γύρω σου.
Αν δεν είναι δίπλα σου αυτός που θέλεις, ή αυτός που νομίζεις ότι πάντα ήθελες, είναι γιατί προφανώς είναι εκεί που πρέπει ή που θέλει να είναι (μακριά σου). Φίου! Σου έχει αδειάσει τη γωνιά πριν καν στη γεμίσει (οποία ευγένεια).
Αν δεν το σκεφτείς έγκαιρα αυτό και δεν αφήσεις το βλέμμα σου να πλατσουρίσει στα κρυστάλλινα νερά τού υποσχόμενου νέου έρωτα, τότε αυτός θα περάσει από μπροστά σου, κι εσύ ίσως ούτε καν τον δεις, αν έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι δεν θες να "βλέπεις" ή να "δεις", αλλά θες να "έβλεπες". Τον ποιητή όταν τα έλεγε δεν τον ακούσατε. "Εκεί που κοιτάς, εκεί θα πας". (Πίσω θες να πας; Αν ναι, εντάξει. Κοίτα πίσω. Και να μας γράφεις.)
Είμαι χαζή , μου το έχουν πει πολλλές φορές. Αλλά το μόνο "απωθημένο" που πραγματικά κάνει πρόσες το κεφάλι μου ώς πραγματικό υποκείμενο του πόθου είναι το ώς τώρα μη-ποθημένο (το α-ποθημένο δηλαδή -χα χα χα). Αυτό που δεν έχεις ποθήσει ακόμη τέλοςπάντων -αυτό που σε περιμένει μπροστά. Αν τα πράγματα έχουν αλλιώς, τότε και ο ποιητής αλλά και αυτός που είπε ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία να μην πληρωθούν τις υπερωρίες.
Στον κόσμο μου, (υπάρχει και άλλος;), πιστεύω, γενικά, όχι μόνο στις σχέσεις, ότι το καλύτερο αν δεν είναι εδώ τώρα δίπλα σου δεν είναι ούτε πίσω σου. Η συνεχής κατάσταση αναμονής που νιώθω θα ήταν αφόρητη αλλιώς. Βέβαια αυτή η και καλά αυτοπεποίθησή μου έχει πολλάκις κατουρήσει το βρακάκι της. Και αν αντιστοιχούν Χ προσπάθειες αναζήτησης στον καθένα κι έχουν τελειώσει τα κανονάκια μου; Αν πάω να σε φιλήσω καλέ μου καινούργιε μόλις σε βγάλω από τη συσκευασία σου και έχω ξεχάσει το πώς γίνεται; Άσε που δεν ξέρω αν αυτό με τρομάζει ή με... αναπαλαιώνει. Το λέω γιατί βλέπω συχνά ένα όνειρο. (Κυνηγάω λέει κάποιον που τον βλέπω πλάτη, και όταν τον φτάνω και πάει να γυρίσει να δω επιτέλους ποιος είναι γυρίζω πλάτη εγώ και φεύγω. Φοβάμαι κάτι μάλλον. Ίσως φοβάμαι μη τυχόν και φοβηθώ.)
Δεν έχω "πάει" με πολλούς άντρες. Ένας ήταν ο εξ. Όμορφος και άσχημος μαζί, με καφέ, μαύρα και πράσινα μάτια, πολύ ψηλός, ξανθός με μαύρα μαλλιά, κοντός, και υπερβολικά πλούσιος, συνήθως χωρίς φράγκο. Δεν θέλω να ισοπεδώσω τον μοναδικό μου εξ (αποδώ), ή να τον ξεχάσω -άλλωστε ό,τι είμαι σήμερα μαζί του διαμορθώθηκε -άσε που κάθε τέσσερα πάνω κάτω χρόνια μου έδινε κι από ένα πρώτο φιλί, την εμπειρία του πρώτου βλέμματος, του πρώτου σινεμά, του πρώτου σεξ, του πρώτου τσακωμού -και βέβαια τον ευχαριστώ και τον συγχωρώ για τα πάντα (ακόμη και για το τίποτα).
Αλλά είχαμε ημερομηνία λήξης, πώς να το αγνοήσουμε; Την στιγμή που μιλάμε μας αντιστοιχούσαν είκοσι χριστούγεννα και είκοσι καλοκαίρια (για να μην μιλήσω για τις είκοσι απόκριες), από όταν τα φτιάξαμε, προ εικοσαετίας για πρώτη φορά.
Μην μπερδεύεστε. Δεν ξέρω αν είμαι μονογαμική ή όχι, ούτε αν είναι εκεί η ουσία, αν είμαι κλασικό κορίτσι που ψάχνει δε ουάν -ανάμεσα σε πολλούς δε ουάνς που ψάχνουν έβρι ουάν. (Όμιγκοντ -δε μεςς.)
Ούτε ποια είναι τα όριά μου ξέρω -τι ανεβάζει το ηθικό μου και κατεβάζει το ανήθικό μου. (Ο διάλογος είναι ευτυχώς ανοιχτός, και προφανώς οι πράξεις μιλάνε από μόνες τους.)
Πιστεύω εις ένα Θεό (τον Ντέιβιντ Μπάουι) αλλά και εις μία Θεωρία: φοβάμαι ότι η αδιαμφισβήτητη γοητεία του ανεκπλήρωτου και του απωθημένου κρύβει ύπουλη ημερομηνία λήξης -κι ο μόνος λόγος που δεν την βλέπουμε είναι γιατί δεν υπήρξε ποτέ (για όλους τους σωστούς λόγους) ημερομηνία έναρξης.
ΥΓ1
Κάθε σχέση κάτι άλλο θα σε κάνει να πιστέψεις για σένα -με κίνδυνο να μπερδευτείς. Σε άλλη σχέση είσαι όμορφος σε άλλη όχι, σε άλλη είσαι χαριτωμένος που έχεις αυτή την τάδε συνήθεια, σε άλλη είναι τρομερό μειονέκτημά σου, σε κάποια άλλη το στήθος σου είναι μια χαρά (έχει μικρό χέρι), σε κάποια είσαι βαρετός, σε κάποια άλλη πολύ σέξυ, σε κάποια είσαι έξυπνος, σε άλλη πονηρός.
ΥΓ2
Τα είσαι όλα και τα είναι και οι άλλοι όλοι για σένα ανά περίπτωση, αλλά η μαγική στιγμή που είσαι σίνγκλ, που ο πρώην σου είναι μόνο ένας, δεν συγκρίνεται με τίποτα. Το α-ποθημένο είναι μπροστά τότε. Μόνο καλό είναι αυτό.
ΥΓ3
Αλλιώς να θυμηθούμε τον άλλο ποιητή -στη Μήδεια δεν αναφέρεται αυτό; Τα μπλέκω πια τόσα που είναι τα ωραία- που απειλεί (σε μετάφραση): "Πράγματα που ήταν να γίνουν δεν έγιναν ποτέ και πράγματα που δεν ήταν να γίνουν έγιναν".
ΥΓ4
Ωραίο να μην γίνονται πρώην πράγματα και να μην ζεις για πρώην χρόνια τη μέρα τής μαρμότας.
ΥΓ5
Όσο αποφασίζεις ότι "κανείς δεν είναι για μένα, όλοι ίδιοι είναι, κανείς δεν με κατάλαβε, τους θέλω όλους", γίνεσαι λίγο γραφικογελοίος, αλλά μετά το πρώτο σοκ (παρεπιμπτόντως γεια σου σοκ), και αφού κάνεις εκεί ότι νομίζεις ότι έχεις καταπιέσει ή στερηθεί, ε, δεν μπορεί, πιστεύω, να βρεθεί ο άνθρωπος γόμα που δεν θα πασαλείψει απλώς το παρελθόν σου αλλά θα κάνει το μέλλον σου να έχει μέλλον, θα σε κάνει να σταματήσεις να θεοποιείς τους πρώην ή τους μη κατεκτημένους, θα σε κάνει να νιώθεις περήφανος που τον έχεις μπροστά σου, αλλά κυρίως που τον έχεις δίπλα σου -ούτε πίσω σου, ούτε πάνω σου.
ΥΓ6
Πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν, ώστε να θες να "πας" με πολλούς μέχρι και καλά να τον βρεις;
ΥΓ7
Εμένα ρωτάς;
ΥΓ8
Αν ρωτάς εμένα, το α-ποθημένο έχει πολύ πετυχημένο όνομα. Το ποθώ.
ΥΓ9
Αλλά μη ρωτάς εμένα.
Που ακριβώς δηλαδή πήγα με όλους αυτούς τους τάχα μου μονοψήφιους ούτε λίγο ούτε πολύ άντρες;
Γιατί, όπου και να πήγα, στο τέλος γύρισα.
Γιατί γύρισα; (Ειδικα μάλιστα από εκεί που πήγα με αυτούς που τουλάχιστον μόλις τους πρωτοείδα "έμεινα".)
Βρίσκομαι στην εκκίνηση πάλι (όπως κάθε 3-4 χρόνια).
Άρα να μια αποδεκτή απάντηση: πιθανώς πήγα από εκεί που ήρθα.
Δηλαδή πουθενά.
Κάποιος είπε πρόσφατα, όβερ σούσι, κάτι που με έβαλε σε σκέψεις -όπως κάθε απλή σοφία. "Μια γυναίκα δεν ξεχνάει ποτέ αυτούς με τους οποίους ΠΗΓΕ, κι ένας άντρας δεν ξεχνάει ποτέ αυτές με τις οποίες ΔΕΝ πήγε."
Άκου να δεις, ε;
(Χμ!)
Γεγονός είναι ότι οι άντρες θέλετε να γονιμοποιήσετε το σύμπαν. Αποτελεί μονολιθική εντολή του dna σας να διαιωνίσετε το είδος εις τον αιώνα τον απαξάπαντα, να βγουν παντού γύρω νέα καθ'ομοίωση συμπαντάκια να κουνάνε χέρια πόδια, -πράγμα απολύτως (βιο)λογικό. (Κι άμα κάποια σας ξεφύγει μπαίνει στη λίστα "απωθημένο".)
Εμείς τα κοριτσάκια από την άλλη, ψοφάμε να κυοφορήσουμε τον απόγονο του λίντερ οφ δε πακ -ώστε το είδος να διαιωνιστεί με γερά γονίδια -που αν γίνεται να φοράνε και οντεμάρ πιγκέ. (Κι αν κάποιος μας κάτσει καλά και φύγει μάς κάθεται για τα καλά -στη λίστα απωθημένο.)
Κατάλαβες.
Ανθρώπινη φύση. Μας θέλετε όλες, θέλουμε τον καλύτερο.
Σας ανήκουν όλες, μας ανήκει δε ουάν.
Σας μένουν απωθημένο αυτές που ποτέ δεν κατακτήσατε (και σας τις πρόλαβαν άλλοι), μας μένουν απωθημένο αυτοί που μας κατέκτησαν (και μετά τους πήραν άλλες).
Ε, αφού το λύσαμε, αυτά για σήμερα.
Αλλά, να πω εγώ κάτι;
Μπο Ρινγκ. (Με ύφος Τζον Στίουαρτ.)
Είμαστε αμφότεροι βαρετοί τύποι, μποϋζ εντ γκερλς, με όλα τα απωθημενάκια μας και τις δικαιολογιούλες μας επειδή ακόμη δεν έχουμε βρει αυτό που ψάχνουμε και βγάζουμε το μυαλό μας βόλτα στο ανθισμένο πάρκο της μυθοποίησης (τίγκα στα μπαομπάμπ).
Γιου νόου γουάτ;
Δεν έχει σημασία αν κατουράει όρθιο ή καθιστό -είτε θηλυκού είτε αρσενικού γένους, το απωθημένο έχει πολύ πετυχημένο όνομα.
Με απωθεί.
(Και ένα κι ένα πάντα δύο έκανε.)
Οπότε μέχρι να εφευρεθεί τανγκό για έναν, αν κάποιος αποτελεί απωθημένο (όντας είτε πρώην είτε άπιαστο όνειρο) είναι γιατί έτσι το θελήσαμε εμείς ή γιατί έτσι θέλησε μόνος του, οπότε προφανώς είναι πρωήν ή άπιαστο όνειρο για κάποιον γουατέβα λόγο, που θα έπρεπε να μας έκανε να κλείνουμε τις υποθέσεις μας και να κοιτάμε μπροστά (αν βέβαια έχουμε βγάλει το δημοτικό -οπότε αν είσαι κάτω από 10 μη διαβάζεις τσάμπα, και, ναι, υπάρχει αη-βασίλης.)
Βέβαια, ναι, ναι, ξέρω τι θα μου πέιτε, σε κάποια πράγματα δεν χωράει η λογική, κάποιες φορές η μυθοποίηση αλατίζει γλυκά τις πληγές που μας προκαλούν οι εν λόγω αποσκευές μας (που οι ίδιοι ετοιμάζουμε), και τέλος πάντων η μυθοποίηση είναι και λίγο σέξυ, μπλα μπλα μπλα, και λίγο ρομαντικοτέτοια και -ένιχού- τα πράγματα δεν είναι έτσι απλά όπως τα λέω, γιατί στο κάτω κάτω "ιτς κόμπλικέιτιντ" -πράγμα που είναι και στάτους στο φέησμπουκ, άρα κάτι έγκυρο και ρισπέκταμπλ :-)
Ε, αφού το λύσαμε, αυτά για σήμερα.
Αλλά, να πω εγώ κάτι;
Μπο Ρινγκ.
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα εννοείται (εγώ η ξύπνια) πάνω στο θέμα που άνοιξα -δεν θα προσποιηθώ το αντίθετο. (Και μάλιστα χαίρομαι και αφάνταστα για αυτό, όχι μόνο για το ντεφινίσιον του μπλις, αλλά γιατί έχει πιο πλάκα έτσι -να παραμένεις αδιάβαστος παρά την αδιάκοπη μελέτη. Απλά βαριέμαι -πειράζει;)
(Ακούστηκε ένα "ναι" στο βάθος.)
Όμως ειλικρινά: πιστεύω ότι στο θέμα σχέσεις, ανά πάσα στιγμή, το μόνο που μετράει είναι το τι μας συμβαίνει τώρα, αυτήν την στιγμή -που μόλις πέρασε- γιατί το τώρα είναι η πιο ασφαλής γέφυρα προς το τι πρόκειται να μας συμβεί στο (άμεσο ας ευχηθούμε) μέλλον.
Όχι ότι όσοι πέρασαν δεν ακούμπησαν (εκτός αν ήταν ξένο εκείνο το χέρι κάτω από τη μπλούζα μου).
Είμαστε το σύνολο των επιλογών μας (καθώς και, αποτέλεσμα συγκυριών) -άρα είμαστε κατά ένα τεράστιο ποσοστό παρελθόν, δεν λέω όχι: απλά αυτό που λέω είναι ότι στο παρελθόν "είμασταν", στο παρόν "είμαστε", στο μέλλον "θα είμαστε".
Οπότε διαλέξτε χρόνο -να "υπήρχατε", να "υπάρχετε" ή να "υπάρξετε".
"Στο μυαλό μας το απωθημένο μπορεί να μυθοποιηθεί σε ενοχλητικό βαθμό".
Φακ ιτ μωρέ.
(Κυριολεκτώ.)
Άμα έχετε σκελετούς στις ντουλάπες σας, τώρα που θα κατεβάσετε τα μάλλινα, ευκαιρία είναι. Πείτε τους (αφού τους ρωτήσετε τι τάξη πάνε και τους πείτε πω πω πως ψήλωσαν) να καταπιούν τη ληγμένη βαπόνα λεβάντας (που ακούγεται και γκουρμέ).
Εγώ θα το προσπαθήσω -πρόμις.
Γιατί καταλήγω.
Όταν δυο άνθρωποι θέλουν να είναι μαζί, είναι.
Ρίξε μια ματιά γύρω σου.
Αν δεν είναι δίπλα σου αυτός που θέλεις, ή αυτός που νομίζεις ότι πάντα ήθελες, είναι γιατί προφανώς είναι εκεί που πρέπει ή που θέλει να είναι (μακριά σου). Φίου! Σου έχει αδειάσει τη γωνιά πριν καν στη γεμίσει (οποία ευγένεια).
Αν δεν το σκεφτείς έγκαιρα αυτό και δεν αφήσεις το βλέμμα σου να πλατσουρίσει στα κρυστάλλινα νερά τού υποσχόμενου νέου έρωτα, τότε αυτός θα περάσει από μπροστά σου, κι εσύ ίσως ούτε καν τον δεις, αν έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι δεν θες να "βλέπεις" ή να "δεις", αλλά θες να "έβλεπες". Τον ποιητή όταν τα έλεγε δεν τον ακούσατε. "Εκεί που κοιτάς, εκεί θα πας". (Πίσω θες να πας; Αν ναι, εντάξει. Κοίτα πίσω. Και να μας γράφεις.)
Είμαι χαζή , μου το έχουν πει πολλλές φορές. Αλλά το μόνο "απωθημένο" που πραγματικά κάνει πρόσες το κεφάλι μου ώς πραγματικό υποκείμενο του πόθου είναι το ώς τώρα μη-ποθημένο (το α-ποθημένο δηλαδή -χα χα χα). Αυτό που δεν έχεις ποθήσει ακόμη τέλοςπάντων -αυτό που σε περιμένει μπροστά. Αν τα πράγματα έχουν αλλιώς, τότε και ο ποιητής αλλά και αυτός που είπε ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία να μην πληρωθούν τις υπερωρίες.
Στον κόσμο μου, (υπάρχει και άλλος;), πιστεύω, γενικά, όχι μόνο στις σχέσεις, ότι το καλύτερο αν δεν είναι εδώ τώρα δίπλα σου δεν είναι ούτε πίσω σου. Η συνεχής κατάσταση αναμονής που νιώθω θα ήταν αφόρητη αλλιώς. Βέβαια αυτή η και καλά αυτοπεποίθησή μου έχει πολλάκις κατουρήσει το βρακάκι της. Και αν αντιστοιχούν Χ προσπάθειες αναζήτησης στον καθένα κι έχουν τελειώσει τα κανονάκια μου; Αν πάω να σε φιλήσω καλέ μου καινούργιε μόλις σε βγάλω από τη συσκευασία σου και έχω ξεχάσει το πώς γίνεται; Άσε που δεν ξέρω αν αυτό με τρομάζει ή με... αναπαλαιώνει. Το λέω γιατί βλέπω συχνά ένα όνειρο. (Κυνηγάω λέει κάποιον που τον βλέπω πλάτη, και όταν τον φτάνω και πάει να γυρίσει να δω επιτέλους ποιος είναι γυρίζω πλάτη εγώ και φεύγω. Φοβάμαι κάτι μάλλον. Ίσως φοβάμαι μη τυχόν και φοβηθώ.)
Δεν έχω "πάει" με πολλούς άντρες. Ένας ήταν ο εξ. Όμορφος και άσχημος μαζί, με καφέ, μαύρα και πράσινα μάτια, πολύ ψηλός, ξανθός με μαύρα μαλλιά, κοντός, και υπερβολικά πλούσιος, συνήθως χωρίς φράγκο. Δεν θέλω να ισοπεδώσω τον μοναδικό μου εξ (αποδώ), ή να τον ξεχάσω -άλλωστε ό,τι είμαι σήμερα μαζί του διαμορθώθηκε -άσε που κάθε τέσσερα πάνω κάτω χρόνια μου έδινε κι από ένα πρώτο φιλί, την εμπειρία του πρώτου βλέμματος, του πρώτου σινεμά, του πρώτου σεξ, του πρώτου τσακωμού -και βέβαια τον ευχαριστώ και τον συγχωρώ για τα πάντα (ακόμη και για το τίποτα).
Αλλά είχαμε ημερομηνία λήξης, πώς να το αγνοήσουμε; Την στιγμή που μιλάμε μας αντιστοιχούσαν είκοσι χριστούγεννα και είκοσι καλοκαίρια (για να μην μιλήσω για τις είκοσι απόκριες), από όταν τα φτιάξαμε, προ εικοσαετίας για πρώτη φορά.
Μην μπερδεύεστε. Δεν ξέρω αν είμαι μονογαμική ή όχι, ούτε αν είναι εκεί η ουσία, αν είμαι κλασικό κορίτσι που ψάχνει δε ουάν -ανάμεσα σε πολλούς δε ουάνς που ψάχνουν έβρι ουάν. (Όμιγκοντ -δε μεςς.)
Ούτε ποια είναι τα όριά μου ξέρω -τι ανεβάζει το ηθικό μου και κατεβάζει το ανήθικό μου. (Ο διάλογος είναι ευτυχώς ανοιχτός, και προφανώς οι πράξεις μιλάνε από μόνες τους.)
Πιστεύω εις ένα Θεό (τον Ντέιβιντ Μπάουι) αλλά και εις μία Θεωρία: φοβάμαι ότι η αδιαμφισβήτητη γοητεία του ανεκπλήρωτου και του απωθημένου κρύβει ύπουλη ημερομηνία λήξης -κι ο μόνος λόγος που δεν την βλέπουμε είναι γιατί δεν υπήρξε ποτέ (για όλους τους σωστούς λόγους) ημερομηνία έναρξης.
ΥΓ1
Κάθε σχέση κάτι άλλο θα σε κάνει να πιστέψεις για σένα -με κίνδυνο να μπερδευτείς. Σε άλλη σχέση είσαι όμορφος σε άλλη όχι, σε άλλη είσαι χαριτωμένος που έχεις αυτή την τάδε συνήθεια, σε άλλη είναι τρομερό μειονέκτημά σου, σε κάποια άλλη το στήθος σου είναι μια χαρά (έχει μικρό χέρι), σε κάποια είσαι βαρετός, σε κάποια άλλη πολύ σέξυ, σε κάποια είσαι έξυπνος, σε άλλη πονηρός.
ΥΓ2
Τα είσαι όλα και τα είναι και οι άλλοι όλοι για σένα ανά περίπτωση, αλλά η μαγική στιγμή που είσαι σίνγκλ, που ο πρώην σου είναι μόνο ένας, δεν συγκρίνεται με τίποτα. Το α-ποθημένο είναι μπροστά τότε. Μόνο καλό είναι αυτό.
ΥΓ3
Αλλιώς να θυμηθούμε τον άλλο ποιητή -στη Μήδεια δεν αναφέρεται αυτό; Τα μπλέκω πια τόσα που είναι τα ωραία- που απειλεί (σε μετάφραση): "Πράγματα που ήταν να γίνουν δεν έγιναν ποτέ και πράγματα που δεν ήταν να γίνουν έγιναν".
ΥΓ4
Ωραίο να μην γίνονται πρώην πράγματα και να μην ζεις για πρώην χρόνια τη μέρα τής μαρμότας.
ΥΓ5
Όσο αποφασίζεις ότι "κανείς δεν είναι για μένα, όλοι ίδιοι είναι, κανείς δεν με κατάλαβε, τους θέλω όλους", γίνεσαι λίγο γραφικογελοίος, αλλά μετά το πρώτο σοκ (παρεπιμπτόντως γεια σου σοκ), και αφού κάνεις εκεί ότι νομίζεις ότι έχεις καταπιέσει ή στερηθεί, ε, δεν μπορεί, πιστεύω, να βρεθεί ο άνθρωπος γόμα που δεν θα πασαλείψει απλώς το παρελθόν σου αλλά θα κάνει το μέλλον σου να έχει μέλλον, θα σε κάνει να σταματήσεις να θεοποιείς τους πρώην ή τους μη κατεκτημένους, θα σε κάνει να νιώθεις περήφανος που τον έχεις μπροστά σου, αλλά κυρίως που τον έχεις δίπλα σου -ούτε πίσω σου, ούτε πάνω σου.
ΥΓ6
Πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν, ώστε να θες να "πας" με πολλούς μέχρι και καλά να τον βρεις;
ΥΓ7
Εμένα ρωτάς;
ΥΓ8
Αν ρωτάς εμένα, το α-ποθημένο έχει πολύ πετυχημένο όνομα. Το ποθώ.
ΥΓ9
Αλλά μη ρωτάς εμένα.
04 Οκτ 2008
Ενός λεπτού κραυγή.
Μόλις έχω έρθω επίσκεψη στο χώρο σας (που εύχομαι να κλιματίζεται), και κρατάω ένα πακέτο τυλιγμένο πρόχειρα με κορδέλα, σας το πασάρω ευγενικά, το ανόιγετε και τι να δείτε;
Μια κλειδαρότρυπα με θέα κατευθείαν στα πιο απόκρυφα μέρη μου.
Ε!
Άνθρωποι είστε!
Θα κρυφοκοιτάξετε!
(Εγώ το ζήτησα.)
Και τότε θα κρύψω τα χέρια μου μπροστά από τα μάτια μου και θα μάθετε όλοι το μεγάλο γυμνό μου μυστικό, αυτό που μόνο δυοτρείς άνθρωποι ξέρουν -πως πριν λίγους μήνες έμεινα έγκυος.
(Αν και το πραγματικό μυστικό -με την έννοια του μυστηρίου περισσότερο- είναι ότι δεν μπορούσα με τίποτα να συνειδητοποίησω, και ντροπή μου, ποιος ήταν ο πατέρας -τέτοια είμαι).
Η πρώτη σκέψη (επειδή είμαι υπέρ των κυήσεων) ήταν "πώς θα το ονομάσω" -όταν με το καλό ερχόταν. Το δεύτερο πράγμα που σκεφτόμουν ήταν να βγει υγιές. Το τρίτο που σκέφτηκα (επειδή υπέρ ξεϋπέρ είναι ταφ και σκέρι) ήταν πως αν το "ξεχνούσα" μπορεί να ξύπναγα το πρωί απηλλαγμένη από το καθήκον να στραμπουλήξω γλυκά κάθε κύτταρό μου, φουσκώνοντας, πονώντας και βογγώντας.
Σκέφτηκα και ξε-σκέφτηκα πολλές εκδοχές (ούσα τεμπέλα), τελικά πάντως αποφάσισα να το κρατήσω (και ίσως η φύση αναλάμβανε όλα τα υπόλοιπα), και στην τελική αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε, προορισμός μου ήταν, (οπότε "το κάνω και βλέπουμε" -κατέληξα- σκεπτόμενη συνεχώς την ευχή "με έναν πόνο").
Τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι:
Γρήγορα αρχισαν τα φουσκώματα, οι μικροζαλάδες, το στήθος μου επαναστάτησε (προς το παρόν μάλλον το έσπρωχνε από πίσω η παχύσαρκη ξαφνικά επιθυμία που φώλιασε στην καρδιά μου) -ώστε συνέβαινε λοιπόν, σχεδόν (πράγμα αφύσικο αν δεν περάσουν μήνες) ένοιωθα κάτι να κλωτσάει.
Πέρασαν 3 μήνες χωρίς να μοιραστώ το νέο με κανέναν, ακούγοντας συχνά τη φράση "ομόρφυνες εσύ", προσπαθώντας να ερμηνέυσω το φύλο του παιδιού μου με επαρχιώτικα τρυκ μαντέματος -ώσπου αποφάσισα να πάω στο γιατρό. (Κλωτσούσε υπερβολικά ξαφνικά.)
"Δεν ακούω ή βλέπω κάτι" είπε, προσπαθώντας να ακούσει και να δει μια δεύτερη καρδιά να χτυπάει το μέσα μου.
(Τι λυπημένα που με κοίταξε ο μαλάκας.)
"Δεν ξέρετε τι σας γίνετε" του είπα, δείχνοντας του που να βάλει το "ακουστικό" του.
(Τι λυπημένα που με κοίταξε πάλι ο μαλάκας.)
Να μην σας τα πολυλογώ, άλλαξα γιατρό, και λίγο καιρό μετά βρέθηκα, πρόωρα η αλήθεια είναι, να ποτίζω το γρασίδι τού μυστικού μου κήπου με τα βιαστικά σπασμένα νερά μου, και μετά να μπαίνω σπίτι μου, να αποφασίζω να γεννήσω εκεί, μόνη μου, εκτελώντας με "έναν πόνο" τον "προορισμό μου".
Άνοιξα τα πόδια μη μπορώντας να αναπνέυσω παρά μόνο ρυθμικά. Μιμήθηκα τα ντεσιμπέλ των κινηματογραφικών γεννήσεων με ευλάβεια, ξαπλωμένη φυσική, χωρίς μακιγιάζ, πλάθοντας από κάτω μου ένα μεταλλικό μονό κρεββάτι, ρέπλικα του κρεββατιού της σύλληψης. Βύθησα τα χέρια μου μέσα μου σε κάτι που είχε αίσθηση χαρτοπολτού και τράβηξα με σταθερότητα και με όλη μου τη δύναμη (μη βγει κομματιασμένο) αυτό που ούτε κορίτσι , ούτε αγόρι ήταν, αυτό που ίσα που ανέπνεε μέσα μου -αν ανέπνεε- αυτό που σύντομα θα έβλεπα ότι δεν είχε παρά μόνο σώμα -έναν σκέτο κορμό.
Το βιβλίο μου.
Έτσι.
Απότομα.
Στην αγκαλιά μου.
(Πατικωμένο, γυμνό, και σαν σαλιωμένο, να με κοιτάει φαφούτικο -και σχεδόν σαν ξένο στην αφή- να μη μυρίζει απαλά, σαν μωρό, αλλά πολύ πιο άγρια -σαν χαρτί. )
Ένα συνοθύλευμα μπάσταρδο (χωρίς πατέρα), από σελίδες λευκές (τουλάχιστον πήραν το χρώμα του δέρματός μου), και γραμματάκια στρογγυλά και μαύρα (τουλάχιστον πήραν τα μάτια μου), που βγήκε από μέσα μου υφάτο, κοιτώντας με υποτιμητικά, σκίζοντας με σε κομματάκια χαρτοπόλεμου -λες και δεν ήμουν η μάνα του -πάρα μόνο το προσωρινό του εξώφυλο.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα να κάνω, μιμούμενη ένα είδος τηλεοπτικής στοργής, ήταν να το πνίξω και μετά να το πετάξω σε έναν κάδο απορριμάτων. Αντ'αυτού επέτρεψα στην μηχανική (και ταυτόχρονα αμήχανη) μητρότητά μου να κόψει τον λώρο του -ή έτσι νόμιζα ότι θε έκανα τουλάχιστον, μέχρι που με τρόμο είδα ότι από πουθενά δεν ξεφύτρωνε λώρος, σαν να μην είχε ήταν (λες και ούτε το κυοφόρησα, όυτε το γέννησα, αλλά απλά το κουβάλησα.)
Και ήταν και άσχημο από πανω στην αρχή (γεμάτο ενοχλητικά μάυρα σημαδάκια σε σχήμα αλφαβήτας). Ίσως αν είχα λίγο ταλκ να σωζόταν η κατάσταση: θα έβαζα στον πωπό του (που όλο σαν πωπός μεταξύ μας ήταν) ένα κιλό ταλκ, μπας και κατάφερνε η εν λόγω κονιορτοποιημένη τρυφερότητα να καμουφλάρει το γραμμένο του.
(Δεν είχα ταλκ.)
Και το κοιτάζα για μέρες. (Τι παράξενο πλάσμα.) Δεν είχε ούτε κεφάλι ούτε πόδια. Και δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση να με υπακούσει. Με ξυπνούσε τα βράδια να με ταϊσει το ίδιο μου το γάλα με το ζόρι, ενώ μέσα σε δυο μόλις μέρες άρχισε να φέρεται εξαιρετικά ανάγωγα και αλλόκοτα, να βγάζει δόντια, να τρώει τα νύχια μου, και κυρίως να ρεύεται λέξεις (επίτηδες), δημιουργώντας μου την αγωνία αν θα τις έβρισκαν κι άλλοι τόσο αχώνευτες.
Από τη μία λογικό να θέλει να με ταλαιπωρήσει, εκδικητικό -ως προϊόν του πιο αρρωστημένου έρωτα (από μένα για μένα που τόσο με αγαπώ και τόσο θέλω να με πηδήξω), προϊόν όχι απλά αυνανισμού, προϊόν μιας σύλληψης παρά τη φύσει σχεδόν.
Δεν το θέλω αποφάσισα. Θα το αφήσω στα σκαλιά σας. 'Η -ακόμα καλύτερα- θα το πουλήσω.
Πριν το αποχωριστώ το εμπιστέυτηκα για ένα σύντομο μπεϊμπισίτινγκ σε κάποιον που "ξέρει από αυτά", μια και έχει μέσα στο κεφάλι του το πιο πλήρως εξοπλισμένο μαιευτήριο (γωνία με ένα ωραίο άλσος), τη στιγμή που εγώ έχω μια ψωροκλινικούλα (γωνία με το διανυκτερεύον φαρμακείο μου).
Του άρεσε. (Τι ευγενικός.)
Αλλά συμφώνησε μαζί μου.
Να το δώσουμε.
Δεν μου ανήκει πια. (Μόνο του το αποφάσισε.)
Τη στιγμή που μιλάμε ζει ήδη στο ορφανοτροφείο -εύχομαι να το αφήνουν να παίζει, να το βγάζουν στον ήλιο και που και που να του δίνουν και κανένα χαστούκι, έτσι βιαστικό που είναι, να αποκτήσει τρόπους -πριν υιοθετηθεί από την πιο σέξυ μάμα τού κόσμου -την κυρία Βιβλιοθήκη.
ΥΓ1
Τον πρώτο "γιατρό" τον άλλαξα επειδή έβαζε το μαρκούτσι του υπέρηχου στην κοιλιά μου ο μαλάκας (λες κι εκεί γονιμοποιήθηκε και κυοφορήθηκε το παιδί μου).
ΥΓ2
Το παιδί μου γονιμοποιήθηκε και κυοφορήθηκε το καλοκαίρι, άρα στο μυαλό μου, αφού όπως καταλαβαίνετε τα ωάρια μου ήταν σε άδεια -οπότε και είχαν ετοιμάσει τις βαλίτσες τους και είχαν ανέβει βόρεια. (Μετακόμισαν μόνιμα εκεί μαθαίνω.)
ΥΓ3
Όπως συμπεραίνετε, λέγοντας παραπάνω ότι "άνοιξα τα πόδια" για να γεννήσω, και λοιπά, σας εξαπάτησα, δεν κυριολεκτούσα: εννοούσα (και πάλι) πως άνοιξα τα πόδια του μυαλού μου, τα μόνα πόδια που με πάνε πραγματικά βόλτες, έστω κουτσαίνοντας συχνά (και που τώρα που τα κοιτάζω είναι παράξενα πόδια -σαν βρύσες είναι).
ΥΓ4
Σας εξαπάτησα εξίσου και μιλώντας για γιατρό. Δεν υπάρχει γιατρός. Ποτέ. Αν δεν σου συνέβη κάτι να σε έχει στείλει να σπούδασεις κάποια στιγμή γιατρός (εσύ ο ίδιος για σένα στη ζωή σου), την πάτησες. Αι εμ σόρυ. Γκαντ μπλέσγιου. Οπότε όπου γιατρός βάλτε τις ίδιες μου τις επινοημένες αναστολές, τις ίδιες μου τις τρικλοποδιές. (Η δε φωσκολική άγνοιά μου για την πατρότητα του παραπαιδιού μου, ναι, κι αυτή, ένα τρυκ.)
ΥΓ5
...Αν και η αλήθεια είναι ότι κάπου σε όλα αυτά υπάρχει όντως μια χοντρή κοιλιά -η κοιλιά που κάνει (επίτηδες) κάπου εκεί στη μέση το βιβλίο μου.
ΥΓ6
Το βιβλίο μου σε εισαγωγικά.
ΥΓ7
Και ας εξήχθη.
ΥΓ8
"Γράψε μου τι σου είπε ο εΝδότης", μου έγραψε, (τρώγοντας μια χαψιά το κάπα του εΚδότη), κάνοντας ευτυχέστατο δηλαδή ορθογραφικό σαρδάμ, η παιδική μου φίλη Μαριάννα -όταν της είπα ότι "παράτησα το παιδί μου στα σκαλία" ενός εκδότη.
ΥΓ9
Ο ενδότης
Μια κλειδαρότρυπα με θέα κατευθείαν στα πιο απόκρυφα μέρη μου.
Ε!
Άνθρωποι είστε!
Θα κρυφοκοιτάξετε!
(Εγώ το ζήτησα.)
Και τότε θα κρύψω τα χέρια μου μπροστά από τα μάτια μου και θα μάθετε όλοι το μεγάλο γυμνό μου μυστικό, αυτό που μόνο δυοτρείς άνθρωποι ξέρουν -πως πριν λίγους μήνες έμεινα έγκυος.
(Αν και το πραγματικό μυστικό -με την έννοια του μυστηρίου περισσότερο- είναι ότι δεν μπορούσα με τίποτα να συνειδητοποίησω, και ντροπή μου, ποιος ήταν ο πατέρας -τέτοια είμαι).
Η πρώτη σκέψη (επειδή είμαι υπέρ των κυήσεων) ήταν "πώς θα το ονομάσω" -όταν με το καλό ερχόταν. Το δεύτερο πράγμα που σκεφτόμουν ήταν να βγει υγιές. Το τρίτο που σκέφτηκα (επειδή υπέρ ξεϋπέρ είναι ταφ και σκέρι) ήταν πως αν το "ξεχνούσα" μπορεί να ξύπναγα το πρωί απηλλαγμένη από το καθήκον να στραμπουλήξω γλυκά κάθε κύτταρό μου, φουσκώνοντας, πονώντας και βογγώντας.
Σκέφτηκα και ξε-σκέφτηκα πολλές εκδοχές (ούσα τεμπέλα), τελικά πάντως αποφάσισα να το κρατήσω (και ίσως η φύση αναλάμβανε όλα τα υπόλοιπα), και στην τελική αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε, προορισμός μου ήταν, (οπότε "το κάνω και βλέπουμε" -κατέληξα- σκεπτόμενη συνεχώς την ευχή "με έναν πόνο").
Τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι:
Γρήγορα αρχισαν τα φουσκώματα, οι μικροζαλάδες, το στήθος μου επαναστάτησε (προς το παρόν μάλλον το έσπρωχνε από πίσω η παχύσαρκη ξαφνικά επιθυμία που φώλιασε στην καρδιά μου) -ώστε συνέβαινε λοιπόν, σχεδόν (πράγμα αφύσικο αν δεν περάσουν μήνες) ένοιωθα κάτι να κλωτσάει.
Πέρασαν 3 μήνες χωρίς να μοιραστώ το νέο με κανέναν, ακούγοντας συχνά τη φράση "ομόρφυνες εσύ", προσπαθώντας να ερμηνέυσω το φύλο του παιδιού μου με επαρχιώτικα τρυκ μαντέματος -ώσπου αποφάσισα να πάω στο γιατρό. (Κλωτσούσε υπερβολικά ξαφνικά.)
"Δεν ακούω ή βλέπω κάτι" είπε, προσπαθώντας να ακούσει και να δει μια δεύτερη καρδιά να χτυπάει το μέσα μου.
(Τι λυπημένα που με κοίταξε ο μαλάκας.)
"Δεν ξέρετε τι σας γίνετε" του είπα, δείχνοντας του που να βάλει το "ακουστικό" του.
(Τι λυπημένα που με κοίταξε πάλι ο μαλάκας.)
Να μην σας τα πολυλογώ, άλλαξα γιατρό, και λίγο καιρό μετά βρέθηκα, πρόωρα η αλήθεια είναι, να ποτίζω το γρασίδι τού μυστικού μου κήπου με τα βιαστικά σπασμένα νερά μου, και μετά να μπαίνω σπίτι μου, να αποφασίζω να γεννήσω εκεί, μόνη μου, εκτελώντας με "έναν πόνο" τον "προορισμό μου".
Άνοιξα τα πόδια μη μπορώντας να αναπνέυσω παρά μόνο ρυθμικά. Μιμήθηκα τα ντεσιμπέλ των κινηματογραφικών γεννήσεων με ευλάβεια, ξαπλωμένη φυσική, χωρίς μακιγιάζ, πλάθοντας από κάτω μου ένα μεταλλικό μονό κρεββάτι, ρέπλικα του κρεββατιού της σύλληψης. Βύθησα τα χέρια μου μέσα μου σε κάτι που είχε αίσθηση χαρτοπολτού και τράβηξα με σταθερότητα και με όλη μου τη δύναμη (μη βγει κομματιασμένο) αυτό που ούτε κορίτσι , ούτε αγόρι ήταν, αυτό που ίσα που ανέπνεε μέσα μου -αν ανέπνεε- αυτό που σύντομα θα έβλεπα ότι δεν είχε παρά μόνο σώμα -έναν σκέτο κορμό.
Το βιβλίο μου.
Έτσι.
Απότομα.
Στην αγκαλιά μου.
(Πατικωμένο, γυμνό, και σαν σαλιωμένο, να με κοιτάει φαφούτικο -και σχεδόν σαν ξένο στην αφή- να μη μυρίζει απαλά, σαν μωρό, αλλά πολύ πιο άγρια -σαν χαρτί. )
Ένα συνοθύλευμα μπάσταρδο (χωρίς πατέρα), από σελίδες λευκές (τουλάχιστον πήραν το χρώμα του δέρματός μου), και γραμματάκια στρογγυλά και μαύρα (τουλάχιστον πήραν τα μάτια μου), που βγήκε από μέσα μου υφάτο, κοιτώντας με υποτιμητικά, σκίζοντας με σε κομματάκια χαρτοπόλεμου -λες και δεν ήμουν η μάνα του -πάρα μόνο το προσωρινό του εξώφυλο.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα να κάνω, μιμούμενη ένα είδος τηλεοπτικής στοργής, ήταν να το πνίξω και μετά να το πετάξω σε έναν κάδο απορριμάτων. Αντ'αυτού επέτρεψα στην μηχανική (και ταυτόχρονα αμήχανη) μητρότητά μου να κόψει τον λώρο του -ή έτσι νόμιζα ότι θε έκανα τουλάχιστον, μέχρι που με τρόμο είδα ότι από πουθενά δεν ξεφύτρωνε λώρος, σαν να μην είχε ήταν (λες και ούτε το κυοφόρησα, όυτε το γέννησα, αλλά απλά το κουβάλησα.)
Και ήταν και άσχημο από πανω στην αρχή (γεμάτο ενοχλητικά μάυρα σημαδάκια σε σχήμα αλφαβήτας). Ίσως αν είχα λίγο ταλκ να σωζόταν η κατάσταση: θα έβαζα στον πωπό του (που όλο σαν πωπός μεταξύ μας ήταν) ένα κιλό ταλκ, μπας και κατάφερνε η εν λόγω κονιορτοποιημένη τρυφερότητα να καμουφλάρει το γραμμένο του.
(Δεν είχα ταλκ.)
Και το κοιτάζα για μέρες. (Τι παράξενο πλάσμα.) Δεν είχε ούτε κεφάλι ούτε πόδια. Και δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση να με υπακούσει. Με ξυπνούσε τα βράδια να με ταϊσει το ίδιο μου το γάλα με το ζόρι, ενώ μέσα σε δυο μόλις μέρες άρχισε να φέρεται εξαιρετικά ανάγωγα και αλλόκοτα, να βγάζει δόντια, να τρώει τα νύχια μου, και κυρίως να ρεύεται λέξεις (επίτηδες), δημιουργώντας μου την αγωνία αν θα τις έβρισκαν κι άλλοι τόσο αχώνευτες.
Από τη μία λογικό να θέλει να με ταλαιπωρήσει, εκδικητικό -ως προϊόν του πιο αρρωστημένου έρωτα (από μένα για μένα που τόσο με αγαπώ και τόσο θέλω να με πηδήξω), προϊόν όχι απλά αυνανισμού, προϊόν μιας σύλληψης παρά τη φύσει σχεδόν.
Δεν το θέλω αποφάσισα. Θα το αφήσω στα σκαλιά σας. 'Η -ακόμα καλύτερα- θα το πουλήσω.
Πριν το αποχωριστώ το εμπιστέυτηκα για ένα σύντομο μπεϊμπισίτινγκ σε κάποιον που "ξέρει από αυτά", μια και έχει μέσα στο κεφάλι του το πιο πλήρως εξοπλισμένο μαιευτήριο (γωνία με ένα ωραίο άλσος), τη στιγμή που εγώ έχω μια ψωροκλινικούλα (γωνία με το διανυκτερεύον φαρμακείο μου).
Του άρεσε. (Τι ευγενικός.)
Αλλά συμφώνησε μαζί μου.
Να το δώσουμε.
Δεν μου ανήκει πια. (Μόνο του το αποφάσισε.)
Τη στιγμή που μιλάμε ζει ήδη στο ορφανοτροφείο -εύχομαι να το αφήνουν να παίζει, να το βγάζουν στον ήλιο και που και που να του δίνουν και κανένα χαστούκι, έτσι βιαστικό που είναι, να αποκτήσει τρόπους -πριν υιοθετηθεί από την πιο σέξυ μάμα τού κόσμου -την κυρία Βιβλιοθήκη.
ΥΓ1
Τον πρώτο "γιατρό" τον άλλαξα επειδή έβαζε το μαρκούτσι του υπέρηχου στην κοιλιά μου ο μαλάκας (λες κι εκεί γονιμοποιήθηκε και κυοφορήθηκε το παιδί μου).
ΥΓ2
Το παιδί μου γονιμοποιήθηκε και κυοφορήθηκε το καλοκαίρι, άρα στο μυαλό μου, αφού όπως καταλαβαίνετε τα ωάρια μου ήταν σε άδεια -οπότε και είχαν ετοιμάσει τις βαλίτσες τους και είχαν ανέβει βόρεια. (Μετακόμισαν μόνιμα εκεί μαθαίνω.)
ΥΓ3
Όπως συμπεραίνετε, λέγοντας παραπάνω ότι "άνοιξα τα πόδια" για να γεννήσω, και λοιπά, σας εξαπάτησα, δεν κυριολεκτούσα: εννοούσα (και πάλι) πως άνοιξα τα πόδια του μυαλού μου, τα μόνα πόδια που με πάνε πραγματικά βόλτες, έστω κουτσαίνοντας συχνά (και που τώρα που τα κοιτάζω είναι παράξενα πόδια -σαν βρύσες είναι).
ΥΓ4
Σας εξαπάτησα εξίσου και μιλώντας για γιατρό. Δεν υπάρχει γιατρός. Ποτέ. Αν δεν σου συνέβη κάτι να σε έχει στείλει να σπούδασεις κάποια στιγμή γιατρός (εσύ ο ίδιος για σένα στη ζωή σου), την πάτησες. Αι εμ σόρυ. Γκαντ μπλέσγιου. Οπότε όπου γιατρός βάλτε τις ίδιες μου τις επινοημένες αναστολές, τις ίδιες μου τις τρικλοποδιές. (Η δε φωσκολική άγνοιά μου για την πατρότητα του παραπαιδιού μου, ναι, κι αυτή, ένα τρυκ.)
ΥΓ5
...Αν και η αλήθεια είναι ότι κάπου σε όλα αυτά υπάρχει όντως μια χοντρή κοιλιά -η κοιλιά που κάνει (επίτηδες) κάπου εκεί στη μέση το βιβλίο μου.
ΥΓ6
Το βιβλίο μου σε εισαγωγικά.
ΥΓ7
Και ας εξήχθη.
ΥΓ8
"Γράψε μου τι σου είπε ο εΝδότης", μου έγραψε, (τρώγοντας μια χαψιά το κάπα του εΚδότη), κάνοντας ευτυχέστατο δηλαδή ορθογραφικό σαρδάμ, η παιδική μου φίλη Μαριάννα -όταν της είπα ότι "παράτησα το παιδί μου στα σκαλία" ενός εκδότη.
ΥΓ9
Ο ενδότης