27 Δεκ 2008

Ανώτερη φύση.

Αν έχετε πολύχρωμα βελούδινα φτερά να βγαίνουν από την πλάτη σας, σας ζηλεύω απερίγραπτα.

(Αν δεν έχετε -ή δεν λυπάστε γι'αυτό-, τη θερμή μου συμπαράσταση.)

Όμως σοβαρά. Πείτε μου.

Πώς να μην πεθαίνω από ζήλια στη σκέψη ότι ίσως είστε πεταλούδες -δηλαδή ανώτερα όντα;

(Και πώς να μην πιστεύω ότι τα λεπιδόπτερα ΕΙΝΑΙ ανώτερα όντα -τη στιγμή που είναι η μόνη απτή απόδειξη πώς υπάρχει ζωή μετά θάνατον;)

Αλήθεια λέω.

Τέλη Απριλίου του 1949 ένα μικρό αγόρι που βαριόταν να παίξει μπάλα γύρισε σπίτι θλιμμένο ύστερα από μια αρκετά σημαντική παρατήρηση που έκανε στον όμορφο κήπο του στην κηφισιά.

Οι κάμπιες που σέρνονταν στο γρασίδι!

(Τι απογοήτευση.)

Έβαλε το χεράκι του μπροστά τους κι αυτές τίποτα. (Τυφλές.)
Προσπάθησε να τις κάνει να αντιδράσουν στη φωνή του, τίποτα. (Κουφές.)

Οι κάμπιες.

Πλάσματα με αποκλειστικά 3 αισθήσεις: αφή, για να αισθάνονται τον άνεμο και την επαφή με τους βλαστούς, όσφρηση και γεύση, για να οδηγούνται στην τροφή τους -τα κραμβοειδή. (Γιαμ!)

Οι κάμπιες, από το στόμα τους ώς την έδρα τους, δεν είναι παρά ένα έντερο σε κίνηση -μια ανεγκέφαλη αποθήκη επεξεργασμένων τροφών που πάει βόλτες στα λιβάδια.

(Τραλαρί, τραλαρό.)

Πόσο το στεναχώρησε το μικρό αγόρι η σκέψη να υπάρχουν τόσο κατώτερα πλάσματα, σκέτα έντερα χωρίς σώμα γύρω-γύρω, με περιορισμένες αισθήσεις, καταδικασμένα να μην δουν ποτέ ουρανό, λουλούδια, καραμέλες, (ή το προσωπάκι της μικρής του φιλενάδας).

(Χωρίς την καθησυχαστική φωνή του μπαμπά του, αμφιβάλλω αν θα κοιμόταν το βράδυ.)

"Μη στεναχωριέσαι βρε χαζό. Η φύση ξέρει. Στεναχωριόμουν εγώ που ήσουν στην κοιλιά της μαμάς σου και δεν έβλεπες ακόμα; Μην τις λυπάσαι αυτές. Θα δουν. Θα γίνουν πεταλούδες."

Παρντόν;

Να μην τις λυπόταν; Να μην είχε το δικαίωμα να κρίνει τη φύση;

(Πριτς!)

Τις επόμενες μέρες, μετά το σχολείο, κατέβαινε καθημερινά να παρατηρεί τις κάμπιες στον κήπο.

Ώσπου έφτασε πρωί Κυριακής. (Και παρά την αργία που θα του έδινε τον χρόνο να τις παρατηρήσει με ευλάβεια, ακολούθησε -με ευλάβεια- τους γονείς του στην εκκλησία για την καθιερωμένη λειτουργία.)

Δεν ήμουν εκεί.

Αλλά ξέρω από αυτά.

(Σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Στάθηκε στη μέση του ναού, κι έστρεψε το βλέμμα προς τον μπογιατισμένο θεό στο θόλο -θέλοντας να "ρωτήσει" αν θα είναι πολύ κακό παιδί αν το σκάσει και πάει στον κήπο.)

Δεν ήμουν εκεί.

Αλλά σαν να την ακούω και τώρα -μια εκκωφαντική φωνή να του ψιθυρίζει ενθαρρυντικά:

"Άντε παιδί μου στη λειτουργία τη δική σου, όπου θα με δεις ζωντανό, κι όχι μπογιατισμένο".

(Πήγε μαθαίνω.)

Οι κάμπιες είχαν ξεκινήσει το οδοιπορικό τους, προς τη μεγάλη καρυδιά του κήπου. Σε μια υποτυπώδη γραμμή έφτασαν γρήγορα στη βάση της καρυδιάς με τον λείο φλοιό, κι άρχισαν να αναρριχώνται στη βορειοανατολική πλευρά του κορμού της. Σε ύψος περίπου δυο μέτρων σταμάτησαν -και άφησαν, από το πίσω μέρος του σώματός τους, μια κολλώδη σταγόνα. Όταν αυτή στέγνωσε, το πίσω μέρος τους είχε προσκολληθεί στον κορμό "οριστικά". Συρρίκνωσαν τότε το σώμα τους, στερεωμένες στη βάση τους μόνο, κι άφησαν (από το "στόμα" αυτή τη φορά) μια δέυτερη σταγόνα κόλλας -σταθεροποιώντας το πλέον συρρικνωμένο, σαν μπαλίτσα σχεδόν σώμα τους, στον κορμό.

Μέσα σε μισή μόλις ώρα, το σώμα τους πάχυνε και κόντυνε.

Εγκάρσιες διαστολές και αντίστοιχες επιμήκεις συστολές σταθερού όγκου.

(Τέτοιους υπολογισμούς, ούτε μαθηματικοί.)

Το αγόρι πήγε για φαϊ και μελέτη. (Ίσως Κοκκινιστό και Αριθμητική.)

"Είναι ζωντανές", σκέφτηκε ("θα γίνουν πεταλούδες", αναφώνησε, όταν επέστρεψε στις "κάμπιες" του αργά το απόγευμα και τις πείραξε με το δαχτυλάκι του -να σιγουρευτεί ότι δεν είχαν ψοφήσει, κι αυτές, ολοζώντανες, κουνήθηκαν).

Γύρισε σπίτι μιλώντας στο μπαμπά του για τις κάμπιες που είχαν γίνει κάπως "σαν ζωντανές ελιές" κολλημένες σε κορμό.

"Χρυσαλίδες", τον διόρθωσε ο μπαμπάς του. ("Στά'λεγα", πρόσθεσε.)

Τι απογοήτευση -όταν μιαδυό μέρες μετά, ύστερα από στενή παρακολούθηση στα νέα όντα (μην τυχόν και γίνουν πεταλούδες εν τη απουσία του και το χάσει) το αγόρι αντίκρυσε τις χρυσαλίδες αποξηραμένες, χωρίς το παραμικρό ίχνος ζωής πάνω τους.

Γύρισε σπίτι θλιμμένο.

Του πήρε δυο μέρες να συνέλθει.

"Να πάω πάλι;" (σκέφτηκε).

"Ή να μην πάω;"

"Δεν βαριέσαι; Θα πάω."

(Πήγε μαθαίνω.)

Πήγε, και τις βρήκε πάλι όπως λίγες μέρες νωρίτερα. (Φρέσκες, αζάρωτες, γυαλιστερές, όπως τις είχε αφήσει, λες και τις δύο ενδιάμεσες μέρες -που πέθαναν- τις είχε απλά ονειρευτεί).

Μην σας κουράσω.

Μέσω δύο διαδικασιών που ονομάζονται ιστόλυση και ιστοσύνθεση (με ενδιάμεση επιστημονικώς "ανεξήγητη" πλήρη παύση κάθε κίνησης των κυττάρων και απουσία κάθε ίχνους ζωής), οι χρυσαλίδες πεθαίνουν και ανασταίνονται σ'ένα ανώτερο ον.

Την 3η Μαϊου του 1949, ώρα 7η πρωινή, το μικρό αγόρι είδε επιτέλους τη λήξη της δεκαήμερης θείας λειτουργίας του, και τον μπογιατισμένο θεό στο θόλο να του κοινωνεί τα μυστικά του παγκόσμιου ρυθμού, με τρελλό (είμαι σίγουρη) κλείσιμο ματιού.

Οι πεταλούδες είναι ανώτερες από εμάς. (Έχουν δέκα αισθήσεις.) Μην σας μπερδέψω με το ποιες είναι. (Άσε που θα ζηλέψει το μακ μου αν περιγράψω τον υπολογιστή που έχουν μέσα τους.)

Ανώτερα όντα.

(Προϊόντα ενός παλιού, σχεδόν ντροπιαστικού εαυτού, που αρχικά μοιάζει πως δεν έρχεται στον κόσμο παρά μόνο για να συλλέξει πληροφορίες από το περιβάλλον, να μασουλήσει κραμβοειδή, και να πεθάνει.)

Σπουδαία τα λάχανα θα μου πείτε -και θα πέσετε μέσα (αν και μιλούσαμε για κραμβοειδή -τα σταυρανθή άλλη μέρα).

Μα ειλικρινά. Eσάς δεν σας πειράζει καθόλου;

Χρόνια οι κάμπιες πεθαίνουν και ανασταίνονται προσπαθώντας να μας δώσουν το απόλυτο μάθημα ακριβώς κάτω από τη μύτη μας (που εκείνη τη στιγμή είναι πολύ απασχολημένη να μυρίσει το καινούργιο άρωμα του χοντοσέντερ).

Κι εμείς... αρκούμαστε να παρακολουθούμε το χάος να παίζει μποξ με το νόημα.

(Τις πεταλούδες να μεταμορφώνονται σε κάμπιες.)


Για την ιστορία, την ιστορία της αρχής την έζησε, ως αγοράκι, (και μου τη διηγήθηκε προχθές με δικά του λόγια), ο Μάριος Έσσλιν -ο οποίος και με βάφτισε. (Λογικά θα έπρεπε να μου έχει μεταγγιστεί η ανάγκη όταν μεγαλώσω να γίνω πεταλούδα. Προσπαθώ. Προσπαθώ και δεν τα καταφέρνω με τίποτα.)


:-)

1 σχόλιο:

Vanna είπε...

Τί να σχολιάσω ;;;; Έχω μείνει Α-φωνη !!! Πάντα λάτρευα τις πεταλούδες !!! Πάντα ...