10 Ιουλ 2010
Πολλαπλασιασμός.
(Μια μέρα θα με αγκαλιάσεις τόσο σφιχτά που από κάθε πόρο του δέρματός μου θα πεταχτεί κι από ένας άνθρωπος.)
Διαίρεση.
Διά, του λέγειν.
Πρόσθεση.
Εγώ συν εγώ ίσον εσύ.
6 Ιουν 2010
Αφαίρεση.
Μου είπε μια φίλη ότι πήγε τη γάτα της για στείρωση και ζήλεψα, λέω να πάω τα μάτια μου. Έτσι κι αλλιώς έχουν γεμίσει σκουπιδάκια, τόσα χρόνια που χρησιμοποιείς τις κόχες μου για κάδο σου (πετώντας μέσα την απούσια σου χαρτάκι χαρτάκι).
ΥΓ1
Δεν φοβάμαι την επέμβαση. Έχω συνηθίσει από τότε που πήγα να σε αφαιρέσουν. (Εξείχες από παντού.)
ΥΓ2
("Βρε μάτια μου όλον τον έχεις καταπιεί" μου είχαν πει, "παραλίγο να γίνεις άντρας".)
ΥΓ3
Ποτέ δεν βγήκες εντελώς.
ΥΓ4
Πριν λίγο σήκωσα "τα χαλιά" για καλοκαίρι και βρήκα από κάτω την ανάσα σου.
ΥΓ5
Ωστόσο πόσο ακόμα θα λερώνω τις λέξεις μου με τελείες;
ΥΓ6
Έβγαλα νύχια μέχρι και στα μάτια περιμένοντας.
Τόσο θέλω να σε ακουμπήσω.
...
ΥΓ1
Δεν φοβάμαι την επέμβαση. Έχω συνηθίσει από τότε που πήγα να σε αφαιρέσουν. (Εξείχες από παντού.)
ΥΓ2
("Βρε μάτια μου όλον τον έχεις καταπιεί" μου είχαν πει, "παραλίγο να γίνεις άντρας".)
ΥΓ3
Ποτέ δεν βγήκες εντελώς.
ΥΓ4
Πριν λίγο σήκωσα "τα χαλιά" για καλοκαίρι και βρήκα από κάτω την ανάσα σου.
ΥΓ5
Ωστόσο πόσο ακόμα θα λερώνω τις λέξεις μου με τελείες;
ΥΓ6
Έβγαλα νύχια μέχρι και στα μάτια περιμένοντας.
Τόσο θέλω να σε ακουμπήσω.
...
25 Μαϊ 2010
Εσσ, ε μεσσ.
Πάνω που είχα ανεβάσει τα μάλλινα δάκρυα στο πατάρι, άρχισε πάλι να ψιχαλίζει τ' όνομά σου. Το μισό αλφάβητο πλημμυρίσαμε. (Έχει γεμίσει το υπόγειο με ωμέγα -θα πνιγούμε χωρίς άλφα.)
Με είδες κι εσύ στο όνειρό μου χτες;
Βάλε επιτέλους ένα ζακετάκι στον έρωτα σου είπα. Κάνει ρεύμα -δεν ακούς που φταρνίζεται;
Δεν σου έβγαινε ήχος (ίσως χρειάζεσαι επισκευή).
Θες να μου μείνεις; σου είπα. Έστω από τη μέση και πάνω. (Δεν χρειάζομαι τα πόδια σου.) Έτσι κι αλλιώς κι εγώ μισή είμαι. (Τα πόδια χωρίζουν τους ανθρώπους.)
Μετά άρχισα να τσακώνομαι με τη μοναξιά σου. Λουζόταν με μπετόν η χαζή. (Λέρωνε το πάτωμα.)
Δεν καταλαβαίνω, είπα.
Θες να γιατρέψεις τα δάχτυλά σου πάνω στο δέρμα μου;
(Ή πάλι θα τα φορτώσουμε σε καμμιά καρότσα ασθενοφόρου;)
Πάλι θα με αφήσεις αντί από το στόμα μου να αναπνέω από τα μάτια σου;
(Μόνο φωτογραφίες σου παίρνω σπίτι.)
Οι ανοργάνωτοι εμπρησμοί σου στο σώμα μου έχουν αρχίσει να λήγουν.
(Την πυρκαγιά δηλαδή εσύ εκεί στο υπόγειο δεν την βλέπεις που καίει συνέχεια; Θα φτάσει στον πρώτο όροφο και θα τη δουν όλοι στο τέλος. Δυο χρόνια έχεις να φωνάξεις την πυροσβεστική.)
Μόνο να διχάζεις τις τελείες μου ξέρεις -και να μ αφήνεις να ξυπνάω αγκαλιά με το σπασμένο σου ποδηλατάκι (λες κι αν ενηλικιωθούμε θα πεθάνουμε).
Δεν καταλαβαίνω. Αντί να έρθεις να με βγάλεις βόλτα, όλο πας και βάζεις γύψο στα χείλια σου και με αφήνεις να ιδρύω άδεια βάζα.
(Βέβαια, μη διανοηθείς να μου στείλεις με κούριερ μόνο την καρδιά σου, θα πάρω θάρρος και θα σου στείλω πίσω τα πάντα μου: καρδιές, μαλλιά, πόδια, βραχιόλια, κόκκαλα και πνευμόνια -μέχρι και ο τζον κήτς θ αναστηθεί έτσι που το πας.)
Θα το δεις να τελειώνουμε;
Όποιο σώμα κι αν δοκιμάσω εκτός από το δικό σου, μου πέφτει φαρδύ.
ΥΓ1
Μαζεύω το στρύφωμα της καρδιάς μου να την κοντύνω, μήπως ξαναπάρει σχήμα καρδούλας, κι αυτή αντί να μαζευτεί κοντεύει να με γεμίσει όλοκληρη από μέσα. (Έτσι όπως έχει εξαπλωθεί μακριά σου σε λίγο θα ξεμυτίσει καρδιά μέχρι κι από τα δάχτυλα των ποδιών.)
ΥΓ2
Αν δεν ανοίξεις το σώμα μου στα δύο να αφαιρέσεις το κενό θα αναγκαστώ να ζω στα τελευταία ράφια του ουρανού, χωρίς ίχνος φωτός.
ΥΓ3
Λες κι ο ουρανός έχει υπόγεια είναι.
Καλοκαίριασε επικίνδυνα πάλι: το Αιγαίο κρέμεται ήδη πάνω απ' τα κεφάλια μας. "Κοίτα τι ωραία που αιωρούνται τα ψάρια." Ετοιμάζω τα μαγιώ, βάζω σε λειτουργία την άμμο, πλέκω φυλαχτά -και για χάντρες κρεμάω τα μάτια σου. (Τα δικά μου τα έχω αφήσει στην τσέπη σου να τα ακουμπάς κάθε βράδυ στο κομοδίνο.) Καλοκαίριασε χαζέ. Περπατάς σαν ιησούς στο νερό μου, κι εγώ λέω το δι'ευχών και ρωτάω: πάλι δεν θα με πας διακοπές; (Πάλι μόνο ανακοπές;)
...
Με είδες κι εσύ στο όνειρό μου χτες;
Βάλε επιτέλους ένα ζακετάκι στον έρωτα σου είπα. Κάνει ρεύμα -δεν ακούς που φταρνίζεται;
Δεν σου έβγαινε ήχος (ίσως χρειάζεσαι επισκευή).
Θες να μου μείνεις; σου είπα. Έστω από τη μέση και πάνω. (Δεν χρειάζομαι τα πόδια σου.) Έτσι κι αλλιώς κι εγώ μισή είμαι. (Τα πόδια χωρίζουν τους ανθρώπους.)
Μετά άρχισα να τσακώνομαι με τη μοναξιά σου. Λουζόταν με μπετόν η χαζή. (Λέρωνε το πάτωμα.)
Δεν καταλαβαίνω, είπα.
Θες να γιατρέψεις τα δάχτυλά σου πάνω στο δέρμα μου;
(Ή πάλι θα τα φορτώσουμε σε καμμιά καρότσα ασθενοφόρου;)
Πάλι θα με αφήσεις αντί από το στόμα μου να αναπνέω από τα μάτια σου;
(Μόνο φωτογραφίες σου παίρνω σπίτι.)
Οι ανοργάνωτοι εμπρησμοί σου στο σώμα μου έχουν αρχίσει να λήγουν.
(Την πυρκαγιά δηλαδή εσύ εκεί στο υπόγειο δεν την βλέπεις που καίει συνέχεια; Θα φτάσει στον πρώτο όροφο και θα τη δουν όλοι στο τέλος. Δυο χρόνια έχεις να φωνάξεις την πυροσβεστική.)
Μόνο να διχάζεις τις τελείες μου ξέρεις -και να μ αφήνεις να ξυπνάω αγκαλιά με το σπασμένο σου ποδηλατάκι (λες κι αν ενηλικιωθούμε θα πεθάνουμε).
Δεν καταλαβαίνω. Αντί να έρθεις να με βγάλεις βόλτα, όλο πας και βάζεις γύψο στα χείλια σου και με αφήνεις να ιδρύω άδεια βάζα.
(Βέβαια, μη διανοηθείς να μου στείλεις με κούριερ μόνο την καρδιά σου, θα πάρω θάρρος και θα σου στείλω πίσω τα πάντα μου: καρδιές, μαλλιά, πόδια, βραχιόλια, κόκκαλα και πνευμόνια -μέχρι και ο τζον κήτς θ αναστηθεί έτσι που το πας.)
Θα το δεις να τελειώνουμε;
Όποιο σώμα κι αν δοκιμάσω εκτός από το δικό σου, μου πέφτει φαρδύ.
ΥΓ1
Μαζεύω το στρύφωμα της καρδιάς μου να την κοντύνω, μήπως ξαναπάρει σχήμα καρδούλας, κι αυτή αντί να μαζευτεί κοντεύει να με γεμίσει όλοκληρη από μέσα. (Έτσι όπως έχει εξαπλωθεί μακριά σου σε λίγο θα ξεμυτίσει καρδιά μέχρι κι από τα δάχτυλα των ποδιών.)
ΥΓ2
Αν δεν ανοίξεις το σώμα μου στα δύο να αφαιρέσεις το κενό θα αναγκαστώ να ζω στα τελευταία ράφια του ουρανού, χωρίς ίχνος φωτός.
ΥΓ3
Λες κι ο ουρανός έχει υπόγεια είναι.
Καλοκαίριασε επικίνδυνα πάλι: το Αιγαίο κρέμεται ήδη πάνω απ' τα κεφάλια μας. "Κοίτα τι ωραία που αιωρούνται τα ψάρια." Ετοιμάζω τα μαγιώ, βάζω σε λειτουργία την άμμο, πλέκω φυλαχτά -και για χάντρες κρεμάω τα μάτια σου. (Τα δικά μου τα έχω αφήσει στην τσέπη σου να τα ακουμπάς κάθε βράδυ στο κομοδίνο.) Καλοκαίριασε χαζέ. Περπατάς σαν ιησούς στο νερό μου, κι εγώ λέω το δι'ευχών και ρωτάω: πάλι δεν θα με πας διακοπές; (Πάλι μόνο ανακοπές;)
...
23 Απρ 2010
Μια μέρα στο μετρό.
Είναι σαν να μην παίρνω τα βιβλία τους μαζί μου στο βαγόνι, αλλά τους ίδιους.
(Ξέρω γω την Κική Δημουλά ας πούμε, ντυμένη με γκρι ταγιέρ.)
Σαν να ανοίγουν οι πόρτες για να μπω κι αυτή να είναι ήδη μέσα με το ταγιέρ της -να κάνει πατ πατ στη διπλανή της θέση και να λέει εδώ κάτσε, δίπλα μου.
Εγώ τότε κάθομαι και αρχίζω και της χαϊδεύω τα μαλλιά (κι αυτή τα δικά μου), ψαχουλεύω με τα δάχτυλα το στόμα της (κι αυτή τα αφτιά μου). Μου χαμογελάει. Υπάρχουν μέρες που με χαστουκίζει. (Δεν την ρωτάω ποτέ γιατί.)
Υπάρχουν μέρες που κάθομαι δίπλα της σιωπηλή. Είναι οι μέρες που αυτή μου μιλάει ασταμάτητα και με κοιτάει επίμονα σε όλη τη διαδρομή, αλλά που εγώ δεν γυρίζω ποτέ να την κοιτάξω για να μη δει ότι το πρόσωπό μου είναι πράσινο -άγουρο και γεμάτο ζήλεια.
Αυτές είναι οι μέρες που της δίνω πιο πολύ σημασία από ποτέ, γιατί αυτές τις μέρες σημαίνει ότι κάθε λέξη της έχει καταφέρει κι έχει ξεβιδώσει το κεφάλι μου από τη θέση του -και στη θέση του έχει βιδώσει ένα μπλέντερ. Το μπλέντερ δουλεύει στη γρήγορη ταχύτητα, τεμαχίζει και πολτοποιεί λέξεις, σκέψεις και εικόνες -και σκουντάει τα δικά μου μολύβια, όχι τα ξένα πια, να ξυπνάνε, να κλαίνε σιωπηλά πάνω από τα χαρτιά (κι όπως στάζουν να σπέρνουν γράμματα με τα τσουβάλια).
Συγγραφείς και ποιητές υπήρχαν από πριν γεννηθείς και αυτό σε εξοργίζει. Κάποιοι λίγοι ζουν ακόμη και κάποιοι όχι πια -αυτούς μάλιστα τους ζηλεύεις περισσότερο απ' όλους γιατί έχουν ήσυχο το κεφάλι τους.
Από αυτούς κάποιοι έχουν βάλει τις λέξεις για ύπνο τόσο μα τόσο όμορφα, τόσο όμορφα και σωστά, που εμείς οι πιο νέοι -που θέλουμε κι εμείς να γράψουμε αν μάθουμε να γράφουμε ποτέ- δεν μπορούμε να το χωνέψουμε. Ξυπνάμε κάθιδροι που κάποιοι ποιητές μπορεί και να μας περιμένουν στο βαγόνι ακόμη ζωντανοί. Κάθιδροι -και με το άγριο καθήκον να ξυπνάμε τις ξένες λέξεις από τα κρεββατάκια τους, να τους αλλάζουμε πλευρό, μπας και τις καταφέρουμε να πουν κάτι παλιό με νέα φωνή, να πουν ένα νέο παλιό νέο.
ΥΓ1
Είναι πολύ δύσκολο να διαβάσω κάτι ωραίο και να μην ταραχτώ. Νιώθω ότι πρέπει να απαντήσω. Σαν το κείμενο αντί να μου διηγείται κάτι να με ρωτάει τι θα γίνει παρακάτω. (Γιατί δεν καθιστούν παράνομους όσους γράφουν, σύγχρονους και παλιούς -γιατί δεν τους καταργούν να ησυχάσουμε; Κι εσένα μαζί.)
ΥΓ2
Μικρότερη παράταγα βιβλία στη μέση γιατί πίστευα ότι μόλις φτάσω φερειπείν κάπου στη μέση, στη σελίδα 167 ας πούμε, το κέιμενο θα σταματάει: οι σελίδες θα είναι κενές κι εγώ θα κληθώ να τις γεμίσω, να συνεχίσω παρακάτω την ιστορία δίνοντας ένα δικό μου παλίμψηστο τέλος -που για κάποιον άλλον (αντίστοιχα) θα αποτελέσει αφετηρία.
ΥΓ3
Πρόκειται για αφόρητη σκέψη. Σαν τη στιγμή που σου χαρίζεται ένα προϋπάρχον κείμενο ταυτόχρονα να διαδρά μαζί σου, να ρουφάει με το στόμα του, σαν ηλεκτρική σκούπα, όλες τις δικές σου λέξεις που χοροπηδάνε χρωματιστές κάτω από το μέτωπό σου, ψάχνοντας για οξυγόνο. Δεν αντέχεται.
ΥΓ4
Όταν έχεις μπροστά σου μια λευκή σελίδα τρέμεις στην ιδέα μήπως γράψεις κάτι που έχει ήδη γραφτεί πριν από σένα, ταυτόχρονα ξέρεις ότι δεν μπορείς να το αποφύγεις, γιατί ξέρεις ότι η γραφή είναι αυτό -μια σκυτάλη: ό,τι δίνεις παίρνεις κι ό,τι παίρνεις δίνεις.
ΥΓ5
Μπροστά στη λευκή σελίδα χρησιμοποιείς κι εσύ με τη σειρά σου την ηλεκτρική σου σκούπα και ρουφάς τη λευκότητά της σαν χαλί (κι από κάτω έχει σκόνη, πολύ σκόνη κάτω από το χαλί, ψίχουλα από γράμματα που κάποιος τα έχει σπάσει στη μέση σαν ψωμί, εκεί -για να τα βρεις εσύ και να τα ζυμώσεις εκ νέου).
ΥΓ6
Με ανακουφίζει να διαβάζω βιβλία που ζηλεύω στο μετρό γιατί το μετρό είναι κάτω από τη γη, εκεί που συνήθως θάβουμε παρά ζούμε.
ΥΓ7
Εκεί, πνίγω τα βιβλία με τα ίδια μου τα χέρια -και με πνίγουν κι αυτά ανενόχλητα, κάτω από τη γη είμαστε: οι πνιγμένοι εκεί δεν παραπονιούνται, γλεντάνε, περιμένοντας.
ΥΓ8
Μέσα στην τσάντα μου έχω πάντα και εφεδρικό βιβλίο, αν τυχόν τσακωθώ με αυτό που διαβάζω (αν μου βγάλει τα μάτια το πρώτο να μου τα ξαναφορέσει το εφεδρικό).
ΥΓ9
Επίσης, στην τσάντα μου έχω: μερικές δικές μου σημειώσεις γραμμένες πάντα σε μόλσκιν με μολυβάκι κλεμμένο από το ΙΚΕΑ, κόκκινα κραγιόν σε τουλάχιστον τρεις αποχρώσεις, στάνταρντ κάποιο διήγημά μου, ένα χαρτάκι που το έχω ψεκάσει με το άρωμά σου μια μέρα που μπήκα στον χόντο (δεν μυρίζει πια, αλλά η σκέψη ότι κάποτε μύριζε βοηθάει), το αϊποντ για να ακούω λεϊντι γκάγκα και να ισορροπώ (όταν διαβάζω για αμαρτίες και κρίνους), ένα μπουκαλάκι τζο μαλόουν γκρεϊπφρουτ, καμμιά ξεχασμένη απόδειξη από το βασιλόπουλο, ένα δικό σου κείμενο τυπωμένο να το διαβάζω και να προσποιούμαι ότι μου το απευθύνεις, και βέβαια τσίχλες κανέλα. Ό,τι έχουν όλοι έχω.
ΥΓ10
Βέβαια, τις προάλλες, πριν κανέναν μήνα, πηγαίνοντας προς το μετρό, είχα μια "παραίσθηση" που ίσως και να μη συνηθίζεται σε όλους όσους έχουν τσίχλες κανέλα.
ΥΓ11
Ανέβαιναν οι άνθρωποι στις κυλιόμενες σκάλες κι έτσι που τους έβλεπα, κουμπωμένους, ήταν σαν να είχαν κάτω από τις μασχάλες τους πολύ σφιχτά φυλακισμένες κάτι μεγάλες πινακίδες με γραμμένο κι από ένα "σ'αγαπώ" πάνω τους. (Νααα κάτι πινακίδες, σαν ταμπέλες πολυκαταστήματος -που όλο τις σφίγγανε, τις σφίγγανε, τις σφίγγανε, μην τυχόν και αναγκαστούν να μοιραστούν την πινακίδα τους με κάποιον έξω από τον εαυτό τους.)
ΥΓ12
Ήθελα να αρπάξω τις πινακίδες τους και να τους τις κοπανίσω στο κεφάλι. (Αμάν πια. Πονάει ναι -αλλά αγαπήστε, γιατί κάτω από τη γη δεν θα συμβεί, δεν είναι πρόβα το πάνω από τη γη.)
ΥΓ13
Μετα κατέβηκα τις σκάλες, βρήκα την Δημουλά και το ταγιέρ της στο βαγόνι, κι άρχισα να την κοπανάω αυτήν, με το εφεδρικό βιβλίο της ημέρας, να βγάζω το άχτι μου, να την κοπανάω που υπάρχει, κι αυτή και όλοι τους, και που διψάω, και που με κάνουν να θέλω να μοιράζομαι την ταμπέλα μου κάτω από τη μασχάλη μου (και ίσα που να νιάζονται οι περαστικοί), και να ποθώ όσα πια κανείς δεν ποθεί, και που όλα είναι γραμμένα (ή γράφονται από άλλους) και που δεν μ αφήνουν όλοι τους ήσυχη να κατεβαίνω στο μετρό, κάτω από τη γη, χωρίς βιβλία.
ΥΓ14
Μέρες μέρες μου έρχεται να ανοίξω από μια τρύπα στην κάθε μου παλάμη να στάξουν τα γράμματα να αποστραγγιστούν να ησυχάσουμε από αυτό το ποτήρι.
.
(Ξέρω γω την Κική Δημουλά ας πούμε, ντυμένη με γκρι ταγιέρ.)
Σαν να ανοίγουν οι πόρτες για να μπω κι αυτή να είναι ήδη μέσα με το ταγιέρ της -να κάνει πατ πατ στη διπλανή της θέση και να λέει εδώ κάτσε, δίπλα μου.
Εγώ τότε κάθομαι και αρχίζω και της χαϊδεύω τα μαλλιά (κι αυτή τα δικά μου), ψαχουλεύω με τα δάχτυλα το στόμα της (κι αυτή τα αφτιά μου). Μου χαμογελάει. Υπάρχουν μέρες που με χαστουκίζει. (Δεν την ρωτάω ποτέ γιατί.)
Υπάρχουν μέρες που κάθομαι δίπλα της σιωπηλή. Είναι οι μέρες που αυτή μου μιλάει ασταμάτητα και με κοιτάει επίμονα σε όλη τη διαδρομή, αλλά που εγώ δεν γυρίζω ποτέ να την κοιτάξω για να μη δει ότι το πρόσωπό μου είναι πράσινο -άγουρο και γεμάτο ζήλεια.
Αυτές είναι οι μέρες που της δίνω πιο πολύ σημασία από ποτέ, γιατί αυτές τις μέρες σημαίνει ότι κάθε λέξη της έχει καταφέρει κι έχει ξεβιδώσει το κεφάλι μου από τη θέση του -και στη θέση του έχει βιδώσει ένα μπλέντερ. Το μπλέντερ δουλεύει στη γρήγορη ταχύτητα, τεμαχίζει και πολτοποιεί λέξεις, σκέψεις και εικόνες -και σκουντάει τα δικά μου μολύβια, όχι τα ξένα πια, να ξυπνάνε, να κλαίνε σιωπηλά πάνω από τα χαρτιά (κι όπως στάζουν να σπέρνουν γράμματα με τα τσουβάλια).
Συγγραφείς και ποιητές υπήρχαν από πριν γεννηθείς και αυτό σε εξοργίζει. Κάποιοι λίγοι ζουν ακόμη και κάποιοι όχι πια -αυτούς μάλιστα τους ζηλεύεις περισσότερο απ' όλους γιατί έχουν ήσυχο το κεφάλι τους.
Από αυτούς κάποιοι έχουν βάλει τις λέξεις για ύπνο τόσο μα τόσο όμορφα, τόσο όμορφα και σωστά, που εμείς οι πιο νέοι -που θέλουμε κι εμείς να γράψουμε αν μάθουμε να γράφουμε ποτέ- δεν μπορούμε να το χωνέψουμε. Ξυπνάμε κάθιδροι που κάποιοι ποιητές μπορεί και να μας περιμένουν στο βαγόνι ακόμη ζωντανοί. Κάθιδροι -και με το άγριο καθήκον να ξυπνάμε τις ξένες λέξεις από τα κρεββατάκια τους, να τους αλλάζουμε πλευρό, μπας και τις καταφέρουμε να πουν κάτι παλιό με νέα φωνή, να πουν ένα νέο παλιό νέο.
ΥΓ1
Είναι πολύ δύσκολο να διαβάσω κάτι ωραίο και να μην ταραχτώ. Νιώθω ότι πρέπει να απαντήσω. Σαν το κείμενο αντί να μου διηγείται κάτι να με ρωτάει τι θα γίνει παρακάτω. (Γιατί δεν καθιστούν παράνομους όσους γράφουν, σύγχρονους και παλιούς -γιατί δεν τους καταργούν να ησυχάσουμε; Κι εσένα μαζί.)
ΥΓ2
Μικρότερη παράταγα βιβλία στη μέση γιατί πίστευα ότι μόλις φτάσω φερειπείν κάπου στη μέση, στη σελίδα 167 ας πούμε, το κέιμενο θα σταματάει: οι σελίδες θα είναι κενές κι εγώ θα κληθώ να τις γεμίσω, να συνεχίσω παρακάτω την ιστορία δίνοντας ένα δικό μου παλίμψηστο τέλος -που για κάποιον άλλον (αντίστοιχα) θα αποτελέσει αφετηρία.
ΥΓ3
Πρόκειται για αφόρητη σκέψη. Σαν τη στιγμή που σου χαρίζεται ένα προϋπάρχον κείμενο ταυτόχρονα να διαδρά μαζί σου, να ρουφάει με το στόμα του, σαν ηλεκτρική σκούπα, όλες τις δικές σου λέξεις που χοροπηδάνε χρωματιστές κάτω από το μέτωπό σου, ψάχνοντας για οξυγόνο. Δεν αντέχεται.
ΥΓ4
Όταν έχεις μπροστά σου μια λευκή σελίδα τρέμεις στην ιδέα μήπως γράψεις κάτι που έχει ήδη γραφτεί πριν από σένα, ταυτόχρονα ξέρεις ότι δεν μπορείς να το αποφύγεις, γιατί ξέρεις ότι η γραφή είναι αυτό -μια σκυτάλη: ό,τι δίνεις παίρνεις κι ό,τι παίρνεις δίνεις.
ΥΓ5
Μπροστά στη λευκή σελίδα χρησιμοποιείς κι εσύ με τη σειρά σου την ηλεκτρική σου σκούπα και ρουφάς τη λευκότητά της σαν χαλί (κι από κάτω έχει σκόνη, πολύ σκόνη κάτω από το χαλί, ψίχουλα από γράμματα που κάποιος τα έχει σπάσει στη μέση σαν ψωμί, εκεί -για να τα βρεις εσύ και να τα ζυμώσεις εκ νέου).
ΥΓ6
Με ανακουφίζει να διαβάζω βιβλία που ζηλεύω στο μετρό γιατί το μετρό είναι κάτω από τη γη, εκεί που συνήθως θάβουμε παρά ζούμε.
ΥΓ7
Εκεί, πνίγω τα βιβλία με τα ίδια μου τα χέρια -και με πνίγουν κι αυτά ανενόχλητα, κάτω από τη γη είμαστε: οι πνιγμένοι εκεί δεν παραπονιούνται, γλεντάνε, περιμένοντας.
ΥΓ8
Μέσα στην τσάντα μου έχω πάντα και εφεδρικό βιβλίο, αν τυχόν τσακωθώ με αυτό που διαβάζω (αν μου βγάλει τα μάτια το πρώτο να μου τα ξαναφορέσει το εφεδρικό).
ΥΓ9
Επίσης, στην τσάντα μου έχω: μερικές δικές μου σημειώσεις γραμμένες πάντα σε μόλσκιν με μολυβάκι κλεμμένο από το ΙΚΕΑ, κόκκινα κραγιόν σε τουλάχιστον τρεις αποχρώσεις, στάνταρντ κάποιο διήγημά μου, ένα χαρτάκι που το έχω ψεκάσει με το άρωμά σου μια μέρα που μπήκα στον χόντο (δεν μυρίζει πια, αλλά η σκέψη ότι κάποτε μύριζε βοηθάει), το αϊποντ για να ακούω λεϊντι γκάγκα και να ισορροπώ (όταν διαβάζω για αμαρτίες και κρίνους), ένα μπουκαλάκι τζο μαλόουν γκρεϊπφρουτ, καμμιά ξεχασμένη απόδειξη από το βασιλόπουλο, ένα δικό σου κείμενο τυπωμένο να το διαβάζω και να προσποιούμαι ότι μου το απευθύνεις, και βέβαια τσίχλες κανέλα. Ό,τι έχουν όλοι έχω.
ΥΓ10
Βέβαια, τις προάλλες, πριν κανέναν μήνα, πηγαίνοντας προς το μετρό, είχα μια "παραίσθηση" που ίσως και να μη συνηθίζεται σε όλους όσους έχουν τσίχλες κανέλα.
ΥΓ11
Ανέβαιναν οι άνθρωποι στις κυλιόμενες σκάλες κι έτσι που τους έβλεπα, κουμπωμένους, ήταν σαν να είχαν κάτω από τις μασχάλες τους πολύ σφιχτά φυλακισμένες κάτι μεγάλες πινακίδες με γραμμένο κι από ένα "σ'αγαπώ" πάνω τους. (Νααα κάτι πινακίδες, σαν ταμπέλες πολυκαταστήματος -που όλο τις σφίγγανε, τις σφίγγανε, τις σφίγγανε, μην τυχόν και αναγκαστούν να μοιραστούν την πινακίδα τους με κάποιον έξω από τον εαυτό τους.)
ΥΓ12
Ήθελα να αρπάξω τις πινακίδες τους και να τους τις κοπανίσω στο κεφάλι. (Αμάν πια. Πονάει ναι -αλλά αγαπήστε, γιατί κάτω από τη γη δεν θα συμβεί, δεν είναι πρόβα το πάνω από τη γη.)
ΥΓ13
Μετα κατέβηκα τις σκάλες, βρήκα την Δημουλά και το ταγιέρ της στο βαγόνι, κι άρχισα να την κοπανάω αυτήν, με το εφεδρικό βιβλίο της ημέρας, να βγάζω το άχτι μου, να την κοπανάω που υπάρχει, κι αυτή και όλοι τους, και που διψάω, και που με κάνουν να θέλω να μοιράζομαι την ταμπέλα μου κάτω από τη μασχάλη μου (και ίσα που να νιάζονται οι περαστικοί), και να ποθώ όσα πια κανείς δεν ποθεί, και που όλα είναι γραμμένα (ή γράφονται από άλλους) και που δεν μ αφήνουν όλοι τους ήσυχη να κατεβαίνω στο μετρό, κάτω από τη γη, χωρίς βιβλία.
ΥΓ14
Μέρες μέρες μου έρχεται να ανοίξω από μια τρύπα στην κάθε μου παλάμη να στάξουν τα γράμματα να αποστραγγιστούν να ησυχάσουμε από αυτό το ποτήρι.
.
18 Απρ 2010
Μέσα στο δάσος περιπατώ όταν ο λύκος είν' εδώ.
Λίγο να κάνω πως δεν βλέπω και τα Επείγοντα τυλίγονται στο λαιμό μου σαν κασκόλ από μπετόν.
Η πόρτα τού υπνοδωματίου μου αποκτά νούμερο (το 602 μου ανακοινώνουν τυπικά) και σε λίγο θα γίνει Εισαγωγή.
(Άνθρωποι με λευκές στολές θα στριμώξουν τον εαυτό μου σε σωληνάκια, εξετάζοντας το κατά πόσο θα με κάνουν να νιώσω λίαν καλώς με τα πτυχία τους.)
Στη διαδρομή, ξαπλωμένη στο φορείο -και διαγώνια από το 602, το μάτι μου πιάνει μια κλειστή πόρτα με αναρτημένο ένα πινακάκι που γράφει Βοηθητικό Οφφίς, κι ακριβώς από κάτω Απαγορεύεται η Είσοδος. ("Μα αν απαγορεύεται να μπαίνεις στο οφφίς πώς θα σε βοηθήσει;" σκέφτομαι.)
Αν δεν ξέρεις το οφφίς, κάτι σαν προθάλαμο φαντάσου το, σα μικρό βοηθητικό χωλάκι, που σε οδηγεί σε κάποιον άλλον χώρο -ή που χρησιμεύει για ν' αποθηκεύει η Ζαμπέτα τις σκούπες (αν ζεις το '50).
Παρεπιμπτόντως δεν έμαθα πότε τι υπήρχε πίσω από την πόρτα τού οφφίς (ή αν η παρήχηση με τον όφι ήταν σημασίας.)
Το προσπερνάμε -και φτάνουμε στο Δωμάτιο 602, το οποίο δεν έχει κανένα πινακάκι με τη λέξη Βοηθητικό, και η Είσοδος Επιτρέπεται ελεύθερα. ("Μα αν επιτρέπεται να μπαίνεις σε δωμάτιο που δεν γράφει βοηθητικό πώς θα με βοηθήσει;", σκέφτομαι.)
Η περίπτωση στο δωμάτιο 602 να βρίσκονται αποθηκευμένες σκούπες είναι μάλλον απίθανη, παρότι θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να σφουγγαρίσει το σώμα μου η Δέσποινα Στυλιανοπούλου (στο ρόλο της Ζαμπέτας).
Ξαπλώνω. (Η κουρτίνα είναι γαλάζια και εκνευρίζομαι. Στον τοίχο έχει μια μεταξοτυπία του Μιρό!;)
Σχεδόν αμέσως έρχεται από πάνω μου ένας συμπαθητικός γιατρός που μου ανακοινώνει την εκτίμηση της κατάστασης μετά τις πρώτες εξετάσεις. Όση ώρα μιλάει εγώ είμαι βέβαιη ότι κάνει ακόμη το αγροτικό του. (Άλλη εξήγηση για την καρδιά περιβόλι δεν έχω.)
Καταβάλω προσπάθεια να μην ακούσω λέξη από όσα μου λέει -από φόβο μην ακούσω όσα φοβάμαι.
Είμαι σχεδόν βέβαιη ότι από στιγμή σε στιγμή θα μου ανακοινώσει ότι καμμία τιμή σε όλες εκείνες τις αμέτρητες σελίδες εξετάσεων δεν είναι εντός των φυσιολογικών ορίων.
Πως όλες ανεξαιρέτως οι τιμές αντί να είναι σε νούμερα είναι σε γράμματα που σχηματίζουν το όνομά σου.
ΥΓ1
Φοβάμαι πως το άκουσα καθαρά, η ακτινογραφία θώρακος έδειξε τη φωτογραφία σου.
ΥΓ2
Το δεύτερο απόγευμα, αρκετά εξαντλημένη πια, σε είδα με τα μάτια μου να κολυμπάς στον ορό μου, να γίνεσαι σταγόνα σταγόνα ο εαυτός μου, όλα τα υγρά, τα μέταλλα, οι ηλεκτρολύτες -οι καταλύτες μου ας τους πούμε.
ΥΓ3
Λογικό που βγήκα με τόση αναιμία.
ΥΓ4
(Με αραιώνεις.)
ΥΓ5
Προς το τέλος την νοσηλείας, σκέφτηκα ότι μια μετάγγιση θα μου έκανε καλό και ζητήσα ορό με μελάνι -εννοείται ρέζους θετικό. (Υπήρχε, ναι. Αν κοιτάξεις καλά στα δεξιά του αριστερού μου καρπού θα δεις ξεκάθαρα τη μελανιά ενθύμιο.)
ΥΓ6
Γυρνώντας σπίτι με νέο μελάνι ήμουν πια βέβαιη ότι δεν θα ξαναγράψω τίποτα για σένα. Πως όλα τα γράμματα που κολυμπάνε σκόρπια στα δάχτυλά μου (πριν στάξουν πάνω στο πληκτρολόγιο) δεν θα ξαναστηθούν ποτέ στη σειρά για χάρη σου.
ΥΓ7
Η θεραπεία απέτυχε.
ΥΓ8
Φρόντισα πάντως να ζητήσω να πάρω μαζί μου κάτι μικρές φαρμακευτικές αμπουλίτσες με λέξεις σε αέρια μορφή (με άρωμα νερατζιάς νομίζω είπαν). Αυτές λέει μεγάλη ιατρική ανακάλυψη, τις σπας πάνω από ένα χαρτί κι αυτό εμποτίζεται από μόνο του, έτσι, χωρίς κόπο, χωρίς καμμιά δεύτερη ή πρώτη δική σου σκέψη, με λέξεις απαλές, αόρατες, ακίνδυνες, έτοιμες να τα λένε όλα με άρωμα νερατζιάς.
Λένε μερικοί επιστήμονες πως υπάρχουν μόνο δύο συναισθήματα -ο φόβος και η αγάπη. Ίσως γι' αυτό φοβάμαι που σε αγαπώ. Ίσως γι' αυτό δεν ανοίγω τα χέρια μου να δεις πόσες αγκαλιές γράμματα σου έχω φυλαγμένα. (Από φόβο μην πέσουν στο πάτωμα τα "αα" της αγάπης μου -και ο θόρυβος ξυπνήσει τον λύκο.)
Η πόρτα τού υπνοδωματίου μου αποκτά νούμερο (το 602 μου ανακοινώνουν τυπικά) και σε λίγο θα γίνει Εισαγωγή.
(Άνθρωποι με λευκές στολές θα στριμώξουν τον εαυτό μου σε σωληνάκια, εξετάζοντας το κατά πόσο θα με κάνουν να νιώσω λίαν καλώς με τα πτυχία τους.)
Στη διαδρομή, ξαπλωμένη στο φορείο -και διαγώνια από το 602, το μάτι μου πιάνει μια κλειστή πόρτα με αναρτημένο ένα πινακάκι που γράφει Βοηθητικό Οφφίς, κι ακριβώς από κάτω Απαγορεύεται η Είσοδος. ("Μα αν απαγορεύεται να μπαίνεις στο οφφίς πώς θα σε βοηθήσει;" σκέφτομαι.)
Αν δεν ξέρεις το οφφίς, κάτι σαν προθάλαμο φαντάσου το, σα μικρό βοηθητικό χωλάκι, που σε οδηγεί σε κάποιον άλλον χώρο -ή που χρησιμεύει για ν' αποθηκεύει η Ζαμπέτα τις σκούπες (αν ζεις το '50).
Παρεπιμπτόντως δεν έμαθα πότε τι υπήρχε πίσω από την πόρτα τού οφφίς (ή αν η παρήχηση με τον όφι ήταν σημασίας.)
Το προσπερνάμε -και φτάνουμε στο Δωμάτιο 602, το οποίο δεν έχει κανένα πινακάκι με τη λέξη Βοηθητικό, και η Είσοδος Επιτρέπεται ελεύθερα. ("Μα αν επιτρέπεται να μπαίνεις σε δωμάτιο που δεν γράφει βοηθητικό πώς θα με βοηθήσει;", σκέφτομαι.)
Η περίπτωση στο δωμάτιο 602 να βρίσκονται αποθηκευμένες σκούπες είναι μάλλον απίθανη, παρότι θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να σφουγγαρίσει το σώμα μου η Δέσποινα Στυλιανοπούλου (στο ρόλο της Ζαμπέτας).
Ξαπλώνω. (Η κουρτίνα είναι γαλάζια και εκνευρίζομαι. Στον τοίχο έχει μια μεταξοτυπία του Μιρό!;)
Σχεδόν αμέσως έρχεται από πάνω μου ένας συμπαθητικός γιατρός που μου ανακοινώνει την εκτίμηση της κατάστασης μετά τις πρώτες εξετάσεις. Όση ώρα μιλάει εγώ είμαι βέβαιη ότι κάνει ακόμη το αγροτικό του. (Άλλη εξήγηση για την καρδιά περιβόλι δεν έχω.)
Καταβάλω προσπάθεια να μην ακούσω λέξη από όσα μου λέει -από φόβο μην ακούσω όσα φοβάμαι.
Είμαι σχεδόν βέβαιη ότι από στιγμή σε στιγμή θα μου ανακοινώσει ότι καμμία τιμή σε όλες εκείνες τις αμέτρητες σελίδες εξετάσεων δεν είναι εντός των φυσιολογικών ορίων.
Πως όλες ανεξαιρέτως οι τιμές αντί να είναι σε νούμερα είναι σε γράμματα που σχηματίζουν το όνομά σου.
ΥΓ1
Φοβάμαι πως το άκουσα καθαρά, η ακτινογραφία θώρακος έδειξε τη φωτογραφία σου.
ΥΓ2
Το δεύτερο απόγευμα, αρκετά εξαντλημένη πια, σε είδα με τα μάτια μου να κολυμπάς στον ορό μου, να γίνεσαι σταγόνα σταγόνα ο εαυτός μου, όλα τα υγρά, τα μέταλλα, οι ηλεκτρολύτες -οι καταλύτες μου ας τους πούμε.
ΥΓ3
Λογικό που βγήκα με τόση αναιμία.
ΥΓ4
(Με αραιώνεις.)
ΥΓ5
Προς το τέλος την νοσηλείας, σκέφτηκα ότι μια μετάγγιση θα μου έκανε καλό και ζητήσα ορό με μελάνι -εννοείται ρέζους θετικό. (Υπήρχε, ναι. Αν κοιτάξεις καλά στα δεξιά του αριστερού μου καρπού θα δεις ξεκάθαρα τη μελανιά ενθύμιο.)
ΥΓ6
Γυρνώντας σπίτι με νέο μελάνι ήμουν πια βέβαιη ότι δεν θα ξαναγράψω τίποτα για σένα. Πως όλα τα γράμματα που κολυμπάνε σκόρπια στα δάχτυλά μου (πριν στάξουν πάνω στο πληκτρολόγιο) δεν θα ξαναστηθούν ποτέ στη σειρά για χάρη σου.
ΥΓ7
Η θεραπεία απέτυχε.
ΥΓ8
Φρόντισα πάντως να ζητήσω να πάρω μαζί μου κάτι μικρές φαρμακευτικές αμπουλίτσες με λέξεις σε αέρια μορφή (με άρωμα νερατζιάς νομίζω είπαν). Αυτές λέει μεγάλη ιατρική ανακάλυψη, τις σπας πάνω από ένα χαρτί κι αυτό εμποτίζεται από μόνο του, έτσι, χωρίς κόπο, χωρίς καμμιά δεύτερη ή πρώτη δική σου σκέψη, με λέξεις απαλές, αόρατες, ακίνδυνες, έτοιμες να τα λένε όλα με άρωμα νερατζιάς.
Λένε μερικοί επιστήμονες πως υπάρχουν μόνο δύο συναισθήματα -ο φόβος και η αγάπη. Ίσως γι' αυτό φοβάμαι που σε αγαπώ. Ίσως γι' αυτό δεν ανοίγω τα χέρια μου να δεις πόσες αγκαλιές γράμματα σου έχω φυλαγμένα. (Από φόβο μην πέσουν στο πάτωμα τα "αα" της αγάπης μου -και ο θόρυβος ξυπνήσει τον λύκο.)
9 Απρ 2010
Επιστημονική ανάλυσις του αδιεξόδου των ανθρωπίνων σχέσεων σήμερον.
Μια ωραία μέρα η μπάρμπι ραπουνζέλ κι ο κεν βγαίνουν μια βόλτα χεράκι-χεράκι για να υποδηλώσουν ότι έχουν επιτέλους αρραβωνιασθεί κάτω από τη μέση και ότι στο εγγύς μέλλον θα ενυμφευόνταστον. Εκεί που περπατούν, λέει η μπάρμπι τι ωραία που είναι εδώ, κοίτα τι όμορφες οι παπίτσες στη λίμνη κεν. Ο κεν την πετάει με ορμή κάτω -ποιες παπίτσες μωρή για γκεϋ με πέρασες; εγώ είμαι άντρακλας- κι εκεί που είναι έτοιμος να της ολοκληρώσει έναν κουκλίστικο προγαμιαίο πήδο πίσω από μία βάτο καθόλου αγία, ανακαλύπτει ότι η γνωστή παιχνιδοποιία δεν τον έχει προικίσει με αντρικόν μόριον.
Από τότε η ιστορία επαναλαμβάνεται κύριοι, οι γυναίκες έχουν κουρδιστεί βλακωδώς να ευνουχίζουν τους άντρες, οι άντρες επιμένουν βλακωδώς να το καταλαβαίνουν τελευταίοι κι εμείς οι σχεδόν πουριτανοί, οι πονεμένοι ρομαντικοί (γελάτε και ταράζομαι) περιμένουμε το "η αγάπη κερδίζει πάντα στο τέλος". Είμαι αισιόδοξη. (Μη γελάτε δυνατά μόνο να παρακαλέσω. Ευχαριστώ.)
ΥΓ1
Ένας κόκκορας κυνηγάει μια κότα με ανήθικους σκοπούς. Κι εκείνη σκέφτεται: «Αν σταματήσω να τρέχω, θα με πει πόρνη. Αν συνεχίσω να τρέχω, θα χάσω το σεξ. Το βρήκα. Θα σκοντάψω.»
ΥΓ2
Και μετά αναρωτιόμαστε για το ποιος φταίει για το πτηνό σεξ.
ΥΓ3
Δεν υπάρχει πιο αθώο πλάσμα από τον άντρα, κύριοι.
ΥΓ4
(Αν είστε φεμινίστρια φτιάξτε μου μια μηλόπιτα και αχνίστε τη με ποντικοφάρμακο.)
Χίλια ευχαριστώ και πάλι.
Από τότε η ιστορία επαναλαμβάνεται κύριοι, οι γυναίκες έχουν κουρδιστεί βλακωδώς να ευνουχίζουν τους άντρες, οι άντρες επιμένουν βλακωδώς να το καταλαβαίνουν τελευταίοι κι εμείς οι σχεδόν πουριτανοί, οι πονεμένοι ρομαντικοί (γελάτε και ταράζομαι) περιμένουμε το "η αγάπη κερδίζει πάντα στο τέλος". Είμαι αισιόδοξη. (Μη γελάτε δυνατά μόνο να παρακαλέσω. Ευχαριστώ.)
ΥΓ1
Ένας κόκκορας κυνηγάει μια κότα με ανήθικους σκοπούς. Κι εκείνη σκέφτεται: «Αν σταματήσω να τρέχω, θα με πει πόρνη. Αν συνεχίσω να τρέχω, θα χάσω το σεξ. Το βρήκα. Θα σκοντάψω.»
ΥΓ2
Και μετά αναρωτιόμαστε για το ποιος φταίει για το πτηνό σεξ.
ΥΓ3
Δεν υπάρχει πιο αθώο πλάσμα από τον άντρα, κύριοι.
ΥΓ4
(Αν είστε φεμινίστρια φτιάξτε μου μια μηλόπιτα και αχνίστε τη με ποντικοφάρμακο.)
Χίλια ευχαριστώ και πάλι.
5 Απρ 2010
Ανακεφαλαίωση.
Έχω μια φλόγα
που πυκνώνει
κάθε φορά που περνάς επίσκεψη
από το στόμα μου
Έχω την εικόνα σου
Καθώς κρεμάς τις κόκκινες κούρτινες σου
στο σαλονάκι του στήθους μου
“μη μας δουν οι απέναντι”
και μετά περνάς απέναντι από μέσα μου
Έχω μια φλόγα
Που πασχίζει
να εξατμίσει τον ιδρώτα
που φυτρώνει στις παλάμες μου
–να μην τον δεις και προδοθώ
Έχω ένα μυαλό
στ' αριστερά χαλασμένο,
σαν το δικό σου
(Μια μελαγχολία
Που δουλεύει ρολόι)
Μια σκέψη πως κουράζω τους ανθρώπους
Έχω τις λέξεις σου
για λεξικό
Έχω τις λέξεις σου
για να στολίζω τα μάτια μου
Έχω έναν φόβο
που τον κρατάω νηστικό
κι αυτός με τρώει στα κρυφά:
(Έναν φόβο
πως ούτε θα έρθεις
ούτε θα φύγεις)
Έχω μια υποψία
πως δεν πέρασες ποτέ από κάτω
να δεις αν έχω φως
ή να μου σπάσεις με νεράτζια τα τζάμια
Έχω μια ανησυχία
Πως θα μείνουμε για πάντα
Μόνοι
Μαζί
Μια ανησυχία
πως σύντομα θα ξηλωθείς τόσο
που θα ξυπνήσω το πρωί
θα κοιταχτώ στον καθρέφτη
κι αντί για εσένα θα δω εμένα.-
ΥΓ
Νομίζεις πως φοβάσαι το σκοτάδι μόνο στο υπνοδωμάτιο, το βράδυ, όταν κλείνεις το φως και τα μάτια σου βλέπουν κάτι κόκκινα κυκλάκια και σκεπάζεσαι να φύγουν. (Πως φοβάσαι μην ίσως κάτι είναι εκεί, αόρατο, που σε κοιτάει σε απόσταση αναπνοής ενώ εσύ δεν μπορείς να το δεις.) Αλλά δεν είναι το σκοτάδι. Στον ήλιο μπορείς να το δεις καθαρά -και είναι χίλιες φορές πιο φοβιστικό (να βλέπεις με βεβαιότητα ότι δεν σε κοιτάει κανείς).
που πυκνώνει
κάθε φορά που περνάς επίσκεψη
από το στόμα μου
Έχω την εικόνα σου
Καθώς κρεμάς τις κόκκινες κούρτινες σου
στο σαλονάκι του στήθους μου
“μη μας δουν οι απέναντι”
και μετά περνάς απέναντι από μέσα μου
Έχω μια φλόγα
Που πασχίζει
να εξατμίσει τον ιδρώτα
που φυτρώνει στις παλάμες μου
–να μην τον δεις και προδοθώ
Έχω ένα μυαλό
στ' αριστερά χαλασμένο,
σαν το δικό σου
(Μια μελαγχολία
Που δουλεύει ρολόι)
Μια σκέψη πως κουράζω τους ανθρώπους
Έχω τις λέξεις σου
για λεξικό
Έχω τις λέξεις σου
για να στολίζω τα μάτια μου
Έχω έναν φόβο
που τον κρατάω νηστικό
κι αυτός με τρώει στα κρυφά:
(Έναν φόβο
πως ούτε θα έρθεις
ούτε θα φύγεις)
Έχω μια υποψία
πως δεν πέρασες ποτέ από κάτω
να δεις αν έχω φως
ή να μου σπάσεις με νεράτζια τα τζάμια
Έχω μια ανησυχία
Πως θα μείνουμε για πάντα
Μόνοι
Μαζί
Μια ανησυχία
πως σύντομα θα ξηλωθείς τόσο
που θα ξυπνήσω το πρωί
θα κοιταχτώ στον καθρέφτη
κι αντί για εσένα θα δω εμένα.-
ΥΓ
Νομίζεις πως φοβάσαι το σκοτάδι μόνο στο υπνοδωμάτιο, το βράδυ, όταν κλείνεις το φως και τα μάτια σου βλέπουν κάτι κόκκινα κυκλάκια και σκεπάζεσαι να φύγουν. (Πως φοβάσαι μην ίσως κάτι είναι εκεί, αόρατο, που σε κοιτάει σε απόσταση αναπνοής ενώ εσύ δεν μπορείς να το δεις.) Αλλά δεν είναι το σκοτάδι. Στον ήλιο μπορείς να το δεις καθαρά -και είναι χίλιες φορές πιο φοβιστικό (να βλέπεις με βεβαιότητα ότι δεν σε κοιτάει κανείς).
3 Απρ 2010
Μικυμάου.
Φορούσα κοκκαλάκια με μαργαρίτες τότε.
(Είχαν και μια μελισσούλα πάνω.)
Πηγαίναμε στο πατρικό της μαμάς μου, κολυμπούσα με ροζ μπρατσάκια, τρώγαμε γεμιστά (εγώ μόνο τις ντομάτες), -και μετά με βάζανε να προσποιηθώ ότι κοιμάμαι για μεσημέρι.
Δεν υπήρχε τίποτα πιο ακατανόητο από το γιατί έπρεπε να κάνω διάφορα τέτοια μεγαλίστικα –όπως να κοιμάμαι το μεσημέρι ή να ξεπλένω τα αλάτια μετά το μπάνιο. (Και τα γεμιστά αλάτια είχαν, δεν τα ξεπλέναμε.)
Τι μεγαλίστικα δηλαδή; Εδώ που τα λέμε ούτε να μετράω μέχρι το πέντε δεν ήξερα καλά-καλά (ώστε να υποκριθώ τη μεγάλη πειστικά).
Ωστόσο έκλεινα τα μάτια μου φιλότιμα -και μετρούσα ώς το “εκατό” αργά-αργά, μέχρι να βεβαιωθώ ότι θα κοιμόντουσαν όλοι.
Δεν ήξερα τι είναι οι αριθμοί –το “εκατό” νόμιζα ότι είναι ένα μεγάλο κτήριο κοντά στο λιμάνι και ότι το “μέτρημα” είχε να κάνει με μέτρα, που τα λογάριαζες με λέξεις, μέχρι να καλύψεις την απόσταση από το υπνοδωμάτιό μου (που ήταν το “ένα“ μου) ώς το “εκατό” (που ήταν το κτήριο στο λιμάνι.)
“Μετρούσα” αργά και απλοϊκά:
Αντί για ένα, δυό, τρία, έλεγα υπνοδωμάτιο, καρέκλα, βιβλιοθήκη, τοίχος, παναγίτσα, πόρτα, διάδρομος, λάμπα, πάτωμα, χωλ, σκάλα, έξοδος, πεζοδρόμιο, αυτοκίνητο, γωνία, φαρμακείο, πλατεία, ζαχαροπλαστείο. Και λοιπά. Καταλαβαίνετε.
Τις μέρες με πολλή ζέστη μέτραγα και τα τζιτζίκια. (Υπνοδωμάτιο, τζιτζίκι, καρέκλα, τζιτζίκι, βιβλιοθήκη, τζιζτίκι και λοιπά.)
Που και που έβαζα στο μέτρημα και μια αδέσποτη γάτα.
Μια φορά, αντί για ζαχαροπλαστείο (που ήταν περίπου στη μέση της διαδρομής, δηλαδή το 50 σε αριθμό) είπα “νουγκατίνα” -που ήταν η αγαπημένη μου λέξη (και πάστα) και ένιωσα σαν να έκανα σκανταλιά.
Μετά το “εκατό” άνοιγα τα μάτια μου, κι αφού έβλεπα ανακουφισμένη το ροχαλητό του παππού να σκαρφαλώνει πανωκάτω τον τοίχο, κοιτούσα το ταβάνι, και, επιτέλους ελεύθερη, σκεφτόμουν πράγματα για μικρούς.
Άλλοτε έλεγα ότι το ταβάνι είναι πάτωμα (και έπιανα με τα μάτια μου τις σαγιονάρες μου και τις τακτοποιούσα ανάποδα κολλητά στον πολυέλαιο), ή προσποιούμην ότι είχα κάτι τεράστιες ξυλομπογιές δυο μέτρα ύψος και ζωγράφιζα στο ταβάνι διάφορα ζωάκια –σχεδόν κατά κανόνα έναν βάτραχο (με ουρά γάτας).
Άλλοτε πάλι "πέρναγα" το λευκό του ταβανιού για σύννεφο (μάλιστα τόσο πραγματικό σύννεφο που μια φορά άρχιζε να ψιχαλίζει στα ψεύτικα).
Στα δεξιά το ταβάνι είχε μια γραμμή σαν ρωγμή, που την είχα ονομάσει κυρία πόπη (γιατί ήταν λεπτή και μακριά σαν την κυρία πόπη που είχε το φούρνο κοντά στο φαρμακείο του παππού μου).
Κάποιες φορές πάντως βαριόμουν τους αυτοσχεδιασμούς με το ταβάνι και απλώς “διάβαζα” τα μικυμάου του αδερφού μου του άρη.
Μικυμάου λέγονταν τότε τα κόμικ όχι μόνο με τον μίκυ –αλλά και με τον ποπαϋ φερειπείν. Αυτά βεβαίως τα “διάβαζα” τρόπος του λέγειν, γιατί δεν ήξερα να διαβάζω, μόνο έλεγα ψέματα από μέσα μου ότι ξέρω. Στην πράξη απλώς κοιτούσα τις εικόνες, παράδειγμα τον ήτα βήτα, κι από πάνω εγώ κότσαρα κάποιο παραμύθι που ήξερα απ’έξω πια, παράδειγμα την κοκκινοσκουφίτσα. Mε την κοκκινοσκουφίτσα, ένα καλοκαίρι είχα μετρήσει ότι είχα ντουμπλάρει μικυμάου τουλάχιστον μέχρι τη νουγκατίνα (καμμιά 50αριά). Και βέβαια τις ασπρόμαυρες σελίδες τις πήδαγα.
Μετά η παιδική μου βροχή φούσκωσε και χύθηκε σαν ελληνικός καφές που τον ψήνει γιαγιά με πάρκινσον.
ΥΓ1
Ένα μεσημέρι που ο μεσημεριανός ύπνος (των άλλων) είχε φτάσει ώς τη μέση, ακούστηκε ένας θόρυβος –γομολάστιχας ας πούμε. (Κάτι σαν συνεχόμενο “σκουίκυ, σκουίκυ”.) Τη μέρα εκείνη δεν ξέρω τι τρύπωσε στο σπίτι της γιαγιάς, αλλά ό,τι κι αν ήταν, ακόμη κι αν εγώ το κατασκεύασα, έσβυσε με επιμέλεια όλα τα λουλουδάκια από τα μωσαϊκά, το μαγιό μου με τα πουά, τα κοκκαλάκια με τις μελισσούλες, τα γεμιστά, τα μικυμάου, την κυρία πόπη από το ταβάνι και στο τέλος τον παππού μαζί με το ροχαλητό του.
ΥΓ2
Από τότε φοβάμαι πως δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν περισσότερο ζω ή περισσότερω παρατηρώ. Δεν είμαι σε θέση να πω τι είναι αυτό που θυμάμαι ζωηρότερα –τα πράγματα που ζω, ή τα πράγματα που κατασκευάζω.
ΥΓ3
Φοβάμαι μάλιστα ότι μια μέρα θα γίνει κάτι πιο ακατανόητο κι από το μεσημεριανό ύπνο.
ΥΓ4
Θα θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια ή μόνο πράγματα που ποτέ δεν έγιναν ή μόνο πράγματα που ποτέ δεν θα γίνουν.
(Είχαν και μια μελισσούλα πάνω.)
Πηγαίναμε στο πατρικό της μαμάς μου, κολυμπούσα με ροζ μπρατσάκια, τρώγαμε γεμιστά (εγώ μόνο τις ντομάτες), -και μετά με βάζανε να προσποιηθώ ότι κοιμάμαι για μεσημέρι.
Δεν υπήρχε τίποτα πιο ακατανόητο από το γιατί έπρεπε να κάνω διάφορα τέτοια μεγαλίστικα –όπως να κοιμάμαι το μεσημέρι ή να ξεπλένω τα αλάτια μετά το μπάνιο. (Και τα γεμιστά αλάτια είχαν, δεν τα ξεπλέναμε.)
Τι μεγαλίστικα δηλαδή; Εδώ που τα λέμε ούτε να μετράω μέχρι το πέντε δεν ήξερα καλά-καλά (ώστε να υποκριθώ τη μεγάλη πειστικά).
Ωστόσο έκλεινα τα μάτια μου φιλότιμα -και μετρούσα ώς το “εκατό” αργά-αργά, μέχρι να βεβαιωθώ ότι θα κοιμόντουσαν όλοι.
Δεν ήξερα τι είναι οι αριθμοί –το “εκατό” νόμιζα ότι είναι ένα μεγάλο κτήριο κοντά στο λιμάνι και ότι το “μέτρημα” είχε να κάνει με μέτρα, που τα λογάριαζες με λέξεις, μέχρι να καλύψεις την απόσταση από το υπνοδωμάτιό μου (που ήταν το “ένα“ μου) ώς το “εκατό” (που ήταν το κτήριο στο λιμάνι.)
“Μετρούσα” αργά και απλοϊκά:
Αντί για ένα, δυό, τρία, έλεγα υπνοδωμάτιο, καρέκλα, βιβλιοθήκη, τοίχος, παναγίτσα, πόρτα, διάδρομος, λάμπα, πάτωμα, χωλ, σκάλα, έξοδος, πεζοδρόμιο, αυτοκίνητο, γωνία, φαρμακείο, πλατεία, ζαχαροπλαστείο. Και λοιπά. Καταλαβαίνετε.
Τις μέρες με πολλή ζέστη μέτραγα και τα τζιτζίκια. (Υπνοδωμάτιο, τζιτζίκι, καρέκλα, τζιτζίκι, βιβλιοθήκη, τζιζτίκι και λοιπά.)
Που και που έβαζα στο μέτρημα και μια αδέσποτη γάτα.
Μια φορά, αντί για ζαχαροπλαστείο (που ήταν περίπου στη μέση της διαδρομής, δηλαδή το 50 σε αριθμό) είπα “νουγκατίνα” -που ήταν η αγαπημένη μου λέξη (και πάστα) και ένιωσα σαν να έκανα σκανταλιά.
Μετά το “εκατό” άνοιγα τα μάτια μου, κι αφού έβλεπα ανακουφισμένη το ροχαλητό του παππού να σκαρφαλώνει πανωκάτω τον τοίχο, κοιτούσα το ταβάνι, και, επιτέλους ελεύθερη, σκεφτόμουν πράγματα για μικρούς.
Άλλοτε έλεγα ότι το ταβάνι είναι πάτωμα (και έπιανα με τα μάτια μου τις σαγιονάρες μου και τις τακτοποιούσα ανάποδα κολλητά στον πολυέλαιο), ή προσποιούμην ότι είχα κάτι τεράστιες ξυλομπογιές δυο μέτρα ύψος και ζωγράφιζα στο ταβάνι διάφορα ζωάκια –σχεδόν κατά κανόνα έναν βάτραχο (με ουρά γάτας).
Άλλοτε πάλι "πέρναγα" το λευκό του ταβανιού για σύννεφο (μάλιστα τόσο πραγματικό σύννεφο που μια φορά άρχιζε να ψιχαλίζει στα ψεύτικα).
Στα δεξιά το ταβάνι είχε μια γραμμή σαν ρωγμή, που την είχα ονομάσει κυρία πόπη (γιατί ήταν λεπτή και μακριά σαν την κυρία πόπη που είχε το φούρνο κοντά στο φαρμακείο του παππού μου).
Κάποιες φορές πάντως βαριόμουν τους αυτοσχεδιασμούς με το ταβάνι και απλώς “διάβαζα” τα μικυμάου του αδερφού μου του άρη.
Μικυμάου λέγονταν τότε τα κόμικ όχι μόνο με τον μίκυ –αλλά και με τον ποπαϋ φερειπείν. Αυτά βεβαίως τα “διάβαζα” τρόπος του λέγειν, γιατί δεν ήξερα να διαβάζω, μόνο έλεγα ψέματα από μέσα μου ότι ξέρω. Στην πράξη απλώς κοιτούσα τις εικόνες, παράδειγμα τον ήτα βήτα, κι από πάνω εγώ κότσαρα κάποιο παραμύθι που ήξερα απ’έξω πια, παράδειγμα την κοκκινοσκουφίτσα. Mε την κοκκινοσκουφίτσα, ένα καλοκαίρι είχα μετρήσει ότι είχα ντουμπλάρει μικυμάου τουλάχιστον μέχρι τη νουγκατίνα (καμμιά 50αριά). Και βέβαια τις ασπρόμαυρες σελίδες τις πήδαγα.
Μετά η παιδική μου βροχή φούσκωσε και χύθηκε σαν ελληνικός καφές που τον ψήνει γιαγιά με πάρκινσον.
ΥΓ1
Ένα μεσημέρι που ο μεσημεριανός ύπνος (των άλλων) είχε φτάσει ώς τη μέση, ακούστηκε ένας θόρυβος –γομολάστιχας ας πούμε. (Κάτι σαν συνεχόμενο “σκουίκυ, σκουίκυ”.) Τη μέρα εκείνη δεν ξέρω τι τρύπωσε στο σπίτι της γιαγιάς, αλλά ό,τι κι αν ήταν, ακόμη κι αν εγώ το κατασκεύασα, έσβυσε με επιμέλεια όλα τα λουλουδάκια από τα μωσαϊκά, το μαγιό μου με τα πουά, τα κοκκαλάκια με τις μελισσούλες, τα γεμιστά, τα μικυμάου, την κυρία πόπη από το ταβάνι και στο τέλος τον παππού μαζί με το ροχαλητό του.
ΥΓ2
Από τότε φοβάμαι πως δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν περισσότερο ζω ή περισσότερω παρατηρώ. Δεν είμαι σε θέση να πω τι είναι αυτό που θυμάμαι ζωηρότερα –τα πράγματα που ζω, ή τα πράγματα που κατασκευάζω.
ΥΓ3
Φοβάμαι μάλιστα ότι μια μέρα θα γίνει κάτι πιο ακατανόητο κι από το μεσημεριανό ύπνο.
ΥΓ4
Θα θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια ή μόνο πράγματα που ποτέ δεν έγιναν ή μόνο πράγματα που ποτέ δεν θα γίνουν.
20 Μαρ 2010
Η Δεσποινίς Πολυκαλά.
Η Δεσποινίς Πολυκαλά απαντάει πάντα "πολύ καλά ευχαριστώ", αλλά της λείπει το γονίδιο του χαμόγελου κι αντί να δουν οι άλλοι τα δόντια της βλέπουν μια μουντή λάμψη να παίζει σκοινάκι στις βλεφαρίδες της. Εκτός από το γονίδιο του χαμόγελου της λείπουν με αλφαβητική σειρά και το "αααα" με το "ωωωωω". (Και κάπου ανάμεσα η σημαντικότερη λέξη από έψιλον, δηλαδή "εσύ".)
ΥΓ1
Η Δεσποινίς Πολυκαλά συνέταξε μια μέρα δυο αγγελίες, στη μία έγραψε ζητείται δεξιά πλευρά κρεββατιού και στην άλλη έγραψε χαρίζεται ή ανταλάσσεται δεξιά πλευρά κρεββατιού για να είναι πιο σίγουρη.
ΥΓ2
Η Δεσποινίς Πολυκαλά κοιμάται πάντα στην αριστερή πλευρά του κρεββατιού και κάποιες λίγες φορές κοιμάται κατά λάθος στον καναπέ.
ΥΓ3
(Ή καθόλου.)
ΥΓ4
Για να ζήσει, η Δεσποινίς Πολυκαλά πουλάει στους περαστικούς τα τριαντάφυλλα που φυτρώνουν στα χείλη της κάθε φορά που σε σκέφτεται μακριά.
ΥΓ5
(Εύχεται σύντομα να μπορέσει να αλλάξει επάγγελμα.)
ΥΓ6
Η Δεσποινίς Πολυκαλά εύχεται να ήταν ολόκληρη από πλαστελίνη γιατί κάπου διάβασε ότι αν κόψεις την πλαστελίνη κομματάκια δεν πονάει καθόλου και αν την ενώσεις κολλάει πάλι γρήγορα.
ΥΓ7
Αν ήταν από πλαστελίνη θα μπορούσε να φτιάξει κι εσένα από πλαστελίνη και να σε κολλήσει επιτέλους πάνω της.
ΥΓ8
(Μεταξύ άλλων θα έφτιαχνε από πλαστελίνη και τη λέξη ΝΑΙ -και θα την ανάγκαζε κάθε τόσο να ξεπροβάλλει από το στόμα σου και να παντρεύεται τα μαλλιά της.)
ΥΓ9
Για την ιστορία, μια φορά κάποιος αποκάλεσε εκ παραδρομής τη Δεσποινίς Πολυκαλά Κυρία Πολυκακά, κι αυτή έγινε έξαλλη και τον διόρθωσε επίτηδες λέγοντάς του "ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΠΟΛΥΚΑΛΑ, κύριε Σκατογιαννίδη μου" -ενώ τον λέγανε Παπαγιαννίδη.
ΥΓ10
Η Δεσποινίς Πολυκαλά αν ποτέ γίνει Κυρία Πολυκακά δεν έχει ιδέα πως θα καταφέρει να απαντάει "πολύ κακά ευχαριστώ" γιατί ακόμη κι αν φωνάξει με όλη της τη δύναμη τη λέξη "κακά" δεν βγαίνει κανένας ήχος.
ΥΓ11
Μια άλλη φορά η Δεσποινίς Πολυκαλά ήθελε να αποδείξει σε όλους πόσο Πολυκαλά ήταν και πήγε να δώσει εξετάσεις πολυκαλοσύνης αλλά παρότι γέμισε όλη την κόλα επιμελώς τής είπαν κοπήκατε γιατί σε αυτές τις εξετάσεις άριστα παίρνει μόνο η λευκή κόλα.
(Η Δεσποινίς Πολυκαλά είναι πεπεισμένη ότι η καρδιά της ΕΙΝΑΙ από πλαστελίνη γιατί αλλιώς δεν εξηγείται επιστημονικώς πως γίνεται η καρδιά της να έχει χάσει το σχήμα καρδούλας.)
ΥΓ1
Η Δεσποινίς Πολυκαλά συνέταξε μια μέρα δυο αγγελίες, στη μία έγραψε ζητείται δεξιά πλευρά κρεββατιού και στην άλλη έγραψε χαρίζεται ή ανταλάσσεται δεξιά πλευρά κρεββατιού για να είναι πιο σίγουρη.
ΥΓ2
Η Δεσποινίς Πολυκαλά κοιμάται πάντα στην αριστερή πλευρά του κρεββατιού και κάποιες λίγες φορές κοιμάται κατά λάθος στον καναπέ.
ΥΓ3
(Ή καθόλου.)
ΥΓ4
Για να ζήσει, η Δεσποινίς Πολυκαλά πουλάει στους περαστικούς τα τριαντάφυλλα που φυτρώνουν στα χείλη της κάθε φορά που σε σκέφτεται μακριά.
ΥΓ5
(Εύχεται σύντομα να μπορέσει να αλλάξει επάγγελμα.)
ΥΓ6
Η Δεσποινίς Πολυκαλά εύχεται να ήταν ολόκληρη από πλαστελίνη γιατί κάπου διάβασε ότι αν κόψεις την πλαστελίνη κομματάκια δεν πονάει καθόλου και αν την ενώσεις κολλάει πάλι γρήγορα.
ΥΓ7
Αν ήταν από πλαστελίνη θα μπορούσε να φτιάξει κι εσένα από πλαστελίνη και να σε κολλήσει επιτέλους πάνω της.
ΥΓ8
(Μεταξύ άλλων θα έφτιαχνε από πλαστελίνη και τη λέξη ΝΑΙ -και θα την ανάγκαζε κάθε τόσο να ξεπροβάλλει από το στόμα σου και να παντρεύεται τα μαλλιά της.)
ΥΓ9
Για την ιστορία, μια φορά κάποιος αποκάλεσε εκ παραδρομής τη Δεσποινίς Πολυκαλά Κυρία Πολυκακά, κι αυτή έγινε έξαλλη και τον διόρθωσε επίτηδες λέγοντάς του "ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΠΟΛΥΚΑΛΑ, κύριε Σκατογιαννίδη μου" -ενώ τον λέγανε Παπαγιαννίδη.
ΥΓ10
Η Δεσποινίς Πολυκαλά αν ποτέ γίνει Κυρία Πολυκακά δεν έχει ιδέα πως θα καταφέρει να απαντάει "πολύ κακά ευχαριστώ" γιατί ακόμη κι αν φωνάξει με όλη της τη δύναμη τη λέξη "κακά" δεν βγαίνει κανένας ήχος.
ΥΓ11
Μια άλλη φορά η Δεσποινίς Πολυκαλά ήθελε να αποδείξει σε όλους πόσο Πολυκαλά ήταν και πήγε να δώσει εξετάσεις πολυκαλοσύνης αλλά παρότι γέμισε όλη την κόλα επιμελώς τής είπαν κοπήκατε γιατί σε αυτές τις εξετάσεις άριστα παίρνει μόνο η λευκή κόλα.
(Η Δεσποινίς Πολυκαλά είναι πεπεισμένη ότι η καρδιά της ΕΙΝΑΙ από πλαστελίνη γιατί αλλιώς δεν εξηγείται επιστημονικώς πως γίνεται η καρδιά της να έχει χάσει το σχήμα καρδούλας.)
15 Φεβ 2010
Χάππυ Ριμπέρθντεϊ.
Ίσα που έχω γεννηθεί. (“Κορίτσι” λέει ένας που λίγο βαριέται.)
“Περπάτα!” φωνάζει αυτός με την άσπρη μπλούζα, ο ασπρομάλλης.
“ΠΕΡΠΑΤΑ” ουρλιάζει μια χοντρή μαία με καλσόν φιμέ.
Δυο συνεργοί τους έρχονται και αρπάζουν τρυφερά τα πόδια μου και τα τραβάνε (“με αγάπη” λένε) μέχρι που το ένα ξεκολλάει αλλά δεν τρέχει τίποτα γιατί το ράβουν.
Τελικά στέκομαι. (Κοιτιούνται θριαμβευτικά. Χωρίς αυτούς θα μου έπαιρνε μπορεί και δυο χρόνια να κάνω το πρώτο μου βήμα. Θαύμα.)
“Μίλα” προστάζει τότε ο ασπρομάλλης.
“ΜΙΛΑ” αντηχεί τραγουδιστά η μαία φορώντας τώρα το καλσόν σαν τους ληστές (“θα θέλουν να με κλέψουν” σκέφτομαι).
Οι συνεργοί χώνουν τα χέρια τους στο στόμα μου ψαχουλέυοντας τις φωνητικές μου χορδές να δουν αν είναι σωστά εγκατεστημένο το “α”.
(Είναι.)
Λέω: “αααα”.
(“Το παιδί μίλησε” λέει βαθιά συγκινημένη η μαία με το καλσόν στο κεφάλι -ενώ ο ασπρομάλλης εκστασιασμένος τη φιλάει σταυρωτά ανάμεσα στα πόδια.)
(“Με κλέβουν” φωνάζω εγώ, “μην κάνεις σαν μωρό” μου απαντούν, “βοήθεια” λέω, “ΒΟΗΘΕΙΑ” ξελαρυγγιάζεται η μαία κοροιδευτικά -και ξεκαρδίζεται-, ενώ οι συνεργοί μπήγουν τούφες από μακριά μαλλιά στους πόρους του κεφαλιού μου και επαναλαμβάνουν “μην κάνεις σαν μωρό”.)
Μετά με δένουν με σκοινιά σε μια καρέκλα -ξαπλωμένη με ανοιχτά τα πόδια- κι αρχίζουν και με παραγεμίζουν πακεταρισμένα πράγματα σαν κοτόπουλο. “Γέλα”, “γέλα”, “γέλα αχάριστη” λένε. “Είναι τα δώρα σου”. Αποφεύγω να διαμαρτυρηθώ μη με πούνε πάλι αχάριστη και στεναχωρηθεί κανείς και ψελίζω “ευχαριστώ”, “ευχαριστώ”, “δεν είμαι πολύ χαρισμένη;” -μέχρι που με πιάνει πανικός στη θέα τού τελευταίου πακέτου (που επειδή είναι πολύ ογκώδες το ξεπακετάρουν). Τα χάνω με το θέαμα. Δεν ξέρω τι να κάνω. (“Παναγίτσα μου κάνε”, με συμβουλεύει ψιθυριστά μια βοηθός με ροζ πουκάμισο και μάγουλα -και επειδή δεν ξέρω πως το κάνουν το παναγίτσαμου πιάνει το δεξί μου χέρι και το φέρνει πανωκάτω και περαδώθε.)
“Μην πανικοβάλεσαι δα”. “Θα χωρέσει” μου λέει η μαία στοργικά και μου βάζει κόκκινο κραγιόν για παρηγοριά.
“Μα πώς;” αναρωτιέμαι με τρόμο. “Αυτή είναι μεγαλύτερη από μένα, πώς θα μπει κάτι μεγαλύτερο μέσα σε κάτι μικρότερο;”
Λέει: “Η ζωή κάνει κύκλους, δεν θα μας πεις εσύ τη δουλειά μας”. (Και μου σκάει μια μπάτσα.)
Λέει: “Πάντα μπαίνει κάτι μεγαλύτερο σε κάτι μικρότερο”. “Τι την πέρασες τη ζωή; Χωρίς πόνο;” (Και μου σκάει ένα φιλί.)
Η συνεργοί αρχίζουν και με παραγεμίζουν με μια ενήλικη γυναίκα.
Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια είναι, η ζωή κάνει κύκλους, δεν θα τους πω εγώ τη δουλειά τους. (Πρώτα μπαίνουν τα πόδια. Προφανώς τελευταίο πρέπει να μπει το κεφάλι.) Ο ασπρομάλλης πασπατεύει τη μαία και μου λέει: “Κάνε αααα”. Κάνω “ωωωω”. (Αυτή κάνει “αααα” -σ’ αυτήν το έλεγε.)
Δεν την αρθρώνω αλλά σκέφτομαι τον ήχο της λέξης “ξεχύλωσα” και μου κλείνω το ένα μάτι να μη στάξει αλμυρό νερό (και από την προσπάθεια μου μένει τικ).
Στο μεταξύ, ένας πλανώδιος ζωγράφος με ακουμπάει τόπους τόπους με ένα πινελάκι. “Μπίουτυ μαρκς” δικαιολογείται -και μου κλείνει κι αυτός το μάτι (έχει κι αυτός το ίδιο τικ.)
Η διαδικασία μοιάζει να ολοκληρώνεται. Οι συνεργοί συζητάνε, σχεδόν μαλώνουνε, για το πώς θα με ντύσουν.
“Σούπερμαν” λέει ο ένας.
“Μπαλαρίνα” αντιδρά ο άλλος.
“Σούπερμαν”.
“Μπαλαρίνα”.
“ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ”.
“ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ”.
Αρπάζω τα δυο κουστούμια μόνη μου και ντύνομαι σούπερμαν-μπαλαρίνα μη μείνει κανείς παραπονεμένος.
(Κάνω το χαζό λάθος όμως, γιατί είμαι ακόμη μωρό, και αντι να συνδυάσω σωστά τις στολές -παράδειγμα να βάλω την τουτού της μπαλαρίνας πάνω από το καλσόν του σούπερμαν και τη μπέρτα κάτω από το κορμάκι- τη μπαλαρίνα τη στουμπώνω μεμιάς από κάτω σαν μεσοφόρι και το σούπερμαν από πάνω. Πλήρης μεταμφίεση.)
“Ηλίθια”, ωρύεται η μαία, “τι πήγες και έκανες;”, οδύρεται -και αρχίζει και σκίζει με τα ίδια της τα χέρια και βγάζει τη στολή της για να μου δείξει ότι στην πραγματικότητα από κάτω είναι και πάλι ντυμένη μαία. “Βλέπεις;”. “Έτσι πάει”, “δεν έπρεπε να διαλέξεις”.
Το ξεκαθαρίζει: “Ή το ένα ή το άλλο έπρεπε, τώρα θα μπερδεύονται οι αθρώποι.”
Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω. (Από κάπου έξω ακούγονται κάτι εμψυχωτικές φωνές: “Σπρώξε”. “Κουράγιο”. “Θα τα καταφέρεις”.)
Μαζεύονται όλοι μαζί γύρω μου, ανοίγουν μια μεγάλη καταπακτή και μου ρίχνουν μια ομαδική κλωτσιά. (Απέξω ίσα που προλαβαίνω να δω δυο τρία πράγματα –φως, κάτι τρίχες δεξιά-αριστερά, ένα ζευγάρι διάπλατα πόδια μάλλον γυναικεία, και κάτι ανθρώπους παρόμοιους με τους μέσα αλλά ντυμένους με στολές σε πράσινο να με κοιτάνε.)
“Κορίτσι……..” λέει μια χοντρή μαία έντρομη.
“…ε…εεε…ενήλικο”, προσθέτει και κάνει το παναγίτσα μου.
Τη φράση “και ντυμένο σούπερμαν” δεν θυμάμαι ποιος την ξεστόμισε πρώτος, αλλά όλοι τρίψαν τα χέρια τους από ανακούφιση και πιστεύω από αγάπη.
Έκτοτε είμαι πολύ απασχολημένη όλη μέρα να πετάω στα σύννεφα και να μην πονάω ποτέ και για τίποτα και να κάνω σωστά τη δουλειά μου να σώζω τους πάντες και να φροντίζω να μην τους δείχνω ποτέ από κάτω την κρυμμένη ροζ φούστα τουτού μη τυχόν και στεναχωρεθούν είτε για αυτήν την αναπηρία μου είτε για το τικ στο μάτι.
“Περπάτα!” φωνάζει αυτός με την άσπρη μπλούζα, ο ασπρομάλλης.
“ΠΕΡΠΑΤΑ” ουρλιάζει μια χοντρή μαία με καλσόν φιμέ.
Δυο συνεργοί τους έρχονται και αρπάζουν τρυφερά τα πόδια μου και τα τραβάνε (“με αγάπη” λένε) μέχρι που το ένα ξεκολλάει αλλά δεν τρέχει τίποτα γιατί το ράβουν.
Τελικά στέκομαι. (Κοιτιούνται θριαμβευτικά. Χωρίς αυτούς θα μου έπαιρνε μπορεί και δυο χρόνια να κάνω το πρώτο μου βήμα. Θαύμα.)
“Μίλα” προστάζει τότε ο ασπρομάλλης.
“ΜΙΛΑ” αντηχεί τραγουδιστά η μαία φορώντας τώρα το καλσόν σαν τους ληστές (“θα θέλουν να με κλέψουν” σκέφτομαι).
Οι συνεργοί χώνουν τα χέρια τους στο στόμα μου ψαχουλέυοντας τις φωνητικές μου χορδές να δουν αν είναι σωστά εγκατεστημένο το “α”.
(Είναι.)
Λέω: “αααα”.
(“Το παιδί μίλησε” λέει βαθιά συγκινημένη η μαία με το καλσόν στο κεφάλι -ενώ ο ασπρομάλλης εκστασιασμένος τη φιλάει σταυρωτά ανάμεσα στα πόδια.)
(“Με κλέβουν” φωνάζω εγώ, “μην κάνεις σαν μωρό” μου απαντούν, “βοήθεια” λέω, “ΒΟΗΘΕΙΑ” ξελαρυγγιάζεται η μαία κοροιδευτικά -και ξεκαρδίζεται-, ενώ οι συνεργοί μπήγουν τούφες από μακριά μαλλιά στους πόρους του κεφαλιού μου και επαναλαμβάνουν “μην κάνεις σαν μωρό”.)
Μετά με δένουν με σκοινιά σε μια καρέκλα -ξαπλωμένη με ανοιχτά τα πόδια- κι αρχίζουν και με παραγεμίζουν πακεταρισμένα πράγματα σαν κοτόπουλο. “Γέλα”, “γέλα”, “γέλα αχάριστη” λένε. “Είναι τα δώρα σου”. Αποφεύγω να διαμαρτυρηθώ μη με πούνε πάλι αχάριστη και στεναχωρηθεί κανείς και ψελίζω “ευχαριστώ”, “ευχαριστώ”, “δεν είμαι πολύ χαρισμένη;” -μέχρι που με πιάνει πανικός στη θέα τού τελευταίου πακέτου (που επειδή είναι πολύ ογκώδες το ξεπακετάρουν). Τα χάνω με το θέαμα. Δεν ξέρω τι να κάνω. (“Παναγίτσα μου κάνε”, με συμβουλεύει ψιθυριστά μια βοηθός με ροζ πουκάμισο και μάγουλα -και επειδή δεν ξέρω πως το κάνουν το παναγίτσαμου πιάνει το δεξί μου χέρι και το φέρνει πανωκάτω και περαδώθε.)
“Μην πανικοβάλεσαι δα”. “Θα χωρέσει” μου λέει η μαία στοργικά και μου βάζει κόκκινο κραγιόν για παρηγοριά.
“Μα πώς;” αναρωτιέμαι με τρόμο. “Αυτή είναι μεγαλύτερη από μένα, πώς θα μπει κάτι μεγαλύτερο μέσα σε κάτι μικρότερο;”
Λέει: “Η ζωή κάνει κύκλους, δεν θα μας πεις εσύ τη δουλειά μας”. (Και μου σκάει μια μπάτσα.)
Λέει: “Πάντα μπαίνει κάτι μεγαλύτερο σε κάτι μικρότερο”. “Τι την πέρασες τη ζωή; Χωρίς πόνο;” (Και μου σκάει ένα φιλί.)
Η συνεργοί αρχίζουν και με παραγεμίζουν με μια ενήλικη γυναίκα.
Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια είναι, η ζωή κάνει κύκλους, δεν θα τους πω εγώ τη δουλειά τους. (Πρώτα μπαίνουν τα πόδια. Προφανώς τελευταίο πρέπει να μπει το κεφάλι.) Ο ασπρομάλλης πασπατεύει τη μαία και μου λέει: “Κάνε αααα”. Κάνω “ωωωω”. (Αυτή κάνει “αααα” -σ’ αυτήν το έλεγε.)
Δεν την αρθρώνω αλλά σκέφτομαι τον ήχο της λέξης “ξεχύλωσα” και μου κλείνω το ένα μάτι να μη στάξει αλμυρό νερό (και από την προσπάθεια μου μένει τικ).
Στο μεταξύ, ένας πλανώδιος ζωγράφος με ακουμπάει τόπους τόπους με ένα πινελάκι. “Μπίουτυ μαρκς” δικαιολογείται -και μου κλείνει κι αυτός το μάτι (έχει κι αυτός το ίδιο τικ.)
Η διαδικασία μοιάζει να ολοκληρώνεται. Οι συνεργοί συζητάνε, σχεδόν μαλώνουνε, για το πώς θα με ντύσουν.
“Σούπερμαν” λέει ο ένας.
“Μπαλαρίνα” αντιδρά ο άλλος.
“Σούπερμαν”.
“Μπαλαρίνα”.
“ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ”.
“ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ”.
Αρπάζω τα δυο κουστούμια μόνη μου και ντύνομαι σούπερμαν-μπαλαρίνα μη μείνει κανείς παραπονεμένος.
(Κάνω το χαζό λάθος όμως, γιατί είμαι ακόμη μωρό, και αντι να συνδυάσω σωστά τις στολές -παράδειγμα να βάλω την τουτού της μπαλαρίνας πάνω από το καλσόν του σούπερμαν και τη μπέρτα κάτω από το κορμάκι- τη μπαλαρίνα τη στουμπώνω μεμιάς από κάτω σαν μεσοφόρι και το σούπερμαν από πάνω. Πλήρης μεταμφίεση.)
“Ηλίθια”, ωρύεται η μαία, “τι πήγες και έκανες;”, οδύρεται -και αρχίζει και σκίζει με τα ίδια της τα χέρια και βγάζει τη στολή της για να μου δείξει ότι στην πραγματικότητα από κάτω είναι και πάλι ντυμένη μαία. “Βλέπεις;”. “Έτσι πάει”, “δεν έπρεπε να διαλέξεις”.
Το ξεκαθαρίζει: “Ή το ένα ή το άλλο έπρεπε, τώρα θα μπερδεύονται οι αθρώποι.”
Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω. (Από κάπου έξω ακούγονται κάτι εμψυχωτικές φωνές: “Σπρώξε”. “Κουράγιο”. “Θα τα καταφέρεις”.)
Μαζεύονται όλοι μαζί γύρω μου, ανοίγουν μια μεγάλη καταπακτή και μου ρίχνουν μια ομαδική κλωτσιά. (Απέξω ίσα που προλαβαίνω να δω δυο τρία πράγματα –φως, κάτι τρίχες δεξιά-αριστερά, ένα ζευγάρι διάπλατα πόδια μάλλον γυναικεία, και κάτι ανθρώπους παρόμοιους με τους μέσα αλλά ντυμένους με στολές σε πράσινο να με κοιτάνε.)
“Κορίτσι……..” λέει μια χοντρή μαία έντρομη.
“…ε…εεε…ενήλικο”, προσθέτει και κάνει το παναγίτσα μου.
Τη φράση “και ντυμένο σούπερμαν” δεν θυμάμαι ποιος την ξεστόμισε πρώτος, αλλά όλοι τρίψαν τα χέρια τους από ανακούφιση και πιστεύω από αγάπη.
Έκτοτε είμαι πολύ απασχολημένη όλη μέρα να πετάω στα σύννεφα και να μην πονάω ποτέ και για τίποτα και να κάνω σωστά τη δουλειά μου να σώζω τους πάντες και να φροντίζω να μην τους δείχνω ποτέ από κάτω την κρυμμένη ροζ φούστα τουτού μη τυχόν και στεναχωρεθούν είτε για αυτήν την αναπηρία μου είτε για το τικ στο μάτι.
9 Ιαν 2010
Μπλουτούθ.
Είπε ο διδάσκαλος της βουδδικής αίρεσης Ζεν στον μαθητή που έψαχνε τη Μεγάλη Αλήθεια:
"Το βλέπεις ότι στο χέρι μου δεν κρατάω τσάπα;"
"Το βλέπω."
"Μ'αυτήν να σκάβεις."
Διάλογος από τον οποίο, κατά συνοπτική αναλογία, οδηγούμαι σε μια σειρά από Μεγάλες Αλήθειες:
Τα κλειδιά που μόλις δεν ακούστηκαν στην πόρτα είναι τα δικά σου που αποφάσισες να μην έρθεις.
Οι στάλες νερού που δεν έπεσαν στο πάτωμα του σαλονιού είναι από την ομπρέλα σου μόλις δεν μπήκες.
Το σώμα που ένιωσα ότι δεν με αγκάλιασε στον ύπνο μου στη μέση της νύχτας είναι η άδεια πυτζάμα σου.
Η απουσία έχει ήχο.
Η απουσία στάζει.
Η απουσία είναι τόσο παρούσα που βγάζει χνώτο.
ΥΓ1
Τι άβολα που είναι όλα αυτά τα χούγια των σινγκλς: ο φρέσκος πόθος για μπαγιάτικα σωματικά υγρά... το συναίσθημα του να μπορείς να απευθύνεις υπαρκτά αισθήματα σε ανύπαρκτους ώς ώρας ανθρώπους... η αυτοστιγμεί ικανότητα να θηλάσεις μια καινούργια αγάπη που δεν έχει καν συλληφθεί.
ΥΓ2
Το σίγουρο είναι ένα -μια και μιλάμε για βουδισμό: η νιρβάνα τού να μη θέλεις πια να μπεις σε άλλο σώμα (αλλά και να μη χρειάζεται πια, έχοντας εκπληρώσει την πνευματική σου θητεία), προβλέπω να αργεί (και όταν έρθει να μη φέρει καν ένα κουτί με πάστες).
ΥΓ3
Η γνώση ότι ακόμη και μια αόρατη τσάπα σού αρκεί για να σκάψεις σε έχει πια δυναμώσει φυσικά (και μεταφυσικά).
ΥΓ4
Αλλά τι να τον κάνεις τον λάκο αν δεν είναι να σκοντάψεις μέσα του χεράκι-χεράκι με κάποιον;
ΥΓ5
Εσύ άραγε μπορείς να καταλάβεις ότι αυτή η κατακόκκινη ζέστη, που δεν νιώθεις όσο δεν με σφίγγεις, είμαι εγώ που δεν είμαι κοντά σου; (Μπορείς με άλλα λόγια να καταλάβεις ότι αν θέλεις να δεις τα χέρια σου απελευθερωμένα πρέπει να τα αφήσεις να ζήσουν και να πεθάνουν μέσα μου;)
ΥΓ6
Θέλεις να είμαστε οι μόνοι που για να επικοινωνούμε αόρατα θα εγκαταστήσουμε μπλουτούθ κάτω από τη φόδρα του στήθους μας (δίνοντας βόλιουμ στο βουδδικό "δεν υπάρχει τίποτε, όλα υπάρχουν");
ΥΓ7
Από τη μεριά μου, μάθε το: θέλω.
ΥΓ8
Το όνομά σου.
ΥΓ9
Να καρφωθεί σταυροπόδι στο κεφάλι μου.
(Τι να καρφωθεί δηλαδή απλώς; Να φυτρώσει.)
ΥΓ10
Η μύτη σου.
ΥΓ11
Να ετοιμάσει τις βαλίτσες της και να έρθει επίσκεψη στα μαλλιά μου.
ΥΓ12
Τα γένια σου.
ΥΓ13
Να φυτρώσουν στις άκρες των δαχτύλων μου.
ΥΓ14
Το αίμα μου.
ΥΓ15
Να αισθανθεί και πάλι σαν φρέσκο νερό σε βάζο με παιώνιες.
ΥΓ16
Ρε παιδάκι μου το καταλαβαίνεις ή να στο πω ακόμη πιο "ψαγμένα";
ΥΓ17
Θέλω το στήθος μου να λιώσει πάνω σου σαν τσένταρ!
(Όλα τα άλλα είναι φιλοσοφίες.)
;-Ρ
"Το βλέπεις ότι στο χέρι μου δεν κρατάω τσάπα;"
"Το βλέπω."
"Μ'αυτήν να σκάβεις."
Διάλογος από τον οποίο, κατά συνοπτική αναλογία, οδηγούμαι σε μια σειρά από Μεγάλες Αλήθειες:
Τα κλειδιά που μόλις δεν ακούστηκαν στην πόρτα είναι τα δικά σου που αποφάσισες να μην έρθεις.
Οι στάλες νερού που δεν έπεσαν στο πάτωμα του σαλονιού είναι από την ομπρέλα σου μόλις δεν μπήκες.
Το σώμα που ένιωσα ότι δεν με αγκάλιασε στον ύπνο μου στη μέση της νύχτας είναι η άδεια πυτζάμα σου.
Η απουσία έχει ήχο.
Η απουσία στάζει.
Η απουσία είναι τόσο παρούσα που βγάζει χνώτο.
ΥΓ1
Τι άβολα που είναι όλα αυτά τα χούγια των σινγκλς: ο φρέσκος πόθος για μπαγιάτικα σωματικά υγρά... το συναίσθημα του να μπορείς να απευθύνεις υπαρκτά αισθήματα σε ανύπαρκτους ώς ώρας ανθρώπους... η αυτοστιγμεί ικανότητα να θηλάσεις μια καινούργια αγάπη που δεν έχει καν συλληφθεί.
ΥΓ2
Το σίγουρο είναι ένα -μια και μιλάμε για βουδισμό: η νιρβάνα τού να μη θέλεις πια να μπεις σε άλλο σώμα (αλλά και να μη χρειάζεται πια, έχοντας εκπληρώσει την πνευματική σου θητεία), προβλέπω να αργεί (και όταν έρθει να μη φέρει καν ένα κουτί με πάστες).
ΥΓ3
Η γνώση ότι ακόμη και μια αόρατη τσάπα σού αρκεί για να σκάψεις σε έχει πια δυναμώσει φυσικά (και μεταφυσικά).
ΥΓ4
Αλλά τι να τον κάνεις τον λάκο αν δεν είναι να σκοντάψεις μέσα του χεράκι-χεράκι με κάποιον;
ΥΓ5
Εσύ άραγε μπορείς να καταλάβεις ότι αυτή η κατακόκκινη ζέστη, που δεν νιώθεις όσο δεν με σφίγγεις, είμαι εγώ που δεν είμαι κοντά σου; (Μπορείς με άλλα λόγια να καταλάβεις ότι αν θέλεις να δεις τα χέρια σου απελευθερωμένα πρέπει να τα αφήσεις να ζήσουν και να πεθάνουν μέσα μου;)
ΥΓ6
Θέλεις να είμαστε οι μόνοι που για να επικοινωνούμε αόρατα θα εγκαταστήσουμε μπλουτούθ κάτω από τη φόδρα του στήθους μας (δίνοντας βόλιουμ στο βουδδικό "δεν υπάρχει τίποτε, όλα υπάρχουν");
ΥΓ7
Από τη μεριά μου, μάθε το: θέλω.
ΥΓ8
Το όνομά σου.
ΥΓ9
Να καρφωθεί σταυροπόδι στο κεφάλι μου.
(Τι να καρφωθεί δηλαδή απλώς; Να φυτρώσει.)
ΥΓ10
Η μύτη σου.
ΥΓ11
Να ετοιμάσει τις βαλίτσες της και να έρθει επίσκεψη στα μαλλιά μου.
ΥΓ12
Τα γένια σου.
ΥΓ13
Να φυτρώσουν στις άκρες των δαχτύλων μου.
ΥΓ14
Το αίμα μου.
ΥΓ15
Να αισθανθεί και πάλι σαν φρέσκο νερό σε βάζο με παιώνιες.
ΥΓ16
Ρε παιδάκι μου το καταλαβαίνεις ή να στο πω ακόμη πιο "ψαγμένα";
ΥΓ17
Θέλω το στήθος μου να λιώσει πάνω σου σαν τσένταρ!
(Όλα τα άλλα είναι φιλοσοφίες.)
;-Ρ
Έρως ανίκανε τάχα.
Ε ναι, εντάξει, δεν γράφω πια.
Και τι κάνω για αυτό εκτός από το να ακούω παράπονα;
Το κουβαλάω σχεδόν σε όλες τις βόλτες.
Το πέος σου εννοώ.
Καρφιτσωμένο στο πέτο του μυαλού μου, στη θέση που κάποιοι καρφιτσώνουν ένα ροζ τριαντάφυλο.
Γι’αυτό αναβάλλω να γράψω.
Προσπαθώ να ξεχάσω το γεγονός ότι το περίγραμμά σου περιφέρεται σκέτο -το γεγονός ότι ο απών ήχος της φωνής σου έχει κουλουριαστεί στα λαιμό μου σαν μετεξεταστεό κασκόλ (ανίκανο και πάλι φέτος να με ζεστάνει).
Το έχετε προσέξει, έτσι;
Το ίδιο και η σιωπή μου, γονατιστή από τον Αύγουστο μπροστά μου, ικέτισσα να πάω τα πληγωμένα της γόνατα για φοξτρότ.
(Μα που να τις βρω τις λέξεις να κάνω φιγούρα χωρίς εσένα;)
Κι εσείς να επιμένετε από πάνω οι αναγνώστες, με τα μάτια τα σφουγγάρια:
“Γιατί δεν γράφεις;”
Μα τι σκατά ρωτάτε;
ΕΓΩ να γράψω;
Η γραφή να ΜΕ γίνει.
Κάνω ό,τι μπορώ για έμπνευση πάντως ☺
Μασάω επιμελώς γράμματα (που έχουν αφήσει μεταξύ τους τα χέρια), καταπίνω παρατημένα άλφα, ληγμένες δασείες, εφήμερα ωμέγα, ταχόμα, ταϊμς, νιουρόμαν, ξεστριμώχνω λέξεις μέχρι και με το οδοντόνημα, και το μέσα μου, όλο, από το κεφάλι ώς τα πόδια μου ένα τεράστιο στομάχι, τίγκα ξεχαρβαλωμένα πεζά.
(Έννοιες ξεχύνονται μέχρι κι από τα αυτιά μου στο πάτωμα, κι όμως οι σελίδες μένουν κενές ούτε λόγος φυσικά να σκύψω στα τέσσερα ώστε οι λευκές άγραφες κόλλες να αναλάβουν το σφουγγάρισμα –και να ποτίσουν μελάνι.)
Πολύ φασαρία για το τίποτα αυτή η σιωπή.
Τσιλάξ.
Οι λέξεις θα ξανάρθουν –αυτό είναι το θέμα μας; Οι λέξεις λέξεις είναι.
Οι λέξεις δεν στάζουν μέσα σου παιδιά (μάταιο αν τρομάξατε με τη λέξη πέος πρώτη-πρώτη και τρέξατε για πρεντίκτορ).
Οι λέξεις δεν είναι άνθρωποι να σε φιλούν στο στόμα.
Και για να γράψεις θες τέσσερα χέρια αν με πιάνετε.
ΥΓ1
Υπομονή. Και υπόσχεση. Θα προσπαθήσω να θυμηθώ πάλι πώς γράφεται κάτι ωραίο, απλώς μεταξύ μας δεν βλέπω ν' αλλάζει κάτι.
ΥΓ2
Όσο τα ποτιστήρια μάτια σου θεριεύουν ξένες ρίζες… όσο αδυνατώ να φτάσω να ξεσκονίσω τη λέξη έρωτας που αιωρείται μισό μέτρο πάνω από το κεφάλι μου… νιώθω βαριά.
ΥΓ3
Λες και στις τσέπες μου κάποιος έχωσε ένα βουνό.
ΥΓ4
Θα μου πεις δικαιολογίες. Που θυμάσαι τι είναι ο έρωτας που έχεις και το θράσσος να σου λείπει και να θεωρείς ότι η στέρησή του είναι ένα τεράστιο πινελάκι μπλάνκο;
ΥΓ5
Θυμάμαι ελάχιστα όντως για αυτόν. Πάνε χρόνια.
ΥΓ6
(Το πρώτο του φίλι ξηλώνεται σιγά-σιγά μαζί με το στόμα μου, καθώς ζευγάρια χέρια τραβάνε κατά βούληση το μικρό ξέφτι που τρεμοπαίζει, εδώ στην ακρούλα, στα χείλη μου.)
ΥΓ7
Τη μυρωδιά του όμως, επιτρέψτε μου, τη θυμάμαι μια χαρά για να την ποθώ.
ΥΓ8
Πώς διάολο να την ξεχάσεις όταν χώνει τις κάνες τις στα ρουθούνια σου και σε πυροβολεί κατευθείαν στο μυαλό;
☺
Και τι κάνω για αυτό εκτός από το να ακούω παράπονα;
Το κουβαλάω σχεδόν σε όλες τις βόλτες.
Το πέος σου εννοώ.
Καρφιτσωμένο στο πέτο του μυαλού μου, στη θέση που κάποιοι καρφιτσώνουν ένα ροζ τριαντάφυλο.
Γι’αυτό αναβάλλω να γράψω.
Προσπαθώ να ξεχάσω το γεγονός ότι το περίγραμμά σου περιφέρεται σκέτο -το γεγονός ότι ο απών ήχος της φωνής σου έχει κουλουριαστεί στα λαιμό μου σαν μετεξεταστεό κασκόλ (ανίκανο και πάλι φέτος να με ζεστάνει).
Το έχετε προσέξει, έτσι;
Το ίδιο και η σιωπή μου, γονατιστή από τον Αύγουστο μπροστά μου, ικέτισσα να πάω τα πληγωμένα της γόνατα για φοξτρότ.
(Μα που να τις βρω τις λέξεις να κάνω φιγούρα χωρίς εσένα;)
Κι εσείς να επιμένετε από πάνω οι αναγνώστες, με τα μάτια τα σφουγγάρια:
“Γιατί δεν γράφεις;”
Μα τι σκατά ρωτάτε;
ΕΓΩ να γράψω;
Η γραφή να ΜΕ γίνει.
Κάνω ό,τι μπορώ για έμπνευση πάντως ☺
Μασάω επιμελώς γράμματα (που έχουν αφήσει μεταξύ τους τα χέρια), καταπίνω παρατημένα άλφα, ληγμένες δασείες, εφήμερα ωμέγα, ταχόμα, ταϊμς, νιουρόμαν, ξεστριμώχνω λέξεις μέχρι και με το οδοντόνημα, και το μέσα μου, όλο, από το κεφάλι ώς τα πόδια μου ένα τεράστιο στομάχι, τίγκα ξεχαρβαλωμένα πεζά.
(Έννοιες ξεχύνονται μέχρι κι από τα αυτιά μου στο πάτωμα, κι όμως οι σελίδες μένουν κενές ούτε λόγος φυσικά να σκύψω στα τέσσερα ώστε οι λευκές άγραφες κόλλες να αναλάβουν το σφουγγάρισμα –και να ποτίσουν μελάνι.)
Πολύ φασαρία για το τίποτα αυτή η σιωπή.
Τσιλάξ.
Οι λέξεις θα ξανάρθουν –αυτό είναι το θέμα μας; Οι λέξεις λέξεις είναι.
Οι λέξεις δεν στάζουν μέσα σου παιδιά (μάταιο αν τρομάξατε με τη λέξη πέος πρώτη-πρώτη και τρέξατε για πρεντίκτορ).
Οι λέξεις δεν είναι άνθρωποι να σε φιλούν στο στόμα.
Και για να γράψεις θες τέσσερα χέρια αν με πιάνετε.
ΥΓ1
Υπομονή. Και υπόσχεση. Θα προσπαθήσω να θυμηθώ πάλι πώς γράφεται κάτι ωραίο, απλώς μεταξύ μας δεν βλέπω ν' αλλάζει κάτι.
ΥΓ2
Όσο τα ποτιστήρια μάτια σου θεριεύουν ξένες ρίζες… όσο αδυνατώ να φτάσω να ξεσκονίσω τη λέξη έρωτας που αιωρείται μισό μέτρο πάνω από το κεφάλι μου… νιώθω βαριά.
ΥΓ3
Λες και στις τσέπες μου κάποιος έχωσε ένα βουνό.
ΥΓ4
Θα μου πεις δικαιολογίες. Που θυμάσαι τι είναι ο έρωτας που έχεις και το θράσσος να σου λείπει και να θεωρείς ότι η στέρησή του είναι ένα τεράστιο πινελάκι μπλάνκο;
ΥΓ5
Θυμάμαι ελάχιστα όντως για αυτόν. Πάνε χρόνια.
ΥΓ6
(Το πρώτο του φίλι ξηλώνεται σιγά-σιγά μαζί με το στόμα μου, καθώς ζευγάρια χέρια τραβάνε κατά βούληση το μικρό ξέφτι που τρεμοπαίζει, εδώ στην ακρούλα, στα χείλη μου.)
ΥΓ7
Τη μυρωδιά του όμως, επιτρέψτε μου, τη θυμάμαι μια χαρά για να την ποθώ.
ΥΓ8
Πώς διάολο να την ξεχάσεις όταν χώνει τις κάνες τις στα ρουθούνια σου και σε πυροβολεί κατευθείαν στο μυαλό;
☺
30 Ιουν 2009
Αντίο, αράπη μου.
Δεν έχω την παραμικρότατη ιδέα σχετικά με το ποιος πατάει το play που γυρίζει τον κόσμο.
Για σας ίσως κάτι άλλο, για μένα ίσως η αναπνοή του άγνωστου άντρα που ποθώ, μια τεράστια ροζ μπαταρία, ο ήχος που κάνουν τα τρία μου αδέρφια όταν γελούν, μια γιγάντια καραμέλα βουτύρου με χέρια-μοχλούς, ή ίσως απλά μια σουπερτεράστια τρισδιάστατη νότα που ξέφυγε από την παρτιτούρα του μαν ιν δε μίρρορ.
Είμαι όμως πεπεισμένη -αν η θεωρία της γιγάντιας καραμέλας μπάζει εννοώ-, πως αν αυτό που γυρίζει τον κόσμο είναι κάτι ανθρώπινο, αποκλείεται και να είναι κάτι έλλογο, κάτι που προσαρμοζεται στο εκάστοτε περιβάλλον.
(Κυρίως επειδή πιστεύω ότι όσες φορές κι αν οι επιστήμονες λένε ότι ο πλανήτης όντως γυρίζει γύρω-γύρω, η δική μου -ανακουφιστικότερη για τις θεωρίες μου εικόνα-, είναι πως αυτός που γυρίζει τον πλανήτη στην πραγματικότηα την είδε αλλιώς: δεν τον περιστρέφει πια, τα τελευταία εκατό φερειπείν χρόνια, αλλά τον σπρώχνει με ορμή προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)
Και κατόπιν αυτού, σοβαρά όμως, πόσο πιθανό θεωρείτε ότι αυτός που σπρώχνει τη γη προς τα εμπρός να είναι ένας άβουλος και προσαρμοστικός άνθρωπος που κάνει ό,τι το περιβάλλον ή η κοινή λογική τού –εδώ γελάμε- υπαγορεύει;
Ο κόσμος πάει μπροστά με τους παράλογους. Και η περί ης ο λόγος πρόοδος, για μένα, ανέκαθεν, σχετιζόταν και θα σχετίζεται με τους τρελλούς, τους αντιδραστικούς, τους παράξενους, συχνά τους ανώμαλους, τους διεστραμμένους, τους ανήσυχους, τους πληγωμένους, τους εκκεντρικούς, τους ονειροπόλους, τους φαντασιόπληκτους, τους σαρκαστικούς, τους χυδαίους, τους "ρομαντικούς", τους "περιθωριακούς", όσους τελοσπάντων έχουν υποψιαστεί πώς η ζωή είναι ένα ανεξάνλητο, σκοτεινό αλλά και πετυχημένο αστείο με το οποίο πρέπει να γελάς, να γελάς, να γελάς.
Και κυρίως να χορεύεις.
(Καλά, αν δεν ξέρεις να χορεύεις δεν πειράζει, σκηνοθέτησε τον ψαλιδοχέρη ή το "νευρικός εραστής", χτίσε τη σαγράδα φαμίλια, γράψε το ρωμαίος και ιουλιέτα, συνέθεσε "τα νυχτερινά", ζωγράφισε τη θηλυκή σου φάτσα με πυκνά φρύδια και μουστάκι -και σε συγχωρούμε μωρέ.)
Και με την ευκαιρία, ρωτώ:
Περιμένατε ποτέ να τελειώσει στον κόσμο η σοκολάτα, να πεθάνει ο μίκυ μάους ή να ανακοινωθεί ότι ο παρθενώνας θα αντικατασταθεί με ένα άγαλμα του σάκη ρουβά;
Πάυση (ενός λεπτού σιγής στο παράλογο).
...
Μήπως να γράψω ένα γράμμα διαμαρτυρίας;
...
"ΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ".
Αράπη μου,
Καταρχήν να ξέρεις ότι σου κρατάω μούτρα που πήγες και πέθανες χωρίς να μας ρωτήσεις.
Κατά δεύτερον αν είσαι ένοχος για όσα σου καταλογίζουμε και ήσουν ο μπούγκι-μαν στις παιδικές ντουλάπες, είσαι αχαρακτήριστος κι εύχομαι ο αηπέτρος και ο αηπόντ να σου παίζουν για τιμωρία όλη μέρα ώς την απόλυτη αιωνιότητα τα εμπιθρί της βανδή και των υπολοίπων αστεριών της χέβεν -του αντέννα. (ΔΑΤ γουιλ ντου.)
Κατά τρίτον, (σπίκινκ οφ μπούγκιμαν), για πες μας τώρα που πέρασες στην άλλη μεριά κι έχεις τις απαντήσεις: για ό,τι μας φταίει γενικά, το μπλεημ τελικά να το ρίχνουμε όντως στο μπούγκι;
Επιπλέον, έτσι, για το τελευταίο μας αντίο, να σου πω πως το ότι ήσουν θνητός σταμάτησε γρήγορα να με εντυπωσιάζει και να το σκέφτομαι. Το γεγονός ότι σε είχαμε και το ότι κάποιος σαν κι εσένα υπήρξε ζωντανός ιν δε φερστ πλεϊς, με συγκλονίζει περισσότερο: μια και πεθαίνοντας απλά έκανες ό,τι κάνουν όλοι (μετέφερες στιγμιαία ένα κομμάτι γης στον ουρανό), ενώ ζώντας έκανες ό,τι δεν κάνει παρά ένας στο εκατομμύριο (μετέφερες για 40 χρόνια ένα κομμάτι ουρανού στη γη).
"You came and you changed my world. Just like in the movies".
Δεν λέω.
Η αλήθεια πιθανότατα να ήταν όντως αυτή.
Ήσουν σαφώς διεστραμμένος. Ψυχικά διαταραγμένος. Και κάποιοι ισχυρίστηκαν παιδεραστής.
Φτου σου με ΟΛΟΥΣ τους τρόπους. Το εννοώ.
(Αν και μέσα στους τρόπους την πλέον περίοπτη θέση έχει ο με την "μη σε ματιάσω" έννοια.)
:-)
Δεν εθελοτυφλώ. (Απλώς δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί.)
Και στη τελική ποιος μου λέει εμένα ότι δεν "αρρώστησες ψυχικά" και άρχισες να κάνεις όσα εμφανώς έκανες και όσα μη αποδεδειγμένα έκανες επειδή ΕΓΩ σε οδήγησα εκεί, με την ανοχή μου (στο να ακούω και να πιστεύω ότι μου σερβίρουν τα μήντια παράδειγμα);
Ποια είμαι εγώ, και όλη η αναμάρτητη κοινωνία φορ δατ μάτερ εννοώ, που βρίσκουμε πάντα το κουράγιο να γελάσουμε στα μούτρα ακόμη και του πιο δυστυχισμένου γίγαντα στον πλανήτη όπως εσύ, καταδικάζοντας την ψυχή σου -και ίσως την υστεροφημία σου- στο πιο οξύμορο υπόγειο της διασημότητας, εκεί όπου δισεκατομμύρια μάτια σε κοιτούσαν και σε χειροκροτούσαν, κι όμως εσύ ένιωθες πάντα μόνος, μόνος ακόμη και μέσα στο ίδιο σου το δέρμα.
Οξύμορο.
Ή μάλλον οξύ μωρό.
Σαν κι αυτό που υπήρξες κι εσύ τα όξινα χημικά χρόνια που είμαστε ακόμα σαν υγρά μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, αφού όλοι μας, ακόμη και οι μεγαλύτεροι εγλκηματίες, δεν γεννηθήκαμε "έτσι", κάτι στην πορεία πάει στραβά. (Κι εσύ παιδάκι γεννήθηκες, μικρό, που στη ντουλάπα σου προφανέστατα υπήρχε ο δικός σου μπούγκιμαν. Ναι. Δεν σου έδωσε το δικαίωμα να αναπαράγεις τη δυστυχία αυτό -αλλά ειλικρινά αυτό είναι το τελευταίο για το οποίο θα σε θυμάμαι.)
...
Δεν ξέρω ποια ψυχοπαθολογία σε κατέτρεχε, δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια πίσω από τις διάφορες κατηγορίες για σένα.
(Αλλά έχω μια χαρά όραση και ακοή ώστε να μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπήρχε μία κατηγορία στην οποία έπαιζες μπάλα μόνος επί σαρακονταετίας -μέχρι να αρχίσεις τις πάσες με τον μπράουν, τον μέρκιουρι, τον πεθερό σου και τον κομπεϊν.)
Δεν ξέρω...
(Για να το κλείνουμε.)
Ούτε τι στέκει ξέρω, ούτε θέλω να ξέρω μεταξύ μας, ούτε να σχολιάσω τις πλαστικές και τις ξεπλαστικές σου, δεν πα να ήοσυν πράσινος ή πουά, χου δε φακ κερς, δεν είμαι συντάκτρια της αθενσβοϊς να ψάχνω και να ξέρω τα πάντα, δεν πα να ήθελες να κάνεις και δελφινοπλαστική όπως ο μίστερ γκάρισον στο πιο αστείο επεισόδιο του σάουθπαρκ; Είμαι η τελευταία που θα σε μαλώσω που δεν άντεχες κάτω από το δέρμα σου.
Δεν ξέρω...
Κάποια πράγματα όμως τα ξέρω με βεβαιότητα (τα είδα με τα μάτια μου, τα άκουσα με τα αυτιά μου και κύλησαν κάτω από το δικό μου διψασμένο για ρυθμό δέρμα).
Ήσουν η μεγαλύτερη μουσική διάνοια των τελευταίων 40 φάκιν χρόνων.
ΥΓ1
Εντάξει, ναι.
Δεν ήσουν καρδιοχειρούργος. Ούτε αστρονάυτης.
Αλλά γαμώτο έκανες κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Έμαθες τη Βίσση να χορεύει!
Και δεν σε ειρωνεύομαι -με κλείσιμο ματιού το λέω, για να γελάσεις, αν θες πες το και στον άγγελο (του τσάρλυ), το βράδυ που θα τον δεις.
Σοβαρά.
ΕΜΑΘΕΣ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΝΑ ΧΟΡΕΥΕΙ.
ΥΓ2
Ο Όσκαρ Γουαϊλντ έλεγε πώς κάθε πορτραίτο που είναι ζωγραφισμένο με συναίσθημα δεν απεικονίζει τον απεικονιζόμενο αλλά τον καλλιτέχνη.
(Το πιάσατε. Μας ζήτησε με όλους τους τρόπους να δούμε πόσο δυστυχισμένος ήταν και μετά έκανε το πιο γενναίο πράγμα -μετέτρεπε τη δυστυχία του σε ενέργεια από αυτές που σπρώχνουν τον πλανήτη προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)
ΥΓ3
Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική. (Και σ'ευχαριστούμε για αυτό.)
ΥΓ4
Έφτιαξες το πρώτο βιντεοκλίπ της ζωής μας, κι έδωσες το αρχικό του ονόματός σου στο εμτιβή (παρότι κάποιοι συνεχίζουν ακόμη και -ομιτζί- την σήμερον, να πιστεύουν ότι το Μ σημαίνει μιούζικ).
;-)
(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)
ΥΓ5
Έβγαλες μόνο δέκα δίσκους που "κράτησαν" για σαράντα (40), και ποιος ξέρει για πόσα αμέτρητα ακόμη χρόνια καριέρας, τη στιγμή που άλλοι "τεράστιοι" βγάζουν 25 δίσκους το δευτερόλπετο που "κρατάνε" για λίγους μήνες -και με καλλιτεχνική αξία ισάξια ενός δίσκου σερβιρίσματος.
(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)
ΥΓ6
Δεν ήσουν καθόλου μα καθόλου διαφορετικός -όπως σε χαρακτήριζαν κάποιοι. (Μοναδικός είναι η λέξη -κι ας την καταλάβουμε στην κυριολεξία της, όχι στην με το κιλό χρήση της.)
ΥΓ7
"Καλά όλα αυτά ρε έσσλιν, αλλά το είπες κι εσύ, ο άνθρωπος ήταν γουάκο".
ΥΓ8
Ε, εντάξει τότε. Να βάλω να ακούσω και να χορέψω Πλιάτσικα.
ΥΓ9
(Ή Μάλαμα. Που είναι και παιδί όνομα και πράμα.)
ΥΓ10
Αν ήθελα να ακούσω μουσικούλα, πάσο.
(Αλλά δεν ήθελα.)
ΥΓ11
Ο "άνθρωπος" έκανε για τη μουσική ό,τι ο τζίζας για τη θρησκεία.
(Και δεν το εννοώ με την "αφήστε τα παιδιά να ρθούν κοντά μου" έννοια, ή επειδή κάθε φορά που τον έβλεπες να κάνει τα δικά του ήθελες να κάνεις το σταυρό σου. Και αν σας πειράζει η βλάσφημη αντιστοιχία κάψτε όλους τους δίσκους της...χμ...μαντόνας?)
ΥΓ12
(Άσε που περπάταγε στο φεγγάρι κάθε μέρα -ενώ σύσσωμη η ανθρωπότητα το περπάτησε μία και μοναδική φορά -κι αυτή σε στούντιο με καλό μοντέρ.)
ΥΓ13
Όσον αφορά στο άγαλμα του σάκη ρουβά πάνω στον βράχο του παρθενώνα τώρα, κάνω μια παρένθεση αλά μέρυ κουάντ και ολοκληρώνω την σκέψη μου με την εξής απορία: πώς φτάσαμε να ονομάζουμε θεούς και είδωλα και αϊκονς ένα μάτσο κάγκουρες που χοροπηδάνε τραγουδώντας θα σου φτιάξω μακαρόνια με κιμά για να φας;;;;;;;;
ΥΓ14
Ο Σάκης είναι Ο ΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΚΗΣ. Ρισπέκτ. Είναι πολύ όμορφος. Όταν τον βλέπω λιώνω και θέλω να καεί το βίντεο της ζυγούλη. Αλλά λυπάμαι. Μην μπλέκουμε τα πράγματα. Στον παράδεισο γίνεται ήδη συνωστισμός από ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ θεούς και δαίμονες και ειλικρινά βαριέμαι τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι τη γη τη γυρίζει (εδώ κολλάει καλύτερα το πάλαι ποτέ γύρω-γύρω), ο μπραντ πιτ.
ΥΓ15
Αν τη γυρίζει ο μπραντ πιτ, ελλείψη πιο κατάλληλης φράσης, παρακαλώ αν γίνεται να την σταματήσει λίγο -κάποιοι θέλουν να κατέβουν. (Ευχαριστώ.)
ΥΓ16
Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως κακώς τα γράφω αυτά, δεν θέλω να είμαι υποκρίτρια: με την κολλητή μου φίλη, την δεσποινίς αναλυτή, ("το πιο όμορφο κορίτσι του πλανήτη"), βλέπουμε Σάκη και ΛΙΩΝΟΥΜΕ. Απλά λέω ότι εύχομαι για άλλη μια φορά να μπορείτε να διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές.
ΥΓ17
Πέθανε ένας τεράστιος εξτρατερέστριαλ. Αυτό λέω τόση ώρα.
ΥΓ18
And I couldn't help but wonder. Γιατί θεωρείται "ντροπή", ταμπού, και για λύπηση ένας άνθρωπος που κραύγαζε τη δυστυχία πάνω σε κάθε εκατοστό του σώματός του και δεν θεωρείται για λύπηση μια εξηντάρα που επιδεικνύει την χοροπηδηχτή κυλότα της υπό τους υποκριτικούς λαϊκ ε βέρτζιν ήχους, το μεγαλύτερο κοινό της οποίας (ηλικιακά εννοώ) σέρνεται στα γυμναστήρια και στους πλαστικούς κραδαίνοντας μια φωτό της;
ΥΓ19
Γιατί δεν θεωρείται εξευτελιστικό να διασύρεις ένα φτωχό παιδάκι, υιοθετώντας το μόνο και μόνο για να συμπληρώσεις τη νέα εικόνα που πια αποφάσισες για να προωθήσεις το νέο σου λουκ, της καλόψυχης μητέρας; (Δεν λέω πώς κι εκείνος δεν έκανε πιθανότατα το ίδιο, πληζ, ξανά, ρηντ μπιτουήν δε λαϊνς).
ΥΓ20
Και για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί δεν αφήνουμε τους λάρτζερ δαν λαϊφ μάγους να είναι σταρ? Τι θα θέλαμε από τον βασιληά της ποπ ακριβώς; Να μην συγκαταλέγεται στους ψωνισμένους;; Έλεος! (Μήπως να αφήσει τη νέβερλαντ και να πεταχτεί στη λαϊκή για ντομάτες;)
ΥΓ21
Έφυγε ο άνθρωπος που θα κρατήσει ώς την αιωνιότητα το ρεκόρ του δίσκου με τις μεγαλύτερες πωλήσεις -και κυρίως το ρεκόρ της πιο διάσημης μουσικής προσωπικότητας όλων των εποχών.
Όχι επειδή άλλαξε πια η μουσική και οι νόμοι της μουσικής βιομηχανίας, τουλάχιστον όσον αφορα στις πωλήσεις δίσκων έναντι του ριπ και του νταουνλόαντ, αλλά επειδή ο άνθρωπος αυτός παρέμεινε σαράντα χρόνια στην κορυφή πριν καν μπει το ίντερνετ στη ζωή μας, πριν καν αρχίσει να υπάρχει τρόπος αυτόματης κυκλοφορίας ήχου με ένα κλικ, πριν καν περάσουμε στην γιουτιούμπ εποχή, όπου μέσα σε ένα δευτερόλπετο μπορείς να είσαι όποιος θέλεις να είσαι μέσα σε δευτερόλεπτα, "διάσημος" ώς την άκρη του πλανήτη, με μόνο μέσον το νόημα, αυτό για το οποίο θα τον θυμόμαστε, αυτό για το οποίο τον ευχαριστούμε.
(Μη λέμε τα ίδια. ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ.)
ΥΓ22
Αλλά σας κούρασα, ποιος εγώ, που η αγαπημένη μου μουσική ήταν ανέκαθεν όλες οι ολτέρνατιβ σόνικ γιούθ μπάντες ή ο μότσαρτ. (Χμ...) Ας το ελαφρύνω λίγο -σχολιάζοντας τη λέξη αράπης στον τίτλο φερειπείν.
ΥΓ23
Ε, λοιπόν ποιος να σας δώσει άδικο; Ομολογουμένως η λέξη αράπης στον τίτλο δεν είναι καθόλου μα καθόλου κομψή ή πολίτικαλυ κορρέκτ (και ακριβώς γι'αυτό και την επέλεξα :-)
ΥΓ24
Όχι φυσικά για να τον αποχαιρετίσω δηλώνοντας την αγάπη μου, ή για να αναπτύξω ότι ελάχιστα πράγματα πάνω του ήταν κορρέκτ, μα, αντιθέτως, επειδή το να επιδεικνύει κανείς ζήλο στο να σηκώσει το δάχτυλο για να τον δείξει, να τον κατακρίνει, και να τον χλευάσει που άσπρισε δεν μου φέρνει στο μυαλό παρά μόνο τη λέξη υποκρισία (ή ένα ζευγάρι αυτιά με πτώση τυμπάνου και κριτήριου). Γκουγκλ "βιτιλάγκο".
ΥΓ25
Τέλοσπάντων, αυτά τα ανέλυσα. Να το ελαφρύνω είπα.
ΥΓ26
Ευτυχώς υπάρχει και ο Τζάστιν. (Που τζαστ ιν ταϊμ ανδρώθηκε, για να κάνει το σουάπ.)
ΥΓ27
(Λέτε ο Τζάστιν να του είπε "μάγκα τζάσ'την εσύ τώρα να πάρω σειρά";)
ΥΓ28
Τζαστ ιν κέης που δεν το σκεφτήκατε, λέω. (Και, ναι, αν δεν με σταματήσει κάποιος έχω ακόμη τρία λογοπαίγνια.)
ΥΓ29
Το σημερινό κείμενο εναλλακτικά θα το ονόμαζα "Τζάκο, Ω!" ή "Μπλακ Τζίζας". Γιατί πιστεύετε δεν πιστεύετε (στην αντιστοιχία ότι εκείνος έκανε για τη μουσική ό,τι Εκείνος έκανε για τη θρησκεία), πρέπει να το παραδεχτείτε: τον ξέρανε και οι πέτρες, και -τον μισούσατε ή τον λατρεύατε-, με τα καμώματά του σας έκανε κι εσάς να αναφωνείτε "Ω, λόρντ".
ΥΓ30
Ανάμεσα σε τόσους διάσημους, το δικό το όνομα, θα το προσέξατε, δεν το ανέφερα ποτέ. Ίσως επειδή αυτό θα πει ίνδαλμα, μύθος, θρύλλος, αϊκον, και πραγματική διασημότητα.
ΥΓ31
Να ξέρουν όλοι ποιος είσαι ακόμη κι αν δεν ακουστεί ποτέ ξανά το όνομά σου.
ΥΓ32
Θα συνέχιζα για ώρες (και για τις δυο πλευρές του νομίσματος). Στο μπλογκ μου δεν γράφω ποτέ "απόψεις" τέτοιου είδους -έκανα μια εξάιρεση για τα αδέρφια μου. (Ξέρουν αυτά.) Επειδή όπως έγραψα στη εισαγωγή ο ήχος που κάνουν όταν χαμογελούν κάνει τον κόσμο μου να μη μένει στάσιμος. (Αν μη τι άλλο η μουσική του θα ενώνει για πάντα τον αλέξανδρο και τον κωνσταντίνο μεταξύ τους, εγώ θα είμαι πάντα το λαϊμπίριαν γκερλ τους κι όποιος κάνει πρώτος κόρη θα την πούμε κλείσιμο ματιού ευγενική βασίλισσα, δηλαδή βασιλική-ευγενία, δηλαδή τσίζυ μπίλυ-τζιν.)
ΥΓ33
Πριν μου αρχίσετε τίποτα για ανάποδο ρατσισμό κλπ, όταν είμαστε μικροί είχαμε μια "νάννυ" μαύρη, από το κάμπο βέρντε, την σόνια -κάτι σαν την τσεζάρια εβόρα σκεφτείτε. Μας έμαθε τον βασιληά της ποπ και μας μεγάλωσε με μαύρους ήχους. Την ευγνωμονούμε, να είναι καλά όπου είναι, και αυτή και το κοριτσάκι της -που όταν το γέννησε έγινε κι αυτό μέλος της οικογένειάς μας, πριν έρθει η ώρα να φύγουν.
:-)
ΥΓ34
Α, και...ναι! Αράπη μου μεγάλη, μην ξεχάσω να σε ρωτήσω. Για τσέκαρε και πες μου γιατί έχω σκάσει: Ο Έλβις τελικά ζει?
ΥΓ35
Επιπλέον:
Που πάει η μουσική όταν πεθαίνει;
ΥΓ36
(Εκεί που θα κηδευτεί κάποτε κι ο μίκυ μάους;)
ΥΓ37
Και να θυμάσαι. Δεν με πειράζει να με πει κανείς κόρνυ ή τσίζυ, I pull it off. Αλλά έτσι είναι: παρότι they don't really care about us, we are the world.
ΥΓ38
No message could have been any clearer.
ΥΓ38
Πάτα πλεϋ.
ΥΓ39
FOREVER.-
Για σας ίσως κάτι άλλο, για μένα ίσως η αναπνοή του άγνωστου άντρα που ποθώ, μια τεράστια ροζ μπαταρία, ο ήχος που κάνουν τα τρία μου αδέρφια όταν γελούν, μια γιγάντια καραμέλα βουτύρου με χέρια-μοχλούς, ή ίσως απλά μια σουπερτεράστια τρισδιάστατη νότα που ξέφυγε από την παρτιτούρα του μαν ιν δε μίρρορ.
Είμαι όμως πεπεισμένη -αν η θεωρία της γιγάντιας καραμέλας μπάζει εννοώ-, πως αν αυτό που γυρίζει τον κόσμο είναι κάτι ανθρώπινο, αποκλείεται και να είναι κάτι έλλογο, κάτι που προσαρμοζεται στο εκάστοτε περιβάλλον.
(Κυρίως επειδή πιστεύω ότι όσες φορές κι αν οι επιστήμονες λένε ότι ο πλανήτης όντως γυρίζει γύρω-γύρω, η δική μου -ανακουφιστικότερη για τις θεωρίες μου εικόνα-, είναι πως αυτός που γυρίζει τον πλανήτη στην πραγματικότηα την είδε αλλιώς: δεν τον περιστρέφει πια, τα τελευταία εκατό φερειπείν χρόνια, αλλά τον σπρώχνει με ορμή προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)
Και κατόπιν αυτού, σοβαρά όμως, πόσο πιθανό θεωρείτε ότι αυτός που σπρώχνει τη γη προς τα εμπρός να είναι ένας άβουλος και προσαρμοστικός άνθρωπος που κάνει ό,τι το περιβάλλον ή η κοινή λογική τού –εδώ γελάμε- υπαγορεύει;
Ο κόσμος πάει μπροστά με τους παράλογους. Και η περί ης ο λόγος πρόοδος, για μένα, ανέκαθεν, σχετιζόταν και θα σχετίζεται με τους τρελλούς, τους αντιδραστικούς, τους παράξενους, συχνά τους ανώμαλους, τους διεστραμμένους, τους ανήσυχους, τους πληγωμένους, τους εκκεντρικούς, τους ονειροπόλους, τους φαντασιόπληκτους, τους σαρκαστικούς, τους χυδαίους, τους "ρομαντικούς", τους "περιθωριακούς", όσους τελοσπάντων έχουν υποψιαστεί πώς η ζωή είναι ένα ανεξάνλητο, σκοτεινό αλλά και πετυχημένο αστείο με το οποίο πρέπει να γελάς, να γελάς, να γελάς.
Και κυρίως να χορεύεις.
(Καλά, αν δεν ξέρεις να χορεύεις δεν πειράζει, σκηνοθέτησε τον ψαλιδοχέρη ή το "νευρικός εραστής", χτίσε τη σαγράδα φαμίλια, γράψε το ρωμαίος και ιουλιέτα, συνέθεσε "τα νυχτερινά", ζωγράφισε τη θηλυκή σου φάτσα με πυκνά φρύδια και μουστάκι -και σε συγχωρούμε μωρέ.)
Και με την ευκαιρία, ρωτώ:
Περιμένατε ποτέ να τελειώσει στον κόσμο η σοκολάτα, να πεθάνει ο μίκυ μάους ή να ανακοινωθεί ότι ο παρθενώνας θα αντικατασταθεί με ένα άγαλμα του σάκη ρουβά;
Πάυση (ενός λεπτού σιγής στο παράλογο).
...
Μήπως να γράψω ένα γράμμα διαμαρτυρίας;
...
"ΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ".
Αράπη μου,
Καταρχήν να ξέρεις ότι σου κρατάω μούτρα που πήγες και πέθανες χωρίς να μας ρωτήσεις.
Κατά δεύτερον αν είσαι ένοχος για όσα σου καταλογίζουμε και ήσουν ο μπούγκι-μαν στις παιδικές ντουλάπες, είσαι αχαρακτήριστος κι εύχομαι ο αηπέτρος και ο αηπόντ να σου παίζουν για τιμωρία όλη μέρα ώς την απόλυτη αιωνιότητα τα εμπιθρί της βανδή και των υπολοίπων αστεριών της χέβεν -του αντέννα. (ΔΑΤ γουιλ ντου.)
Κατά τρίτον, (σπίκινκ οφ μπούγκιμαν), για πες μας τώρα που πέρασες στην άλλη μεριά κι έχεις τις απαντήσεις: για ό,τι μας φταίει γενικά, το μπλεημ τελικά να το ρίχνουμε όντως στο μπούγκι;
Επιπλέον, έτσι, για το τελευταίο μας αντίο, να σου πω πως το ότι ήσουν θνητός σταμάτησε γρήγορα να με εντυπωσιάζει και να το σκέφτομαι. Το γεγονός ότι σε είχαμε και το ότι κάποιος σαν κι εσένα υπήρξε ζωντανός ιν δε φερστ πλεϊς, με συγκλονίζει περισσότερο: μια και πεθαίνοντας απλά έκανες ό,τι κάνουν όλοι (μετέφερες στιγμιαία ένα κομμάτι γης στον ουρανό), ενώ ζώντας έκανες ό,τι δεν κάνει παρά ένας στο εκατομμύριο (μετέφερες για 40 χρόνια ένα κομμάτι ουρανού στη γη).
"You came and you changed my world. Just like in the movies".
Δεν λέω.
Η αλήθεια πιθανότατα να ήταν όντως αυτή.
Ήσουν σαφώς διεστραμμένος. Ψυχικά διαταραγμένος. Και κάποιοι ισχυρίστηκαν παιδεραστής.
Φτου σου με ΟΛΟΥΣ τους τρόπους. Το εννοώ.
(Αν και μέσα στους τρόπους την πλέον περίοπτη θέση έχει ο με την "μη σε ματιάσω" έννοια.)
:-)
Δεν εθελοτυφλώ. (Απλώς δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί.)
Και στη τελική ποιος μου λέει εμένα ότι δεν "αρρώστησες ψυχικά" και άρχισες να κάνεις όσα εμφανώς έκανες και όσα μη αποδεδειγμένα έκανες επειδή ΕΓΩ σε οδήγησα εκεί, με την ανοχή μου (στο να ακούω και να πιστεύω ότι μου σερβίρουν τα μήντια παράδειγμα);
Ποια είμαι εγώ, και όλη η αναμάρτητη κοινωνία φορ δατ μάτερ εννοώ, που βρίσκουμε πάντα το κουράγιο να γελάσουμε στα μούτρα ακόμη και του πιο δυστυχισμένου γίγαντα στον πλανήτη όπως εσύ, καταδικάζοντας την ψυχή σου -και ίσως την υστεροφημία σου- στο πιο οξύμορο υπόγειο της διασημότητας, εκεί όπου δισεκατομμύρια μάτια σε κοιτούσαν και σε χειροκροτούσαν, κι όμως εσύ ένιωθες πάντα μόνος, μόνος ακόμη και μέσα στο ίδιο σου το δέρμα.
Οξύμορο.
Ή μάλλον οξύ μωρό.
Σαν κι αυτό που υπήρξες κι εσύ τα όξινα χημικά χρόνια που είμαστε ακόμα σαν υγρά μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, αφού όλοι μας, ακόμη και οι μεγαλύτεροι εγλκηματίες, δεν γεννηθήκαμε "έτσι", κάτι στην πορεία πάει στραβά. (Κι εσύ παιδάκι γεννήθηκες, μικρό, που στη ντουλάπα σου προφανέστατα υπήρχε ο δικός σου μπούγκιμαν. Ναι. Δεν σου έδωσε το δικαίωμα να αναπαράγεις τη δυστυχία αυτό -αλλά ειλικρινά αυτό είναι το τελευταίο για το οποίο θα σε θυμάμαι.)
...
Δεν ξέρω ποια ψυχοπαθολογία σε κατέτρεχε, δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια πίσω από τις διάφορες κατηγορίες για σένα.
(Αλλά έχω μια χαρά όραση και ακοή ώστε να μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπήρχε μία κατηγορία στην οποία έπαιζες μπάλα μόνος επί σαρακονταετίας -μέχρι να αρχίσεις τις πάσες με τον μπράουν, τον μέρκιουρι, τον πεθερό σου και τον κομπεϊν.)
Δεν ξέρω...
(Για να το κλείνουμε.)
Ούτε τι στέκει ξέρω, ούτε θέλω να ξέρω μεταξύ μας, ούτε να σχολιάσω τις πλαστικές και τις ξεπλαστικές σου, δεν πα να ήοσυν πράσινος ή πουά, χου δε φακ κερς, δεν είμαι συντάκτρια της αθενσβοϊς να ψάχνω και να ξέρω τα πάντα, δεν πα να ήθελες να κάνεις και δελφινοπλαστική όπως ο μίστερ γκάρισον στο πιο αστείο επεισόδιο του σάουθπαρκ; Είμαι η τελευταία που θα σε μαλώσω που δεν άντεχες κάτω από το δέρμα σου.
Δεν ξέρω...
Κάποια πράγματα όμως τα ξέρω με βεβαιότητα (τα είδα με τα μάτια μου, τα άκουσα με τα αυτιά μου και κύλησαν κάτω από το δικό μου διψασμένο για ρυθμό δέρμα).
Ήσουν η μεγαλύτερη μουσική διάνοια των τελευταίων 40 φάκιν χρόνων.
ΥΓ1
Εντάξει, ναι.
Δεν ήσουν καρδιοχειρούργος. Ούτε αστρονάυτης.
Αλλά γαμώτο έκανες κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Έμαθες τη Βίσση να χορεύει!
Και δεν σε ειρωνεύομαι -με κλείσιμο ματιού το λέω, για να γελάσεις, αν θες πες το και στον άγγελο (του τσάρλυ), το βράδυ που θα τον δεις.
Σοβαρά.
ΕΜΑΘΕΣ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΝΑ ΧΟΡΕΥΕΙ.
ΥΓ2
Ο Όσκαρ Γουαϊλντ έλεγε πώς κάθε πορτραίτο που είναι ζωγραφισμένο με συναίσθημα δεν απεικονίζει τον απεικονιζόμενο αλλά τον καλλιτέχνη.
(Το πιάσατε. Μας ζήτησε με όλους τους τρόπους να δούμε πόσο δυστυχισμένος ήταν και μετά έκανε το πιο γενναίο πράγμα -μετέτρεπε τη δυστυχία του σε ενέργεια από αυτές που σπρώχνουν τον πλανήτη προς μαντέψτε ποία κατεύθυνση.)
ΥΓ3
Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική. (Και σ'ευχαριστούμε για αυτό.)
ΥΓ4
Έφτιαξες το πρώτο βιντεοκλίπ της ζωής μας, κι έδωσες το αρχικό του ονόματός σου στο εμτιβή (παρότι κάποιοι συνεχίζουν ακόμη και -ομιτζί- την σήμερον, να πιστεύουν ότι το Μ σημαίνει μιούζικ).
;-)
(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)
ΥΓ5
Έβγαλες μόνο δέκα δίσκους που "κράτησαν" για σαράντα (40), και ποιος ξέρει για πόσα αμέτρητα ακόμη χρόνια καριέρας, τη στιγμή που άλλοι "τεράστιοι" βγάζουν 25 δίσκους το δευτερόλπετο που "κρατάνε" για λίγους μήνες -και με καλλιτεχνική αξία ισάξια ενός δίσκου σερβιρίσματος.
(Θα σε θυμόμαστε για τη μουσική.)
ΥΓ6
Δεν ήσουν καθόλου μα καθόλου διαφορετικός -όπως σε χαρακτήριζαν κάποιοι. (Μοναδικός είναι η λέξη -κι ας την καταλάβουμε στην κυριολεξία της, όχι στην με το κιλό χρήση της.)
ΥΓ7
"Καλά όλα αυτά ρε έσσλιν, αλλά το είπες κι εσύ, ο άνθρωπος ήταν γουάκο".
ΥΓ8
Ε, εντάξει τότε. Να βάλω να ακούσω και να χορέψω Πλιάτσικα.
ΥΓ9
(Ή Μάλαμα. Που είναι και παιδί όνομα και πράμα.)
ΥΓ10
Αν ήθελα να ακούσω μουσικούλα, πάσο.
(Αλλά δεν ήθελα.)
ΥΓ11
Ο "άνθρωπος" έκανε για τη μουσική ό,τι ο τζίζας για τη θρησκεία.
(Και δεν το εννοώ με την "αφήστε τα παιδιά να ρθούν κοντά μου" έννοια, ή επειδή κάθε φορά που τον έβλεπες να κάνει τα δικά του ήθελες να κάνεις το σταυρό σου. Και αν σας πειράζει η βλάσφημη αντιστοιχία κάψτε όλους τους δίσκους της...χμ...μαντόνας?)
ΥΓ12
(Άσε που περπάταγε στο φεγγάρι κάθε μέρα -ενώ σύσσωμη η ανθρωπότητα το περπάτησε μία και μοναδική φορά -κι αυτή σε στούντιο με καλό μοντέρ.)
ΥΓ13
Όσον αφορά στο άγαλμα του σάκη ρουβά πάνω στον βράχο του παρθενώνα τώρα, κάνω μια παρένθεση αλά μέρυ κουάντ και ολοκληρώνω την σκέψη μου με την εξής απορία: πώς φτάσαμε να ονομάζουμε θεούς και είδωλα και αϊκονς ένα μάτσο κάγκουρες που χοροπηδάνε τραγουδώντας θα σου φτιάξω μακαρόνια με κιμά για να φας;;;;;;;;
ΥΓ14
Ο Σάκης είναι Ο ΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΚΗΣ. Ρισπέκτ. Είναι πολύ όμορφος. Όταν τον βλέπω λιώνω και θέλω να καεί το βίντεο της ζυγούλη. Αλλά λυπάμαι. Μην μπλέκουμε τα πράγματα. Στον παράδεισο γίνεται ήδη συνωστισμός από ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ θεούς και δαίμονες και ειλικρινά βαριέμαι τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι τη γη τη γυρίζει (εδώ κολλάει καλύτερα το πάλαι ποτέ γύρω-γύρω), ο μπραντ πιτ.
ΥΓ15
Αν τη γυρίζει ο μπραντ πιτ, ελλείψη πιο κατάλληλης φράσης, παρακαλώ αν γίνεται να την σταματήσει λίγο -κάποιοι θέλουν να κατέβουν. (Ευχαριστώ.)
ΥΓ16
Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως κακώς τα γράφω αυτά, δεν θέλω να είμαι υποκρίτρια: με την κολλητή μου φίλη, την δεσποινίς αναλυτή, ("το πιο όμορφο κορίτσι του πλανήτη"), βλέπουμε Σάκη και ΛΙΩΝΟΥΜΕ. Απλά λέω ότι εύχομαι για άλλη μια φορά να μπορείτε να διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές.
ΥΓ17
Πέθανε ένας τεράστιος εξτρατερέστριαλ. Αυτό λέω τόση ώρα.
ΥΓ18
And I couldn't help but wonder. Γιατί θεωρείται "ντροπή", ταμπού, και για λύπηση ένας άνθρωπος που κραύγαζε τη δυστυχία πάνω σε κάθε εκατοστό του σώματός του και δεν θεωρείται για λύπηση μια εξηντάρα που επιδεικνύει την χοροπηδηχτή κυλότα της υπό τους υποκριτικούς λαϊκ ε βέρτζιν ήχους, το μεγαλύτερο κοινό της οποίας (ηλικιακά εννοώ) σέρνεται στα γυμναστήρια και στους πλαστικούς κραδαίνοντας μια φωτό της;
ΥΓ19
Γιατί δεν θεωρείται εξευτελιστικό να διασύρεις ένα φτωχό παιδάκι, υιοθετώντας το μόνο και μόνο για να συμπληρώσεις τη νέα εικόνα που πια αποφάσισες για να προωθήσεις το νέο σου λουκ, της καλόψυχης μητέρας; (Δεν λέω πώς κι εκείνος δεν έκανε πιθανότατα το ίδιο, πληζ, ξανά, ρηντ μπιτουήν δε λαϊνς).
ΥΓ20
Και για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί δεν αφήνουμε τους λάρτζερ δαν λαϊφ μάγους να είναι σταρ? Τι θα θέλαμε από τον βασιληά της ποπ ακριβώς; Να μην συγκαταλέγεται στους ψωνισμένους;; Έλεος! (Μήπως να αφήσει τη νέβερλαντ και να πεταχτεί στη λαϊκή για ντομάτες;)
ΥΓ21
Έφυγε ο άνθρωπος που θα κρατήσει ώς την αιωνιότητα το ρεκόρ του δίσκου με τις μεγαλύτερες πωλήσεις -και κυρίως το ρεκόρ της πιο διάσημης μουσικής προσωπικότητας όλων των εποχών.
Όχι επειδή άλλαξε πια η μουσική και οι νόμοι της μουσικής βιομηχανίας, τουλάχιστον όσον αφορα στις πωλήσεις δίσκων έναντι του ριπ και του νταουνλόαντ, αλλά επειδή ο άνθρωπος αυτός παρέμεινε σαράντα χρόνια στην κορυφή πριν καν μπει το ίντερνετ στη ζωή μας, πριν καν αρχίσει να υπάρχει τρόπος αυτόματης κυκλοφορίας ήχου με ένα κλικ, πριν καν περάσουμε στην γιουτιούμπ εποχή, όπου μέσα σε ένα δευτερόλπετο μπορείς να είσαι όποιος θέλεις να είσαι μέσα σε δευτερόλεπτα, "διάσημος" ώς την άκρη του πλανήτη, με μόνο μέσον το νόημα, αυτό για το οποίο θα τον θυμόμαστε, αυτό για το οποίο τον ευχαριστούμε.
(Μη λέμε τα ίδια. ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ.)
ΥΓ22
Αλλά σας κούρασα, ποιος εγώ, που η αγαπημένη μου μουσική ήταν ανέκαθεν όλες οι ολτέρνατιβ σόνικ γιούθ μπάντες ή ο μότσαρτ. (Χμ...) Ας το ελαφρύνω λίγο -σχολιάζοντας τη λέξη αράπης στον τίτλο φερειπείν.
ΥΓ23
Ε, λοιπόν ποιος να σας δώσει άδικο; Ομολογουμένως η λέξη αράπης στον τίτλο δεν είναι καθόλου μα καθόλου κομψή ή πολίτικαλυ κορρέκτ (και ακριβώς γι'αυτό και την επέλεξα :-)
ΥΓ24
Όχι φυσικά για να τον αποχαιρετίσω δηλώνοντας την αγάπη μου, ή για να αναπτύξω ότι ελάχιστα πράγματα πάνω του ήταν κορρέκτ, μα, αντιθέτως, επειδή το να επιδεικνύει κανείς ζήλο στο να σηκώσει το δάχτυλο για να τον δείξει, να τον κατακρίνει, και να τον χλευάσει που άσπρισε δεν μου φέρνει στο μυαλό παρά μόνο τη λέξη υποκρισία (ή ένα ζευγάρι αυτιά με πτώση τυμπάνου και κριτήριου). Γκουγκλ "βιτιλάγκο".
ΥΓ25
Τέλοσπάντων, αυτά τα ανέλυσα. Να το ελαφρύνω είπα.
ΥΓ26
Ευτυχώς υπάρχει και ο Τζάστιν. (Που τζαστ ιν ταϊμ ανδρώθηκε, για να κάνει το σουάπ.)
ΥΓ27
(Λέτε ο Τζάστιν να του είπε "μάγκα τζάσ'την εσύ τώρα να πάρω σειρά";)
ΥΓ28
Τζαστ ιν κέης που δεν το σκεφτήκατε, λέω. (Και, ναι, αν δεν με σταματήσει κάποιος έχω ακόμη τρία λογοπαίγνια.)
ΥΓ29
Το σημερινό κείμενο εναλλακτικά θα το ονόμαζα "Τζάκο, Ω!" ή "Μπλακ Τζίζας". Γιατί πιστεύετε δεν πιστεύετε (στην αντιστοιχία ότι εκείνος έκανε για τη μουσική ό,τι Εκείνος έκανε για τη θρησκεία), πρέπει να το παραδεχτείτε: τον ξέρανε και οι πέτρες, και -τον μισούσατε ή τον λατρεύατε-, με τα καμώματά του σας έκανε κι εσάς να αναφωνείτε "Ω, λόρντ".
ΥΓ30
Ανάμεσα σε τόσους διάσημους, το δικό το όνομα, θα το προσέξατε, δεν το ανέφερα ποτέ. Ίσως επειδή αυτό θα πει ίνδαλμα, μύθος, θρύλλος, αϊκον, και πραγματική διασημότητα.
ΥΓ31
Να ξέρουν όλοι ποιος είσαι ακόμη κι αν δεν ακουστεί ποτέ ξανά το όνομά σου.
ΥΓ32
Θα συνέχιζα για ώρες (και για τις δυο πλευρές του νομίσματος). Στο μπλογκ μου δεν γράφω ποτέ "απόψεις" τέτοιου είδους -έκανα μια εξάιρεση για τα αδέρφια μου. (Ξέρουν αυτά.) Επειδή όπως έγραψα στη εισαγωγή ο ήχος που κάνουν όταν χαμογελούν κάνει τον κόσμο μου να μη μένει στάσιμος. (Αν μη τι άλλο η μουσική του θα ενώνει για πάντα τον αλέξανδρο και τον κωνσταντίνο μεταξύ τους, εγώ θα είμαι πάντα το λαϊμπίριαν γκερλ τους κι όποιος κάνει πρώτος κόρη θα την πούμε κλείσιμο ματιού ευγενική βασίλισσα, δηλαδή βασιλική-ευγενία, δηλαδή τσίζυ μπίλυ-τζιν.)
ΥΓ33
Πριν μου αρχίσετε τίποτα για ανάποδο ρατσισμό κλπ, όταν είμαστε μικροί είχαμε μια "νάννυ" μαύρη, από το κάμπο βέρντε, την σόνια -κάτι σαν την τσεζάρια εβόρα σκεφτείτε. Μας έμαθε τον βασιληά της ποπ και μας μεγάλωσε με μαύρους ήχους. Την ευγνωμονούμε, να είναι καλά όπου είναι, και αυτή και το κοριτσάκι της -που όταν το γέννησε έγινε κι αυτό μέλος της οικογένειάς μας, πριν έρθει η ώρα να φύγουν.
:-)
ΥΓ34
Α, και...ναι! Αράπη μου μεγάλη, μην ξεχάσω να σε ρωτήσω. Για τσέκαρε και πες μου γιατί έχω σκάσει: Ο Έλβις τελικά ζει?
ΥΓ35
Επιπλέον:
Που πάει η μουσική όταν πεθαίνει;
ΥΓ36
(Εκεί που θα κηδευτεί κάποτε κι ο μίκυ μάους;)
ΥΓ37
Και να θυμάσαι. Δεν με πειράζει να με πει κανείς κόρνυ ή τσίζυ, I pull it off. Αλλά έτσι είναι: παρότι they don't really care about us, we are the world.
ΥΓ38
No message could have been any clearer.
ΥΓ38
Πάτα πλεϋ.
ΥΓ39
FOREVER.-
23 Ιουν 2009
Τσουπ.
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και δεν σηκώθηκε κανείς, εκτός από ένα πέος αρχικά, κι αυτό όχι για την γριά –αλλά για την ξανθιά που μπήκε πίσω της.
Το σηκωμένο πέος ανήκει στον νεαρό με την μάυρη μπλούζα με τη στάμπα των μετάλικα που μόλις δει γκόμενα, λίγο μουνί νά’ναι, λίγο κώλο να έχει, του σηκώνεται, του σηκώνεται, του σηκώνεται, ακόμη του σηκώνεται. Τόσο πολύ του σηκώνεται, που η σηκωμάρα ξεπερνάει το σώμα του, δραπετεύει από το περίγραμμά του, κι επηρεάζει οποιοδήποτε πέος βρίσκεται σε ακτίνα 20 μέτρων, αναγκάζοντάς το να σηκωθεί.
(Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί να μην ξέρουν ότι έχουν καυλώσει εξαιτίας τού πέους που ακούει μετάλικα.)
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και σηκώθηκε ένας παππούς με τραγιάσκα, κι αυτό όχι για την γριά –αλλά γιατί κατέβαινε στην επόμενη στάση, επίσκεψη στον εγγονό του, που λίγο να διάβαζε θα πετύχαινε στις πανελλήνιες, αλλά όχι, αγύριστο κεφάλι, λες και σε αυτή τη ζωή υπάρχουν μόνο οι μετάλικα.
Βγαίνοντας, σπρώχνει μια ξανθούλα, που αν ήταν νέος θα του σηκωνόταν, θα του σηκωνόταν, ακόμη θα του σηκωνόταν. Όμως γέρασε πια, τόσο πολύ που η ανικανότητά του να καυλώσει ξεπερνάει το σώμα του, δραπετεύει από το περίγραμμά του, κι επηρεάζει οποιοδήποτε πέος βρίσκεται σε ακτίνα 20 μέτρων, αναγκάζοντάς το να πέσει.
(Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί να μην ξέρουν ότι έχουν ξεκαυλώσει για πάντα εξαιτίας τού πέους ενός γέρου -με εγγονό που ακούει μετάλικα).
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και σηκώθηκε ένας άντρας, ανώμαλος, γεροντολάγνος, εγώ, εγώ θα σας βοηθήσω -μπας και την πασπατέψει (και την πασπατεύει, την πασπατεύει, ακόμη την πασπατεύει). Τι μαλάκας, σκεφτέται μια ξανθιά που τον βλέπει, τι μαλάκες ρε που’ ναι οι άντρες (και καρφώνει το βλέμα σε ένα μπλουζάκι που γράφει μετάλικα –τι σκατά είναι το μετάλικα; Κι έχει και κάτι φάτσες απόκάτω, σαν μαλάκες τις μοιάζουν, μάλλον γκρουπ είναι, τίποτα μπινέδες –για να καταδέχονται να μπαίνουν σε λεωφορείο). Αλλά ωχ, παναγία μου, δεν τον είχε δει, τι μανάρι είναι αυτός ο καστανός με τα ρέιμπαν δίπλα, θα κάνει αυτός ένα σεξ, αλλά ένα σεξ, σαν πενήντα σεξ –σε μία θα μπαίνει, πενήντα θα χύνουνε. Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί μία να καυλώνουν (η ξανθιά χαλάρωσε και κοιτάει σαν να χύνει από τα μάτια), και μία να ξεκαυλώνουν (ο γεροντολάγνος το παράκανε).
Μόλις μπήκε στο λεωφορείο μια ανήμπορη γρια.
Να σηκωθεί;
(Είναι κουρασμένος –ας σηκωθεί κάποιος άλλος. Το λεωφορείο είν΄ αυτό που πάει αεροδρόμιο, το εξπρές, κι αυτόν τον λένε Αντρέα. (Πάει Άμστερνταμ, και η ώρα δεν περνάει με τίποτα –κι ας ακούει στο άιποντ μετάλικα–, οπότε τι να κάνει κι αυτός, πλέκει ιστορίες, συγγραφέας είναι –για να μπαίνει σε λεωφορείο, φαντάζεσαι. Άφραγκος. (Τελευταία είχε γράψει το “το δέος φέρνει πέος”, ρηχό περιεχόμενο, αναποφάσιστη πολυλογία, βρισίδια, βωμολοχίες, άψαχτοι χαρακτήρες, πλοκή χωρίς φαντασία –άπατο πήγε). Άντε, δεν γαμιέται, ας σηκωθεί: θα πέσει ξερή η γρία.
Σηκώνεται.
Τσουπ.
Κι ο κόσμος αλλάζει τροχιά.
Τσουπ.
Ο οδηγός φρενάρει απότομα κι αυτός πέφτει με φόρα πάνω στην ξανθιά. Ακουμπιούνται.
Τρίβονται.
(Μαλάκα, έχει πέος η ξανθιά. Αυτό θα πει έμπνευση.)
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και δεν σηκώθηκε κανείς, εκτός από ένα πέος –το πέος της ξανθιάς, που μπήκε (από πίσω) στη γριά.
Τσουπ.
Το σηκωμένο πέος ανήκει στον νεαρό με την μάυρη μπλούζα με τη στάμπα των μετάλικα που μόλις δει γκόμενα, λίγο μουνί νά’ναι, λίγο κώλο να έχει, του σηκώνεται, του σηκώνεται, του σηκώνεται, ακόμη του σηκώνεται. Τόσο πολύ του σηκώνεται, που η σηκωμάρα ξεπερνάει το σώμα του, δραπετεύει από το περίγραμμά του, κι επηρεάζει οποιοδήποτε πέος βρίσκεται σε ακτίνα 20 μέτρων, αναγκάζοντάς το να σηκωθεί.
(Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί να μην ξέρουν ότι έχουν καυλώσει εξαιτίας τού πέους που ακούει μετάλικα.)
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και σηκώθηκε ένας παππούς με τραγιάσκα, κι αυτό όχι για την γριά –αλλά γιατί κατέβαινε στην επόμενη στάση, επίσκεψη στον εγγονό του, που λίγο να διάβαζε θα πετύχαινε στις πανελλήνιες, αλλά όχι, αγύριστο κεφάλι, λες και σε αυτή τη ζωή υπάρχουν μόνο οι μετάλικα.
Βγαίνοντας, σπρώχνει μια ξανθούλα, που αν ήταν νέος θα του σηκωνόταν, θα του σηκωνόταν, ακόμη θα του σηκωνόταν. Όμως γέρασε πια, τόσο πολύ που η ανικανότητά του να καυλώσει ξεπερνάει το σώμα του, δραπετεύει από το περίγραμμά του, κι επηρεάζει οποιοδήποτε πέος βρίσκεται σε ακτίνα 20 μέτρων, αναγκάζοντάς το να πέσει.
(Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί να μην ξέρουν ότι έχουν ξεκαυλώσει για πάντα εξαιτίας τού πέους ενός γέρου -με εγγονό που ακούει μετάλικα).
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και σηκώθηκε ένας άντρας, ανώμαλος, γεροντολάγνος, εγώ, εγώ θα σας βοηθήσω -μπας και την πασπατέψει (και την πασπατεύει, την πασπατεύει, ακόμη την πασπατεύει). Τι μαλάκας, σκεφτέται μια ξανθιά που τον βλέπει, τι μαλάκες ρε που’ ναι οι άντρες (και καρφώνει το βλέμα σε ένα μπλουζάκι που γράφει μετάλικα –τι σκατά είναι το μετάλικα; Κι έχει και κάτι φάτσες απόκάτω, σαν μαλάκες τις μοιάζουν, μάλλον γκρουπ είναι, τίποτα μπινέδες –για να καταδέχονται να μπαίνουν σε λεωφορείο). Αλλά ωχ, παναγία μου, δεν τον είχε δει, τι μανάρι είναι αυτός ο καστανός με τα ρέιμπαν δίπλα, θα κάνει αυτός ένα σεξ, αλλά ένα σεξ, σαν πενήντα σεξ –σε μία θα μπαίνει, πενήντα θα χύνουνε. Τώρα, 18 άντρες, όσοι είναι στο λεωφορείο, με τον οδηγό 19, έχουν βρεθεί μία να καυλώνουν (η ξανθιά χαλάρωσε και κοιτάει σαν να χύνει από τα μάτια), και μία να ξεκαυλώνουν (ο γεροντολάγνος το παράκανε).
Μόλις μπήκε στο λεωφορείο μια ανήμπορη γρια.
Να σηκωθεί;
(Είναι κουρασμένος –ας σηκωθεί κάποιος άλλος. Το λεωφορείο είν΄ αυτό που πάει αεροδρόμιο, το εξπρές, κι αυτόν τον λένε Αντρέα. (Πάει Άμστερνταμ, και η ώρα δεν περνάει με τίποτα –κι ας ακούει στο άιποντ μετάλικα–, οπότε τι να κάνει κι αυτός, πλέκει ιστορίες, συγγραφέας είναι –για να μπαίνει σε λεωφορείο, φαντάζεσαι. Άφραγκος. (Τελευταία είχε γράψει το “το δέος φέρνει πέος”, ρηχό περιεχόμενο, αναποφάσιστη πολυλογία, βρισίδια, βωμολοχίες, άψαχτοι χαρακτήρες, πλοκή χωρίς φαντασία –άπατο πήγε). Άντε, δεν γαμιέται, ας σηκωθεί: θα πέσει ξερή η γρία.
Σηκώνεται.
Τσουπ.
Κι ο κόσμος αλλάζει τροχιά.
Τσουπ.
Ο οδηγός φρενάρει απότομα κι αυτός πέφτει με φόρα πάνω στην ξανθιά. Ακουμπιούνται.
Τρίβονται.
(Μαλάκα, έχει πέος η ξανθιά. Αυτό θα πει έμπνευση.)
Μπήκε σ ΄ένα λεωφορείο μια ανήμπορη γριά και δεν σηκώθηκε κανείς, εκτός από ένα πέος –το πέος της ξανθιάς, που μπήκε (από πίσω) στη γριά.
Τσουπ.
27 Μαϊ 2009
Λούνα Ντάρκ.
Τα πρώτα λεπτά υποθέτω ότι με πας στο λουναπάρκ και σου λέω όλο ευθεία και στο τρίτο στενό δεξιά κι έχω μια τεράστια χαρά, παιδική χαρά, δηλαδή χαρά με τραμπάλες και τσουλήθρες, και τρέχουμε τόσο πολύ (που παραλίγο να πατήσουμε μια λευκή γάτα που τελικά είναι πάπια σαν αυτές που φέρνουν οι αποκλειστικές).
Στρίψε εδώ σου λέω -και παρκάρουμε σε μια αλάνα που είν' όλη γεμάτη αυτοκίνητα στη σειρά, όλα ίδια κι απαράλλακτα με το δικό μας: άσπρα, μ' έναν κόκκινο σταυρό στο καπώ.
Στην είσοδο έχει λαμπιόνια μόνο μπλε κι εγώ σε σκουντάω καχύποπτα και σου λέω κάτι δεν πάει καλά, μπλε λαμπιόνια δεν υπάρχουν τέτοια εποχή, βγαίνουν σεπτέμβριο.
Μας υποδέχεται μια μεγαλοκοπέλα που μοιάζει με δικηγόρο που ήθελε να γίνει νηπιαγωγός, και μας ρωτάει με παιδική φωνούλα: για τη θεραπεία είστε; γιατί αν είστε για τη θεραπεία, πρέπει να πάρετε το αυτοκίνητο και να πάτε στην κάτω βόλτα -κι εμείς γυρνάμε στο αμάξι μας και δεν το βρίσκουμε, γιατί είναι όλα ίδια καρμπόν άσπρα, αλλά χωρίς κόκκινο σταυρό στο καπώ, γιατί πέσαμε θύματα κλοπής οι καϋμένοι, κι εσύ μου λες θα σε πάω με τα πόδια (και κάνουμε κατακόρυφο και περπατάμε με τα χέρια).
Φτάνουμε στην κάτω βόλτα και βλέπουμε ένα μικρό κοριτσάκι που έχει το κεφάλι της μεγαλοκοπέλας να μας ανακοινώνει με σοβαρή αντρική φωνή ότι είναι ο θεράπων κι εμείς απαντάμε χεστήκαμε κι ανεβαίνουμε επιδεικτικά στο καρουσέλ (κι αυτός-αυτή μας λέει τρελλούς, που πάμε γυρεύοντας, γιατί το καρουσέλ θα με πειράξει: είμαι αλλεργική στις στροφές).
Δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε μια στροφή, κι έρχεται ένας γιατρός μεταμφιεσμένος σε κλόουν και με τραβάει από το αλογάκι -κι εσύ γίνεσαι κρεβάτι και με ξαπλώνουν πάνω σου.
Χειροτερέψατε μου λέει γελώντας: το αίμα σας πάσχει πλέον από μια σπάνια μορφή καλπάζουσας επιθετικής φρουταιμίας στο τελευταίο στάδιο, να, εδώ, δείτε το και μόνοι σας, και μου τρυπάει το δάχτυλο με μια βελόνα και τρέχει πορτοκαλάδα ποτάμι.
Πανικοβάλομαι.
Δηλαδή μου λέτε ότι θα έχω αντί για αίμα πορτοκαλάδα και όχι βυσσινάδα; ωρύομαι εκνευρισμένη, κι εσύ ξαναγίνεσαι εσύ αλλά ξανθός κι εγώ σου λέω άμα είναι να είσαι ξανθός να φύγουμε οριστικά απ' τη γη, και με ρωτάς κι άμα φύγουμε τι θα πίνουμε; το αίμα σου; και γελάμε και φεύγουμε (ενώ το κοριτσάκι-μεγαλοκοπέλα γαυγίζει σαν τσιουάουα).
Σύντομα αρρωσταίνω βαριά σε όλο μου το σώμα.
Το συκώτι μου μετατρέπεται σε κέηκ-πορτοκάλι.
Τα μαλλιά μου γίνονται ροζ μαλλί της γριάς.
Το δέρμα μου γεμίζει τσόκολατ τσιπς.
(Αναπνέω και αχνίζει ζάχαρη.)
Με κοιτάζεις βαριά στεναχωρημένος.
Μη στεναχωριέσαι βρε κουτό σου λέω τώρα εγώ, ίσως υπάρχει ελπίδα, και για σένα: ίσως είναι κολλητικό.
Δεν υπάρχουν κακές αρρώστιες σου λεω. Εμείς τις κατασκευάζουμε.
(Κόβω ένα κομμάτι πάστα από το στήθος μου και με μοιραζόμαστε. Ίσως είναι κολλητικό, λέμε γεμάτοι ελπίδα, καθώς με τρέχεις με αγωνία στο λουναπάρκ για τη θεραπεία.)
Πρέπει να παίρνει πέντε πακέτα εμενέμς των πεντακοσίων για τουλάχιστον ένα μήνα, σου λέει ο θεράπων βλοσυρός, και μάλιστα από τα βαριά: με το φουντούκι στο κέντρο.
Έχει παρενέργειες ρωτάω εγώ σοβαρή;
Δυστυχώς ναι λέει -και κατεβάζει το κεφάλι.
Η καρδιά σας, λέει χαμηλόφωνα.
Θα μετατραπεί σ' ένα τεράστιο λουκούμι τριαντάφυλλο.
...
Βρέχει ανθάκια αμυγδαλιάς.
ΥΓ1
Μου κλείνεις το μάτι.
ΥΓ2
Πράγμα σαφώς κολλητικό.
:-)
Στρίψε εδώ σου λέω -και παρκάρουμε σε μια αλάνα που είν' όλη γεμάτη αυτοκίνητα στη σειρά, όλα ίδια κι απαράλλακτα με το δικό μας: άσπρα, μ' έναν κόκκινο σταυρό στο καπώ.
Στην είσοδο έχει λαμπιόνια μόνο μπλε κι εγώ σε σκουντάω καχύποπτα και σου λέω κάτι δεν πάει καλά, μπλε λαμπιόνια δεν υπάρχουν τέτοια εποχή, βγαίνουν σεπτέμβριο.
Μας υποδέχεται μια μεγαλοκοπέλα που μοιάζει με δικηγόρο που ήθελε να γίνει νηπιαγωγός, και μας ρωτάει με παιδική φωνούλα: για τη θεραπεία είστε; γιατί αν είστε για τη θεραπεία, πρέπει να πάρετε το αυτοκίνητο και να πάτε στην κάτω βόλτα -κι εμείς γυρνάμε στο αμάξι μας και δεν το βρίσκουμε, γιατί είναι όλα ίδια καρμπόν άσπρα, αλλά χωρίς κόκκινο σταυρό στο καπώ, γιατί πέσαμε θύματα κλοπής οι καϋμένοι, κι εσύ μου λες θα σε πάω με τα πόδια (και κάνουμε κατακόρυφο και περπατάμε με τα χέρια).
Φτάνουμε στην κάτω βόλτα και βλέπουμε ένα μικρό κοριτσάκι που έχει το κεφάλι της μεγαλοκοπέλας να μας ανακοινώνει με σοβαρή αντρική φωνή ότι είναι ο θεράπων κι εμείς απαντάμε χεστήκαμε κι ανεβαίνουμε επιδεικτικά στο καρουσέλ (κι αυτός-αυτή μας λέει τρελλούς, που πάμε γυρεύοντας, γιατί το καρουσέλ θα με πειράξει: είμαι αλλεργική στις στροφές).
Δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε μια στροφή, κι έρχεται ένας γιατρός μεταμφιεσμένος σε κλόουν και με τραβάει από το αλογάκι -κι εσύ γίνεσαι κρεβάτι και με ξαπλώνουν πάνω σου.
Χειροτερέψατε μου λέει γελώντας: το αίμα σας πάσχει πλέον από μια σπάνια μορφή καλπάζουσας επιθετικής φρουταιμίας στο τελευταίο στάδιο, να, εδώ, δείτε το και μόνοι σας, και μου τρυπάει το δάχτυλο με μια βελόνα και τρέχει πορτοκαλάδα ποτάμι.
Πανικοβάλομαι.
Δηλαδή μου λέτε ότι θα έχω αντί για αίμα πορτοκαλάδα και όχι βυσσινάδα; ωρύομαι εκνευρισμένη, κι εσύ ξαναγίνεσαι εσύ αλλά ξανθός κι εγώ σου λέω άμα είναι να είσαι ξανθός να φύγουμε οριστικά απ' τη γη, και με ρωτάς κι άμα φύγουμε τι θα πίνουμε; το αίμα σου; και γελάμε και φεύγουμε (ενώ το κοριτσάκι-μεγαλοκοπέλα γαυγίζει σαν τσιουάουα).
Σύντομα αρρωσταίνω βαριά σε όλο μου το σώμα.
Το συκώτι μου μετατρέπεται σε κέηκ-πορτοκάλι.
Τα μαλλιά μου γίνονται ροζ μαλλί της γριάς.
Το δέρμα μου γεμίζει τσόκολατ τσιπς.
(Αναπνέω και αχνίζει ζάχαρη.)
Με κοιτάζεις βαριά στεναχωρημένος.
Μη στεναχωριέσαι βρε κουτό σου λέω τώρα εγώ, ίσως υπάρχει ελπίδα, και για σένα: ίσως είναι κολλητικό.
Δεν υπάρχουν κακές αρρώστιες σου λεω. Εμείς τις κατασκευάζουμε.
(Κόβω ένα κομμάτι πάστα από το στήθος μου και με μοιραζόμαστε. Ίσως είναι κολλητικό, λέμε γεμάτοι ελπίδα, καθώς με τρέχεις με αγωνία στο λουναπάρκ για τη θεραπεία.)
Πρέπει να παίρνει πέντε πακέτα εμενέμς των πεντακοσίων για τουλάχιστον ένα μήνα, σου λέει ο θεράπων βλοσυρός, και μάλιστα από τα βαριά: με το φουντούκι στο κέντρο.
Έχει παρενέργειες ρωτάω εγώ σοβαρή;
Δυστυχώς ναι λέει -και κατεβάζει το κεφάλι.
Η καρδιά σας, λέει χαμηλόφωνα.
Θα μετατραπεί σ' ένα τεράστιο λουκούμι τριαντάφυλλο.
...
Βρέχει ανθάκια αμυγδαλιάς.
ΥΓ1
Μου κλείνεις το μάτι.
ΥΓ2
Πράγμα σαφώς κολλητικό.
:-)
5 Μαϊ 2009
Κατερίνα Έλλην.
Είμαι πεπεισμένη ότι οι πατούσες μου είναι αρραβωνιασμένες στα κρυφά μ’εκείνο το είδος χώματος που έχει μέσα του μάρμαρο και ρίζες –ρίζες που σκοντάφτουν στην ανάσα μου όταν σκαρφαλώνει η ακρόπολη στο μυαλό μου.
Και Φεβρουάριο να κάνω βόλτα εκεί πάνω, είναι σαν να κουβαλάω στους ώμους μου τζιτζίκια (σαν να μπαινοβγαίνει ο Ιούλιος στις τρυπίτσες τού πουλόβερ μου –με τον ίδιο τρόπο που μπαινοβγαίνει ο έρωτας σε μια κουμπότρυπα).
(Βέβαια έχω χρόνια να φάω ψωμί ζυμωτό και κομμένο στα γόνατα από χέρια γιαγιάς, αλλά άμα κοιτάς την αθήνα ψίχουλο ψίχουλο από ψηλά, είναι σαν να τρυπώνει μια μυρωδιά ψωμιού κάτω από τη φούστα σου –και τίποτα δεν τη λεκιάζει αυτήν τη μυρωδιά: ούτε το βούτυρο, ούτε τα ρόδια, ούτε καν μια καρδιά που χοροπηδάει γυμνή στις τσουκνίδες.)
Νιώθω δυο κόκκινες χαλκομανίες να ζωγραφίζουν την ελλάδα στα μάγουλά μου, εκεί πάνω, από ντροπή ίσως (που χωρίς να κάνω τίποτα μου χαρίζεται στο πιάτο μου τόση γινωμένη ομορφιά και κάποιος μου λέει φάε).
Κάτω από τη φόδρα του στήθους μου κρύβονται οι μπαταρίες που ενεργοποιούν αυτόματα τις λέξεις μου εκεί -οι λέξεις στάζουν από τα μαλλιά μου, από τα μάτια μου, από τα δάχτυλα, από τις ρώγες μου, από οπουδήποτε εκτός από το στόμα μου. (Που το ανοίγω μόνο για να καταπιώ έναν συρμό του μετρό -μπας και δεν γυρίσω σπίτι.)
Στο στομάχι μου μια καρυάτιδα αλέθεται ήδη με μια φέτα καρπούζι, η παναγία περπατάει πλανόδια στην αρεοπαγίτου πουλώντας γρανίτες, σανδάλια, κόκκαλα, και βραχιόλια από κοχύλια.
Απλώνω το χέρι μου, και ξεριζώνω δυο τρία αθηναϊκά νεοκλασικά του γούστου μου. (Τα χώνω στις τσέπες μου, λες και μου ανήκουν. Έτσι. Να τα παίρνω μαζί μου στα μακρινά ταξίδια -να ντεκοράρω τα μακρινά απογεύματα.)
Στο βάθος του ορίζοντα το μάτι μου γραπώνει και χώνει στην τσέπη του δυο πλοία.
Και φυσικά πάντα κοιτάζω κάτω.
Τι παράταιρο που δεν στέκεται ένα δεύτερο σώμα μου κοντά μου να δω την πόλη μου με δυο καρδιές και δυο στόματα. (Πώς να σου φτάσει μόνο ένα σώμα εδώ πάνω, πώς να μοιραστείς το περίσσιο θησείο στα δύο μ'ένα μόνο σώμα;)
Η ώρα περνάει -στο απέναντι πεζοδρόμιο. (Γίνεται αγαλματάκι σε μουσείο.) Η ώρα. (Κυρηγμένη διατηρητέα.) Τώρα, παλιά, και στο μέλλον: η ίδια.
Αν κάτσεις με υπομονή, ο ήλιος κατρακυλάει από το κλαδί του σαν πορτοκάλι.
(Βραδιάζει το θυμάρι και ξημερώνει γιασεμί.)
Δροσούλα.
(Τραβάω τον ουρανό σαν κουβέρτα και τον τυλίγομαι σφιχτό μπλε.)
"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;"
(Πόσοι εκείνη την ώρα να τρώνε, να κοιμούνται, να τσακώνονται, να χασμουριούνται, να κατουράνε, να διαβάζουν, να γαμάνε, να πεθαίνουν ή να χτενίζονται;)
Δεν κάνει διαφορά.
"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;" Τι πάει να πει αυτό; Τι ρωτάς; Δεν ξέρεις;
Όλοι, (είτε τρώνε, κοιμούνται, τσακώνονται, χασμουριούνται, κατουράνε, διαβάζουν, γαμάνε, πεθαίνουν ή χτενίζονται) είναι λες και κάνουν την ίδια δουλειά το πρωί -λες και δεν υπάρχουν φαρμακοποιοί, εστιάτορες, τραπεζίτες, πουτάνες, ηλεκτρολόγοι, δικηγόροι, μα μόνο άνθρωποι που ράβουν (πάνω σε κάθε ελληνικό χαλίκι, και λουκούμι, και πρόβατο), όλοι μα όλοι μας, όλοι μας την ίδια δουλειά, συνάδελφοι, άνθρωποι που ράβουν, (όλη η χώρα ένα ραφτάδικο), άνθρωποι που ράβουν χωρίς τύψεις, φασόν, πάνω σε όλα, (στις λέξεις, στα καρπούζια, στον Σωκράτη), ένα ναϋλον ταμπελάκι "μεϊντ ιν τσαϊνα".
...
Και Φεβρουάριο να κάνω βόλτα εκεί πάνω, είναι σαν να κουβαλάω στους ώμους μου τζιτζίκια (σαν να μπαινοβγαίνει ο Ιούλιος στις τρυπίτσες τού πουλόβερ μου –με τον ίδιο τρόπο που μπαινοβγαίνει ο έρωτας σε μια κουμπότρυπα).
(Βέβαια έχω χρόνια να φάω ψωμί ζυμωτό και κομμένο στα γόνατα από χέρια γιαγιάς, αλλά άμα κοιτάς την αθήνα ψίχουλο ψίχουλο από ψηλά, είναι σαν να τρυπώνει μια μυρωδιά ψωμιού κάτω από τη φούστα σου –και τίποτα δεν τη λεκιάζει αυτήν τη μυρωδιά: ούτε το βούτυρο, ούτε τα ρόδια, ούτε καν μια καρδιά που χοροπηδάει γυμνή στις τσουκνίδες.)
Νιώθω δυο κόκκινες χαλκομανίες να ζωγραφίζουν την ελλάδα στα μάγουλά μου, εκεί πάνω, από ντροπή ίσως (που χωρίς να κάνω τίποτα μου χαρίζεται στο πιάτο μου τόση γινωμένη ομορφιά και κάποιος μου λέει φάε).
Κάτω από τη φόδρα του στήθους μου κρύβονται οι μπαταρίες που ενεργοποιούν αυτόματα τις λέξεις μου εκεί -οι λέξεις στάζουν από τα μαλλιά μου, από τα μάτια μου, από τα δάχτυλα, από τις ρώγες μου, από οπουδήποτε εκτός από το στόμα μου. (Που το ανοίγω μόνο για να καταπιώ έναν συρμό του μετρό -μπας και δεν γυρίσω σπίτι.)
Στο στομάχι μου μια καρυάτιδα αλέθεται ήδη με μια φέτα καρπούζι, η παναγία περπατάει πλανόδια στην αρεοπαγίτου πουλώντας γρανίτες, σανδάλια, κόκκαλα, και βραχιόλια από κοχύλια.
Απλώνω το χέρι μου, και ξεριζώνω δυο τρία αθηναϊκά νεοκλασικά του γούστου μου. (Τα χώνω στις τσέπες μου, λες και μου ανήκουν. Έτσι. Να τα παίρνω μαζί μου στα μακρινά ταξίδια -να ντεκοράρω τα μακρινά απογεύματα.)
Στο βάθος του ορίζοντα το μάτι μου γραπώνει και χώνει στην τσέπη του δυο πλοία.
Και φυσικά πάντα κοιτάζω κάτω.
Τι παράταιρο που δεν στέκεται ένα δεύτερο σώμα μου κοντά μου να δω την πόλη μου με δυο καρδιές και δυο στόματα. (Πώς να σου φτάσει μόνο ένα σώμα εδώ πάνω, πώς να μοιραστείς το περίσσιο θησείο στα δύο μ'ένα μόνο σώμα;)
Η ώρα περνάει -στο απέναντι πεζοδρόμιο. (Γίνεται αγαλματάκι σε μουσείο.) Η ώρα. (Κυρηγμένη διατηρητέα.) Τώρα, παλιά, και στο μέλλον: η ίδια.
Αν κάτσεις με υπομονή, ο ήλιος κατρακυλάει από το κλαδί του σαν πορτοκάλι.
(Βραδιάζει το θυμάρι και ξημερώνει γιασεμί.)
Δροσούλα.
(Τραβάω τον ουρανό σαν κουβέρτα και τον τυλίγομαι σφιχτό μπλε.)
"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;"
(Πόσοι εκείνη την ώρα να τρώνε, να κοιμούνται, να τσακώνονται, να χασμουριούνται, να κατουράνε, να διαβάζουν, να γαμάνε, να πεθαίνουν ή να χτενίζονται;)
Δεν κάνει διαφορά.
"Σκέφτεται ή νιώθει παρόμοια κάποιος;" Τι πάει να πει αυτό; Τι ρωτάς; Δεν ξέρεις;
Όλοι, (είτε τρώνε, κοιμούνται, τσακώνονται, χασμουριούνται, κατουράνε, διαβάζουν, γαμάνε, πεθαίνουν ή χτενίζονται) είναι λες και κάνουν την ίδια δουλειά το πρωί -λες και δεν υπάρχουν φαρμακοποιοί, εστιάτορες, τραπεζίτες, πουτάνες, ηλεκτρολόγοι, δικηγόροι, μα μόνο άνθρωποι που ράβουν (πάνω σε κάθε ελληνικό χαλίκι, και λουκούμι, και πρόβατο), όλοι μα όλοι μας, όλοι μας την ίδια δουλειά, συνάδελφοι, άνθρωποι που ράβουν, (όλη η χώρα ένα ραφτάδικο), άνθρωποι που ράβουν χωρίς τύψεις, φασόν, πάνω σε όλα, (στις λέξεις, στα καρπούζια, στον Σωκράτη), ένα ναϋλον ταμπελάκι "μεϊντ ιν τσαϊνα".
...
24 Απρ 2009
Μπλοκμπάστερ.
Ο χειμωνιάτικος ήλιος έπεφτε βροχή πάνω από την πλατεία, δίνοντας μια ευχάριστη νότα, ένα λα ματζόρε ας πούμε, στα χαμογελαστά διερχόμενα πορτοφόλια.
Παραμονή πρωτοχρονιάς του δύο χιλιάδες δώδεκα.
"Εγώ αυτά δεν τα πιστεύω τέλος του κόσμου και αηδίες επειδή το είπαν οι αζντέκοι", είπε η Θαμών Ντα Κάπο δημιουργώντας σύγχυση στο μπότοξ του μεσόφρυου.
(Παρεπιμπτόντως το άκουσα με τα αυτιά μου, είπε αζΝτέκοι -με Ν, ενώ ο Μορφονιός Κολεγιόπαις παραδίπλα έκανε απλώς "φφφφφφ", ρουφώντας τον κόπο κάποιου εργάτη σε κάποια φυτεία, καθώς η Βέρα Κολωνακιώτισσα κούνησε καταφατικά το ασάλευτο από τη λακ κούρεμά της.)
Το υπόλοιπο σκηνικό τα προκάτ εορταστικά:
Τσάντες με ψώνια (και βαϊς βέρσα) μπαινόβγαιναν από τον Ιερό Ναό Παπουτσιών στο κατάστημα του δρόμου, (ε ναι τι με κοιτάτε; ο δρόμος κατάστημα είναι -και μάλιστα με εκπτώσεις αράουντ δε κλοκ), με μια αίσθηση πληρότητας (όχι για την όποια προηγειθίσα αγορά αλλά για την ικανοποίηση του "καταναλώνω άρα δεν υπάρχει δύο χιλιάδες δώδεκα").
Τελοσπάντων τίποτα δεν προμήνυε το απότομο σκοτείνιασμα του ουρανού. (Μόνο ένα τρομαγμένο Θεούλη μου που φώναξε προφητικά μια νεαρά που στο φεϊσμπουκ δηλώνει άθεϊστ, έκανε τα βλέμματα να στραφούν προς τον ουρανό -που μέσα σε ένα δευτερόλεπτο μεταμφιέστηκε σε πηχτό μαύρο φόρεμα.)
Ο ουρανός μεταμφιέστηκε σε πηχτό μαύρο φόρεμα (ναι, καλά διαβάσατε, αυτό έγραψα), που η φούστα του ξεδιπλώθηκε σαν στέγαστρο πάνω από την πόλη -μετατρέποντάς το "έξω" σε κλειστό χώρο.
Ταυτόχρονα, αρχισε να κάνει ένα παχύτερο -ακόμη πιο σαρκαστικό κρύο. Τα φύλλα των δέντρων της πλατείας άρχισαν να μελανιάζουν -γρήγορα μάλιστα κοκκάλωσαν. Ακούστηκε ένας ξυραφένιος ήχος που έσκασε την Πατριάρχου σαν καρπούζι, ενώ μπετονένιοι όγκοι άρχισαν να στροβιλίζονται ρυθμικά πάνω απ' τα κεφάλια των σαστισμένων ανθρώπων, στο ρυθμό ενός μακρόσυρτου ποδοβολητού από άνυδρους κεραυνούς. Τα πάντα γύρω, ανεξήγητα, (σαν κάποιος να κύρηξε τα χρώματα παράνομα), απέκτησαν μια ύπουλη ασπρόμαυρη χροιά.
Τα δευτερόλεπτα της Απόλυτης Σιωπής που ακολούθησε δεν ήταν παραπάνω από πέντε.
Όλοι είχαν ήδη χωνέψει τη γλώσσα τους (αφού την είχαν πρώτα καταπιεί) και κοίταζαν αλλήλους με πρόσωπα παραμορφωμένα από τη χλωμή αγωνία για το τι έμελε γενέσθαι, ενώ κάποιοι άφησαν τα κινητά τους από τα μάταια χέρια τους και ακούμπησαν κάποιον μάταιο ώμο.
Ήταν σαφές, αναμφίβολα, ότι είχε αρχίσει να αρχίζει το τέλος.
(Η αναπόδραστη Καταιγίδα της Συντέλειας.)
Ένας οξύς μεταλλικός ήχος, (κάποιοι θα έλεγαν ότι ακούστηκε σαν ο ουρανός να ετοιμαζόταν να φτύσει προς τη γη ένα μάτσο στιλέτα), ράγισε τον αέρα σε κομματάκια, (σαν ο αέρας να ήταν τζάμι), προκαλώντας έναν λυσσαλέο κοφτερό στρόβιλο που άρχισε να ξεριζώνει και να περιδινεί τα πάντα με δαιμονισμένη μανία.
Σχεδόν παρακαλούσα να γίνει κάτι, να τελειώνουμε.
Και έπιασε.
Το ουράνιο μαύρο φόρεμα σκίστηκε απότομα σε κομμάτια και εκσφενδόνισε πάνω μας το ασυγκράτητο Απόλυτο Κακό -με μορφή που καμμία Αποκάλυψη δεν κατάφερε ποτέ να αποκαλύψει.
Χωρίς πάντως ίχνος όξινη βροχή ή φλόγες ή αποκρουστικά θηρία.
Τουναντίον.
Χιλιάδες μαύρες λουστρινένιες γόβες λουμπουτέν (με τακούνι στιλέτο) άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό κατά ριπάς, σαν βροχή, και να καρφώνονται με σφοδρότητα στα κούτελα των τρομαγμένων ανθρώπων, βάφοντας τις σόλες τους ακόμη πιο κόκκινες.
Και καθ'εξής ούτω:
Χιλιάδες αντικείμενα του πόθου, άλλα επικίνδυνα με την πρώτη ματιά, (όπως οι μυτερές πένες μονμπλάν και τα αναμμένα πούρα, ικανά να καρφωθούν στη σάρκα ή να προκαλέσουν εγκαύματα), και άλλα φαινομενικώς ακίνδυνα, (όπως τα μαλακά ενθέματα στήθους από σιλικόνη, που άρχισαν να πετροβολούν σαν χαλάζι τους περαστικούς), όλα, και σε αμέτρητες ποσότητες, συνέχισαν να πέφτουν από τον ουρανό για ατελείωτες ώρες καλύπτοντας και την παραμικρή ανάσα ζωής κάτω από έναν ογκώδη σαν βουνό πολτό.
ΥΓ1
Ανάμεσα στον σορό από πράγματα (και ναι, το ξέρω ότι ο σωρός γράφεται με ωμέγα), διέκρινε εύκολα κανείς και σακούλες τζάμπο.
ΥΓ2
:-Ρ
ΥΓ3
Επίσης, ξέχασα να σας πω ότι προς το τέλος της "καταιγίδας" ο ουρανός καθάρισε και στο γαλάζιο θόλο εμφανίστηκε (ανάμεσα από περιστέρια) το αγγελικό πρόσωπο της Τζούλιας Αλεξανδράτου.
ΥΓ4
Και ναι, για να σας προλάβω, ναι, είμαι μια θρασύτατη με νοσηρή φαντασία.
ΥΓ5
Η υγιής φαντασία πεθαίνει αγέραστη. (Μακριά από εμάς.)
ΥΓ6
Αλλα πείτε μου. Πώς να μην πέσω στη δούλεψη της ειρωνίας; Εννοείται πως αυτά είναι αμβλύνοα και πως το τέλος του κόσμου δεν πρόκειται να έρθει το δύο χιλιάδες δώδεκα.
ΥΓ6
Έχει έρθει ήδη.
ΥΓ7
Δε κουήν ιζ ντεντ εντ κίκινγκ. (Κάτι ανάμεσα στο πεθάναμε αλλά ζούμε.)
ΥΓ8
Ευχαριστώ από καρδιάς που γελάσατε.
ΥΓ9
Δεν κάνει τίποτε.
ΥΓ10
Και κανείς.
Παραμονή πρωτοχρονιάς του δύο χιλιάδες δώδεκα.
"Εγώ αυτά δεν τα πιστεύω τέλος του κόσμου και αηδίες επειδή το είπαν οι αζντέκοι", είπε η Θαμών Ντα Κάπο δημιουργώντας σύγχυση στο μπότοξ του μεσόφρυου.
(Παρεπιμπτόντως το άκουσα με τα αυτιά μου, είπε αζΝτέκοι -με Ν, ενώ ο Μορφονιός Κολεγιόπαις παραδίπλα έκανε απλώς "φφφφφφ", ρουφώντας τον κόπο κάποιου εργάτη σε κάποια φυτεία, καθώς η Βέρα Κολωνακιώτισσα κούνησε καταφατικά το ασάλευτο από τη λακ κούρεμά της.)
Το υπόλοιπο σκηνικό τα προκάτ εορταστικά:
Τσάντες με ψώνια (και βαϊς βέρσα) μπαινόβγαιναν από τον Ιερό Ναό Παπουτσιών στο κατάστημα του δρόμου, (ε ναι τι με κοιτάτε; ο δρόμος κατάστημα είναι -και μάλιστα με εκπτώσεις αράουντ δε κλοκ), με μια αίσθηση πληρότητας (όχι για την όποια προηγειθίσα αγορά αλλά για την ικανοποίηση του "καταναλώνω άρα δεν υπάρχει δύο χιλιάδες δώδεκα").
Τελοσπάντων τίποτα δεν προμήνυε το απότομο σκοτείνιασμα του ουρανού. (Μόνο ένα τρομαγμένο Θεούλη μου που φώναξε προφητικά μια νεαρά που στο φεϊσμπουκ δηλώνει άθεϊστ, έκανε τα βλέμματα να στραφούν προς τον ουρανό -που μέσα σε ένα δευτερόλεπτο μεταμφιέστηκε σε πηχτό μαύρο φόρεμα.)
Ο ουρανός μεταμφιέστηκε σε πηχτό μαύρο φόρεμα (ναι, καλά διαβάσατε, αυτό έγραψα), που η φούστα του ξεδιπλώθηκε σαν στέγαστρο πάνω από την πόλη -μετατρέποντάς το "έξω" σε κλειστό χώρο.
Ταυτόχρονα, αρχισε να κάνει ένα παχύτερο -ακόμη πιο σαρκαστικό κρύο. Τα φύλλα των δέντρων της πλατείας άρχισαν να μελανιάζουν -γρήγορα μάλιστα κοκκάλωσαν. Ακούστηκε ένας ξυραφένιος ήχος που έσκασε την Πατριάρχου σαν καρπούζι, ενώ μπετονένιοι όγκοι άρχισαν να στροβιλίζονται ρυθμικά πάνω απ' τα κεφάλια των σαστισμένων ανθρώπων, στο ρυθμό ενός μακρόσυρτου ποδοβολητού από άνυδρους κεραυνούς. Τα πάντα γύρω, ανεξήγητα, (σαν κάποιος να κύρηξε τα χρώματα παράνομα), απέκτησαν μια ύπουλη ασπρόμαυρη χροιά.
Τα δευτερόλεπτα της Απόλυτης Σιωπής που ακολούθησε δεν ήταν παραπάνω από πέντε.
Όλοι είχαν ήδη χωνέψει τη γλώσσα τους (αφού την είχαν πρώτα καταπιεί) και κοίταζαν αλλήλους με πρόσωπα παραμορφωμένα από τη χλωμή αγωνία για το τι έμελε γενέσθαι, ενώ κάποιοι άφησαν τα κινητά τους από τα μάταια χέρια τους και ακούμπησαν κάποιον μάταιο ώμο.
Ήταν σαφές, αναμφίβολα, ότι είχε αρχίσει να αρχίζει το τέλος.
(Η αναπόδραστη Καταιγίδα της Συντέλειας.)
Ένας οξύς μεταλλικός ήχος, (κάποιοι θα έλεγαν ότι ακούστηκε σαν ο ουρανός να ετοιμαζόταν να φτύσει προς τη γη ένα μάτσο στιλέτα), ράγισε τον αέρα σε κομματάκια, (σαν ο αέρας να ήταν τζάμι), προκαλώντας έναν λυσσαλέο κοφτερό στρόβιλο που άρχισε να ξεριζώνει και να περιδινεί τα πάντα με δαιμονισμένη μανία.
Σχεδόν παρακαλούσα να γίνει κάτι, να τελειώνουμε.
Και έπιασε.
Το ουράνιο μαύρο φόρεμα σκίστηκε απότομα σε κομμάτια και εκσφενδόνισε πάνω μας το ασυγκράτητο Απόλυτο Κακό -με μορφή που καμμία Αποκάλυψη δεν κατάφερε ποτέ να αποκαλύψει.
Χωρίς πάντως ίχνος όξινη βροχή ή φλόγες ή αποκρουστικά θηρία.
Τουναντίον.
Χιλιάδες μαύρες λουστρινένιες γόβες λουμπουτέν (με τακούνι στιλέτο) άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό κατά ριπάς, σαν βροχή, και να καρφώνονται με σφοδρότητα στα κούτελα των τρομαγμένων ανθρώπων, βάφοντας τις σόλες τους ακόμη πιο κόκκινες.
Και καθ'εξής ούτω:
Χιλιάδες αντικείμενα του πόθου, άλλα επικίνδυνα με την πρώτη ματιά, (όπως οι μυτερές πένες μονμπλάν και τα αναμμένα πούρα, ικανά να καρφωθούν στη σάρκα ή να προκαλέσουν εγκαύματα), και άλλα φαινομενικώς ακίνδυνα, (όπως τα μαλακά ενθέματα στήθους από σιλικόνη, που άρχισαν να πετροβολούν σαν χαλάζι τους περαστικούς), όλα, και σε αμέτρητες ποσότητες, συνέχισαν να πέφτουν από τον ουρανό για ατελείωτες ώρες καλύπτοντας και την παραμικρή ανάσα ζωής κάτω από έναν ογκώδη σαν βουνό πολτό.
ΥΓ1
Ανάμεσα στον σορό από πράγματα (και ναι, το ξέρω ότι ο σωρός γράφεται με ωμέγα), διέκρινε εύκολα κανείς και σακούλες τζάμπο.
ΥΓ2
:-Ρ
ΥΓ3
Επίσης, ξέχασα να σας πω ότι προς το τέλος της "καταιγίδας" ο ουρανός καθάρισε και στο γαλάζιο θόλο εμφανίστηκε (ανάμεσα από περιστέρια) το αγγελικό πρόσωπο της Τζούλιας Αλεξανδράτου.
ΥΓ4
Και ναι, για να σας προλάβω, ναι, είμαι μια θρασύτατη με νοσηρή φαντασία.
ΥΓ5
Η υγιής φαντασία πεθαίνει αγέραστη. (Μακριά από εμάς.)
ΥΓ6
Αλλα πείτε μου. Πώς να μην πέσω στη δούλεψη της ειρωνίας; Εννοείται πως αυτά είναι αμβλύνοα και πως το τέλος του κόσμου δεν πρόκειται να έρθει το δύο χιλιάδες δώδεκα.
ΥΓ6
Έχει έρθει ήδη.
ΥΓ7
Δε κουήν ιζ ντεντ εντ κίκινγκ. (Κάτι ανάμεσα στο πεθάναμε αλλά ζούμε.)
ΥΓ8
Ευχαριστώ από καρδιάς που γελάσατε.
ΥΓ9
Δεν κάνει τίποτε.
ΥΓ10
Και κανείς.
19 Απρ 2009
Ντόλτσε και Καμπάνα.
Παρότι φεμινίστρια δεν ήμουν ποτέ (κι αν έβγαινες στον δρόμο και με φώναζες Γεωργία Σάνδη, δεν θα γυρνούσα με τίποτα το κεφάλι μου), απόψε θα επινοήσω ένα θηλυκό να ανασταίνεται (ένα θηλυκό που, με τη σύμφωνη γνώμη του Σαραντάρη, "ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο, ήταν και τα δύο").
...
Ξέρω ελάχιστα πράγματα γι'αυτήν -ίσως της άρεσαν τα μανταρίνια. (Μπορεί και όχι.)
(Θα είχε πλάκα να της άρεσαν τα μανταρίνια -θα μπορούσαμε να τη λέμε Κλημεντίνη.)
...
Της είχε πει θα περάσω να σε πάρω στις πέντε ακριβώς, (είχαν ραντεβού για καισαρική στις πεντέμιση κι ακόμη να φανεί).
Ξαφνικά πέντε και (και ψυχή στην πόρτα), έξι παρά τέταρτο (και τίποτα). Και να απάνταγε στο κινητό του τουλάχιστον... ("Μα του κάκου" -όπως χαριτωμένα θά'λεγε κι η Ξένια Καλογεροπούλου.)
...
Κατέβηκε τις σκάλες προσεκτικά και μόνη, η στρουμπουλή κοιλίτσα της τής έκρυβε τα σέβεντυς σαγιοναράκια της (αυτά με τους μεγάλους ηλίανθους), και περπατούσε αστεία: σαν παπίτσα.
...
(Το αγοράκι θα το ονόμαζαν Αλέξανδρο.)
"Αλέξανδρος", της είπε τη μέρα που τη γνώρισε ο καλός της -παρότι τον λέγαν Νικόλα.
"Χαιρώ πολύ Αλέξανδρε", του απάντησαν τα μεγάλα μάτια της εν χορώ, στάζοντας αμύγδαλα και μέλι στο πεζοδρόμιο (μετατρέπωντας τις πλάκες σε φλωρεντίνες).
"Όχι, όχι...δεν κατάλαβες", τη διόρθωσε.
"Τον γιο μας θα ονομάσουμε έτσι".
(Κι ο δρόμος, Ραβέλ και Μπραμς γωνία, ανάβλυζε μουσική, λες κι ο φυσικός ήχος των πεδοδρομίων είναι ν' αχνίζουν βαλσάκια.)
Ε τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε.
Άνθρωποι ενωμένοι με ψυχική κομψότητα (από αυτούς που όταν ακουμπήσουν ένα καμμένο δέντρο βγάζει γλασαρισμένα ανθάκια πορτοκαλιάς -από αυτά που έβαζε το '80 ο Μικές στις τούρτες γενεθλίων).
...
Έφτασε στο μαιευτήριο στις έξι και είκοσι χωρίς εκείνον, σαν κάτι να λιγόστευε εκείνο το απόγευμα, (δύο ηλίανθοι να ανεβαίνουν τα σκαλιά χωρίς τα γκρι του τα αθλητικά διπλαδίπλα, μια εικόνα παράταιρη -σαν να λιγόστευε η νορμαλότητα).
Είχαν και λίγο κοκκινόχωμα τ'αθλητικά του από κάτω, απ'το προχθεσινό πικνίκ.
(Πήγαιναν συχνά για πικνίκ -στον υμηττό τους. Είχαν φυτέψει και αληθινό άνιθο σε κάτι γλαστράκια στην κουζίνα. Μια μέρα πήγαν στην Ακρόπολη κι αρραβωνιάσανε τα εσώρουχά τους ακριβώς κάτω από την πινακίδα που γράφει "απαγορεύονται οι άσεμνες δρασητριότητες". Είχαν και διθέσιο ποδήλατο.)
...
Όμως που ήταν τώρα; Γιατί αργούσε; Γιατί δεν ήταν εκεί να της κρατάει το φόβο απ' τον λαιμό;
...
("Λυπάμαι πολύ". Μόνο αυτό: "λυπάμαι πολύ" -της είπε μια φωνή στο κινητό της, λίγο πριν μπει ο κύριος Στρατάκης για να προκαλέσει τη διαδικασία του "τοκετού με ραντεβού".)
...
"Δεν θα γεννήσω σήμερα γιατρέ...Θα έρθω αύριο ή μεθαύριο...", ψιθύρισε εκείνη. "Ο Νικόλας. Χτύπησε με τ' αυτοκίνητο. Πάει."
...
Κατέβηκε τις σκάλες σαν να μην υπήρχαν σκάλες. (Κάποιοι είπαν ότι είδαν τα σαγιοναράκια να εκτοξέυονται από το παράθυρο και να καρφώνονται στο παρκέ του σπιτιού τους περιέχοντάς την.)
Ξάπλωσε. (Δεν έστεκε να είναι όρθια, δεν υπήρχε τίποτα όρθιο που να μπορούσε να την κουβαλήσει, κι έφερε το σεντόνι πάνω στο πρόσωπό της, τόσο ώστε να την καλύπτει μέχρι και τη μύτη. Έκλεισε τα μάτια ερμητικά -κι άρχισε από το πρώτο δευετρόλεπτο να τα νιώθει να αλλάζουν αργά-αργά χρώμα, από μελί σε πράσινο).
Πέρασε ένα εικοσιτετράωρο έτσι.
Μετά δύο.
Έξι.
Τριανταπέντε.
Κόντευε δέκα μηνών ακίνητη.
"Θα μείνεις στην κοιλίτσα της μανούλας μέχρι να μεγαλώσεις αρκετά", τα συμφώνησε με το αγοράκι, "έχεις νερό, φαγητό, ζεστασιά -πιες με, φάε με, κρατήσου."
Έφτασε δώδεκα.
"Σπρώξε" -θα της έλεγε ο γιατρός της προ τριμήνου.
(Κι αυτή έσπρωχνε -μα προς τα μέσα της.)
Κι έφτασε δεκαπέντε μηνών.
Είκοσι.
Σαραντατεσσάρων.
(Και λοιπά. )
...
Ιατρικό θαύμα.
...
Χρόνια πολλά κράτησε επί τούτου το νεοΑγέννητο στα μέσα της, εκεί να ψηλώνει, και να απλώνεται, πριν το φέρει ανορθόδοξα στον κόσμο -λες και δεν ήταν σώμα το σώμα της πια, μα κουκούλι.
(Ώσπου ένα πρωί, ο δεύτερος άνθρωπος-περιεχόμενο ψήλωσε πια τόσο πολύ μέσα της, που έγινε ίσος ακριβώς μ' εκείνην, ολοκληρώνοντας την εξάχνωση της σάρκας της σταδιακά, ερχόμενος λίγο-λίγο στην επιφάνεια, γεμίζοντάς την, σαν από πίσω από το δέρμα της, ώς τη στιγμή που άνοιξαν πλέον τα δικά του μάτια στη θέση των δικών της.)
...
Εύχομαι να σας ακούγεται όσο ανθρώπινο σηκώνει η μέρα: το να υπήρχε όντως η δυνατότητα μια γυναίκα να μπορούσε να επιλέξει να εξαχνωθεί, να εξαϋλωθεί -και να αναστηθεί θανάτω θάνατον πατήσασα (και τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα)-, αντικαθιστώντας εαυτόν με το γιο της, κρατώντας τον μέσα της να την κοινωνεί εκ των έσω μέχρι εκείνος ν' ανδρωθεί, προκειμένου να είναι Αυτός ο μόνος ενήλικος άντρας μέσα της πια, μετά τον Αγαπημένο της, αν αυτό για αυτήν σήμαινε λύτρωση.
ΥΓ1
Πολύς κόσμος λέει συχνά ότι "κουβαλάει το δικό του σταυρό". Εγώ πάλι διαπιστώνω ότι ο καθένας μας έχει μπροστά του ανά πάσα στιγμή πεντέξι σταυρούς -μπορεί δέκα, είκοσι.
ΥΓ2
(Επιλογές.)
ΥΓ3
(Ζωή.)
ΥΓ4
Κι όλοι πάμε και διαλέγουμε τον χειρότερο σταυρό απ' όόόόόλη τη γκάμα μπροστά μας -μόνοι μας- χωρίς την παραμικρή πίεση από πουθενά, ποιος ξέρει γιατί, ίσως όντως για λύτρωση, ίσως γιατί πιστεύουμε ότι όσο χειρότερο το πάθος που διαλέξουμε τόσο πιο αμεταχείριστη και αληθώς δοξασμένη η ανάστασή μας, τόσο πιο...αγνή.
ΥΓ5
Θα μου πείτε που κολλάει η αγνότητα; Μα ελάτε τώρα! Παντού. Στην Ανάσταση, στην Αγάπη, στο Πέρασμα από έναν εαυτό σε άλλο.
ΥΓ6
Από την άλλη κατά τον Άλντους Χάξλεϋ είναι η πιο ασυνήθιστη διαστροφή. (Κάπου εδώ θα πεταγόταν κι ο Ανατόλ Φρανς, προσθέτοντας πως "η αγνότητα είναι η πλέον παράδοξη των ερωτικών ανωμαλιών".)
ΥΓ7
Όμως επιμένω: αν μου πείτε ότι γράφω χωρίς ειρμό και με ρωτήσετε γιατί αναφέρω την αγνότητα θα παραξενευτώ.
ΥΓ8
Σύμφωνοι -αγνότητα σωματική δεν υπήρξε πουθενά στα παραπάνω. (Αλλά εσείς μόνο σώματα είδατε παραπάνω; Εγώ ούτ' ένα.)
ΥΓ9
Βέβαια, θα μου πείτε, αφού έχουμε Πάσχα, και όχι Χριστούγεννα, τι ξεκίνησα να μπλέκω την Ανάσταση με γέννες -αγνών έστω προθέσεων;
ΥΓ10
Ίσως επηρεάστηκα απ' την προσδοκώμενη του Χρήστου Γέννα.
ΥΓ11
Πίναμε τσάι προχτές τυχαία στο Ντόλτσε μαζί, λίγο πριν χτυπήσει η Καμπάνα του Αγιουδιονύση -εξού και ο τίτλος του ποστ. Ο άνθρωπος αυτός, (παρακαλώ κρατήστε προς τιμήν του ενός λεπτού κραυγή), έχασε το λίγων μηνών αγοράκι του πριν λίγους μήνες, κάνοντάς μας να αρχίσουμε τα συναισθηματικά μπότοξ -που οι μήνες είναι πάντα λίγοι.
ΥΓ12
Έκτοτε προσδοκεί. Και προσπαθεί να καταλάβει αν υπάρχει κάτι χειρότερο από αυτό που τον βρήκε, κι αν είναι ανίερο να λαχταράει τόσο κολασμένα έναν νεογέννητο παράδεισο.
ΥΓ13
"Όχι δηλαδή πες μου εσύ ρε Έσσλιν, τι πιστεύεις. ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ είναι ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ; Να χάνεις ένα παιδί ή να... έχεις μια ανίατη νόσο σαν τη δική σου ;"
ΥΓ14
Καλέ μου. Αν επιμένεις να κάνουμε τον διαγωνσιμό σταυρών και να συγκρίνω "τα δικά μου" με το να χάνεις ένα παιδί, θα σου δώσω και δημόσια την προχτέσινη μου απάντηση (την κράτησα σε τάπερ, να μείνει φρέσκια): Για μένα "τα δικά μου" είναι σαν να κουβαλάω στην μήτρα μου τον εαυτό μου οχτώ χρονών, και να τον περιφέρω μονίμως αγέννητο και χωρίς καμμία πρόθεση να γεννηθεί.
ΥΓ15
Οπότε το δικό σου, ναι, είναι χειρότερο -αυτό ξέχασα να στο διευκρινίσω-, αλλάξαμε κουβέντα. (Η αυτοκατανάλωση δεν γίνεται να είναι χειρότερη: εγώ κατασκευάζω μόνη τον σκελέτο στην ντουλαπά μου, εσένα σου τον φέρανε "δώρο".)
Άρα "κέρδισες".
ΥΓ16
Αν μάλιστα κάναμε συγκριτική διαφήμιση, (με σκηνοθέτη τον Γούντυ), στο προϊοντικό ντέμο το δικό σου θα είχε περισσότερους μαύρους και κόκκινους κόκκους.
ΥΓ17
Το μόνο που έχει πραγματικά σημασία είναι ότι η αμέσως προηγούμενη κουβέντα μας ήταν για γκόμενες και η επόμενη για το πόσο γλειώδης είναι ο σερβιτόρος ο "Πωστονλένε".
ΥΓ18
Ίσως αυτό είναι η ζωή, ό,τι σου σερβίρεται να το τρως, σαχλαμάρα και σοβαρότητα σε ίσες δόσεις. (Κρύο, ζεστό.)
ΥΓ19
Ντόλτσε.
ΥΓ20
Που σημαίνει γλυκό.
ΥΓ21
Και καμπάνα.
ΥΓ22
Που σου έρχεται κατακέφαλα όταν όλα είναι πικρά.
ΥΓ23
(Τώρα βέβαια κάποιοι διαβάζοντας τον τίτλο του ποστ σκέφτηκαν μόνο φιρμάτα παπούτσια ή ρούχα.)
ΥΓ24
Δεν βαριέσαι, και μένα, καμμιά φορά η αναγέννηση μου φέρνει στο νου απλώς ροζουλί ευτραφείς κοπελούδες. Αγνότητα -που λέγαμε και πριν, πριν αρχίσουμε να τρώμε ό,τι μας σερβίρει η ζωή.
ΥΓ25
"Η αγνότητα δεν είναι περισσότερο αρετή απ' ό,τι ο υποσιτισμός".
ΥΓ26
Αυτό το είπε ο Άλεξ Κόμφορτ.
ΥΓ27
(Βέρυ κόμφορταμπλ.)
...
ΚΑΛΟ ΠΑΣΟΒΕΡ. ΕΝΤ ΑΟΥΤ.
...
...
Ξέρω ελάχιστα πράγματα γι'αυτήν -ίσως της άρεσαν τα μανταρίνια. (Μπορεί και όχι.)
(Θα είχε πλάκα να της άρεσαν τα μανταρίνια -θα μπορούσαμε να τη λέμε Κλημεντίνη.)
...
Της είχε πει θα περάσω να σε πάρω στις πέντε ακριβώς, (είχαν ραντεβού για καισαρική στις πεντέμιση κι ακόμη να φανεί).
Ξαφνικά πέντε και (και ψυχή στην πόρτα), έξι παρά τέταρτο (και τίποτα). Και να απάνταγε στο κινητό του τουλάχιστον... ("Μα του κάκου" -όπως χαριτωμένα θά'λεγε κι η Ξένια Καλογεροπούλου.)
...
Κατέβηκε τις σκάλες προσεκτικά και μόνη, η στρουμπουλή κοιλίτσα της τής έκρυβε τα σέβεντυς σαγιοναράκια της (αυτά με τους μεγάλους ηλίανθους), και περπατούσε αστεία: σαν παπίτσα.
...
(Το αγοράκι θα το ονόμαζαν Αλέξανδρο.)
"Αλέξανδρος", της είπε τη μέρα που τη γνώρισε ο καλός της -παρότι τον λέγαν Νικόλα.
"Χαιρώ πολύ Αλέξανδρε", του απάντησαν τα μεγάλα μάτια της εν χορώ, στάζοντας αμύγδαλα και μέλι στο πεζοδρόμιο (μετατρέπωντας τις πλάκες σε φλωρεντίνες).
"Όχι, όχι...δεν κατάλαβες", τη διόρθωσε.
"Τον γιο μας θα ονομάσουμε έτσι".
(Κι ο δρόμος, Ραβέλ και Μπραμς γωνία, ανάβλυζε μουσική, λες κι ο φυσικός ήχος των πεδοδρομίων είναι ν' αχνίζουν βαλσάκια.)
Ε τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε.
Άνθρωποι ενωμένοι με ψυχική κομψότητα (από αυτούς που όταν ακουμπήσουν ένα καμμένο δέντρο βγάζει γλασαρισμένα ανθάκια πορτοκαλιάς -από αυτά που έβαζε το '80 ο Μικές στις τούρτες γενεθλίων).
...
Έφτασε στο μαιευτήριο στις έξι και είκοσι χωρίς εκείνον, σαν κάτι να λιγόστευε εκείνο το απόγευμα, (δύο ηλίανθοι να ανεβαίνουν τα σκαλιά χωρίς τα γκρι του τα αθλητικά διπλαδίπλα, μια εικόνα παράταιρη -σαν να λιγόστευε η νορμαλότητα).
Είχαν και λίγο κοκκινόχωμα τ'αθλητικά του από κάτω, απ'το προχθεσινό πικνίκ.
(Πήγαιναν συχνά για πικνίκ -στον υμηττό τους. Είχαν φυτέψει και αληθινό άνιθο σε κάτι γλαστράκια στην κουζίνα. Μια μέρα πήγαν στην Ακρόπολη κι αρραβωνιάσανε τα εσώρουχά τους ακριβώς κάτω από την πινακίδα που γράφει "απαγορεύονται οι άσεμνες δρασητριότητες". Είχαν και διθέσιο ποδήλατο.)
...
Όμως που ήταν τώρα; Γιατί αργούσε; Γιατί δεν ήταν εκεί να της κρατάει το φόβο απ' τον λαιμό;
...
("Λυπάμαι πολύ". Μόνο αυτό: "λυπάμαι πολύ" -της είπε μια φωνή στο κινητό της, λίγο πριν μπει ο κύριος Στρατάκης για να προκαλέσει τη διαδικασία του "τοκετού με ραντεβού".)
...
"Δεν θα γεννήσω σήμερα γιατρέ...Θα έρθω αύριο ή μεθαύριο...", ψιθύρισε εκείνη. "Ο Νικόλας. Χτύπησε με τ' αυτοκίνητο. Πάει."
...
Κατέβηκε τις σκάλες σαν να μην υπήρχαν σκάλες. (Κάποιοι είπαν ότι είδαν τα σαγιοναράκια να εκτοξέυονται από το παράθυρο και να καρφώνονται στο παρκέ του σπιτιού τους περιέχοντάς την.)
Ξάπλωσε. (Δεν έστεκε να είναι όρθια, δεν υπήρχε τίποτα όρθιο που να μπορούσε να την κουβαλήσει, κι έφερε το σεντόνι πάνω στο πρόσωπό της, τόσο ώστε να την καλύπτει μέχρι και τη μύτη. Έκλεισε τα μάτια ερμητικά -κι άρχισε από το πρώτο δευετρόλεπτο να τα νιώθει να αλλάζουν αργά-αργά χρώμα, από μελί σε πράσινο).
Πέρασε ένα εικοσιτετράωρο έτσι.
Μετά δύο.
Έξι.
Τριανταπέντε.
Κόντευε δέκα μηνών ακίνητη.
"Θα μείνεις στην κοιλίτσα της μανούλας μέχρι να μεγαλώσεις αρκετά", τα συμφώνησε με το αγοράκι, "έχεις νερό, φαγητό, ζεστασιά -πιες με, φάε με, κρατήσου."
Έφτασε δώδεκα.
"Σπρώξε" -θα της έλεγε ο γιατρός της προ τριμήνου.
(Κι αυτή έσπρωχνε -μα προς τα μέσα της.)
Κι έφτασε δεκαπέντε μηνών.
Είκοσι.
Σαραντατεσσάρων.
(Και λοιπά. )
...
Ιατρικό θαύμα.
...
Χρόνια πολλά κράτησε επί τούτου το νεοΑγέννητο στα μέσα της, εκεί να ψηλώνει, και να απλώνεται, πριν το φέρει ανορθόδοξα στον κόσμο -λες και δεν ήταν σώμα το σώμα της πια, μα κουκούλι.
(Ώσπου ένα πρωί, ο δεύτερος άνθρωπος-περιεχόμενο ψήλωσε πια τόσο πολύ μέσα της, που έγινε ίσος ακριβώς μ' εκείνην, ολοκληρώνοντας την εξάχνωση της σάρκας της σταδιακά, ερχόμενος λίγο-λίγο στην επιφάνεια, γεμίζοντάς την, σαν από πίσω από το δέρμα της, ώς τη στιγμή που άνοιξαν πλέον τα δικά του μάτια στη θέση των δικών της.)
...
Εύχομαι να σας ακούγεται όσο ανθρώπινο σηκώνει η μέρα: το να υπήρχε όντως η δυνατότητα μια γυναίκα να μπορούσε να επιλέξει να εξαχνωθεί, να εξαϋλωθεί -και να αναστηθεί θανάτω θάνατον πατήσασα (και τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα)-, αντικαθιστώντας εαυτόν με το γιο της, κρατώντας τον μέσα της να την κοινωνεί εκ των έσω μέχρι εκείνος ν' ανδρωθεί, προκειμένου να είναι Αυτός ο μόνος ενήλικος άντρας μέσα της πια, μετά τον Αγαπημένο της, αν αυτό για αυτήν σήμαινε λύτρωση.
ΥΓ1
Πολύς κόσμος λέει συχνά ότι "κουβαλάει το δικό του σταυρό". Εγώ πάλι διαπιστώνω ότι ο καθένας μας έχει μπροστά του ανά πάσα στιγμή πεντέξι σταυρούς -μπορεί δέκα, είκοσι.
ΥΓ2
(Επιλογές.)
ΥΓ3
(Ζωή.)
ΥΓ4
Κι όλοι πάμε και διαλέγουμε τον χειρότερο σταυρό απ' όόόόόλη τη γκάμα μπροστά μας -μόνοι μας- χωρίς την παραμικρή πίεση από πουθενά, ποιος ξέρει γιατί, ίσως όντως για λύτρωση, ίσως γιατί πιστεύουμε ότι όσο χειρότερο το πάθος που διαλέξουμε τόσο πιο αμεταχείριστη και αληθώς δοξασμένη η ανάστασή μας, τόσο πιο...αγνή.
ΥΓ5
Θα μου πείτε που κολλάει η αγνότητα; Μα ελάτε τώρα! Παντού. Στην Ανάσταση, στην Αγάπη, στο Πέρασμα από έναν εαυτό σε άλλο.
ΥΓ6
Από την άλλη κατά τον Άλντους Χάξλεϋ είναι η πιο ασυνήθιστη διαστροφή. (Κάπου εδώ θα πεταγόταν κι ο Ανατόλ Φρανς, προσθέτοντας πως "η αγνότητα είναι η πλέον παράδοξη των ερωτικών ανωμαλιών".)
ΥΓ7
Όμως επιμένω: αν μου πείτε ότι γράφω χωρίς ειρμό και με ρωτήσετε γιατί αναφέρω την αγνότητα θα παραξενευτώ.
ΥΓ8
Σύμφωνοι -αγνότητα σωματική δεν υπήρξε πουθενά στα παραπάνω. (Αλλά εσείς μόνο σώματα είδατε παραπάνω; Εγώ ούτ' ένα.)
ΥΓ9
Βέβαια, θα μου πείτε, αφού έχουμε Πάσχα, και όχι Χριστούγεννα, τι ξεκίνησα να μπλέκω την Ανάσταση με γέννες -αγνών έστω προθέσεων;
ΥΓ10
Ίσως επηρεάστηκα απ' την προσδοκώμενη του Χρήστου Γέννα.
ΥΓ11
Πίναμε τσάι προχτές τυχαία στο Ντόλτσε μαζί, λίγο πριν χτυπήσει η Καμπάνα του Αγιουδιονύση -εξού και ο τίτλος του ποστ. Ο άνθρωπος αυτός, (παρακαλώ κρατήστε προς τιμήν του ενός λεπτού κραυγή), έχασε το λίγων μηνών αγοράκι του πριν λίγους μήνες, κάνοντάς μας να αρχίσουμε τα συναισθηματικά μπότοξ -που οι μήνες είναι πάντα λίγοι.
ΥΓ12
Έκτοτε προσδοκεί. Και προσπαθεί να καταλάβει αν υπάρχει κάτι χειρότερο από αυτό που τον βρήκε, κι αν είναι ανίερο να λαχταράει τόσο κολασμένα έναν νεογέννητο παράδεισο.
ΥΓ13
"Όχι δηλαδή πες μου εσύ ρε Έσσλιν, τι πιστεύεις. ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ είναι ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ; Να χάνεις ένα παιδί ή να... έχεις μια ανίατη νόσο σαν τη δική σου ;"
ΥΓ14
Καλέ μου. Αν επιμένεις να κάνουμε τον διαγωνσιμό σταυρών και να συγκρίνω "τα δικά μου" με το να χάνεις ένα παιδί, θα σου δώσω και δημόσια την προχτέσινη μου απάντηση (την κράτησα σε τάπερ, να μείνει φρέσκια): Για μένα "τα δικά μου" είναι σαν να κουβαλάω στην μήτρα μου τον εαυτό μου οχτώ χρονών, και να τον περιφέρω μονίμως αγέννητο και χωρίς καμμία πρόθεση να γεννηθεί.
ΥΓ15
Οπότε το δικό σου, ναι, είναι χειρότερο -αυτό ξέχασα να στο διευκρινίσω-, αλλάξαμε κουβέντα. (Η αυτοκατανάλωση δεν γίνεται να είναι χειρότερη: εγώ κατασκευάζω μόνη τον σκελέτο στην ντουλαπά μου, εσένα σου τον φέρανε "δώρο".)
Άρα "κέρδισες".
ΥΓ16
Αν μάλιστα κάναμε συγκριτική διαφήμιση, (με σκηνοθέτη τον Γούντυ), στο προϊοντικό ντέμο το δικό σου θα είχε περισσότερους μαύρους και κόκκινους κόκκους.
ΥΓ17
Το μόνο που έχει πραγματικά σημασία είναι ότι η αμέσως προηγούμενη κουβέντα μας ήταν για γκόμενες και η επόμενη για το πόσο γλειώδης είναι ο σερβιτόρος ο "Πωστονλένε".
ΥΓ18
Ίσως αυτό είναι η ζωή, ό,τι σου σερβίρεται να το τρως, σαχλαμάρα και σοβαρότητα σε ίσες δόσεις. (Κρύο, ζεστό.)
ΥΓ19
Ντόλτσε.
ΥΓ20
Που σημαίνει γλυκό.
ΥΓ21
Και καμπάνα.
ΥΓ22
Που σου έρχεται κατακέφαλα όταν όλα είναι πικρά.
ΥΓ23
(Τώρα βέβαια κάποιοι διαβάζοντας τον τίτλο του ποστ σκέφτηκαν μόνο φιρμάτα παπούτσια ή ρούχα.)
ΥΓ24
Δεν βαριέσαι, και μένα, καμμιά φορά η αναγέννηση μου φέρνει στο νου απλώς ροζουλί ευτραφείς κοπελούδες. Αγνότητα -που λέγαμε και πριν, πριν αρχίσουμε να τρώμε ό,τι μας σερβίρει η ζωή.
ΥΓ25
"Η αγνότητα δεν είναι περισσότερο αρετή απ' ό,τι ο υποσιτισμός".
ΥΓ26
Αυτό το είπε ο Άλεξ Κόμφορτ.
ΥΓ27
(Βέρυ κόμφορταμπλ.)
...
ΚΑΛΟ ΠΑΣΟΒΕΡ. ΕΝΤ ΑΟΥΤ.
...
11 Απρ 2009
Βανάκι Φολκσβάγκεν.
Έφτασα λίγα λεπτά πριν από εκείνον.
Στριφογύρισα αναποφάσιστη, να μπω, να μην μπω, να πεταχτώ μήπως πρώτα κάπου αλλού.
Και μπήκα.
Από τους επτά άντρες που κάθονταν (συνοδευόμενοι) στο μπαρ, με κοίταξε μόνο ένας, αλλά κι αυτός αδιάφορα, και μάλλον τυχαία, αυτή που σίγουρα ενοχλήθηκε από την παρουσία μου ήταν η γυναίκα δίπλα του, σαραντάρα, σφιχτά λεπτά χείλια, από αυτές που ενοχλούνται ακόμη κι από ένα μυρμηγκάκι. (Την ακούμπησα τυχαία, κούνησε το χέρι χωρίς να με κοιτάξει, συγκρατημένα και σπασμωδικά ταυτόχρονα -λες και ήταν σαρανταπέντε, λες και μικρή τη χάιδευε πρόστυχα κάποιος που δεν πολυέπρεπε -παράδειγμα ο θείος Αλέκος).
Εκείνος μπήκε στις οχτώ παρά τρία, “έχω κλείσει τραπέζι για τις οχτώ”, τον κάθισαν χωρίς καμμία δουλική υπόκλιση (πράγμα που φάνηκε να τον ενόχλησε).
Άρχισα να τον παρατηρώ, ακουμπισμένη στον τοίχο, τέσσερα τραπέζια πιο πίσω, έτσι ώστε να με κρύβει η πλάτη ενός ξανθού νεαρού (παρθένου υποθέτω, αν κρίνω απ’ τα ανάγωγα σπυράκια του).
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε. Δεν είχε ιδέα ότι ήμουν εκεί –πόσο μάλλον ότι έτσι μού’ρθε να τον παρακολουθήσω, αλλά ούτε και που θα του πήγαινε ποτέ το μυαλό: και να με πρόσεχε από μακριά δεν νομίζω να του έκανα εντύπωση, μία μέσα στις πολλές, όπως πάντα... όλες ίδιες είμαστε. (Άσχετα αν εμένα τίποτα δεν μου κόβει τα φτερά.)
Εκείνη ήρθε όμορφη και ακριβής, μόλις τρία λεπτά μετά -και ήταν σαφές: αν και έβγαιναν για πολλοστή φορά οι δυο τους (τα βλέμματά τους είχαν πάψει να διαγωνίζονται σε πρόκληση σπίθας), θέλονταν ακόμη πολύ (της κούνησε την καρέκλα να κάτσει).
Πρώτα έρχεται η σαλάτα, πολύ ωραία, πολύ ωραία, λένε. Σίζαρς. Σιγά την πρωτότυπη. (Άλλα άμα θέλεσαι, όλα ΟΚ, όλα καλά, όλα λα λα.)
Αλλά και το κρασί: εξαιρετικό.
Και η μέρα στο γραφείο (απ’ όσο ακούω από εδώ).
Δέκα λεπτά μπλα.
Μπλα, μπλα, μπλα, μάλιστα.
Μπλα.
Δεκαπέντε.
Αλλά τι ακούω; Ώστε έτσι, λοιπόν; Παντρεμένη αυτή; Ώστε έτσι. (Ήρθε και η βελουτέ στο μεταξύ –αλλά καίει προς το παρόν.)
(Μπλα.)
Κι εκεί που όλα πάνε “ωραία, ωραία”, έχοντας αρχίσει να καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό που πιάνουν οι κεραίες μου, δεν τους πιστεύω: ζητούν λογαριασμό, συμβαίνει το πιο αηδιαστικό πράγμα που μπορώ να φανταστώ: μια μύγα προσγειώνεται στη βελουτέ καρότου της, χωρίς να τη δει, τη ρουφάει, γρήγορα το καταλαβαίνει από το κλατς στα δόντια, δεν είναι κατάσταση αυτή, τον λογαριασμό να φύγουν -που σιγά μην πληρώσουν: “συγγνώμη, συμβαίνουν αυτά”. “Το παλτό σας κυρία”, “συμβαίνουν αυτά”.
Κι αποφασίζω να τους παρακολουθήσω και εκτός.
(Τολμηρό. Αν έχουν αυτοκίνητο εγώ δεν έχω. Θα τους χάσω. Αλλά δεν έχουν.)
Τους ακολουθώ.
(Δεν καταλαβαίνουν τίποτα.)
Κρατιούνται χέρι-χέρι, και προφανώς πάνε κάπου κοντά, σπίτι αυτηνής –διαπιστώνω (μένει κοντά.) Κλείνουν την πόρτα, με μένα απ' έξω, λίγα μέτρα πιο πίσω τους. Τι ωραίο σπίτι. Κλασική οικία μεσοδυτικής αμερικής, ψιλοτάβανο προφανώς, παράθυρα παντού, λευκός φράκτης, σκύλος, ένα ροζ βανάκι φολκσβάγκεν στο βάθος, μια κούνια στο γρασίδι δεμένη σε μια ψηλή καρυδιά -έχει παιδιά προφανώς, και προφανώς λείπουν, τι θράσσος, τι αηδία.)
Πετάγομαι ως το πίσω μερος του σπιτιού, όσο πιο αθόρυβα γίνεται, να επιθεωρήσω την κατάσταση –γενικά, ό,τι συμβαίνει ή δεν συμβαίνει εκεί. Και η τύχη μου είναι μεγάλη: βρίσκω ένα μισάνοιχτο παράθυρο στο πίσω μέρος τού κήπου.
Και μπαίνω.
Ακούω αμέσως ανάσες και βογγητά.
Σεξ.
Κι όχι ληγμένο -ημέρας.
(Μια χαρά. Θα τους τσιμπήσω την ώρα που κυλιούνται ιδρωμένοι πάνω σε κήπο με φρεσκα πράσσα. Δυο χαρές.)
Και ούτε που θα με ακούσουν. (Τρεις.)
Πλησιάζω απαλά απαλά όσο πιο κοντά μπορώ, τα βογγητά καλύπτουν κάθε θόρυβο στο χιλιόμετρο -και τότε κάνω την τολμηρή κίνηση, μέσα στο ημισκόταδο: και πλησιάζω πολύ.
(Ας με ακούσουν.)
Την ακουμπάω.
(Ας με δουν.)
Και τι έγινε; (Εδώ που φταάσαμε.)
Τα βογκητά σταματούν.
Ανάβει το φως ενοχλημένη (η κύρια).
Αυτό ήταν.
Με βλέπει. (Αυτός είναι πλάτη.)
Τα χάνω. Ακουμπάω στον τοίχο του λαμπατέρ.
Αυτή έχει κόκκινα μάγουλα (σαν δεν ντρέπεται).
Τα μάγουλά της με κοιτάνε αποφασιστικά –θριαμβευτικά καλύτερα: μου βγάζουν τη γλώσσα τους.
Ο γυρισμένος πλάτη, λαχανιασμένος. (Ήταν με λάχανα ο πρασσόκηπος τελικά).
Ατάραχος.
(Άντρες.)
“Μήπως έχεις μια μυγοσκωτώστρα” λέει εκείνη εκνευρισμένη, κολλημένη ακόμη με το περιστατικό με τη σούπα.
Δεν έχει –απαντάει ατάραχος ο ατάραχος.
ΥΓ1
Οπότε χωρίς εκείνη να περιμένει και πολύ, αρπάζει τη μανόλο της απ’ το πάτωμα και με λιώνει στον τοίχο με το τακούνι.-
ΥΓ2
Όπως μπορείτε να μαντέψετε, ο αρχικός τίτλος του αφηγήματος (που γράφτηκε τον περασμένο αύγουστο, για ευνόητους -παχείς- λόγους) ήταν "Μύγα μις".
ΥΓ3
Η προσθήκη του ροζ βανακίου φολκσβάγκεν στο βάθος κήπος είναι τρίμπιουτ στην "Κυρία" Βάννα -και είναι ο λόγος που το εν λόγω λογοτεχνικό αριστούργημα δημοσιεύεται σήμερα.
ΥΓ4
Οι μύγες έχουν πολλά μάτια.
ΥΓ5
Δεν θα ξέρουν ποίο να πρωτοκλείσουν.
Στριφογύρισα αναποφάσιστη, να μπω, να μην μπω, να πεταχτώ μήπως πρώτα κάπου αλλού.
Και μπήκα.
Από τους επτά άντρες που κάθονταν (συνοδευόμενοι) στο μπαρ, με κοίταξε μόνο ένας, αλλά κι αυτός αδιάφορα, και μάλλον τυχαία, αυτή που σίγουρα ενοχλήθηκε από την παρουσία μου ήταν η γυναίκα δίπλα του, σαραντάρα, σφιχτά λεπτά χείλια, από αυτές που ενοχλούνται ακόμη κι από ένα μυρμηγκάκι. (Την ακούμπησα τυχαία, κούνησε το χέρι χωρίς να με κοιτάξει, συγκρατημένα και σπασμωδικά ταυτόχρονα -λες και ήταν σαρανταπέντε, λες και μικρή τη χάιδευε πρόστυχα κάποιος που δεν πολυέπρεπε -παράδειγμα ο θείος Αλέκος).
Εκείνος μπήκε στις οχτώ παρά τρία, “έχω κλείσει τραπέζι για τις οχτώ”, τον κάθισαν χωρίς καμμία δουλική υπόκλιση (πράγμα που φάνηκε να τον ενόχλησε).
Άρχισα να τον παρατηρώ, ακουμπισμένη στον τοίχο, τέσσερα τραπέζια πιο πίσω, έτσι ώστε να με κρύβει η πλάτη ενός ξανθού νεαρού (παρθένου υποθέτω, αν κρίνω απ’ τα ανάγωγα σπυράκια του).
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε. Δεν είχε ιδέα ότι ήμουν εκεί –πόσο μάλλον ότι έτσι μού’ρθε να τον παρακολουθήσω, αλλά ούτε και που θα του πήγαινε ποτέ το μυαλό: και να με πρόσεχε από μακριά δεν νομίζω να του έκανα εντύπωση, μία μέσα στις πολλές, όπως πάντα... όλες ίδιες είμαστε. (Άσχετα αν εμένα τίποτα δεν μου κόβει τα φτερά.)
Εκείνη ήρθε όμορφη και ακριβής, μόλις τρία λεπτά μετά -και ήταν σαφές: αν και έβγαιναν για πολλοστή φορά οι δυο τους (τα βλέμματά τους είχαν πάψει να διαγωνίζονται σε πρόκληση σπίθας), θέλονταν ακόμη πολύ (της κούνησε την καρέκλα να κάτσει).
Πρώτα έρχεται η σαλάτα, πολύ ωραία, πολύ ωραία, λένε. Σίζαρς. Σιγά την πρωτότυπη. (Άλλα άμα θέλεσαι, όλα ΟΚ, όλα καλά, όλα λα λα.)
Αλλά και το κρασί: εξαιρετικό.
Και η μέρα στο γραφείο (απ’ όσο ακούω από εδώ).
Δέκα λεπτά μπλα.
Μπλα, μπλα, μπλα, μάλιστα.
Μπλα.
Δεκαπέντε.
Αλλά τι ακούω; Ώστε έτσι, λοιπόν; Παντρεμένη αυτή; Ώστε έτσι. (Ήρθε και η βελουτέ στο μεταξύ –αλλά καίει προς το παρόν.)
(Μπλα.)
Κι εκεί που όλα πάνε “ωραία, ωραία”, έχοντας αρχίσει να καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό που πιάνουν οι κεραίες μου, δεν τους πιστεύω: ζητούν λογαριασμό, συμβαίνει το πιο αηδιαστικό πράγμα που μπορώ να φανταστώ: μια μύγα προσγειώνεται στη βελουτέ καρότου της, χωρίς να τη δει, τη ρουφάει, γρήγορα το καταλαβαίνει από το κλατς στα δόντια, δεν είναι κατάσταση αυτή, τον λογαριασμό να φύγουν -που σιγά μην πληρώσουν: “συγγνώμη, συμβαίνουν αυτά”. “Το παλτό σας κυρία”, “συμβαίνουν αυτά”.
Κι αποφασίζω να τους παρακολουθήσω και εκτός.
(Τολμηρό. Αν έχουν αυτοκίνητο εγώ δεν έχω. Θα τους χάσω. Αλλά δεν έχουν.)
Τους ακολουθώ.
(Δεν καταλαβαίνουν τίποτα.)
Κρατιούνται χέρι-χέρι, και προφανώς πάνε κάπου κοντά, σπίτι αυτηνής –διαπιστώνω (μένει κοντά.) Κλείνουν την πόρτα, με μένα απ' έξω, λίγα μέτρα πιο πίσω τους. Τι ωραίο σπίτι. Κλασική οικία μεσοδυτικής αμερικής, ψιλοτάβανο προφανώς, παράθυρα παντού, λευκός φράκτης, σκύλος, ένα ροζ βανάκι φολκσβάγκεν στο βάθος, μια κούνια στο γρασίδι δεμένη σε μια ψηλή καρυδιά -έχει παιδιά προφανώς, και προφανώς λείπουν, τι θράσσος, τι αηδία.)
Πετάγομαι ως το πίσω μερος του σπιτιού, όσο πιο αθόρυβα γίνεται, να επιθεωρήσω την κατάσταση –γενικά, ό,τι συμβαίνει ή δεν συμβαίνει εκεί. Και η τύχη μου είναι μεγάλη: βρίσκω ένα μισάνοιχτο παράθυρο στο πίσω μέρος τού κήπου.
Και μπαίνω.
Ακούω αμέσως ανάσες και βογγητά.
Σεξ.
Κι όχι ληγμένο -ημέρας.
(Μια χαρά. Θα τους τσιμπήσω την ώρα που κυλιούνται ιδρωμένοι πάνω σε κήπο με φρεσκα πράσσα. Δυο χαρές.)
Και ούτε που θα με ακούσουν. (Τρεις.)
Πλησιάζω απαλά απαλά όσο πιο κοντά μπορώ, τα βογγητά καλύπτουν κάθε θόρυβο στο χιλιόμετρο -και τότε κάνω την τολμηρή κίνηση, μέσα στο ημισκόταδο: και πλησιάζω πολύ.
(Ας με ακούσουν.)
Την ακουμπάω.
(Ας με δουν.)
Και τι έγινε; (Εδώ που φταάσαμε.)
Τα βογκητά σταματούν.
Ανάβει το φως ενοχλημένη (η κύρια).
Αυτό ήταν.
Με βλέπει. (Αυτός είναι πλάτη.)
Τα χάνω. Ακουμπάω στον τοίχο του λαμπατέρ.
Αυτή έχει κόκκινα μάγουλα (σαν δεν ντρέπεται).
Τα μάγουλά της με κοιτάνε αποφασιστικά –θριαμβευτικά καλύτερα: μου βγάζουν τη γλώσσα τους.
Ο γυρισμένος πλάτη, λαχανιασμένος. (Ήταν με λάχανα ο πρασσόκηπος τελικά).
Ατάραχος.
(Άντρες.)
“Μήπως έχεις μια μυγοσκωτώστρα” λέει εκείνη εκνευρισμένη, κολλημένη ακόμη με το περιστατικό με τη σούπα.
Δεν έχει –απαντάει ατάραχος ο ατάραχος.
ΥΓ1
Οπότε χωρίς εκείνη να περιμένει και πολύ, αρπάζει τη μανόλο της απ’ το πάτωμα και με λιώνει στον τοίχο με το τακούνι.-
ΥΓ2
Όπως μπορείτε να μαντέψετε, ο αρχικός τίτλος του αφηγήματος (που γράφτηκε τον περασμένο αύγουστο, για ευνόητους -παχείς- λόγους) ήταν "Μύγα μις".
ΥΓ3
Η προσθήκη του ροζ βανακίου φολκσβάγκεν στο βάθος κήπος είναι τρίμπιουτ στην "Κυρία" Βάννα -και είναι ο λόγος που το εν λόγω λογοτεχνικό αριστούργημα δημοσιεύεται σήμερα.
ΥΓ4
Οι μύγες έχουν πολλά μάτια.
ΥΓ5
Δεν θα ξέρουν ποίο να πρωτοκλείσουν.
6 Απρ 2009
Καρλ Σαρξ.
Σαρξ εκ σαρκός -σαρξ ει και εις σάρκαν απελεύσει.
Ή κάπως έτσι αν μ' εννοείτε.
Κοινώς, υπάρχει μια σάρκα που με πεθαίνει εκεί έξω.
Τη μέρα που πουλάγανε αυτή τη σάρκα κάθισα σπίτι κι έβλεπα βιντεοκασέτα η ηλίθια. (Μιλάμε παλιά τώρα.)
Στο μεταξύ, μια άλλη μέρα, (Παρασκευή ή Τετάρτη θα είναι), το θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι θα κάτσω να σας κάνω μια μεγάλη λίστα με ό,τι κατηγορία σάρκας αξίζει (να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί ώς κατάλυμα), κάτι σαν "γκιντ ρουζ" της σάρκας -ένα ας πόυμε "Who is Who".
(Και θα ονομάσω το ποστ "Χους εις Χουν".)
Ή μπορεί και όχι.
Αλλά σήμερα επιτρέψτε μου να μιλήσω μόνο γι' Αυτήν.
Η σάρκα αυτή έχει μια γνήσια ανθρωπομυρωδιά από άλλες χίλιες σάρκες αλεσμένες, έχοντας το ταλέντο όποια άλλη σάρκα δει φως και μπει να την ξεβιδώσει από τη θέση της (να την αφομοιώσει, να την μεταβολίσει -να την είναι στο τέλος).
Η σάρκα αυτή έχει οπωσδήποτε διαβάσει Χέγκελ. (Και λίγο Επίκουρο μικρή.)
Η σάρκα αυτή έχει αυτοπεποίθηση, αυτό λέω: δεν φοβάται να μοιράζεται εαυτόν με όλους (έχει μονίμως κομμουνισμό, ακόμη και τις κυριακές), και είναι λεία, και καθαρή -και σχεδόν γελάει άμα πας κοντά ν'ακούσεις, κι αν δεν έβλεπα βιντεοκασέτα εκείνη τη μέρα θα την είχα κι εγώ τώρα να τη φοράω που και που, τα βράδια, κι όταν έρχεσαι κοντά της να σου αναπνέει ξέγνοιαστα στ' αυτί -όχι με βιαστική ανάσα και "με μια βαλίτσα στο χέρι".
ΥΓ1
Είμαι βέβαιη ότι και να πουλιόταν ξανά νέα παραλαβή, θα πήγαινα να πάρω -"όχι για μένα, για μια φίλη μου τη θέλω"-, και θα μου λέγανε πάλι καλά που δεν είναι για σας, γιατί το νούμερό σας έχει εξαντληθεί.
ΥΓ2
Όχι, με φαντάζεσαι σε φαρδύτερο δέρμα, να κολυμπάω δυο εκατοστά πίσω από τον εαυτό μου;
ΥΓ3
Και δεν είναι το νούμερό μου που έχει εξαντληθεί...
ΥΓ4
Πάντως αυτό με τις σάρκες γενικά το είχα από μικρή -να ζηλεύω τις ξένες εννοώ.
:-)
ΥΓ5
Η μπάρμπι φερειπείν: είχε πολύ καθαρή επιδερμίδα. (Σαν ψεύτικη ήταν.)
ΥΓ6
Μισούσα τις μπάρμπες. Εγώ, αν είχα την εταιρία, μετά τις μπάρμπι-χορεύτρια, μπάρμπι-ανοιξιάτικη δροσιά και μπάρμπι-δασκάλα, θα έγαζα τη μπάρμπι-λοβοτομή.
(Ή τη μπάρμπι-εμμηνόπαυση.)
ΥΓ7
Ξέχασα το καλύτερο όμως. (Ή υποσυνείδητα το άφησα για το τέλος.)
Η σάρκα. Που λέγαμε.
Άμα πάρει ελάχιστη φόρα κι επιχειρήσει να κάνει ένα μικρό τοσοδά πηδηματάκι, η γη θα οπισθοχωρήσει τουλάχιστον τέσσερα εκατοστά.
ΥΓ8
Τι κρίμα να κάνεις χόπιτιχοπ και να μην αποτραβιέται υπάκουο το έδαφος προς τα πίσω.
...
Ή κάπως έτσι αν μ' εννοείτε.
Κοινώς, υπάρχει μια σάρκα που με πεθαίνει εκεί έξω.
Τη μέρα που πουλάγανε αυτή τη σάρκα κάθισα σπίτι κι έβλεπα βιντεοκασέτα η ηλίθια. (Μιλάμε παλιά τώρα.)
Στο μεταξύ, μια άλλη μέρα, (Παρασκευή ή Τετάρτη θα είναι), το θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι θα κάτσω να σας κάνω μια μεγάλη λίστα με ό,τι κατηγορία σάρκας αξίζει (να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί ώς κατάλυμα), κάτι σαν "γκιντ ρουζ" της σάρκας -ένα ας πόυμε "Who is Who".
(Και θα ονομάσω το ποστ "Χους εις Χουν".)
Ή μπορεί και όχι.
Αλλά σήμερα επιτρέψτε μου να μιλήσω μόνο γι' Αυτήν.
Η σάρκα αυτή έχει μια γνήσια ανθρωπομυρωδιά από άλλες χίλιες σάρκες αλεσμένες, έχοντας το ταλέντο όποια άλλη σάρκα δει φως και μπει να την ξεβιδώσει από τη θέση της (να την αφομοιώσει, να την μεταβολίσει -να την είναι στο τέλος).
Η σάρκα αυτή έχει οπωσδήποτε διαβάσει Χέγκελ. (Και λίγο Επίκουρο μικρή.)
Η σάρκα αυτή έχει αυτοπεποίθηση, αυτό λέω: δεν φοβάται να μοιράζεται εαυτόν με όλους (έχει μονίμως κομμουνισμό, ακόμη και τις κυριακές), και είναι λεία, και καθαρή -και σχεδόν γελάει άμα πας κοντά ν'ακούσεις, κι αν δεν έβλεπα βιντεοκασέτα εκείνη τη μέρα θα την είχα κι εγώ τώρα να τη φοράω που και που, τα βράδια, κι όταν έρχεσαι κοντά της να σου αναπνέει ξέγνοιαστα στ' αυτί -όχι με βιαστική ανάσα και "με μια βαλίτσα στο χέρι".
ΥΓ1
Είμαι βέβαιη ότι και να πουλιόταν ξανά νέα παραλαβή, θα πήγαινα να πάρω -"όχι για μένα, για μια φίλη μου τη θέλω"-, και θα μου λέγανε πάλι καλά που δεν είναι για σας, γιατί το νούμερό σας έχει εξαντληθεί.
ΥΓ2
Όχι, με φαντάζεσαι σε φαρδύτερο δέρμα, να κολυμπάω δυο εκατοστά πίσω από τον εαυτό μου;
ΥΓ3
Και δεν είναι το νούμερό μου που έχει εξαντληθεί...
ΥΓ4
Πάντως αυτό με τις σάρκες γενικά το είχα από μικρή -να ζηλεύω τις ξένες εννοώ.
:-)
ΥΓ5
Η μπάρμπι φερειπείν: είχε πολύ καθαρή επιδερμίδα. (Σαν ψεύτικη ήταν.)
ΥΓ6
Μισούσα τις μπάρμπες. Εγώ, αν είχα την εταιρία, μετά τις μπάρμπι-χορεύτρια, μπάρμπι-ανοιξιάτικη δροσιά και μπάρμπι-δασκάλα, θα έγαζα τη μπάρμπι-λοβοτομή.
(Ή τη μπάρμπι-εμμηνόπαυση.)
ΥΓ7
Ξέχασα το καλύτερο όμως. (Ή υποσυνείδητα το άφησα για το τέλος.)
Η σάρκα. Που λέγαμε.
Άμα πάρει ελάχιστη φόρα κι επιχειρήσει να κάνει ένα μικρό τοσοδά πηδηματάκι, η γη θα οπισθοχωρήσει τουλάχιστον τέσσερα εκατοστά.
ΥΓ8
Τι κρίμα να κάνεις χόπιτιχοπ και να μην αποτραβιέται υπάκουο το έδαφος προς τα πίσω.
...
Παμμέγιστη ανακοίνωση.
Κάποτε είχαμε μια γειτόνισσα που δεν της άρεσε καθόλου ο παρατατικός, κι όταν ήθελε να μιλήσει για επανάληψη στο παρελθόν απλά έκανε την κινέζα (φορούσε και κιμονό όταν έβγαινε να πλύνει το μπαλκόνι).
Μια φορά την είχε δείξει κι η τηλεόραση τυχαία, την ώρα που ψώνιζε στη λαϊκή, αλλά δεν φάνηκε καθόλου το καλσόν της.
Μεταξύ μας εγώ υποπτεύομαι ότι ούτε ο υπερσυντέλικος της άρεσε, αλλά για άλλους λόγους -της θύμιζε τη μέρα που ένας άλλος γείτονας, ο γεωργίου, είχε διαπληκτιστεί με την αποκάτω του (για το αν είναι καλύτερα τα λουκούμια τριαντάφυλο ή τα μαστίχα).
ΥΓ1
Βέβαια, δεν σας έγραψα γι’αυτό.
Ο λόγος είναι ότι στο μπλογκ προστέθηκε ένα έξτρα φίτσουρ.
Μετά τα ποστ υπάρχει επιλογή να μαρκάρετε με τικ το πώς σας φάνηκε το εκάστοτε κείμενο.
ΥΓ2
Οι δημοκρατικές επιλογές κυμαίνονται μεταξύ “κιούτ” και “φωρμιντάμπλ”.
(Αν το βρείτε απαίσιο -και δεν ξέρετε γαλλικά-, απλώς ξαναδιαβάστε το και πατήστε “φωρμιντάμπλ”.)
ΥΓ3
Εμένα ο Παρατατικός πάντα μου άρεσε.
ΥΓ4
Αλλά περισσότερο μου αρέσει ο Συντελεσμένος Μέλλοντας –και που σε λίγο θα με έχετε μόλις διαβάσει.
ΥΓ5
Και όχι, το να θέλει κάποιος, σας προλαβαίνω, να του δίνουν φίντμπακ, δεν συμβαίνει επειδή έχει "καβαλήσει το καλάμι".
ΥΓ6
(Το επίπεδο του ναρκισσισμού έχει περάσει σε επίπεδα τέτοια, που πρέπει να ανακαλυφθεί μια άλλη, νέα, ακόμη πιο εύγλωττη φράση.)
ΥΓ7
Είμαι ανοιχτή σε προτάσεις.
Ταπεινά,
η μπλόγκερ.
:-)
Μια φορά την είχε δείξει κι η τηλεόραση τυχαία, την ώρα που ψώνιζε στη λαϊκή, αλλά δεν φάνηκε καθόλου το καλσόν της.
Μεταξύ μας εγώ υποπτεύομαι ότι ούτε ο υπερσυντέλικος της άρεσε, αλλά για άλλους λόγους -της θύμιζε τη μέρα που ένας άλλος γείτονας, ο γεωργίου, είχε διαπληκτιστεί με την αποκάτω του (για το αν είναι καλύτερα τα λουκούμια τριαντάφυλο ή τα μαστίχα).
ΥΓ1
Βέβαια, δεν σας έγραψα γι’αυτό.
Ο λόγος είναι ότι στο μπλογκ προστέθηκε ένα έξτρα φίτσουρ.
Μετά τα ποστ υπάρχει επιλογή να μαρκάρετε με τικ το πώς σας φάνηκε το εκάστοτε κείμενο.
ΥΓ2
Οι δημοκρατικές επιλογές κυμαίνονται μεταξύ “κιούτ” και “φωρμιντάμπλ”.
(Αν το βρείτε απαίσιο -και δεν ξέρετε γαλλικά-, απλώς ξαναδιαβάστε το και πατήστε “φωρμιντάμπλ”.)
ΥΓ3
Εμένα ο Παρατατικός πάντα μου άρεσε.
ΥΓ4
Αλλά περισσότερο μου αρέσει ο Συντελεσμένος Μέλλοντας –και που σε λίγο θα με έχετε μόλις διαβάσει.
ΥΓ5
Και όχι, το να θέλει κάποιος, σας προλαβαίνω, να του δίνουν φίντμπακ, δεν συμβαίνει επειδή έχει "καβαλήσει το καλάμι".
ΥΓ6
(Το επίπεδο του ναρκισσισμού έχει περάσει σε επίπεδα τέτοια, που πρέπει να ανακαλυφθεί μια άλλη, νέα, ακόμη πιο εύγλωττη φράση.)
ΥΓ7
Είμαι ανοιχτή σε προτάσεις.
Ταπεινά,
η μπλόγκερ.
:-)
30 Μαρ 2009
Ρωμαίος και Ιουλιέτες.
Μπέρδεμα γαμώτο.
Σαν να κρατάς ένα ζευγάρι κλειδιά είναι -και να μη θυμάσαι αν πρέπει να ξεκλειδώσεις ή να κλειδώσεις.
Όταν πας να βγάλεις άκρη εννοώ.
(Πριν βγάλεις το βρακάκι σου.)
Και εντάξει στο βίκυ-κριστίνα-μπαρθελόνα, με τον μπαρδέμ και την τζοχάνσον του γούντυ: πληρώνεις 10 ευρώ εισιτήριο και η ιστορία κυλάει μπροστά σου προκάτ και χωρίς περιττές εκπλήξεις -με αρχή, μέση, ποπκόρν, σικέ αυτοκτονία, διάλλειμα, ποδηλατάδα, και με τα πάντα τακτοποιημένα εν τάξει (ένα το μέρος, δύο τα κορίτσια, τρία το τρίο).
Όταν όμως πρέπει να σκηνοθετήσεις μόνος σου το ελληνικό βερσιόν (λίτσα-τασία-παρθενώνα), τότε πώς το κάνεις;
(Εγώ συνήθως ξαπλωμένη.)
Τι να πω κι εγώ;
Το μόνο που μπορώ να κάνω για σας είναι ένα καλό τσιζκέηκ λεμονιού (ή να σας πω μια ιστορία για να κατάλαβετε επιτέλους ποιος φταίει).
Όχι τόσο για τα διάφορα τρίο επί τρίο με θέα τον παρθενώνα (που μεταξύ μας έχω καιρό να ακούσω για τέτοια και που πιθανότατα και να έχουν καταργηθεί λόγω μπαναλιτέ, αλλά όσο νά'ναι μου έκανε καλή εισαγωγή κι εσύ διαβάζεις ακόμη), αλλά να, έτσι, γενικά, ποιος φταίει που οι σχέσεις δεν βγάζουν πουθενά -όσο ωραία κι αν βγάζουν το βρακάκι τους και τα μάτια τους. (Ή που βγάζουν κάπου μόνο όταν είναι κομπλικέ.)
ΥΓ1
Μπήκε. Έβγαλε τη ρεντικότα του, φίλησε σταυρωτά τη λίτσα που δεν είχε ποτέ της υποπτευθεί ότι η πραγματική του δουλειά ήταν προϊστάμενος βύθισης ποταμοπλοίων, και κάθισε να φάει την περιποιημένη ρεβιθάδα του. Ήταν με την πρώτη ρουφηξιά, που ήταν και η πιο θορυβώδης, που κάπως του σηκώθηκε λίγο το μανίκι και γλύστρησε από μέσα του μια ημιθανής γυαλιστερή πέστροφα (που στο κατόπι έπεσε με ένα πλαφ μέσα στη ντοματοσαλάτα-τριαντάφυλλο). Ώστε είσαι προϊστάμενος βύθισης ποταμοπλοίων αντί γιατρός τον κατάλαβε η λίτσα, αποφασιμένη να ετοιμάσει τη βαλίτσα της το ίδιο κιόλας λεπτό (φωνάζοντάς του εγώ φεύγω τώρα -μπας και τάχα μου τη σταματήσει.) Στρίμωξε και τον κόκκινο κορσέ της με τα κορδονάκια στη βαλίτσα. (Ύποπτο.)
ΥΓ2
Καταλαβαίνετε ελπίζω που το πάω.
ΥΓ5
Άντρες!
ΥΓ6
ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ.
ΥΓ6
Αλλά και Γυναίκες.
ΥΓ7
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ.
;-)
Σαν να κρατάς ένα ζευγάρι κλειδιά είναι -και να μη θυμάσαι αν πρέπει να ξεκλειδώσεις ή να κλειδώσεις.
Όταν πας να βγάλεις άκρη εννοώ.
(Πριν βγάλεις το βρακάκι σου.)
Και εντάξει στο βίκυ-κριστίνα-μπαρθελόνα, με τον μπαρδέμ και την τζοχάνσον του γούντυ: πληρώνεις 10 ευρώ εισιτήριο και η ιστορία κυλάει μπροστά σου προκάτ και χωρίς περιττές εκπλήξεις -με αρχή, μέση, ποπκόρν, σικέ αυτοκτονία, διάλλειμα, ποδηλατάδα, και με τα πάντα τακτοποιημένα εν τάξει (ένα το μέρος, δύο τα κορίτσια, τρία το τρίο).
Όταν όμως πρέπει να σκηνοθετήσεις μόνος σου το ελληνικό βερσιόν (λίτσα-τασία-παρθενώνα), τότε πώς το κάνεις;
(Εγώ συνήθως ξαπλωμένη.)
Τι να πω κι εγώ;
Το μόνο που μπορώ να κάνω για σας είναι ένα καλό τσιζκέηκ λεμονιού (ή να σας πω μια ιστορία για να κατάλαβετε επιτέλους ποιος φταίει).
Όχι τόσο για τα διάφορα τρίο επί τρίο με θέα τον παρθενώνα (που μεταξύ μας έχω καιρό να ακούσω για τέτοια και που πιθανότατα και να έχουν καταργηθεί λόγω μπαναλιτέ, αλλά όσο νά'ναι μου έκανε καλή εισαγωγή κι εσύ διαβάζεις ακόμη), αλλά να, έτσι, γενικά, ποιος φταίει που οι σχέσεις δεν βγάζουν πουθενά -όσο ωραία κι αν βγάζουν το βρακάκι τους και τα μάτια τους. (Ή που βγάζουν κάπου μόνο όταν είναι κομπλικέ.)
ΥΓ1
Μπήκε. Έβγαλε τη ρεντικότα του, φίλησε σταυρωτά τη λίτσα που δεν είχε ποτέ της υποπτευθεί ότι η πραγματική του δουλειά ήταν προϊστάμενος βύθισης ποταμοπλοίων, και κάθισε να φάει την περιποιημένη ρεβιθάδα του. Ήταν με την πρώτη ρουφηξιά, που ήταν και η πιο θορυβώδης, που κάπως του σηκώθηκε λίγο το μανίκι και γλύστρησε από μέσα του μια ημιθανής γυαλιστερή πέστροφα (που στο κατόπι έπεσε με ένα πλαφ μέσα στη ντοματοσαλάτα-τριαντάφυλλο). Ώστε είσαι προϊστάμενος βύθισης ποταμοπλοίων αντί γιατρός τον κατάλαβε η λίτσα, αποφασιμένη να ετοιμάσει τη βαλίτσα της το ίδιο κιόλας λεπτό (φωνάζοντάς του εγώ φεύγω τώρα -μπας και τάχα μου τη σταματήσει.) Στρίμωξε και τον κόκκινο κορσέ της με τα κορδονάκια στη βαλίτσα. (Ύποπτο.)
ΥΓ2
Καταλαβαίνετε ελπίζω που το πάω.
ΥΓ5
Άντρες!
ΥΓ6
ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ.
ΥΓ6
Αλλά και Γυναίκες.
ΥΓ7
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ.
;-)
28 Μαρ 2009
Γελόχαρτο.
Μεγάλη εφέυρεση σας λέω, και όχι τίποτα ρόκετ σαϊενς -το μυστικό είναι απλό: όπου βρεις γωνίες μέσα σου (αφού τις μαρινάρεις για λίγες ώρες από το προηγούμενο βράδυ), τις φροντίζεις.
ΥΓ1
Τις τρίβεις, τις τρίβεις, τις τρίβεις (τις μετατρέπεις σε καμπύλες).
ΥΓ2
Μόνο οι συνεχείς καμπύλες έχουν την ικανότητα να δημιουργούν (συν τω χρόνω) σπείρες.
ΥΓ3
Ενίοτε συνομωσίας.
ΥΓ4
Και όχι δεν πονάει. (Με γυαλόχαρτο μπορεί, δεν θυμάμαι.)
ΥΓ5
Όχι πως δεν στάζουν αίματα, κλάμματα, και λοιπά σωματικά υγρά (με το γελόχαρτο), αλλά πώς να το κάνουμε, έχουν άλλο άρωμα όταν αναμιγνύονται με ρινίσματα γέλιου, άρωμα εξίσου ανθρώπινο, αλλά άλλο: σαν να είναι η φυσική μυρωδιά του ανθρώπου (ακόμη και του πιο σκληρού) τα ανθάκια πορτοκαλιάς.
...
ΥΓ1
Τις τρίβεις, τις τρίβεις, τις τρίβεις (τις μετατρέπεις σε καμπύλες).
ΥΓ2
Μόνο οι συνεχείς καμπύλες έχουν την ικανότητα να δημιουργούν (συν τω χρόνω) σπείρες.
ΥΓ3
Ενίοτε συνομωσίας.
ΥΓ4
Και όχι δεν πονάει. (Με γυαλόχαρτο μπορεί, δεν θυμάμαι.)
ΥΓ5
Όχι πως δεν στάζουν αίματα, κλάμματα, και λοιπά σωματικά υγρά (με το γελόχαρτο), αλλά πώς να το κάνουμε, έχουν άλλο άρωμα όταν αναμιγνύονται με ρινίσματα γέλιου, άρωμα εξίσου ανθρώπινο, αλλά άλλο: σαν να είναι η φυσική μυρωδιά του ανθρώπου (ακόμη και του πιο σκληρού) τα ανθάκια πορτοκαλιάς.
...
21 Μαρ 2009
Ονειροδοσμένη.
Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ακριβώς συνέβαινε γιατί ενώ ήσουν εσύ έμοιαζες ταυτόχρονα με την Πάτσυ Κένζιτ που δεν έχω ιδέα αν είναι ακόμα με τον Γκάλαχερ, κι εκεί που κοιτιόμασταν έγινες εσύ και παίζαμε σκοινάκι λες και ήσουν κορίτσι, αλλά δεν ήσουν κορίτσι.
Μετά κάπου πηγαίναμε, σε κάτι βαφτίσια μάλλον γιατί μου έλεγες να μην ξεχάσουμε να τους πούμε να τους ζήσει και με κοιτούσες λες και μιλούσαμε για δικό μας παιδί ή λες και πηγαίναμε σε γάμο τελικά.
Φορούσα άσπρα, ένα φόρεμα μακρύ από εδώ μέχρι εκεί, ίσως και πιο μακρύ από τόσο, και μπήκες κάτω απ' τη φούστα μου να δεις αν είμαι καλά, ή αν έχω χαλάσει μου είπες, και όχι μου λες δεν χάλασες αγάπη μου και γέλασες.
Μετά μπήκαμε σε ένα ασανσέρ και η Πάτσυ Κένζιτ ζούσε μόνη, είχε γίνει κορίτσι που πατάει κουμπιά στο ασανσέρ κι εμένα άρχισε να με πονάει το δέρμα μου και τα μαλλιά μου κι εσύ να μου λες ηρέμησε βρε κουτο δεν είναι τίποτα, αλλά εγώ πονούσα κι ας σου είπα ψέματα ότι μου πέρασε.
Η Πάτσυ Κένζιτ ρώτησε σε βαφτίσια πάτε; Ναι είπαμε εμείς. Να ζήσετε μας απάντησε η μαλάκω, λες και πηγαίναμε σε γάμο. Ανοίγει το ασανσέρ και βγαίνουμε σε έναν διάδρομο που θύμιζε εκκλησία και βγαίνει ένας άντρας μασκαράς ντυμένος γιατρός χωρίς να είναι απόκριες πια, κι εγώ του λέω πονάω γιατρέ, τα μαλλιά μου, και δεν προλαβαίνω να πω τα μαλλιά μου και με διορθώνεις: τα μυαλά σου είπες πριν μου λες.
Δεν έχει τίποτα η κοπέλα λέει ο γιατρός. Να σας ζήσει. Άλλος μαλάκας. Μετά εγώ πεινάω και σου λέω να πάμε στον μπουφέ κι ότι πονάει το πιρούνι μου, ειδικά όταν το χώνω στο μάτι μου. Μετά με χτενίζεις με τα δάχτυλα κι εγώ σου λέω ότι ακόμη πονάω κι εσύ φλερτάρεις μια καλεσμένη που με κοιτάει και σου λέει πώς είναι έτσι αυτή και εννοεί εμένα, να φωνάξουμε το γιατρό.
Τον φωνάζουμε με φωνή πολύ δυνατή, τόσο που σπάνε κάτι κρυστάλλινα ποτήρια κι όλοι οι καλεσμένοι με κοιτάνε. Γιατί φοράει νυφικό αυτή, ρωτάει μια γριά, κι εσύ με υπερασπίζεσαι, νόμιζε ότι πάμε σε γάμο, πονάνε τα μαλλιά της.
Έρχεται ο γιατρός μαζί με τη νοσοκόμα που ήταν η κοπέλα που έπαιζε τη Μαρία την άσχημη αλλά στο πιο ξανθό και σου λένε το μυστήριο αρχίζει, ησυχία, μην ενοχλείτε τους αρρώστους.
Τότε εγώ αρχίζω να τρέμω και βάζω τα κλάμματα γιατί πονάω και πέφτω κάτω στα πλακάκια κι εσύ κλαις με τη μία κι εσύ γιατί μ'αγαπάς και με παίρνεις αγκαλιά και μου λες βρε κουτό εγώ είμαι εδώ, μην σε ανησυχεί τίποτα, αλλά εγώ σε βλέπω να κλαις και κάνω ότι είμαι καλά. Να. Δεν έχω τίποτα. Χορεύω. Λύνω τα μαλλιά μου. Τι ωραία που είναι τα μυαλά σου λυμένα μου λες.
Τελικά σε γάμο πάμε, ρίχνουν ρύζια, κι εσύ με ξαναπαίρνεις αγκαλιά και μου λες πάλι μην ανησυχείς βρε κουτό, και τρέχεις τρέχεις στους διαδρόμους με μένα στα χέρια σου, να βρεις σοβαρό γιατρό όχι μαλάκα, να γίνουν καλά τα μπουκλάκια σου μικρό μου μού λες (ναι εμένα λες μικρό σου) και τρέχεις στους διαδρόμους.
Μια γρια μάς κοιτάει και συγκινιέται, όχι συγκινείται, συγκινιέται. "Είναι συγκινητικό να τρέχεις στους διαδρόμους με μια γυναίκα που αγαπάς στα χέρια και να ψάχνεις για βοήθεια", σκέφτεται από μέσα της -και θυμάται το γέρο της να φυσάει τη μύτη του με το μαντήλι της και να μην την πειράζει.
Βρίσκεις έναν γιατρό που μοιάζει σοβαρός και τον παρακαλάς να δει τι έχω με δάκρυα στο στόμα. Αναπνέει του λες. Ζει. Είναι νορμάλ αυτό; Είναι καλά; Δεν είναι τίποτα λέω εγώ, αφήστε, πάμε σε γάμο, να προλάβουμε. Ποιον γάμο κοπέλα μου μού λέει αυτός, εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, δεν βλέπεις ότι φοράς άσπρα; Ποιον γάμο; Το νυφικό μου είναι του λέω. Ποιο νυφικό κοπελιά ξαναλέει. Σεντόνι είναι -το φέραμε για να σε τυλίξουμε, έτσι κάνουμε -και σε κοιτάει λυπημένος.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε σου λέει.
Ούτε ένα να ζήσετε δεν μας είπ' ο μαλάκας.
ΥΓ
Ούτε ένα.
...
Μετά κάπου πηγαίναμε, σε κάτι βαφτίσια μάλλον γιατί μου έλεγες να μην ξεχάσουμε να τους πούμε να τους ζήσει και με κοιτούσες λες και μιλούσαμε για δικό μας παιδί ή λες και πηγαίναμε σε γάμο τελικά.
Φορούσα άσπρα, ένα φόρεμα μακρύ από εδώ μέχρι εκεί, ίσως και πιο μακρύ από τόσο, και μπήκες κάτω απ' τη φούστα μου να δεις αν είμαι καλά, ή αν έχω χαλάσει μου είπες, και όχι μου λες δεν χάλασες αγάπη μου και γέλασες.
Μετά μπήκαμε σε ένα ασανσέρ και η Πάτσυ Κένζιτ ζούσε μόνη, είχε γίνει κορίτσι που πατάει κουμπιά στο ασανσέρ κι εμένα άρχισε να με πονάει το δέρμα μου και τα μαλλιά μου κι εσύ να μου λες ηρέμησε βρε κουτο δεν είναι τίποτα, αλλά εγώ πονούσα κι ας σου είπα ψέματα ότι μου πέρασε.
Η Πάτσυ Κένζιτ ρώτησε σε βαφτίσια πάτε; Ναι είπαμε εμείς. Να ζήσετε μας απάντησε η μαλάκω, λες και πηγαίναμε σε γάμο. Ανοίγει το ασανσέρ και βγαίνουμε σε έναν διάδρομο που θύμιζε εκκλησία και βγαίνει ένας άντρας μασκαράς ντυμένος γιατρός χωρίς να είναι απόκριες πια, κι εγώ του λέω πονάω γιατρέ, τα μαλλιά μου, και δεν προλαβαίνω να πω τα μαλλιά μου και με διορθώνεις: τα μυαλά σου είπες πριν μου λες.
Δεν έχει τίποτα η κοπέλα λέει ο γιατρός. Να σας ζήσει. Άλλος μαλάκας. Μετά εγώ πεινάω και σου λέω να πάμε στον μπουφέ κι ότι πονάει το πιρούνι μου, ειδικά όταν το χώνω στο μάτι μου. Μετά με χτενίζεις με τα δάχτυλα κι εγώ σου λέω ότι ακόμη πονάω κι εσύ φλερτάρεις μια καλεσμένη που με κοιτάει και σου λέει πώς είναι έτσι αυτή και εννοεί εμένα, να φωνάξουμε το γιατρό.
Τον φωνάζουμε με φωνή πολύ δυνατή, τόσο που σπάνε κάτι κρυστάλλινα ποτήρια κι όλοι οι καλεσμένοι με κοιτάνε. Γιατί φοράει νυφικό αυτή, ρωτάει μια γριά, κι εσύ με υπερασπίζεσαι, νόμιζε ότι πάμε σε γάμο, πονάνε τα μαλλιά της.
Έρχεται ο γιατρός μαζί με τη νοσοκόμα που ήταν η κοπέλα που έπαιζε τη Μαρία την άσχημη αλλά στο πιο ξανθό και σου λένε το μυστήριο αρχίζει, ησυχία, μην ενοχλείτε τους αρρώστους.
Τότε εγώ αρχίζω να τρέμω και βάζω τα κλάμματα γιατί πονάω και πέφτω κάτω στα πλακάκια κι εσύ κλαις με τη μία κι εσύ γιατί μ'αγαπάς και με παίρνεις αγκαλιά και μου λες βρε κουτό εγώ είμαι εδώ, μην σε ανησυχεί τίποτα, αλλά εγώ σε βλέπω να κλαις και κάνω ότι είμαι καλά. Να. Δεν έχω τίποτα. Χορεύω. Λύνω τα μαλλιά μου. Τι ωραία που είναι τα μυαλά σου λυμένα μου λες.
Τελικά σε γάμο πάμε, ρίχνουν ρύζια, κι εσύ με ξαναπαίρνεις αγκαλιά και μου λες πάλι μην ανησυχείς βρε κουτό, και τρέχεις τρέχεις στους διαδρόμους με μένα στα χέρια σου, να βρεις σοβαρό γιατρό όχι μαλάκα, να γίνουν καλά τα μπουκλάκια σου μικρό μου μού λες (ναι εμένα λες μικρό σου) και τρέχεις στους διαδρόμους.
Μια γρια μάς κοιτάει και συγκινιέται, όχι συγκινείται, συγκινιέται. "Είναι συγκινητικό να τρέχεις στους διαδρόμους με μια γυναίκα που αγαπάς στα χέρια και να ψάχνεις για βοήθεια", σκέφτεται από μέσα της -και θυμάται το γέρο της να φυσάει τη μύτη του με το μαντήλι της και να μην την πειράζει.
Βρίσκεις έναν γιατρό που μοιάζει σοβαρός και τον παρακαλάς να δει τι έχω με δάκρυα στο στόμα. Αναπνέει του λες. Ζει. Είναι νορμάλ αυτό; Είναι καλά; Δεν είναι τίποτα λέω εγώ, αφήστε, πάμε σε γάμο, να προλάβουμε. Ποιον γάμο κοπέλα μου μού λέει αυτός, εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, δεν βλέπεις ότι φοράς άσπρα; Ποιον γάμο; Το νυφικό μου είναι του λέω. Ποιο νυφικό κοπελιά ξαναλέει. Σεντόνι είναι -το φέραμε για να σε τυλίξουμε, έτσι κάνουμε -και σε κοιτάει λυπημένος.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε σου λέει.
Ούτε ένα να ζήσετε δεν μας είπ' ο μαλάκας.
ΥΓ
Ούτε ένα.
...
20 Μαρ 2009
Στεγνός επαγγελματίας.
ΥΓ1
Γίνεται, αλήθεια.
ΥΓ2
Δεν ξέρω πώς.
ΥΓ3
Όλη μέρα βουτάω στα βαθιά.
(Τι βαθιά που είναι.)
ΥΓ4
Κι όμως βγαίνω στη στεριά στυγνή.
ΥΓ5
Ευτυχώς που δεν είμαι από ζάχαρη σκέφτομαι.
ΥΓ6
Ξέρεις.
ΥΓ7
Όχι τόσο γιατί θα έλιωνα, τι με νοιάζω εγώ, για τον διαβήτη σου το λέω -θα απαγορευόταν να με φιλήσεις.
ΥΓ8
Μόνο θα με κύκλωνες.
(Κάτι είναι κι αυτό.)
ΥΓ9
Εύχομαι να έχεις διαβήτη -δεν τον λέω με κακία.
Υ10
Με έλεγες ζάχαρη καμμιά φορά -και είναι η μόνη δικαιολογία γιατί δεν με φιλάς, πια, σαν κάποιος να σου έχει κόψει τα χείλη γύρω-γύρω με το ψαλιδάκι, ούτε μιλάς, ούτε ακουμπάς το μέτωπό μου να δεις αν έχω πυρετό.
ΥΓ11
Που σίγουρα έχω. Με κόλλησες.
ΥΓ12
Σε σκέφτηκα εκείνη τη μέρα που είχες πυρετό πριν δυο χρόνια, ή τέσσερα, ή οχτώ, που να θυμάμαι τώρα, και σου 'βαζα κομπρέσα και μετά δεύτερη κομπρέσα.
ΥΓ13
Σε σκέφτηκα πριν χρόνια και με κόλλησες τώρα.
ΥΓ14
Μια σκέψη αρκεί για να αρρωστήσεις, αν επιμένει να βουτάει, να βουτάει, να βουτάει και να βγαίνει πάντα στεγνή.
ΥΓ15
Τι νόημα έχει να μένει στεγνή, μια σκέψη τόσο αόρατη.
...
Γίνεται, αλήθεια.
ΥΓ2
Δεν ξέρω πώς.
ΥΓ3
Όλη μέρα βουτάω στα βαθιά.
(Τι βαθιά που είναι.)
ΥΓ4
Κι όμως βγαίνω στη στεριά στυγνή.
ΥΓ5
Ευτυχώς που δεν είμαι από ζάχαρη σκέφτομαι.
ΥΓ6
Ξέρεις.
ΥΓ7
Όχι τόσο γιατί θα έλιωνα, τι με νοιάζω εγώ, για τον διαβήτη σου το λέω -θα απαγορευόταν να με φιλήσεις.
ΥΓ8
Μόνο θα με κύκλωνες.
(Κάτι είναι κι αυτό.)
ΥΓ9
Εύχομαι να έχεις διαβήτη -δεν τον λέω με κακία.
Υ10
Με έλεγες ζάχαρη καμμιά φορά -και είναι η μόνη δικαιολογία γιατί δεν με φιλάς, πια, σαν κάποιος να σου έχει κόψει τα χείλη γύρω-γύρω με το ψαλιδάκι, ούτε μιλάς, ούτε ακουμπάς το μέτωπό μου να δεις αν έχω πυρετό.
ΥΓ11
Που σίγουρα έχω. Με κόλλησες.
ΥΓ12
Σε σκέφτηκα εκείνη τη μέρα που είχες πυρετό πριν δυο χρόνια, ή τέσσερα, ή οχτώ, που να θυμάμαι τώρα, και σου 'βαζα κομπρέσα και μετά δεύτερη κομπρέσα.
ΥΓ13
Σε σκέφτηκα πριν χρόνια και με κόλλησες τώρα.
ΥΓ14
Μια σκέψη αρκεί για να αρρωστήσεις, αν επιμένει να βουτάει, να βουτάει, να βουτάει και να βγαίνει πάντα στεγνή.
ΥΓ15
Τι νόημα έχει να μένει στεγνή, μια σκέψη τόσο αόρατη.
...
16 Μαρ 2009
Γουότερ μέλλον.
Κάποτε θα μπω σ' ένα αεροπλάνο
να δω το σπίτι μας από τον ουρανό
να καταλάβω ποιο είναι
στον δρόμο θα έχει βροχή
(ίσως αργήσω λίγο)
κι όταν ανοίξεις την πόρτα
αν και κουρασμένη
θα σου χαμογελάσω
θα παραμερίσεις τα μαλλιά μου
θα είμαι όπως πάντα λίγο χλωμή
και βρεγμένη
εσύ θα μυρίζεις ακόμη εσύ
και μάλλον θα κοιμηθώ λιγάκι
όσο θα μου διαβάζεις
όταν ξυπνήσω θα με ρωτήσεις αν ήρθα
θα με κάνεις μπάνιο
θα παραγγείλουμε κινέζικο
θα δούμε τηλεόραση
και θα στέλνουμε στον έξω κόσμο βρεγμένες καρτ ποστάλ.
.-
να δω το σπίτι μας από τον ουρανό
να καταλάβω ποιο είναι
στον δρόμο θα έχει βροχή
(ίσως αργήσω λίγο)
κι όταν ανοίξεις την πόρτα
αν και κουρασμένη
θα σου χαμογελάσω
θα παραμερίσεις τα μαλλιά μου
θα είμαι όπως πάντα λίγο χλωμή
και βρεγμένη
εσύ θα μυρίζεις ακόμη εσύ
και μάλλον θα κοιμηθώ λιγάκι
όσο θα μου διαβάζεις
όταν ξυπνήσω θα με ρωτήσεις αν ήρθα
θα με κάνεις μπάνιο
θα παραγγείλουμε κινέζικο
θα δούμε τηλεόραση
και θα στέλνουμε στον έξω κόσμο βρεγμένες καρτ ποστάλ.
.-
15 Μαρ 2009
Ο χορός της αλήθειας.
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Είμαι βέβαιη πως αν κοιτάξω πίσω από την πλάτη μου θα δω μια θηριώδη μεταλλική μπάλα κατεδαφίσεων να με κυνηγάει καθημερινά, κρεμασμένη στην αλυσίδα της, αποπειρώμενη να με χτυπήσει.
Σας ευχαριστώ παραπάνω απ' όσο ξέρετε να ξέρετε.
(Από την μέρα που σας γνώρισα δεν έχω κοιτάξει ποτέ πίσω από την πλάτη μου: “σκύψε” -μου λέτε τη δύσκολη στιγμή. Ρισπέκτ.)
Να που συμβαίνει και το άλλο μια μέρα όμως.
Η μπάλα όλων των μπαλών έρχεται, (μαμά μου τι τεράστια που είναι), έτοιμη να κατεδαφίσει με ακρίβεια (και φτήνια) την αδύναμη πλατούλα σου.
Να που ο άνθρωπος που σε κοίταγε πιο στα μάτια από τον οποιοδήποτε τάχα μου, (που θα έβλεπε πάντα τι γίνεται πίσω από την πλάτη σου και που περίμενες να σου πει έγκαιρα το σκύψε), εστιάζει το βλέμμα του στη μπάλα και υπολογίζει με ακρίβεια τον τρόπο που θα κρυφτεί έντεχνα πίσω από το σώμα σου τη στιγμή της σύγκρουσης, (να απορροφήσεις εσύ το “μπαμ” -σαν σάκος του μποξ), να μπει η δική σου σκόνη κάτω απ' το δικό του χαλί.
Αγαπημένοι μου φίλοι. Κάνω πάυση και σας ρωτώ.
Έχετε ξεχάσει ποτέ στην πίσω τσέπη του τζιν σας, πριν το βάλετε στο πλυντήριο, έναν φίλο σας;
Αν ναι, δεν χάλασε κι ο κόσμος (καθώς, παρότι το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι τον ξεχάσατε, σώζεται αυτόματα από το ότι, αν ήταν όντως φίλος σας, θα σας συγχωρέσει χωρίς καν να ζητήσετε "συγγνώμη" -αρκεί να παραδεχτείτε το προφανές: "σε ξέχασα".)
Πρόσφατα ένας φίλος μου με ξέχασε στην πίσω τσέπη του τζιν του, στην πλύση χρησιμοποιήσε χάρντκορ λευκαντική σκόνη με άρωμα πεύκο (ξέροντας ότι έχω αλλεργία στα πέυκα), μετά σιδέρωσε το τζιν με πίεση (πριν με βγάλει από την τσέπη), κι όταν του παραπονέθηκα γιατί το έκανε αυτό, μου είπε ότι δεν με αφορά, να μην είμαι αφελής, όλοι πλένουν και σιδερώνουν, είναι δικός του λογαριασμός, τι κακό έκανε; -και τέλος πάντων δεν θα του πώ εγώ πώς να χρησιμοποιεί τη σκόνη μου στο δικό του πλυντήριο...
:-(
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Αν ήθελα να μην ανοιγοκλείνουν τα μάτια σας όταν με κοιτάτε, αν ήθελα τη γλώσσα σας ξύλινη όταν μου μιλάτε, ή αν ήθελα ψέμματα, τότε ναι: θα είχα επιλέξει για φίλο τον πινόκιο.
(Συχωρέστε με. Δεν ήξερα ότι είσασταν ο πινόκιο ΠΡΙΝ σας επιλέξω για φίλους. Να προειδοποιείτε παρακαλώ. Και μην προσβάλετε την αλήθεια μου με φράσεις τύπου "να δέχεσαι τους φίλους σου με τα ελατώμματά τους": καταλάβετε επιτέλους πως πρόκειται για γελοίο άλλοθι -ειδικά αν πριν μου το πετάξετε στα μούτρα ως τελικό αποστομωτικό επιχείρημα, έχετε καταναλώσει όλη την ενέργειά σας να με πείσετε ότι δεν έχετε ελαττώματα. Αν δεν έχετε ελαττώματα, πώς περίμενετε να σας συγχωρέσω γι' αυτά;)
ΥΓ1
Αν έχετε ελαττώματα, να τα ξέρω από πριν παρακαλώ -για να τα αγαπώ με τον καιρό όλο και περισσότερο. Το πιθανότερο είναι να μην με πειράξει καν το ότι σας βολεύει να λέτε ψέματα στον εαυτό σας (και μετά σε μένα), και που αυτό είναι στο λειτουργικό σας: να σιδερώνετε τις φιλίες σας μετά το πλυντήριο, αρκεί ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΡΙΝ, να είναι δική μου η επιλογή να σας κατασκευάζω αληθινούς, πλήρεις και τέλειους, όπως τόσο ποθείτε -γιατί ξέρετε έχω ένα τεράστιο ελάττωμα μαϊσέλφ.
ΥΓ2
(Συγχωρώ ΑΠΟ ΠΡΙΝ.)
ΥΓ3
Δεν είναι εκνευριστικό, αλήθεια, το πώς μερικοί άνθρωποι έχουν δικούς τους κακόγουστους και πολυμεταχειρισμένους ορισμούς για αντικειμενικά αμεταχείριστα μεγέθη όπως η φιλία ή η αλήθεια -και πώς καταφεύγουν σε αυτούς με ευκολία;
Υ4
Υπάρχει και μια εκπομπή λέει, που λέγεται "ο ορός της αλήθειας" -ή κάπως έτσι.
ΥΓ5
Ορός της αλήθειας στον πινόκιο.
(Πεταμένα λεφτά.)
ΥΓ6
Λες και η αλήθεια χρειάζεται να λουστεί με τεχνάσματα και να καταπιεί ηλεκτρώδια.
ΥΓ7
Καλέ τι όρος και ορός και ανοησίες; Την αλήθεια δεν τη λες.
(Τη χορεύεις.)
ΥΓ8
Το αντίθετο είναι σαν να θες να μου περιγράψεις το μήλο.
(Δεν θέλω να βάλω τη λέξη μήλο στο αυτί μου. Να τη χορέψω στο στόμα μου θέλω.)
ΥΓ9
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΟΣ.
(Γι'αυτό και δεν πειράζει που λιγοστέψατε -υγιές είναι.)
ΥΓ10
Δεν είναι κομψό να κάθεσαι σε καρέκλα όταν ο φίλος σου χορεύει μόνος. Δεν είναι κομψό να παίζει ωραίες μουσικές η ζωή κι εσύ να χάνεις τον χρόνο σου με ανθρώπους που δεν έχουν την ικανότητα να σε στροβιλίσουν στην αλήθεια τους -και που χορός για αυτούς σημαίνει απλά φιγούρα.
ΥΓ11
Να ξέρετε, όσοι μείνατε, όσοι με έχετε πάρει ήδη από το χέρι, αφήνοντας τη μπάλα των κατεδαφίσεων να κάνει σκόνη τον εαυτό της, ότι εσείς μπορείτε να με βάζετε όσες φορές θέλετε στον κάδο του πλυντηρίου σας (στο πρόγραμμα με τα ευαίσθητα) -και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων που θα το κάνετε.
ΥΓ10
(Και θα μπείτε κι εσείς μέσα.)
ΥΓ11
Τι ωραία που θα τα περνάμε βουτηγμένοι στις σαπουνόφουσκες του σκίπ -σκίπινγκ δε ντέρτινες οφ λαϊφ.
:-)
Είμαι βέβαιη πως αν κοιτάξω πίσω από την πλάτη μου θα δω μια θηριώδη μεταλλική μπάλα κατεδαφίσεων να με κυνηγάει καθημερινά, κρεμασμένη στην αλυσίδα της, αποπειρώμενη να με χτυπήσει.
Σας ευχαριστώ παραπάνω απ' όσο ξέρετε να ξέρετε.
(Από την μέρα που σας γνώρισα δεν έχω κοιτάξει ποτέ πίσω από την πλάτη μου: “σκύψε” -μου λέτε τη δύσκολη στιγμή. Ρισπέκτ.)
Να που συμβαίνει και το άλλο μια μέρα όμως.
Η μπάλα όλων των μπαλών έρχεται, (μαμά μου τι τεράστια που είναι), έτοιμη να κατεδαφίσει με ακρίβεια (και φτήνια) την αδύναμη πλατούλα σου.
Να που ο άνθρωπος που σε κοίταγε πιο στα μάτια από τον οποιοδήποτε τάχα μου, (που θα έβλεπε πάντα τι γίνεται πίσω από την πλάτη σου και που περίμενες να σου πει έγκαιρα το σκύψε), εστιάζει το βλέμμα του στη μπάλα και υπολογίζει με ακρίβεια τον τρόπο που θα κρυφτεί έντεχνα πίσω από το σώμα σου τη στιγμή της σύγκρουσης, (να απορροφήσεις εσύ το “μπαμ” -σαν σάκος του μποξ), να μπει η δική σου σκόνη κάτω απ' το δικό του χαλί.
Αγαπημένοι μου φίλοι. Κάνω πάυση και σας ρωτώ.
Έχετε ξεχάσει ποτέ στην πίσω τσέπη του τζιν σας, πριν το βάλετε στο πλυντήριο, έναν φίλο σας;
Αν ναι, δεν χάλασε κι ο κόσμος (καθώς, παρότι το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι τον ξεχάσατε, σώζεται αυτόματα από το ότι, αν ήταν όντως φίλος σας, θα σας συγχωρέσει χωρίς καν να ζητήσετε "συγγνώμη" -αρκεί να παραδεχτείτε το προφανές: "σε ξέχασα".)
Πρόσφατα ένας φίλος μου με ξέχασε στην πίσω τσέπη του τζιν του, στην πλύση χρησιμοποιήσε χάρντκορ λευκαντική σκόνη με άρωμα πεύκο (ξέροντας ότι έχω αλλεργία στα πέυκα), μετά σιδέρωσε το τζιν με πίεση (πριν με βγάλει από την τσέπη), κι όταν του παραπονέθηκα γιατί το έκανε αυτό, μου είπε ότι δεν με αφορά, να μην είμαι αφελής, όλοι πλένουν και σιδερώνουν, είναι δικός του λογαριασμός, τι κακό έκανε; -και τέλος πάντων δεν θα του πώ εγώ πώς να χρησιμοποιεί τη σκόνη μου στο δικό του πλυντήριο...
:-(
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Αν ήθελα να μην ανοιγοκλείνουν τα μάτια σας όταν με κοιτάτε, αν ήθελα τη γλώσσα σας ξύλινη όταν μου μιλάτε, ή αν ήθελα ψέμματα, τότε ναι: θα είχα επιλέξει για φίλο τον πινόκιο.
(Συχωρέστε με. Δεν ήξερα ότι είσασταν ο πινόκιο ΠΡΙΝ σας επιλέξω για φίλους. Να προειδοποιείτε παρακαλώ. Και μην προσβάλετε την αλήθεια μου με φράσεις τύπου "να δέχεσαι τους φίλους σου με τα ελατώμματά τους": καταλάβετε επιτέλους πως πρόκειται για γελοίο άλλοθι -ειδικά αν πριν μου το πετάξετε στα μούτρα ως τελικό αποστομωτικό επιχείρημα, έχετε καταναλώσει όλη την ενέργειά σας να με πείσετε ότι δεν έχετε ελαττώματα. Αν δεν έχετε ελαττώματα, πώς περίμενετε να σας συγχωρέσω γι' αυτά;)
ΥΓ1
Αν έχετε ελαττώματα, να τα ξέρω από πριν παρακαλώ -για να τα αγαπώ με τον καιρό όλο και περισσότερο. Το πιθανότερο είναι να μην με πειράξει καν το ότι σας βολεύει να λέτε ψέματα στον εαυτό σας (και μετά σε μένα), και που αυτό είναι στο λειτουργικό σας: να σιδερώνετε τις φιλίες σας μετά το πλυντήριο, αρκεί ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΡΙΝ, να είναι δική μου η επιλογή να σας κατασκευάζω αληθινούς, πλήρεις και τέλειους, όπως τόσο ποθείτε -γιατί ξέρετε έχω ένα τεράστιο ελάττωμα μαϊσέλφ.
ΥΓ2
(Συγχωρώ ΑΠΟ ΠΡΙΝ.)
ΥΓ3
Δεν είναι εκνευριστικό, αλήθεια, το πώς μερικοί άνθρωποι έχουν δικούς τους κακόγουστους και πολυμεταχειρισμένους ορισμούς για αντικειμενικά αμεταχείριστα μεγέθη όπως η φιλία ή η αλήθεια -και πώς καταφεύγουν σε αυτούς με ευκολία;
Υ4
Υπάρχει και μια εκπομπή λέει, που λέγεται "ο ορός της αλήθειας" -ή κάπως έτσι.
ΥΓ5
Ορός της αλήθειας στον πινόκιο.
(Πεταμένα λεφτά.)
ΥΓ6
Λες και η αλήθεια χρειάζεται να λουστεί με τεχνάσματα και να καταπιεί ηλεκτρώδια.
ΥΓ7
Καλέ τι όρος και ορός και ανοησίες; Την αλήθεια δεν τη λες.
(Τη χορεύεις.)
ΥΓ8
Το αντίθετο είναι σαν να θες να μου περιγράψεις το μήλο.
(Δεν θέλω να βάλω τη λέξη μήλο στο αυτί μου. Να τη χορέψω στο στόμα μου θέλω.)
ΥΓ9
Αγαπημένοι μου φίλοι.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΟΣ.
(Γι'αυτό και δεν πειράζει που λιγοστέψατε -υγιές είναι.)
ΥΓ10
Δεν είναι κομψό να κάθεσαι σε καρέκλα όταν ο φίλος σου χορεύει μόνος. Δεν είναι κομψό να παίζει ωραίες μουσικές η ζωή κι εσύ να χάνεις τον χρόνο σου με ανθρώπους που δεν έχουν την ικανότητα να σε στροβιλίσουν στην αλήθεια τους -και που χορός για αυτούς σημαίνει απλά φιγούρα.
ΥΓ11
Να ξέρετε, όσοι μείνατε, όσοι με έχετε πάρει ήδη από το χέρι, αφήνοντας τη μπάλα των κατεδαφίσεων να κάνει σκόνη τον εαυτό της, ότι εσείς μπορείτε να με βάζετε όσες φορές θέλετε στον κάδο του πλυντηρίου σας (στο πρόγραμμα με τα ευαίσθητα) -και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων που θα το κάνετε.
ΥΓ10
(Και θα μπείτε κι εσείς μέσα.)
ΥΓ11
Τι ωραία που θα τα περνάμε βουτηγμένοι στις σαπουνόφουσκες του σκίπ -σκίπινγκ δε ντέρτινες οφ λαϊφ.
:-)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
